Θέλω να σου αφηγηθώ μία ιστορία. Ήταν αρχές της δεκαετίας του 80. Τότε η Ελλάδα δεν ζούσε την κρίση των θεσμών και των αγορών, αλλά οι περισσότεροι ζούσαν τον αγώνα της καθημερινής επιβίωσης. Κάπου στα Βόρεια προάστια των Αθηνών υπήρχε μία μεγάλη υφαντουργία, που τα αφεντικά της θεωρούντο μέλη της οικονομικής ελίτ. Απασχολούσαν περισσότερες από 700 εργαζόμενες. Και μία νύχτα αποφάσισαν να μεταφέρουν αιφνιδιαστικά τα κεφάλαιά τους στην Ελβετία και να εξαφανιστούν.Σε μία τέτοια διαδήλωση μία από τις απεργούς βρέθηκε απέναντι από μία αγέλη καλοκουρδισμένων αστυνομικών. Κάποιος την μέτρησε με το βλέμμα και την βρήκε του χεριού του. Κατάφερε να την απομονώσει και να την χτυπήσει αλύπητα. Εκείνη απεγνωσμένα του φώναζε πως πάλευε για το ψωμί των παιδιών της. Του ενός που είχε και εκείνου που περίμενε. Την έστειλε στο νοσοκομείο. Οι γιατροί διέγνωσαν πέρα από τα εξωτερικά τραύματα σοβαρό πρόβλημα στην καρδιά της. Τα επόμενα χρόνια τα νοσοκομεία την έβλεπαν συχνά. Το παιδί που κουβαλούσε τότε στην κοιλιά της δεν γεννήθηκε ποτέ. Ποτέ επίσης δεν βρήκε κανείς και δεν τιμώρησε τον αστυνομικό που την σακάτεψε.
Σήμερα όμως στο δικό σου πρόσωπο, απεχθέστατο όργανο της υποτιθέμενης τάξης, τον αναγνώρισα. Είδα την ίδια λυσσαλέα κι αναίτια κακία. Και κατάλαβα πως όσο υπάρχουν αστυνομικοί του αισχρού σου είδους θα κινδυνεύουν οι μάνες όλων μας. Η γυναίκα που χτύπησες πάλευε για το δίκιο της. Εσύ για τι παλεύεις;
Θα περιμένω να μάθω την τιμωρία σου. Εγώ κι η κόρη κάθε καθαρίστριας που θα βρεθεί ανυπεράσπιστη στο δρόμο σου”
Η κόρη εκείνης της υφάντριας
Πηγη:http://www.general.gr






