Μεσαιωνικόν Εικονογραφημένον

Μεσαιωνικόν Εικονογραφημένον

papissa_3

Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς
Σχεδόν 150 χρόνια μετά τη συγγραφή της «Πάπισσας Ιωάννας», το εμβληματικό λογοτεχνικό έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη μεταφέρεται πρώτη φορά σε κόμικς (εκδ. ΚΨΜ) από έναν Ελληνα δημιουργό. Ο Λευτέρης Παπαθανάσης, με άφθονο χιούμορ και ευφυείς αναχρονισμούς παρουσιάζει την (φανταστική;) περιπέτεια μιας όμορφης και πιστής κοπέλας από την ανέχεια και τη μοναστική ζωή στο ύπατο θρησκευτικό αξίωμα. Και εντέλει στο απόλυτο σκάνδαλο.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης υπήρξε ένας από τους πιο πνευματώδεις και πολιτικά αιχμηρούς Ελληνες συγγραφείς του δέκατου ένατου αιώνα. Η ταραγμένη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα του νεοσυσταθέντος και ασταθούς ελληνικού κράτους πρόσφερε άλλωστε άφθονες πρώτες ύλες για σάτιρα σε όσους μπορούσαν να παραμένουν ανοιχτόμυαλοι και δηκτικοί.

Ο Συριανός συγγραφέας, έχοντας ζήσει από μικρή ηλικία λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων και προβλημάτων υγείας, στη Γένοβα, στο Ιάσιο, στο Βερολίνο και στην Αίγυπτο απέκτησε μια πλούσια παιδεία και μια καυστική γραφή που συχνά τον έφερε στο στόχαστρο συντηρητικών πολιτικών, λογοτεχνικών και θρησκευτικών κύκλων. Εγραψε την «Πάπισσα Ιωάννα» το 1866, σε ηλικία μόλις 30 ετών και προκάλεσε πάραυτα την οργή της εκκλησίας που τον αφόρισε. Το έργο βασίζεται σε έναν μεσαιωνικό θρύλο για μια γυναίκα που κατόρθωσε, μεταμφιεσμένη σε άντρα, να ανελιχθεί στα ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα και τελικά να αναρριχηθεί στον παπικό θρόνο.

papissa_4Ο Λευτέρης Παπαθανάσης εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν στη μεταφορά της Πάπισσας Ιωάννας σε κόμικς

 Ο Ροΐδης, συνεπαρμένος από τη δύναμη αυτής της γυναίκας αλλά και αγανακτισμένος από τη θρησκευτική υποκρισία, μελέτησε σε βάθος τον θρύλο και τις διάφορες εκδοχές του, επισκέφτηκε βιβλιοθήκες και μοναστήρια και κατέληξε σε ένα αποτέλεσμα που στρέφεται με σφοδρότητα ενάντια στον κλήρο. Φυσικά όχι μόνο στον καθολικό ούτε μόνο στον μεσαιωνικό κλήρο αλλά στον απανταχού κλήρο και διαχρονικά.

Γι’ αυτό ενόχλησε ιδιαίτερα την Ορθόδοξη Εκκλησία («αντιχριστιανικόν και κακόηθες» έργο χαρακτήρισε την Πάπισσα Ιωάννα) και απασχόλησε ακόμα και την ελληνική Δικαιοσύνη. Οχι άδικα, καθώς τόσο η Εκκλησία όσο και η Δικαιοσύνη ανέκαθεν ένιωθαν εαυτούς ικανούς να κρίνουν και να επικρίνουν την τέχνη με κριτήρια δογματικά, κοντόφθαλμα και εθνικοπατριωτικά. Οι επιθέσεις δεν πτόησαν τον Ροΐδη που δεν σταμάτησε ποτέ να τα βάζει με τις νεοελληνικές μικρότητες της εποχής του, να επιτίθεται στο συντηρητισμό, πολιτικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό, να γράφει τολμηρά και αντιρομαντικά υπονομεύοντας τις καθιερωμένες λογοτεχνικές συμβάσεις με όπλα του την παρωδία, τη σάτιρα, την αυτοαναφορικότητα, τη διακειμενικότητα και το κωμικό στοιχείο.

Αυτό το κωμικό στοιχείο αξιοποιεί στο έπακρο και ο σχεδιαστής της «Πάπισσας Ιωάννας», Λευτέρης Παπαθανάσης. Ενώ ο Ροΐδης χρησιμοποίησε για την «Πάπισσα Ιωάννα» τον επεξηγηματικό τίτλο «Μεσαιωνική Μελέτη», με μια δόση υπερβολής ίσως αλλά πεπεισμένος για το ότι η πρωταγωνίστριά του υπήρξε πραγματικό ιστορικό πρόσωπο όπως πιθανώς απέδειξαν και οι ενδελεχείς έρευνές του, ο Παπαθανάσης συνοδεύει τον δικό του τίτλο από την επισήμανση «Μεσαιωνικόν Εικονογραφημένον». Ακολουθεί πιστά τη χρονική εξέλιξη του πρωτοτύπου, δηλαδή εκτελεί μια γραμμική διαδρομή από τη γέννηση της Ιωάννας μέχρι τον τραγικό της θάνατο, ωστόσο, λόγω και της φύσης της τέχνης των κόμικς, εισάγει στην πλοκή πολλά διαλογικά μέρη που απουσιάζουν από το κείμενο του Ροΐδη. Αυτό προσδίδει στο κόμικς μια ιδιαίτερη ζωντάνια και επιτρέπει στον δημιουργό του να συνοψίσει, βοηθούντων των σχεδίων, σε μικρότερο χώρο και σε μικρότερη έκταση τις εκτενέστερες περιγραφές του Ροΐδη.

papissa_5Η Ιωάννα, φυσικά ως Ιωάννης, πήρε το χρίσμα αλλά αυτή ήταν η αρχή του τέλους μιας «βλάσφημης» πορείας

Απολαυστικές είναι επίσης οι επεμβάσεις και οι προσθήκες του στην αφήγηση που «επικαιροποιούν» το έργο, αξιοποιώντας επιτυχημένους χιουμοριστικούς αναχρονισμούς ή εισάγοντας εικόνες από άλλα γνωστά κόμικς ή, ακόμα, και ενθέτοντας σύγχρονα πολιτικά συνθήματα. Για παράδειγμα, κατά την άφιξη της Ιωάννας στη μεσαιωνική Αθήνα, το ακρωνύμιο ACAB (All Cops Are Bastards) κοσμεί μια μαρμάρινη πλάκα, ενώ ταυτόχρονα κάποιος της φωνάζει «Rooms? Taverna?». Ενα κιβώτιο με εισαγόμενα προϊόντα φέρει την ένδειξη «Taiwan» και ο σοφός επίσκοπος των Αθηνών αποκαλεί τους Δυτικούς «Φραγκοχλεχλέδες». Σε μια έντονη ερωτική σκηνή ανάμεσα στην Ιωάννα και στον Φλώρο, ο Παπαθανάσης σχολιάζει ότι «ακολούθησαν πράξεις που ούτε ο Ροΐδης δεν τόλμησε να περιγράψει…», οδηγώντας το αυτοαναφορικό ύφος του συγγραφέα σε ένα δεύτερο επίπεδο μεταμυθοπλασίας, ενώ στην τελευταία του σελίδα χρησιμοποιεί έναν ακόμη αναχρονισμό, παρουσιάζοντας δυο σύγχρονους νέους σε μια καφετέρια να συζητούν για την «Πάπισσα Ιωάννα». Η συνύπαρξη, επίσης, της ιδιάζουσας γλώσσας του Ροΐδη («Η νυξ εξήπλουτο ασέληνος και ζοφερά επί του δάσους») με τη νεοελληνική («Μάνα μου, τι μουρμούριζες ρε γκομενάκι στον ύπνο σου») στην ίδια σελίδα, ακόμα και στο ίδιο καρέ, δημιουργεί αστεία αποτελέσματα που συχνά απομακρύνουν τον αναγνώστη από την αφήγηση για ένα χιουμοριστικό διάλειμμα που ανακουφίζει μέχρι την επιστροφή στην πορεία της Ιωάννας. Οι παραλληλισμοί, τέλος, με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα είναι εύστοχοι («Θα μου εγκρίνει ένα μικρό δανειάκι για το γιο μου», «Μόλις ετοίμασα τη λίστα διορισμών του μήνα», «Χήρεψε μια θέση κουβικουλάριου»), όταν η Πάπισσα Ιωάννα αναγκάζεται να ανεχτεί τον εσμό των αυλοκολάκων της και τελικά να ενδώσει κι αυτή στα ρουσφέτια και τον αυταρχισμό της εξουσίας.

Οπως κι αν τη δει κανείς, η «Πάπισσα Ιωάννη» του Λευτέρη Παπαθανάση είναι μια εξαιρετική αφορμή (επανα)προσέγγισης του έργου του Ροΐδη. Σε όσους είναι οικείο δίνεται η ευκαιρία να το δουν σε μια εικονογραφημένη εκδοχή, τροποποιημένη καταλλήλως ώστε να αποτελεί ένα νέο έργο με τη δική του αυταξία. Και σε όσους δεν είναι οικείο λειτουργεί ως προτροπή. Προς τον Ροΐδη και προς τα κόμικς.

Γ. Κ.

papissa_sourlis

Μετά τον αφορισμό του από την Ιερά Σύνοδο το 1866, ο Εμμανουήλ Ροΐδης απάντησε αρχικά στις κατηγορίες εναντίον του με χιουμοριστικό ύφος μέσω των «Επιστολών ενός Αγρινιώτου» που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Αυγή». Το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε σε αυτές τις επιστολές ήταν Διονύσιος Σουρλής. Στους προσεκτικούς φίλους και μελετητές της ελληνικής γελοιογραφίας δεν πρέπει να έχει περάσει απαρατήρητο ότι ο «δικός μας» Γιάννης Καλαϊτζής, εκ των κορυφαίων σύγχρονων γελοιογράφων, σε ορισμένα τεύχη του περιοδικού «Γαλέρα» «υιοθέτησε» αυτό ακριβώς το ψευδώνυμο για να υπογράφει τα έργα του. Οι λόγοι προφανείς.

papissa_6

 

Από το 1875 έως το 1885, ο Εμμανουήλ Ροΐδης και ο γελοιογράφος Θέμος Αννινος υπήρξαν οι βασικοί δημιουργοί ενός από τα πρώτα σατιρικά περιοδικά-εφημερίδες, του θρυλικού «Ασμοδαίου». Με όνομα βιβλικού δαίμονα αλλά με κοσμιότητα, πολύ προσεγμένη γλώσσα και εξαιρετικά ποιοτικά σκίτσα, ο «Ασμοδαίος» σατίριζε και καυτηρίαζε την πολιτική, θρησκευτική και κοινωνική ζωή του τόπου.

[email protected]

http://www.efsyn.gr

203

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση