Mε καθυστέρηση δύο ετών, στην εκπνοή της προθεσμίας για την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο σε όλη την Ευρώπη την ερχόμενη Παρασκευή, ξεκινάει αύριο στην Ολομέλεια της Βουλής η συζήτηση για το νομοσχέδιο του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που εισάγει στην ελληνική έννομη τάξη τους κανονισμούς και τις Οδηγίες που διαμορφώνουν το Σύμφωνο.
Ο νόμος καθιερώνει νέα διαδικασία ελέγχου στα σύνορα, σύμφωνα με την οποία οι νεοαφιχθέντες υποβάλλονται σε ταυτοποίηση και ιατρικό έλεγχο εντός επτά ημερών και στη συνέχεια παραπέμπονται για εξέταση της αίτησης ασύλου στη λεγόμενη «διαδικασία συνόρων», η οποία μπορεί να διαρκέσει έως και 12 εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οι πρόσφυγες και οι μετανάστες κρατούνται σε κέντρα κράτησης και θεωρείται νομικά ότι δεν έχουν εισέλθει στο ελληνικό έδαφος. Η απόρριψη της αίτησης ασύλου οδηγεί σε διαδικασία επιστροφής από τα σύνορα εντός 12 εβδομάδων με δυνατότητα απέλασης σε κέντρα επιστροφής εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαδικασία στα σύνορα εφαρμόζεται σε άτομα από χώρες όπου το ποσοστό αναγνώρισης ασύλου δεν υπερβαίνει το 20%, ενώ ορισμένες ευάλωτες περιπτώσεις, ιδίως ανήλικοι, εξαιρούνται.
Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο που συμφωνήθηκε το 2024 υπήρξε το αποτέλεσμα πολυετούς διαπραγμάτευσης, θεωρείται ωστόσο ότι αντανακλά περισσότερο τις προθέσεις των κρατών που δεν ήθελαν να αναλάβουν την ευθύνη των διαδικασιών υποδοχής, ασύλου και απελάσεων και προτιμούν να συμμετάσχουν, αν το θελήσουν, με την καταβολή χρηματικού αντιτίμου αντί για ανάληψη της ευθύνης.
Σε όλη την Ευρώπη φορείς και οργανώσεις δικαιωμάτων επικρίνουν τους δραστικούς περιορισμούς δικαιωμάτων και εγγυήσεων, την παρατεταμένη κράτηση, τη δυνατότητα απέλασης σε κέντρα εκτός ευρωπαϊκής επικράτειας, τις συλλήψεις μεταναστών α λα Τραμπ και ICE. Ιδίως για την Ελλάδα έχει επισημανθεί ότι το νομοσχέδιο Πλεύρη εφαρμόζει τις πιο περιοριστικές διατάξεις του Συμφώνου, ενώ αποτυγχάνει να εφαρμόσει ορισμένες θετικές θεσπίζοντας περιορισμό στην πρόσβαση δικηγόρων και οργανώσεων και αποτυγχάνοντας να θεσπίσει πραγματικά ανεξάρτητο μηχανισμό επιτήρησης.