Από τον Πολκ στον Λαμπράκη και από τον Πέτρουλα στον Φύσσα

Από τον Πολκ στον Λαμπράκη και από τον Πέτρουλα στον Φύσσα

Ο Παύλος Φύσσας

Ο Παύλος Φύσσας

Δυστυχώς, η δημοκρατική Ελλάδα πλήρωνε το γεγονός ότι ποτέ δεν τιμωρήθηκαν οι δωσίλογοι της Κατοχής, η κύρια πηγή προσπορισμού των μετεμφυλιακών παρακρατικών

Του ΜΙΧΑΛΗ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΥ*

Ενας υφηγητής Πανεπιστημίου, ένας φημισμένος βαλκανιονίκης αθλητής, που κάποτε τις νίκες του ζητωκραύγασε ακόμα και ο εθνικός εσμός που αργότερα τον σκότωσε.

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, όπως δείχνει η νεότερη ιστορία της χώρας, όπου κέντρα παραεξουσίας αλλά και ανεξέλεγκτες σφαίρες του επίσημου κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους στοχοποιούν, όχι τους πλέον δεδηλωμένους εχθρούς του, αλλά εκείνους που με τη στάση τους απειλούν να διευρύνουν την κοινωνική αντίδραση εναντίον του. Κάποτε φτάνουν μέχρι του σημείου να διαπράξουν ακόμη και ωμές δολοφονίες εις βάρος τους και μάλιστα σε δημόσια θέα με σκοπό το μαζικό εκφοβισμό.

Και αυτό γίνεται γιατί οι «στόχοι» αυτοί, ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους πολιτικής λειτουργίας, απευθύνονται σε αποδέκτες τους οποίους οι καταπιεστικοί μηχανισμοί δεν μπορούν να χειριστούν, όντας ιδιόμορφοι ως προς τα κοινωνικά και πολιτικά τους χαρακτηριστικά. Οι νέοι μιας γειτονιάς, οι μαθητές και οι φοιτητές, ο εργάτης που δοκιμάζεται στην αγορά εργασίας, η νοικοκυρά που διαχειρίζεται όπως όπως το φτωχό οικογενειακό προϋπολογισμό, ο καθημερινός άνθρωπος που χάνει το σπίτι του και αγωνιά για το μέλλον.

Αυτούς τους ανθρώπους επηρεάζει ένας ράπερ -μουσικός που τραγουδούσε κατά του φασισμού (Π. Φύσσας), έναν βαλκανιονίκης και προβεβλημένος γιατρός που μιλούσε για την ειρήνη (Γ. Λαμπράκη), ένας φοιτητής που συγκέντρωνε υπογραφές κατά της χρήσης των πυρηνικών στα 1951 (Νίκος Νικηφορίδης), ένας νέος που μοίραζε προκηρύξεις της ΕΔΑ στη Θεσσαλονίκη το 1961, ο Στέφανος Βελδεμίρης, ή οργάνωνε μαχητικές διαδηλώσεις στην Αθήνα το 1965 (Σωτήρης Πέτρουλας), αλλά και ένας δημοσιογράφος, όπως ο Τζορτζ Πολκ, που δολοφονήθηκε στις 16 Μαΐου 1948, τη στιγμή που προσπαθούσε να αποκαλύψει τι συνέβαινε πραγματικά με τον εμφύλιο πόλεμο, ή ένας νεολαίος, ο Γιάννης Χαλκίδης, στις 5 Σεπτεμβρίου του 1967, που έφαγε δύο σφαίρες στην πλάτη γιατί ανατίναξε έναν στύλο της ΔΕΗ και για λίγα λεπτά ματαίωσε τα εγκαίνια της ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη. Αυτοί ήταν κάποιοι από τους ανθρώπους που έβγαλε από τη μέση το «καθεστώς».

Το κοινό τους σημείο, η αποφασιστικότητα και ο δυναμισμός τους, η ανυποχώρητη στάση τους έναντι ενός κλίματος διάχυτης πολιτικής τρομοκρατίας, και σε πολλές περιπτώσεις η απουσία κάλυψης ενός συμπαγούς κομματικού μηχανισμού. Ισως και η δυνατότητά τους να απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό, η πολυεπίπεδη σχέση τους με την κοινωνία -όχι πάντα μέσω των επίσημων πολιτικών διαύλων- με κύριο προσδιοριστικό στοιχείο την προσωπική τους πράξη, το αίσθημα κοινωνικής ευθύνης, την ανάγκη τους για συλλογική προσφορά.

Τέτοια ήταν και η περίπτωση του Γ. Λαμπράκη. Χωρίς καν δεδομένη κομματική αναφορά, αποτελούσε μια καθοριστική απειλή για ένα καταπιεστικό καθεστώς που συνέχιζε αδιάλειπτα και μονομερώς τον εμφύλιο πόλεμο και διαπίστωνε ότι δεν μπορούσε να συγκρατήσει πλέον την κοινωνική απαίτηση για πολιτική και κοινωνική δημοκρατία. Γιατί ο Λαμπράκης δεν ήταν κομμουνιστής, δεν ήταν εργάτης, αλλά ένας προβεβλημένος διανοούμενος, υφηγητής Πανεπιστημίου, ένας φημισμένος βαλκανιονίκης αθλητής, που κάποτε τις νίκες του ζητωκραύγασε ακόμα και ο εθνικός εσμός που αργότερα τον σκότωσε.

Αλλά πέραν αυτού ήταν ο κοινωνικός ακτιβιστής που δημιουργούσε δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης, μηχανισμούς αλληλοβοήθειας -όπως το ίδιο το ιατρείο του Λαμπράκη, που παρείχε και δωρεάν περίθαλψη στους αναξιοπαθούντες-, φορείς λαϊκής συνεργασίας και συνεύρεσης. Ηταν και το παράδειγμα ανθρώπου που ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει τον εαυτό του, την κοινωνική του προβολή, τον ταξικό του προσδιορισμό, ακόμα και τη σωματική του ακεραιότητα, προς όφελος του συνόλου.

Γι” αυτή την επιρροή του στο κοινωνικό σώμα επέλεξαν να δολοφονήσουν τον Λαμπράκη. Οπως το ίδιο έκαναν με έναν άλλο καθηγητή πανεπιστημίου, τον Δημήτρη Μπάτση, το 1952, μέσω του οποίου επιχείρησαν να νομιμοποιήσουν τη δολοφονία του Μπελογιάννη, και στο πρόσωπο του οποίου δολοφόνησαν και έναν αστό διανοούμενο που διαφήμιζε την ιδέα ότι οι λαϊκοί αγώνες, οι μακρόπνοοι στόχοι, ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας δεν ήταν αποκλειστική υπόθεση των κομμουνιστών και των αριστερών, αλλά όλων των πολιτών.

Αυτό που επιπλέον έδειξε η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν το πόσο στενή ήταν η σχέση κράτους και παρακράτους

Αυτό που επιπλέον έδειξε η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν το πόσο στενή ήταν η σχέση κράτους και παρακράτους

Στο πρόσωπό τους το κράτος επιχείρησε να τρομοκρατήσει το σύνολο του πνευματικού κόσμου της χώρας, όπως και τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκαν (στην περίπτωση του Φύσσα, τους νέους της γειτονιάς των εργατικών πόλεων).

Ομως απέτυχαν παταγωδώς. Δικαστές, όπως τότε ο Χρ. Σαρτζετάκης και ο Π. Δελλαπόρτας, παρά τις πιέσεις του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του γνωστού Κωνσταντίνου Κόλλια, δεν φοβήθηκαν να αποκαλύψουν τους ενόχους της δολοφονίας του Λαμπράκη. Η δε νεολαία που πήρε το όνομα του Λαμπράκη άνοιξε άλλους ευρύτερους δρόμους, μαζικοποιώντας περαιτέρω το κίνημα της νεολαίας. Αλλά και ο αστικός συνασπισμός εξουσίας μαζί με τους Αμερικανούς δεν μπόρεσαν να διασώσουν τον Καραμανλή, ο οποίος λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1963, υποχρεώθηκε σε παραίτηση.

Το πρόβλημα ήταν ότι ο Λαμπράκης δεν αντιμετωπιζόταν με εκφοβισμό ή με πρακτικές εγκλεισμού και ποινικοποίησης. Μια φυλάκισή του θα διέλυε όλα τα προσχήματα εκδημοκρατισμού του καθεστώτος. Από την άλλη, δεν ήταν δυνατόν να «πειστεί και να συμμορφωθεί». Ηταν πλήρως συνειδητοποιημένος, απόλυτα πεπεισμένος για την αναγκαιότητα του αγώνα του, ένας ανθρωπιστής, που μετέτρεψε σε προσωπικό βίωμα την κοινωνική προσφορά, από τη στόφα των ηρώων εκείνων που, χωρίς καμία ιδιοτέλεια, δεν ορρωδούν προ ουδενός.

Ηταν το πρότυπο ενσάρκωσης μιας ευρύτατης κοινωνικής συμμαχίας και απαίτησης, αυτή της μαζικής απελευθέρωσης από τον τρόμο, που επέβαλε το εμφυλιοπολεμικό κράτος και οι πρακτικές του. Ο Λαμπράκης είχε αναλάβει στο ακέραιο την ευθύνη του.

Στην ουσία η δολοφονία του, στις 22 Μαΐου 1963 στη Θεσσαλονίκη, ήταν, τρόπον τινά, ο επιθανάτιος ρόγχος ενός πανικόβλητου κράτους καταπίεσης και αυταρχισμού, που είχε χάσει όλα τα μαζικά ερείσματά του. Αυτός ο πανικός εξηγεί τα ειδεχθή χαρακτηριστικά με τα οποία πραγματοποιήθηκε η δολοφονία. Με τις πρακτικές της σικελικής Μαφίας, σε κοινή θέα, ωμοί και μικρόνοες λούμπεν δολοφόνοι κονιορτοποίησαν με μίσος το κεφάλι του Λαμπράκη ως συμβολική πράξη καταστροφής της ελεύθερης σκέψης.

Πίσω τους πανικόβλητοι κρατικοί μηχανισμοί, που βίωναν την αδυναμία να επιβάλουν τις επιλογές τους ακόμη και να διασωθούν έναντι ενός ποινικού συστήματος που δεν μπορούσε πια να τους προστατεύσει. Γιατί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια κοινή γνώμη που απαιτούσε κάθαρση και το εκδήλωσε, καθιστώντας την κηδεία του Λαμπράκη ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά γεγονότα της χώρας.

Πράγματι, τα χτυπήματα που δεχόταν το κράτος του μεταπολεμικού αυταρχισμού από τα μαζικό κίνημα της χώρας ήταν αλλεπάλληλα. Στην εξέλιξή τους θα προκαλέσουν τα Ιουλιανά του 1965. Ο «Ανένδοτος» ήταν σε πλήρη εξέλιξη και ριζοσπαστικοποιούνταν συνέχεια, προσλαμβάνοντας βαθμηδόν το χαρακτήρα μιας κοινωνικής έκρηξης, το σύνθημα «114» δονούσε τις φοιτητικές διαδηλώσεις του Απριλίου του 1962, και το 15% για την Παιδεία συσπείρωνε ευρύτερες μάζες νέων, φοιτητών και μαθητών, εξαφανίζοντας την ΕΚΟΦ από τα πανεπιστήμια.

Ο Σωτήρης Πέτρουλας

Ο Σωτήρης Πέτρουλας

Παράλληλα, η ΕΡΕ του Καραμανλή κλυδωνιζόταν, αδυνατώντας πλέον να εκφράσει όλες τις μερίδες του αστικού κόσμου, ενώ και η Ενωση Κέντρου εμφάνιζε τις πρώτες έντονες εσωτερικές διαφοροποιήσεις (αρχές 1963). Το παλάτι προσπαθούσε να εξοβελίσει τον Καραμανλή, οι Αμερικανοί να τον στηρίξουν, ο στρατός να οργανώσει πραξικόπημα τον Δεκέμβριο του 1962, και να αυτονομηθεί τελείως από την κεντρική εξουσία, η CIA να ελέγξει τα κλιμάκιά της, ο παρακρατικός εσμός να αποφύγει την ποινικοποίηση.

Ετσι, απέναντι στα ΛΟΚ, τα ΤΕΑ, τους χιλιάδες μισθοδοτούμενους χαφιέδες του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως βρίσκονταν οι απεργίες των συνταξιούχων του ΙΚΑ, των αυτοκινητιστών, των εμποροϋπαλλήλων, των οικοδόμων, των γουνοποιών, των γιατρών αλλά και των καθηγητών, που τότε, όπως και σήμερα, ήταν σε παρατεταμένες αγωνιστικές κινητοποιήσεις.

Μάλιστα, η κυβέρνηση τους επιστράτευσε και η ΕΔΑ έφτασε το θέμα στην κεντρική πολιτική σκηνή, καταθέτοντας πρόταση δυσπιστίας στη Βουλή (Φεβρουάριος 1963).

Αλλά και οι αριστεροί φοιτητές στο Δ” Πανσπουδαστικό Συνέδριο (Απρίλιος 1963) κυριάρχησαν απόλυτα, ενώ 115 πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις απομόνωναν την ίδια περίοδο την ακροδεξιά ηγεσία της ΓΣΕΕ και υπόσχονταν απεργίες που θα ήταν πλέον και πολιτικές: όχι μόνο για μεροκάματα, αλλά και για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη.

Και ανάμεσα στους μαχητές της δημοκρατίας ο Γρηγόρης Λαμπράκης, που κατήγγειλε την ανεξέλεγκτη κατάσταση με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της εποχής (οι πωλήσεις όπλων στη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ από τη Γερμανία είχαν υπερβεί κάθε όριο λογικής, ο Κένεντι δημιουργούσε στόλο 25 πλοίων για την εκτόξευση πυρηνικών πυραύλων με έδρα τη Μεσόγειο εναντίον της ΕΣΣΔ, ενώ η εμπλοκή με τα πυρηνικά στην Κούβα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη).

Οι ΗΠΑ ανταγωνίζονταν τη Γαλλία στην παραγωγή πυρηνικών, ενώ οι κυβερνήσεις των βαλκανικών κρατών μάθαιναν ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η δημιουργία πυρηνικού δικτύου του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική Ευρώπη (18 Απριλίου 1963).

Οταν ο Λαμπράκης οργάνωνε μαζί με το Σύνδεσμο Μπέρτραντ Ράσελ και τους Ευρωπαίους ακτιβιστές τις πορείες ειρήνης στην Ευρώπη, βρισκόταν αντιμέτωπος με συμφέροντα που υπερέβαιναν τα ελληνικά σύνορα. Ηταν κυρίως η μεγάλη πορεία στο Λονδίνο, στις 12 Απριλίου 1963, όπου με το πανό της ο Λαμπράκης πορεύτηκε και τη δική του προσωπική πορεία στις 21 Απριλίου 1963 από τον Μαραθώνα, για να απαχθεί από την αστυνομία στο δρόμο από το Χαρβάτι προς Ραφήνα.

Αλλά πέραν αυτού ήταν και ο αγώνας του Λαμπράκη για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, που έστρεψε τους δολοφόνους εναντίον του. Εφτασε μάλιστα μέχρι το Λονδίνο, στις 25 Απριλίου 1963, στο πλευρό της Μπέτυς Αμπατιέλου, και γελοιοποίησε τη Φρειδερίκη όσο και την κυβέρνηση Καραμανλή. Τη διεθνοποίηση του ζητήματος αυτού δεν άντεξε ο μηχανισμός εξουσίας στην Ελλάδα.

Αυτό, όμως, που επιπλέον έδειξε η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν το πόσο στενή ήταν η σχέση κράτους και παρακράτους.

Ηταν στην υπόθεση μπλεγμένη η ΚΥΠ (επικεφαλής ο Αλ. Νάτσινας), η Υπηρεσία Πληροφοριών του υπουργείου Προεδρίας (επικεφαλής Ν. Γωγούσης), το Κλιμάκιο Πολιτικών Υποθέσεων του υπουργείου Εσωτερικών (επικεφαλής Ι. Χολέβας και συνταγματάρχης Καρύδας), η Εθνική Ασφάλεια της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, η ηγεσία τους στη Θεσσαλονίκη (Κ. Μήτσου, Ευθ. Καμούτσης, Εμ. Καπελώνης, Κ. Δόλκας), τα Σπουδαστικά και τα Συνδικαλιστικά Τμήματα της Ασφάλειας (Τετραδάκος, Μητρομάρας, Καραμήτσος).

Αλλά και η ίδια η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.

Δίπλα τους οι δεκάδες παρακρατικές συμμορίες, που ξεπήδησαν μετά τις εκλογές του 1958 για να αντιμετωπιστεί η άνοδος της εκλογικής επιρροής της ΕΔΑ, οι οποίες σε φυσιολογικές συνθήκες «τρύπωναν» στα μεγάλα αστικά κόμματα και επανεμφανίζονταν όταν το κράτος τούς υποσχόταν χρήματα και πολιτική και νομική ασυλία.

Δυστυχώς, η δημοκρατική Ελλάδα πλήρωνε το γεγονός ότι ποτέ δεν τιμωρήθηκαν οι δωσίλογοι της Κατοχής, η κύρια πηγή προσπορισμού των μετεμφυλιακών παρακρατικών. Αντίθετα, αποκαταστάθηκαν. Και ήταν τόσο ειδεχθής ο δωσιλογισμός αυτός, ώστε κάποτε τις ναζιστικές συμμορίες στη Θεσσαλονίκη του Πούλου και του Βήχου αναγκάστηκαν να τις διαλύσουν οι ίδιοι οι κατακτητές. Ομως, άλλες, που εξόπλισαν οι Γερμανοί, όπως ο ΕΑΟ (Εθνικός Ελληνικός Στρατός) από το χωριό Κούκος Πιερίας, αν και καρατομούσαν ΕΑΜικούς με τσεκούρια στην Κατοχή, τις αναγνώρισε το ελληνικό κράτος ως αντιστασιακές με βασιλικό διάταγμα.

Ενα από τα πρωτοπαλίκαρά της, ο «οπλαρχηγός» Κώστας Παπαδόπουλος, έγινε και βουλευτής της ΕΡΕ, εναντίον του οποίου χειροδίκησε ο Λαμπράκης μέσα στη Βουλή για να προστατέψει τον Μπριλλάκη, τον Μάρτιο του 1963. Τέτοιος δωσίλογος ήταν και ο Ξενοφώντας Γιοσμάς της Εθνικής Αντικομμουνιστικής Οργάνωσης Κατερίνης, ο οποίος και σχεδίασε τη δολοφονία του Λαμπράκη. Μέχρι και ο μετέπειτα δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος βρέθηκε και αυτός στη Θεσσαλονίκη την ημέρα ή την επαύριο της δολοφονίας. Εκτός των άλλων, οι παρακρατικοί είχαν με το μέρος τους, επιπλέον, και τον ανεξέλεγκτο συρφετό των 4.000 «ιδιωτών» που επιστρατεύτηκαν με αφορμή την επίσκεψη Ντε Γκολ, στην Ελλάδα στις 16 Μαρτίου 1963, και έφεραν τις περιβόητες «καρφίτσες» ως αναγνωριστικό.

Ετσι, με το σχέδιο «Περικλής» (αποτροπή επιβολής του κομμουνισμού) ανά χείρας των παρακρατικών και των υπαλλήλων των κρατικών μηχανισμών, η Ελλάδα, την εποχή που δολοφονείται ο Λαμπράκης, βιώνει δεκάδες προβοκάτσιες και πρόβες πραξικοπήματος, ως προέκταση των εκλογών βίας και νοθείας του 1961, εκδηλώνονται τα γεγονότα του Γοργοπόταμου (στις 29 Νοεμβρίου 1964, η περιοχή γύρω από τη γέφυρα του Γοργοπόταμου γεμίζει με 13 νεκρούς και 80 τραυματίες από έκρηξη βόμβας, τη στιγμή που για πρώτη φορά γιορτάζεται η Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα), ενώ πραγματοποιείται η «δολιοφθορά του Εβρου» (την άνοιξη του 1965, η 117 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού της Ορεστιάδας, με διοικητή τον Γ. Παπαδόπουλο, «ανακάλυψε» κομμουνιστική δολιοφθορά υπέρ των Βουλγάρων).

Λίγο αργότερα λαμβάνουν χώρα η Ιουλιανή επιχείρηση-προβοκάτσια, τον Αύγουστο του 1965, με τη συνδρομή της CIA, όπως και η προετοιμασία του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών. Ολα βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Επιτροπής Μυστικών Επιχειρήσεων του Ανώτατου Αρχηγείου των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη (SHAPE), στρατιωτικού βραχίονα του ΝΑΤΟ.

* Διδάσκων στο ΠΜΣ του Παντείου Πανεπιστημίου

Πηγη:enet.gr

14

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση