Νίκος Εγγονόπουλος: όχι …για τις πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα, κι άλλα παρόμοια που δεν εμπνέουν

Νίκος Εγγονόπουλος: όχι …για τις πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα, κι άλλα παρόμοια που δεν εμπνέουν

n_eggonopoulos2-autobiogr_blogΗ περιβόητη φράση «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας» αποτέλεσε το πιο ισχυρό έρεισμα για την κατάταξη του Νίκου Εγγονόπουλου στους ακραιφνείς ελληνολάτρες, ενώ το νόημα του στίχου, και του όλου ποιήματος, μαρτυρεί το εντελώς αντίθετο. Βέβαια αυτές ήταν, και αυτές είναι οι ζητήσεις των καιρών, δηλαδή συγκεκριμένων, καθεστωτικών ιδεολογικών ρευμάτων, και είναι γνωστό πως οι τέχνες, με την πολυσημία της γλώσσας τους, αποτελούν ένα ιδιαίτερα πρόσφορο πεδίο για να επιχειρούνται οι πλέον αντιφατικές ερμηνείες, να ασκούνται οι πιο βίαιες επεμβάσεις. Διαρκές όμως και το αίτημα του ορθού λόγου, όχι για να εφαρμοσθεί ως μέθοδος στην ερμηνεία ενός ποιήματος, ούτε για να άρει τα συμφραζόμενα της πρόσληψής του, αλλά για να επισημάνει τα προφανή πραγματολογικά δεδομένα, δηλαδή τα πρωτογενή υλικά της σύνθεσης.
Ο Μπολιβάρ, με τον υπότιτλο «ένα ελληνικό ποίημα», γράφτηκε τον χειμώνα του 1942-43 και «κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα αντίτυπα που έκαναν πολλοί, και το διάβαζαν σε συγκεντρώσεις αντιστασιακού χαρακτήρα», όπως σημειώνεται στη δεύτερη έκδοσή του σε βιβλίο, το 1962. Εκεί, επισημαίνεται επίσης πως κάποιοι στίχοι αποτελούν «Ζωντανές αναμνήσεις από τον πόλεμο του 1940-41», όπου ο Εγγονόπουλος πολέμησε στην πρώτη γραμμή:

Είχαμε από πολλού περάσει, ήδη, την παλιά μεθόριο: πίσω, μακρυά, στο Λεσκοβίκι, είχαν ανάψει φωτιές.
Κι ο στρατός ανέβαινε μέσα στη νύχτα προς τη μάχη, π’ ακούγονταν κιόλα οι γνώριμοί της ήχοι.
Πλάι κατέρχουνταν, σκοτεινή Συνοδεία, ατέλειωτα λεωφορεία με τους πληγωμένους.
Στις αναλυτικές σημειώσεις που συνοδεύουν τον Μπολιβάρ, φθάνοντας στον στίχο «είσαι ωραίος σαν Ελληνας», ο Εγγονόπουλος μας παραπέμπει ιδιοχείρως στον σωκράτειο [ισοκράτειο] ορισμό, πως το να είσαι Ελληνας δεν είναι θέμα καταγωγής αλλά αγωγής. Αν όμως έτσι ξεμπερδεύουμε με τη φυλετική διάσταση της φράσης, στη θέση της προβάλλει ίσως η πολιτισμική διάσταση. Ας δούμε όμως τα ιστορικά συμφραζόμενα.
Ενάμιση χρόνο πριν, δημοσιεύεται η επίσης περιβόητη φράση του Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Πολέμησαν ατρόμητοι σαν Ελληνες» (Manchester Guardian, 19/4/1941). Η εκτεταμένη αναπαραγωγή της, μέσω της συμπλεκτικής αντίστιξης με την έννοια «ήρωες», αποτελεί μάλλον την αφετηρία της μεταφοράς του Εγγονόπουλου, μεταφορά σημαίνουσα, που προσδίδει όμως διαφορετικό νόημα και σαφές πολιτικό περιεχόμενο στον έπαινο.
Οταν μάλιστα γράφεται το ποίημα, ο μεγάλος πόλεμος έχει ήδη μετατραπεί ανοικτά σε αντιφασιστικό, ενώ η ένοπλη συνέχεια του αλβανικού έπους γράφεται στα ελληνικά βουνά από τα αντάρτικα τμήματα:
Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Ερε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Υδρας.
Είναι επίσης η στιγμή που συμβαίνει η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου (25/11/1942):
Υπονομευτήκαν οι δρόμοι: έργο και δόξα του Χορμοβίτη, του ξακουστού, του άφταστου σε τέτοια,
με την αντίστοιχη σημείωση να μας δείχνει τον Λαγουμιτζή, που «ετίναζε στον αέρα» τα εχθρικά στρατόπεδα.
Η «αγωγή» λοιπόν δεν παραπέμπει στην ημέτερη παιδεία και στο αρχαίο κλέος, αλλά στην αγωγή του αγωνίζεσθαι, και μάλιστα μέσα από το συγκεκριμένο ιστορικό παράδειγμα, του ελληνοϊταλικού πολέμου και της συνέχειας της αντιφασιστικής πάλης. Αλλωστε, αυτή η συνέχεια είναι που κάνει το ελληνικό παράδειγμα μοναδικό και γοητευτικό, το καθιστά ένα πρωτοποριακό «ελληνικό ποίημα», που υπερέβη τις συμβάσεις της «πραγματικότητας», φέρνοντας στο προσκήνιο δυνάμεις αφανείς, προβάλλοντας σε πρώτο πλάνο όνειρα υπόρρητα και διαθέσεις ανομολόγητες.

Ποιος είναι όμως ο Μπολιβάρ; Ή, σωστότερα, τι είναι; Η απάντηση του Εγγονόπουλου είναι ευθεία, χωρίς να κρατούνται τα προσχήματα:

πηγή του δέους, του δίκιου δρόμος, λυτρώσεως πύλη.
Μήπως όμως πρόκειται για το αντιστασιακό πνεύμα της διαχρονικής ελληνικότητας; Μια τέτοια ανάγνωση κατ’ αρχήν φαίνεται νόμιμη:
Είσαι του Ρήγα Φεραίου παιδί,
Του Αντωνίου Οικονόμου -που τόσο άδικα τον σφάξαν- και του Πασβαντζόγλου αδελφός,
μόνο που ο αμέσως επόμενος στίχος έρχεται να την ανατρέψει, δίνοντας και πάλι ένα απολύτως σαφές στίγμα:
Το όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ροβεσπιέρ ξαναζεί στο μέτωπό σου.
Ακολουθεί, χωρίς ανάσα, η διάλυση των όποιων ελληνοκεντρικών φαντασιώσεων, μεταφέροντας τα συμφραζόμενα στη Νότιο Αμερική, εκεί όπου η εθνική ταυτότητα καθορίζεται από την αντιαποικιακή χειραφέτηση και όχι από τις εθνικιστικές αντιπαλότητες:
Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.
bolivar-detail1Η ιστορική συγκυρία, οι αναγκαιότητες του αντιφασιστικού πολέμου, δεν συνεπάγονται για τον Εγγονόπουλο ιδεολογικές και, κυρίως, αισθητικές εκπτώσεις. Ετσι, ο Μπολιβάρ συσχετίζεται, επιπλέον, με έναν εξέχοντα πρόδρομο του σουρρεαλιστικού κινήματος, τον πρωτο-μοντερνιστή Λωτρεαμόν:
Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν ήτανε απόγονός
σου ο άλλος μεγάλος Αμερικανός, από το
Μοντεβίδεο αυτός.
Και τώρα η σύνθεση, ιστορικών, πολιτικών και αισθητικών αναφορών, με την οποία κλείνει η εν λόγω στροφή του ποιήματος, όπου αυτός ο Μπολιβάρ, που είναι και Ρήγας και Οικονόμου και Πασβαντζόγου και Ροβεσπιέρος και Λωτρεαμόν, παίρνει τη θέση της ιστορικής μήτρας, δίνει τον τόνο και την κατεύθυνση της συνέχειας και της αισθητικής στόχευσης, καταξιώνει το παρόν:
Ενα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι γυιός σου.
***
Σε αυτή τη σύντομη, και διόλου εξαντλητική αναφορά στα πραγματολογικά στοιχεία, που γειώνουν το ποίημα στην εποχή του και στην ιστορία, θα πρέπει να σταθούμε τουλάχιστον σε ένα επιπλέον σημείο: στην αναλογία ανάμεσα στον Μπολιβάρ και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, την οποία ο Εγγονόπουλος εισάγει στην αρχή του ποιήματος. Οπως έχει δείξει ο Γιάννης Δάλλας (Πλάγιος λόγος, 1989), στα Ελληνικά Χρονικά του Μάγερ, το 1825, ένας ανώνυμος συντάκτης γράφει για τον Ανδρούτσο: «αι περιστάσεις τον έκαμαν να φαίνεται εις τα όμματα του κόσμου ως ένας από τους καλύτερους αρχηγούς των ελληνικών πραγμάτων και το παραξενότερον να νομίζεται από τινας ως ο πλέον φιλελεύθερος και άξιος να βαπτισθεί με το όνομα Βολιβάρ της Ελλάδος». Ο Ανδρούτσος, ως ο στρατιωτικός και, μέσα στις αντιθέσεις της Επανάστασης, πολιτικός αντίποδας του Μακρυγιάννη, ανασύρεται και προτάσσεται από τον Εγγονόπουλο, ως το σύμβολο μιας νικηφόρας επανάστασης που οδεύει στην πρώτη της μεγάλη ήττα: το 1825 ο Ανδρούτσος, που ανεδείχθη σε αρχιστράτηγο της Ανατολικής Στερεάς, φυλακίζεται κατηγορούμενος για προδοσία και εν τέλει δολοφονείται στην Ακρόπολη. Οπως και ο στρατηγός (Μπολιβάρ-Ανδρούτσος) του Εγγονόπουλου, που
θε νάτανε αυτός ο ίδιος στρατός κι εχθρός,
ηττημένος και νικητής μαζί, ήρωας τροπαιού-
χος κι εξιλαστήριο θύμα.
Οταν γράφεται ο Μπολιβάρ, είναι ακριβώς η στιγμή που οι υπόλοιποι της γενιάς του ’30 ανακαλύπτουν τον επίσης ρουμελιώτη Μακρυγιάννη, ο οποίος αναδεικνύεται σε στρατιωτικό στέλεχος μέσα από την εμφύλια διαμάχη που ρημάζει την Πελοπόννησο (οδηγώντας τον Κολοκοτρώνη σε φυλακή της Υδρας) και τον καθιστούν σύμβολο της μοντέρνας «λαϊκότητας» και της διαχρονικής ψυχής του έθνους (Θεοτοκάς-1941, Σεφέρης-1943, Δημαράς-1947).
Να προσθέσουμε πως, την εποχή που γράφεται το ποίημα, ο Εγγονόπουλος δεν έχει εμφανισθεί στις σελίδες του περιοδικού-κιβωτού της γενιάς του ’30, Τα νέα γράμματα, το οποίο τον απέκλειε από τις τάξεις της μοντερνιστικής ορθότητας (Αλ. Αργυρίου, «Ο Εγγονόπουλος του Μπολιβάρ»).
***
Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα δεν με κα-
τάλαβε, δεν θέλησε, δεν μπόρεσε να με κατα-
λάβει, τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι’ αυτά που λέω τώρα
για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για
τον Ανδρούτσο;
Η ποίηση είναι η τέχνη που, από συστάσεως νεοελληνικού έθνους-κράτους, συνοψίζει τα ιδεολογικά αιτούμενα, εκφράζει, και συχνά οργανώνει τον σκληρό πυρήνα του εκάστοτε αισθητικού και ιδεολογικού παραδείγματος. Ετσι συνέβη και με τον ισχύοντα, κυρίαρχο ποιητικό και ιδεολογικό κανόνα, που απηχεί διεργασίες, στερεότυπα και συσχετισμούς της δεκαετίας του ’60.
Στα χρόνια εκείνα, η (αντιδογματική) Αριστερά αποδέχθηκε άνευ όρων το έργο του Σεφέρη και του Ελύτη, υπερβαίνοντας τη διάκριση ανάμεσα στους «δικούς μας» και τους «άλλους». Επρόκειτο για ένα βήμα σημαντικό: είναι μεγάλη πρόοδος να φθάσεις (μέσα σε μια εικοσαετία), από τον «Αληθινό Παλαμά» του Ζαχαριάδη, στον Σεφέρη και τον Ελύτη του Θεοδωράκη. Ομως τα πράγματα, δηλαδή τα διακυβεύματα, ήσαν ήδη πιο σύνθετα και αρκετά πιο μπροστά. Επρόκειτο για μια τομή που δεν ολοκληρώθηκε, και ο Σαιν Ζυστ μας έχει προειδοποιήσει τι συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις…
Ηδη από την εποχή που η Αριστερά τούς τραγουδούσε στα γήπεδα, οι δύο αυτοί ποιητές αποτελούσαν το ιδεολογικό υπόδειγμα, με βάση το οποίο και σήμερα συνεχίζει να οργανώνεται η κυρίαρχη ιδεολογία, στις πιο προωθημένες και κρίσιμες εκφάνσεις της. Το έργο των δύο ποιητών, παρείχε και παρέχει ακόμη στην κυρίαρχη ιδεολογία τη γλώσσα, τον ρυθμό, την εικονοποιία της, τη μέθοδο της πολυσυλλεκτικότητας που χρειάζεται, ώστε να αρθρώνει ένα επείσακτο μεν αλλά ελκυστικό κοσμοείδωλο, να κατακτά την ηγεμονία της, ενώ η Αριστερά κατέληξε να διαμορφώνει και η ίδια κρίσιμες πλευρές της αισθητικής της, εν τέλει της ιδεολογίας της, μέσω του ελληνοκεντρισμού του Ελύτη και του συντηρητικού μοντερνισμού του Σεφέρη, υπαγόμενη έτσι στον λόγο του κυρίαρχου παραδείγματος∙ χωρίς εργαλεία να το αμφισβητήσει.
Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι, σε αυτό το πλαίσιο επιλογών, ο στόχος εκείνης της Αριστεράς θα έπρεπε να είναι η ανάδειξη του Νίκου Εγγονόπουλου, η εγκόλπωση της αισθητικής του πρότασης. Δηλαδή η αναζήτηση και υιοθέτηση της αισθητικά πιο προωθημένης εκδοχής του μοντερνισμού, η οποία υπερέβαινε το επίπεδο της ανακαίνισης του παραδεδομένου, άνοιγε δρόμους στο μέλλον, και, ταυτόχρονα, ήταν πιο συμβατή με τα στρατηγικά της αιτούμενα. Βέβαια στην ιστορία ποτέ δεν υπάρχει το «θα έπρεπε»∙ υπάρχει αυτό που συνέβη, το οποίο όμως το μελετάμε, ακριβώς για να εξάγουμε ένα «πρέπει», χρήσιμο για την επόμενη φορά.

Σε κάθε περίπτωση, το έργο του Εγγονόπουλου, και πρώτα απ’ όλα ο Μπολιβάρ, παραμένει εκεί, και το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον διαβάσουμε. Οχι για να αποδεχθούμε το «λάθος» μας και να σώσουμε την ψυχή της Αριστεράς ετεροχρονισμένα, αλλά τουλάχιστον για να δούμε το μέγεθος των διακυβευμάτων που εκφράστηκαν μέσα σε ένα ποίημα κι ένα έργο. Και ίσως είναι πια «ώριμος» ο καιρός να διαπιστώσουμε, πως ο κορυφαίος διανοούμενος Νίκος Εγγονόπουλος, με εξαιρετικά διορατική ιστορική αίσθηση της συγκυρίας, δεν «ελληνοποίησε» τον Λατινοαμερικάνο επαναστάτη για να δώσει μια διέξοδο στον καθ’ ημάς μοντέρνο εθνικισμό, αλλά με αυτό το ποίημα διεθνοποιούσε το αντιστασιακό πνεύμα, νομιμοποιούσε τις πολιτικές συνεπαγωγές της εγχώριας απελευθερωτικής δυναμικής, την οδηγούσε στις οντολογικές της αφετηρίες, την ίδια στιγμή που η υπόλοιπη γενιά του ’30 προσέφευγε στο λαϊκίστικο αρχέτυπο του Μακρυγιάννη (αμέσως μετά ήρθε να τον «διεκδικήσει» η Αριστερά, μέχρι που το ΠΑΣΟΚ επελήφθη του θέματος δραστικότερα, και η 3η του Σεπτέμβρη άνοιξε ένα μεγάλο κεφάλαιο του νεοελληνικού λαϊκισμού…).
Ο Μπολιβάρ λοιπόν δεν είναι απλά ένα σουρρεαλιστικό ποίημα, ανατρεπτικό ως προς την ποιητική του, αλλά ταυτόχρονα και μια αντιπρόταση, πολιτικά, ιδεολογικά και αισθητικά προσανατολισμένη απέναντι στον μακρυγιαννισμό, τη στιγμή που αυτός μορφοποιείται. Εν μέσω του πολέμου και αρχομένης της αντίστασης, ο Εγγονόπουλος δεν συνείργησε στην αναζήτηση της πολυπόθητης «εθνικής ενότητας», σε ένα πεδίο το οποίο σε τελευταία ανάλυση όριζε ο αντίπαλος, αλλά επέλεξε, πολιτικά και αισθητικά, την πλέον ριζοσπαστική έκφραση και προοπτική, δίνοντάς της ένα τρομακτικό ιστορικό βάθος.
Ολα αυτά δεν είναι Ιστορία, αλλά ιστορικό παρόν. Το ποίημα Μπολιβάρ, και τα προτάγματα του Εγγονόπουλου, δεν αφορούν μόνο τα διλήμματα της δεκαετίας του ’40 ή του ’60, αλλά παρέμειναν μια μεγάλη πρόκληση για την Αριστερά και τις επόμενες δεκαετίες, ενώ σήμερα το έργο του ποιητή αναδύεται ως το πιο ισχυρό απ’ αυτό των ομηλίκων του, αντέχει στον χρόνο, προβάλλει αρυτίδωτο, συμβατό με τα σύγχρονα αισθητικά, ιδεολογικά και πολιτικά αιτούμενα.
***
Υπό το φως λοιπόν του ορθού λόγου, θα μπορούσαμε να διαβάσουμε τον περιβόητο στίχο ως εξής:
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος ως Ελληνας Βολιβάρ,
ενώ υπό το φως της Ιστορίας η ορθή ερμηνεία θα ήταν αυτή:
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν το ελληνικό ποίημα Μπολιβάρ.
Ομως, υπό το φως της ποίησης, επιβάλλεται να διαβάσουμε τον στίχο, αλλά και ολόκληρο το ποίημα, κατά τη γνώμη μου με τον ως εξής τρόπο:
όχι …για τις
πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
κι άλλα παρόμοια που δεν εμπνέουν.

του Κώστα Βούλγαρη
Πηγη:http://poema.gr/dokimio.php?id=103&pid=16

Μ π ο λ ι β ά ρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, ήσουνα ένα λουλούδι μες στους
μπαχτσέδες της
Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μες στην καρδιά σου, μες στα μαλλιά σου, μέσα
στo βλέμμα σου.
Η χέρα σου ήτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες στους κάμπους, με τα χρυσά, τις
επωμίδες, όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο
το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, γιά να φαντάζεις σα ρημοκλήσι σε περιγιάλι
της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας
ερημική. […]
Μ π ο λ ι β ά ρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Ερε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κεί κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οvτoυράς, της
Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενε­ζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην πέτρα, να ‘ρχουνται αργότερα οι
ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω -έτσι ήτανε, λεν, ο Μπολιβάρ- και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Είδες γιά πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μ π ο λ ι β ά ρ, γιατί ως να ‘ρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.

Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.
Στην κορυφή της κεφαλής σου, παλικαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίας σαν Έλληνας. […]

– See more at: http://chldimos.blogspot.gr/2008/11/blog-post_25.html#sthash.VEj7ZnGN.dpuf

 

406

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση