Παπα-Στρατής – ένα πορτρέτο ανθρωπιάς

Παπα-Στρατής – ένα πορτρέτο ανθρωπιάς

Τον ήξερα χρόνια, εξ αποστάσεως, έναν παπά ψηλό, επιβλητικό, με γαλανά μάτια και κατσαρά μαλλιά, μια μορφή που με πήγαινε πίσω στην αρχαία Αιολία. Μια μορφή απ’ τα παλιά που είχε συγκεραστεί με την εικόνα ενός λαϊκού παπά της λεσβιακής υπαίθρου. Έτσι τον θυμάμαι – ως τον παπά με το τσιγάρο στο χέρι, με τα ανασηκωμένα ράσα πάνω απ’ τα γόνατα, καβάλα σε ένα παπάκι να διασχίζει τους δρόμους της Καλλονής.

Τον αντάμωνα τακτικά, εποχούμενος κι εγώ, στα σοκάκια της πόλης και αλληλοχαιρετιόμασταν για χρόνια με ένα απλό νεύμα της κεφαλής. Η μοίρα το ‘φερε να γνωριστούμε με τον παπα-Στρατή και να συνεργαστούμε στα πλαίσια της Αγκαλιάς, το 2013. Ήταν η αρχή μιας φιλίας, που δυστυχώς διεκόπη απότομα, στις 2 Σεπτεμβρίου του 2015. Τότε πια, η εικόνα του είχε αλλάξει. Είχε εγκαταλείψει πλέον το παπί και κυκλοφορούσε με αυτοκίνητο, διασωληνωμένος, με τη φιάλη οξυγόνου πάντα παρέα στη θέση του συνοδηγού, παρέα και στον Αϊ-Γιώργη του Κεραμίου, την ενορία του, όπου και συνήθως τον συναντούσα. Τον θυμάμαι καταβεβλημένο, με ανάκατα μαλλιά, με έντονα αναπνευστικά προβλήματα και εμφανή πια τα σημάδια της ασθένειας στο πρόσωπό του. Άλλες φορές πάλι, λίγο καλύτερα, να αγωνίζεται για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο της Αγκαλιάς.

Δεν με έκανε ποτέ να νιώσω οίκτο για την κατάσταση της υγείας του, όπως θα ήταν φυσιολογικό. Ίσως γιατί η αρρώστια δεν ήταν ποτέ το επίκεντρο της συζήτησής μας, αλλά ούτε και του ενδιαφέροντός του. Μέσα στην καθημερινή του απλότητα και το ιδιόμορφο του λαϊκού παπά, ένιωθα, όλως παραδόξως, μόνο σεβασμό γι’ αυτόν. Είχαμε μόλις τέσσερα χρόνια διαφορά, αλλά πάντα τον προσφωνούσα με το «πάτερ». Δεν μου ταίριαζε να του μιλήσω στον ενικό, παρ’ όλο που ήξερα ότι δεν θα το πρόσεχε καν.

Σιγά-σιγά άρχισα να συνειδητοποιώ, ότι έβλεπα κάτι πέρα από το προσωπείο που του είχε φορέσει η ασθένεια παρά τη θέλησή του. Διέκρινα στα μάτια του μια δυναμική ανθρωπιά, χωρίς δισταγμούς και αμφιβολίες, που αψηφά τις κακοτοπιές. Δεν ήταν στο έργο του που το ‘βλεπα. Ήταν στο βλέμμα του, στη στάση του, στην ειλικρίνειά του. Μια πηγαία και αυθεντική ανθρωπιά. Μια διάσταση πνεύματος στα μάτια του, που μου θύμιζε την έκφραση της αγιογραφικής μας παράδοσης. Ήταν σαν να έβλεπα αναλαμπές της εσωτερικής του υπόστασης, όπως στα βλέμματα των αγίων – αυστηρά και μειλίχια συνάμα, με τη βεβαιότητα της γνώσης πέραν από τα φαινόμενα. Μόνο που στο ζωντανό πρόσωπο του παπα-Στρατή, η έκφραση αυτή ήταν μια αίσθηση φευγαλέα, διότι η καθημερινότητα και η αρρώστια που διαδέχονταν η μία την άλλη, ήταν αυτές που χαρακτήριζαν τη μόνιμη αίσθηση της έκφρασής του.

Θυμάμαι, του τηλεφώνησα χωρίς να ξέρω ότι βρισκόταν στο νοσοκομείο. Το σήκωσε η γυναίκα του, η Ευστρατία. «Δεν είναι καλά» μου είπε. Δεν θέλησα να τον ενοχλήσω και ετοιμαζόμουν να κλείσω. «Περίμενε», μου ‘πε, «θέλει να σου μιλήσει». Ήθελε να συζητήσουμε για το πώς επρόκειτο να αξιοποιηθούν τα χρήματα, τα οποία είχε δωρίσει το προσωπικό του πανεπιστημίου μας στην Αγκαλιά και τι είχε κάνει μέχρι τότε. Καμιά αναφορά στην υγεία του. Αυτή ήταν και η τελευταία μας συνομιλία λίγες μέρες πριν συγχωρεθεί.

Πέντε χρόνια μετά το θάνατο του παπα-Στρατή, 2 Σεπτεμβρίου του 2020, έτυχε να «με τρέχουν» κι εμένα στο νοσοκομείο του Όσλο με τ’ ασθενοφόρο και τη σειρήνα στη διαπασών, σφαδάζοντας απ’ τους πόνους. Στη διαδρομή θυμήθηκα τον παπα-Στρατή. «Κοίτα σύμπτωση!» σκέφτηκα.

Τις τέσσερις μέρες της διαμονής μου στο νοσοκομείο, πέρασε πολλές φορές απ’ τη σκέψη μου το ενδεχόμενο ενός ξαφνικού θανάτου. Πολλές φορές παρασύρθηκα σε φιλοσοφικούς στοχασμούς περί του παραλόγου της φθαρτής μας φύσης. Το ασθενές μου σώμα είχε γίνει το κέντρο του σύμπαντος κόσμου. Η επιθυμία μου για ζωή είχε αναγάγει τα αποτελέσματα των εξετάσεων στα σημαντικότερα ντοκουμέντα αυτού του κόσμου.

5 Σεπτεμβρίου βγήκα ζωντανός. Διασχίζοντας την πόλη προς το σπίτι, μου ‘ρθε και πάλι στον νου ο παπα-Στρατής. Θυμήθηκα το τηλεφώνημα και την περιφρόνηση του θανάτου που είχε δείξει με τη στάση του, σε αντίθεση με εμένα, και ένιωσα μπροστά του μικρός. Κι ένιωσα ακόμη πιο μικρός, όταν συνειδητοποίησα, ότι η περιφρόνηση του θανάτου ήταν συνέπεια της αυταπάρνησής του. Συνέπεια του αγώνα του να συνεχίσει να μοιράζεται και να απαλύνει τον πόνο των άλλων, των οποιωνδήποτε άλλων, ακόμα και στις λίγες μέρες και ώρες πριν το θάνατό του.

Η ψυχή του παπά με τα ανάκατα μαλλιά, τα τριμμένα ράσα και το τσιγάρο στο χέρι, έβλεπα είχε αγγίξει σημεία γνήσιας αυθυπέρβασης. Τα διαπεραστικά του μάτια μου επέτρεψαν κάποιες στιγμές να τα διαπεράσω για να αντικρίσω στα βάθη της δικής του ψυχής την λεβέντικη ανθρωπιά του, που τον έκανε να υπερβεί εαυτόν. Την ανθρωπιά που ’ναι κρυμμένη στα βάθη της εφήμερης ύπαρξής μας και που από γενιά σε γενιά προσμένουμε να λάμψει και να μας πάει σε έναν άλλον κόσμο, τον κόσμο του παπα-Στρατή.

ΥΓ. Τα λόγια δεν αρκούν για να αποδώσω τις αναλαμπές της ψυχής του, όπως τις αντίκρισα. Για αυτό κατέφυγα στις εικόνες – ένα φωτογραφικό πορτρέτο και ένα ζωγραφικό. Η φωτογραφία «ξέφυγε» απ’ τα χέρια μου και έκανε μόνη το ταξίδι της στο διαδίκτυο και σε έντυπα. Το σχέδιο είχα αποφασίσει να το χαρίσω στη σύζυγό του, αλλά δεν πρόλαβα. Έφυγε δυστυχώς κι αυτή, φοβάμαι, απ’ τον καημό της, πριν ολοκληρωθεί το πορτρέτο. Όταν ολοκληρώθηκε, το χάρισα στα δυο παιδιά τους, Μιχάλη και Μαρία, το 2019.

Γιώργος Κωνσταντινίδης

Ιστορικός τέχνης, Υποδιευθυντής Σπουδαστικού Κέντρου Μετοχίου

Παραρτήματος του Νορβηγικού παν. του Άγκντερ στην Καλλονή

 

Πηγή:emprosnet.gr

43

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση