ΜΕΛΕΤΕΣ - ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η σφαγή των Καλαβρύτων αναφέρεται στην εξολόθρευση του ανδρικού πληθυσμού και την επόμενη συνολική καταστροφή της πόλης των Καλαβρύτων στην Ελλάδα, από στρατιώτες της γερμανικής 117ης Μεραρχίας Καταδρομών, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στις 13 Δεκεμβρίου του 1943.

Το ιστορικό

Η σφαγή των Καλαβρύτων είναι η πιο βαριά περίπτωση πολεμικού εγκλήματος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου πολέμου. Η διαταγή της μαζικής δολοφονίας, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Καλάβρυτα» (Unternehmen Kalavryta), ξεκίνησε από την παράκτια περιοχή της Αχαΐας στη βόρεια Πελοπόννησο, όταν τα στρατεύματα της Βέρμαχτ στην πορεία τους έκαψαν χωριά και δολοφόνησαν τους πολίτες στο δρόμο τους. Η επιχείρηση «Καλάβρυτα» ήταν μια επιχείρηση κύκλωσης των ανταρτών του ΕΛΑΣ η οποία όμως κατέληξε σε μαζικά αντίποινα επί του άμαχου πληθυσμού της περιοχής, μετά το θάνατο Γερμανών στρατιωτών σε μάχες με τους αντάρτες και, ιδιαίτερα, μετά την εκτέλεση 77 Γερμανών αιχμαλώτων που είχαν συλλάβει οι αντάρτες, λίγες μέρες νωρίτερα.

Η σφαγή των αμάχων διαπράχθηκε από την 117η Μεραρχία Καταδρομών, η οποία αποτελούνταν από Αυστριακούς και Γερμανούς από την Αλσατία, Λοθαριγγία, Ρουμανία, Σουδητία (περιοχή της Τσεχοσλοβακίας), Βαρτεγκάου κα.[1] Πιο πριν, η μεραρχία αυτή, ως 717η Μεραρχία πεζικού και με αρκετά διαφορετική σύνθεση και ηγεσία, είχε συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εναντίον ανταρτών και μαζικές εκτελέσεις χιλιάδων αμάχων, ως αντίποινα, στη Σερβία.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1935, εβδομήντα πέντε χρόνια πριν, ο αρχηγός των Ες Ες, Χάινριχ Χίμλερ, δημιούργησε το πρόγραμμα ευγονικής Lebensborn (Πηγή Ζωής). Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, μέλη των Ες Ες ενθαρρύνονταν να τεκνοποιούν με γυναίκες που πληρούσαν τα χαρακτηριστικά της «άριας φυλής». Σε κάθε παιδί δινόταν ένας αριθμός, ενώ οι Γερμανοί βοηθούσαν οικονομικά την ανύπαντρη μητέρα.

του Σπύρου Μαρκέτου

Το παρακάτω κείμενο συμπεριλαμβάνεται (με τον τίτλο, “Η άκρα Δεξιά στην Ελλάδα της κρίσης”) στα Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας #1 που εκδόθηκαν το καλοκαίρι.  Το δημοσιεύουμε σήμερα με αφορμή τη συζήτηση για τον ελληνικό φασισμό , την ιστορική εξέλιξή του, το ρόλο του Μεταξά κ.α.  Κατά διαστήματα θα δημοσιεύουμε και άλλα κείμενα της έκδοσης.  

Εισαγωγή

Η άκρα δεξιά έχει αρκετά μελετηθεί σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, από τον Μεσοπόλεμο και μετά, αλλά στη χώρα μας δεν έχει συγκεντρώσει το επιστημονικό ενδιαφέρον ως τώρα, και σπάνια αντιμετωπίζεται ως ενιαίο ιστορικό φαινόμενο στο πλαίσιο μιας ιστορικής και συγκριτικής προσέγγισης.1 Αυτό βεβαίως διευκόλυνε την πρόσφατη επανεμφάνιση εδώ του ναζισμού, καθώς «η ανάδειξη του παρελθόντος και η ιστορική μνήμη είναι ουσιώδη στοιχεία για την πολιτική νοηματοδότηση και δράση».2 Στις σημερινές συνθήκες οικονομικής κρίσης και πολιτισμικής αβεβαιότητας είναι πιο επίκαιρη από ποτέ η αναζωογόνηση της δημόσιας μνήμης, η συμπύκνωση των πορισμάτων της ιστορικής έρευνας και η παρουσίασή τους με τρόπο παραστατικό κι εύληπτο. Επείγει να παρουσιάσουμε την ιστορία της ελληνικής άκρας δεξιάς κριτικά και συγκριτικά, και κατεξοχήν να συνδέσουμε τις εξελίξεις στην Ελλάδα με αντίστοιχα φαινόμενα της Ευρώπης και των Βαλκανίων. Το κείμενο που ακολουθεί δεν μπορεί φυσικά να τα κάνει όλα αυτά, αλλά θέλει απλώς να συνοψίσει κάποια στοιχειώδη ιστορικά δεδομένα, για τις καταβολές της ελληνικής ακροδεξιάς από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας ως τη χούντα των συνταγματαρχών, του 1967-1974, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συμβάλει στον κριτικό στοχασμό και τη δράση για την αντιμετώπιση του φασισμού στη σημερινή Ελλάδα.

Στις 12 του Δεκέμβρη είναι η επέτειος της βομβιστικής επίθεσης στην Piazza Fontana το 1969, από τους νεοφασίστες που συνεργάζονταν με τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, όπου δολοφονήθηκαν 16 άνθρωποι. Το 17ο θύμα ήταν ο εργαζόμενος στους σιδηροδρόμους αναρχικός Giuseppe Pinelli, που κατηγορήθηκε για τους βομβισμούς αυτούς και που δολοφονήθηκε έπειτα από την αστυνομία. Ο θάνατός του, καθώς και όλη η διαμάχη, αλλά και οι δίκες που την ακολούθησαν, αποκάλυψαν τη λεγόμενη «στρατηγική της έντασης». Ο Pinelli ήταν αθώος και οι βομβισμοί στην Piazza Fontana ήταν μια κρατική σφαγή.

Ο Giuseppe «Pino» Pinelli γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 21 Οκτωβρίου 1928. Οι γονείς του ήταν οι Alfredo Pinelli και Rosa Malacarne. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του έζησε στην περιοχή όπου γεννήθηκε, το προάστιο Porta Ticinese του Μιλάνου. Όταν τελείωσε το δημοτικό σχολείο, άρχισε να εργάζεται, αρχικά ως σερβιτόρος και αργότερα ως αποθηκάριος. Συνέχισε, όμως, να αυτομορφώνεται κάτι που ήταν ισόβια συνήθειά του. Το 1944, σε ηλικία 16 χρόνων, συμμετείχε στην αντιφασιστική αντίσταση μέσα από την ταξιαρχία «Franco», συνεργαζόμενος με μια ομάδα αναρχικών ανταρτών, ερχόμενος για πρώτη φορά σε επαφή με την ελευθεριακή σκέψη.

Η πρώτη Ιντιφάντα ξέσπασε στις 9 Δεκέμβρη του 1987 από την Παλαιστινιακή νεολαία ενάντια στις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής με χαρακτηριστικά γνωρίσματα τις καθημερινές απεργίες, διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις της νεολαίας με τον ισραηλινό στρατό. Με μοναδικό όπλο τις πέτρες ενάντια στους πάνοπλους Ισραηλινούς, η εξέγερση εξαπλώθηκε από τη Λωρίδα της Γάζας στη Δυτική Όχθη με στόχο την ανακήρυξη ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Παρά τις βάρβαρες μεθόδους καταστολής του ισραηλινού στρατού, παρά τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, την τρομοκρατία και τις απελάσεις, η εξέγερση διήρκεσε πέντε χρόνια. Απολογισμός: Εκατοντάδες νεκροί Παλαιστίνιοι. Ο ηρωισμός και η επιμονή της Ιντιφάντα συγκέντρωσε την προσοχή όλου του κόσμου.

Ο αυθόρμητος χαρακτήρας της ήταν βασικό της γνώρισμα, στη συνέχεια όμως σχηματίστηκε η Ενιαία Εθνική Διοίκηση της Εξέγερσης για την οργάνωση και την καθοδήγησή της. Η ριζοσπαστικοποίησή της δεν μπόρεσε να ελεγχθεί από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), η οποία εντάχθηκε στην εξέγερση. Η 1η Ιντιφάντα τίναξε στον αέρα τους «ρεαλισμούς» και τις θεωρίες περί «εφικτού». Ακολούθησε τη γραμμή της μαζικής αντίστασης μέσα στην περιοχή κυριαρχίας του αντιπάλου και με τις πέτρες της έσπασε τη βιτρίνα της παντοδυναμίας της ισραηλινής φασιστικής μηχανής, δίνοντας ένα παράδειγμα στους λαούς του κόσμου. Διαβάστε στη συνέχεια άρθρο της Sonja Karkar, που δημοσιεύτηκε στην σελίδα The Electronic Intifada στις 10 Δεκέμβρη του 2007 για την 20η επέτειο από το ξέσπασμα της 1ης Ιντιφάντα

09/12/1842: Πιοτρ Κροπότκιν, ρώσος πρίγκιπας, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του αναρχικού κινήματος. (Θαν. 8/2/1921)

Σε σας τους νέους θέλω να μιλήσω σήμερα. Οι γέροι — εννοώ φυσικά τους γέρους στην καρδιά και το πνεύμα— ας αφήσουν στην άκρη το βιβλιαράκι μου αυτό για να μην κουραστούν διαβάζοντας κάτι που δεν θα τους πει τίποτε.Υποθέτω ότι είσαι περίπου δεκαοκτώ ή είκοσι χρονών, ότι τελειώνεις με την μαθητεία σου σε μια Τέχνη με τις σπουδές σου, και ότι τώρα βγαίνεις στην ζωή. Φαντάζομαι ότι το πνεύμα σου είναι απαλλαγμένο από τις προλήψεις τις οποίες διάφοροι άνθρωποι προσπάθησαν να σου εμφυσήσουν, ότι δεν φοβάσαι τον διάβολο και ότι δεν δίνεις σημασία στα παραληρήματα των παπάδων και των ιεροκηρύκων.Υποθέτω ακόμη ότι δεν είσαι ένας από εκείνους τους ανόητους λιμοκοντόρους —θλιβερά προϊόντα μιας κοινωνίας σε παρακμή— που επιδεικνύουν τα γελοία παντελόνια και τις πιθηκίσιες φάτσες τους στους δρόμους, και οι οποίοι ήδη σ’ αυτήν την ηλικία δεν κυριαρχούνται από τίποτε άλλο πέρα από την ακόρεστη επιθυμία για απολαύσεις έναντι οποιουδήποτε τιμήματος… Απεναντίας πιστεύω ότι η καρδιά σου είναι ζωντανή, γι’ αυτό ακριβώς και σου μιλώ.

Όταν ένας συνοικισμός Ελλήνων μεταναστών καίγεται και ένα παιδί σκοτώνεται από τον έξαλλο όχλο – Μία ιστορία του 1909
Από τον Nick Milas
Η στάση των τοπικών «Αυριανών» απέναντι στους Έλληνες δεν χωρούσε παρερμηνεία: «Οι γειτονιές τους είναι μέσα στη βρωμιά», «Παρενοχλούν τις γυναίκες», «… ζουν στοιβαγμένοι σε ξύλινα σπίτια μέσα στην ανέχεια. » και «… οι Έλληνες είναι καταστροφή για τον Αμερικανό εργάτη, όπως οι Γιαπωνέζοι, οι Ιταλοί και άλλοι σαν κι αυτούς» ήταν το πνεύμα των δημοσιευμάτων. Τόπος: Η νότια Όμαχα της Νεμπράσκα των ΗΠΑ. Πρωταγωνιστές: Οι Έλληνες μετανάστες που είχαν έρθει στην πόλη από το 1880, δούλευαν σαν εργάτες στους σιδηρόδρομους και είχαν τη φήμη του «απεργοσπάστη». Συμπρωταγωνιστές: Οι Ιρλανδοί εργάτες που είχαν ήδη εγκατασταθεί εκεί νωρίτερα και είχαν ήδη σχηματίσει μια μεγάλη κοινότητα. Και που όπως είναι αναμενόμενο, σιχαίνονταν τους Έλληνες. Το ντεκόρ είναι έτοιμο και λείπει μόνο η αφορμή που θα προκαλέσει την πυροδότηση. Ιδού: Ένας έλληνας μετανάστης που κάνει μαθήματα αγγλικών με μια νεαρή δασκάλα, συλλαμβάνεται για άγνωστους λόγους από τον ιρλανδικής καταγωγής αστυνομικό Edward Lowery.

Καθώς έβλεπα τους Χρυσαλήτες να βρυκολακιάζουν το «εν τούτω νίκα» της χουντικής αντ-«επανάστασης», μου ήρθε στο μυαλό ένα αξέχαστο στιγμιότυπο από την «παραθέρισή» μου στις φυλακές της Αίγινας, μάλλον καλοκαίρι του ’72 μ.Χ.

Με τη λήξη του επισκεπτηρίου μας φόρτωσαν στην κλούβα μαζί με τον Αντώνη και το Στέργιο, για να μας μεταγάγουν για ιατρικές εξετάσεις στο νοσοκομείο κρατουμένων «Σωτηρία» στην Αθήνα – στο σανατόριό του νοσηλευόταν με φυματίωση ο αξέχαστος Ρούσος Βρανάς.

Μεταξύ των επιβατών του φέριμποτ που μας μετέφερε στον Πειραιά ήταν συγγενείς και μικρά παιδιά πολιτικών κρατουμένων – ορισμένα είχαν γνωρίσει τον πατέρα τους στη φυλακή. Οι αστυνομικοί του Τμήματος Μεταγωγών του Πειραιά που μας συνόδευαν είχαν ανοίξει την πόρτα της κλούβας, καθώς έβραζε από τη ζέστη. Θυμάμαι στο κατάστρωμα του πλοίου διακρινόταν η φιγούρα του Νιόνιου με το χαρακτηριστικό σαν «δεκαεξάρα» καρό σακάκι του. Ο Αντώνης μάλιστα του φώναξε, αλλά δεν πήραμε απόκριση.

«Εκείνο λοιπόν τον καιρό, όπως σε κάθε δύσκολο καιρό,
ήταν πολλοί εκείνοι που βγήκαν απ’ το πετσί τους.
Άνθρωποι που δεν τους έπιανε το μάτι σου, παίρναν το βουνό μ’ ένα ντουφέκι στο χέρι.
Με το τίποτα, ο Γιάννης, ο Τάσος, ο Μανόλης, η Λένω, η Δέσπω, αυτή η σιωπηλή στρατιά,
αυτοί οι ωραίοι δικοί μας, σπρώχναν για καλά τον καιρό προς την ελευθερία και την ειρήνη.
Για μια ελευθερία που πριν έρθει φαινότανε τόσο πλατιά.
Και για μια ειρήνη που ακόμα γι’ αυτήν αγωνιζόμαστε.»
(ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΗ – ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ)

1820: Φρίντριχ Ένγκελς, γερμανός φιλόσοφος, συνεργάτης του Καρλ Μαρξ. Μαζί έγραψαν το Κομουνιστικό Μανιφέστο, που αποτελεί τη βίβλο του κομουνιστικού κινήματος. (Θαν. 5/8/1895)
 ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

του Φρίντριχ Ενγκελς

Αποσπάσματα από το έργο του «ΑντιΝτίρινγκ»

Η ιστορία αυτής της πορείας, είναι η ιστορία της εξέλιξης της αστικής τάξης. Αν τα «πολιτικά γεγονότα ήταν τα αποφασιστικά κίνητρα των οικονομικών καταστάσεων», τότε η σύγχρονη αστική τάξη δε θα ήταν το δημιούργημα, δε θα ξεπεταγόταν μέσα από τους αγώνες της ενάντια στη φεουδαρχία, αλλά θα ήταν το γνήσιο παιδί που βγήκε με τη θέλησή της από τους κόλπους της φεουδαρχίας.
Κι όμως καθένας ξέρει ότι έγινε ακριβώς το αντίθετο: Τάξη καταπιεζόμενη αρχικά, φόρου υποτελής στους κυρίαρχους ευγενείς της φεουδαρχίας, που στρατολογούνταν μέσα από τους κάθε είδους υποτελείς και δουλοπάροικους, η αστική τάξη, παλεύοντας αδιάκοπα με τους ευγενείς, κατακτούσε το ένα οχυρό μετά το άλλο, και, τέλος, στις πιο εξελιγμένες χώρες άρπαξε την εξουσία από τα χέρια των ευγενών.
Στη Γαλλία, ανατρέποντας τους ευγενείς με επανάσταση, στην Αγγλία αστικοποιώντας σιγά σιγά και ενσωματώνοντάς τους στις γραμμές της, σαν διακοσμητική βιτρίνα. Και πώς επιτεύχτηκε αυτό; Απλώς και μόνο με την αλλαγή των «οικονομικών συνθηκών» που την ακολούθησε μια αργή ή γρήγορη, ειρηνική ή βίαιη αλλαγή των πολιτικών θεσμών.