ΤΑΙΝΙΕΣ

Σοβαρές καταγγελίες για εκτεταμένα περιστατικά βασανιστηρίων, σεξουαλικής κακοποίησης και βιασμών Παλαιστινίων κρατουμένων σε ισραηλινά κέντρα κράτησης φέρνει στο φως έρευνα που παρουσιάζεταi σε νέο ντοκιμαντέρ του Al Jazeera με τίτλο Bodies of Evidence, που βασίζεται σε μαρτυρίες πρώην κρατουμένων, αλλά και σε ευρήματα διεθνών οργανισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεσμικών φορέων του ΟΗΕ.

Aμέσως μετά την επιτυχία της ταινίας ορόσημο «Ξένοιαστος Καβαλάρης» του 1969, ο Ντένις Χόπερ (17 Μαΐου του 1936 – 29 Μαΐου του 2010) κάθεται για δεύτερη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, για την ανατρεπτική «Τελευταία Ταινία». Πρόκειται για ένα εξαφανισμένο μέχρι πρόσφατα αριστούργημα που αποκτά πλέον τη θέση που του αξίζει στην κινηματογραφική ιστορία.

Σφοδρές αιχμές κατά του BBC άφησαν οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ Gaza: Doctors Under Attack, το οποίο αρχικά αποσύρθηκε από το βρετανικό δίκτυο πριν τελικά προβληθεί από το Channel 4, κατά τη διάρκεια της απονομής των τηλεοπτικών βραβείων Bafta, όπου η παραγωγή απέσπασε το βραβείο στην κατηγορία επικαιρότητας.

της Μία Κόλλια

Το I was Stranger, μια ταινία ζωής για τον σπουδαίο Αμερικανό σκηνοθέτη και παραγωγό Μπραντ Αντερσεν, αφορά σπονδυλωτές ιστορίες που τις συνδέει η πορεία μίας γιατρού από τη Συρία στον Καναδά. Βλέπεις την ταινία και αλλάζεις μάτια και ματιά.

του Γιώργου Ρούσσου

Το φιλμ «Στην Αγκαλιά του Δέντρου» είναι ένα σύγχρονο ιρανικό δράμα που προσεγγίζει με λεπτότητα και συναισθηματική ακρίβεια τη διάλυση μιας οικογένειας, φωτίζοντας τις επιπτώσεις της κρίσης όχι μόνο στους ενήλικες, αλλά κυρίως στα παιδιά. Με λιτή αφήγηση και έμφαση στην εσωτερικότητα των χαρακτήρων, η ταινία συνεχίζει την παράδοση του ιρανικού κινηματογράφου που εστιάζει στον άνθρωπο και στις ηθικές του επιλογές.

Το «Χωρίς Πατέρα / Orphan» είναι η νέα ταινία του Ούγγρου καλλιτέχνη Λάζλο Νέμες, σκηνοθέτη της βραβευμένης με Όσκαρ ταινίας «Ο Γιος Του Σαούλ». Πρόκειται για ένα βαθιά προσωπικό έργο που αντλεί έμπνευση από τις μνήμες και την οικογενειακή ιστορία του δημιουργού, μετατρέποντάς τες σε μια καθολική ιστορία ενηλικίωσης μέσα σε μια εποχή φόβου και σιωπής.

του Δημήτρη Μπαμπούλη

Εδώ και μερικές εβδομάδες βλέπουμε την Μέση Ανατολή να βιώνει ακόμη μία πολεμική σύγκρουση μετά την επίθεση ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν με την αφορμή για ακόμη μία φορά να αποτελούν «η ανάπτυξη πυρηνικών όπλων» από την χώρα αλλά και το θεοκρατικό κράτος από τα δεσμά του οποίου οι δυτικοί καλοθελητές θέλουν να απελευθερώσουν τους ιρανούς πολίτες.

Πολλά από τα δυτικά ΜΜΕ, αλλά και τα ελληνικά έχουν αρχίσει μία έντονη αντιιρανική ρητορική που στοχεύει τόσο το καθεστώς των Φρουρών της Επανάστασης και των ανώτατων ηγετών του, όσο και τους ίδιους τους Ιρανούς και τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά.

Όποια πτυχή και να πιάσουμε από την δυτική ρητορική, είτε για τις φτωχοποιημένες κοινωνίες της Ασίας, είτε για τη θρησκεία τους τον μουσουλμανισμό, για τα δικαιώματα των γυναικών και τις χιτζάμπ, αλλά και τον όρο που ακούμε για τους πολιτικους τους, «οι μουλάδες», όλα χρησιμοποιούνται για να υποβαθμίσουν την ποιότητα της ύπαρξης αυτών των ατόμων αλλά και των πολιτισμών τους.

Ωστόσο, οποιοσδήποτε έχει επαφή με την τέχνη γνωρίζει πως όλα αυτά είναι μία πλευρά του νομίσματος, εμποτισμένη μάλιστα με πολλές στερεοτυπικές αντιλήψεις. Εκτός της πληθώρας καλλιτεχνών που έχει γεννήσει από ζωγράφους, ποιητές μέχρι και γλύπτες ως χώρα, ο ιρανικός κινηματογράφος έχει χαρίσει στους παγκόσμιους θεατές κάποιους από τους σημαντικότερους δημιουργούς των τελευταίων δεκαετιών.

Δεν θα μιλήσουμε για βραβεύσεις καθώς και αυτές αποτελούν σε μεγάλο βαθμό ένα μέρος αναγνώρισης της δυτικής κουλτούρας ως ανώτερης προς αυτή της Ανατολής, αλλά θα μιλήσουμε για ταινίες που αναδεικνύουν τα πολιτισμικά στοιχεία, τα προβλήματα και τις ανάγκες των κοινωνιών αυτών, κάνοντας τες με αυτό τον τρόπο ορατές σε κάθε μεριά τους κόσμου.

A Separation (Ένας Χωρισμός)

Δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον ιρανικό κινηματογράφο χωρίς να αναφερθούμε στον Ασγκάρ Φαραντί έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 21ου αιώνα παγκοσμίως.

Το «Ένας Χωρισμός» αφορμίζεται από καθημερινά γεγονότα που μπορούν να προκύψουν σε οποιαδήποτε κοινωνία, πχ ένα ζευγάρι που λόγω διαφωνιών απομακρύνεται, μία έγκυος που αρχίζει να εργάζεται για να στηρίξει τον σύζυγο της ο οποίος έχει απολυθεί, μία αψιμαχία που οδηγεί σε σοβαρή καταγγελία. Μέσα από την ιστορία και τους χαρακτήρες αναδεικνύεται η αντίληψη της ηθικής στην κοινωνία του Ιράν, διάφορες κρατικές λειτουργίες όπως για παράδειγμα η Δικαιοσύνη, η σημασία της «τιμής», αλλά και η σεξιστική φύση απέναντι στις γυναίκες που έχουν όλα αυτά συλλήβδην.

H υπόθεση αφορά έναν άντρα που είναι δέσμιος του άρρωστου πατέρα του και δε θέλει να τον εγκαταλείψει. Η γυναίκα του τον αφήνει και η κόρη τους, ελπίζοντας να γυρίσει γρήγορα η μητέρα της, μένει προσωρινά μαζί του. Ανήμπορος να φροντίσει τον γέρο πατέρα του μόνος, προσλαμβάνει μία γυναίκα για να τον περιποιείται. Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι αυτή η γυναίκα εργάζεται χωρίς την άδεια του συζύγου της και ότι είναι έγκυος. Χωρίς να το καταλάβει, αιχμαλωτίζεται σε έναν ιστό από ψέματα και κοινωνικές αντιδικίες.

The White Balloon (Το Άσπρο Μπαλόνι)

Ο πρόσφατα βραβευμένος Τζαφάρ Παναχί αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πολιτικού σινεμά του Ιράν το οποίο αναδεικνύει συνεχώς τα κοινωνικά προβλήματα αλλά στοχεύει και το καθεστώς του ισλαμικού κράτους του.

Ήδη από το 2003, ο Παναχί έχει φυλακιστεί δύο φορές στο Ιράν και του έχει επιβληθεί απαγόρευση δημιουργίας ταινιών λόγω της αντικαθεστωτικής στάσης του και των κατηγοριών περί «προπαγάνδας κατά του κράτους», ωστόσο εκείνος συνέχιζε να δημιουργεί ταινίες κρυφά.

Το 2025 καταδικάστηκε ξανά σε ένα χρόνο φυλάκιση από το καθεστώς μετά και την βράβευση του για το «Ένα Απλό Ατύχημα» στις Κάννες.

«Το Άσπρο Μπαλόνι» αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Παναχί στην οποία σενάριο έχει συνυπογράψει ένας από τους μεγαλύτερους Ιρανούς δημιουργούς ο Αμπάς Κιαροστάμι. Η ταινία αφορά ένα μικρό κορίτσι την Ραζιέ, η οποία ψάχνει να βρει τα λεφτά που της έχει δώσει η μητέρα της ώστε να αγοράσει ένα χρυσόψαρο ζητώντας τη βοήθεια από διάφορα άτομα που συναντά.

Η ταινία είναι μία πανέμορφη ιστορία ενηλικίωσης και συνειδητοποίησης που μεταφέρει τα ιρανικά κοινωνικά χαρακτηριστικά που έχουν καθιερωθεί από το πολιτικό σύστημα, το οποίο γεννά τόσο φυλετικές όσο και οικονομικές ανισότητες.

Δεν Υπάρχει Κακό (There is no evil)

Ο Μοχαμάντ Ρασούλοφ επίσης αρκετές φορές φυλακισμένος από το καθεστώς -τελευταία φορά το 2024 όπου καταδικάστηκε σε οχτώ χρόνια φυλάκιση και μαστίγωμα- παραδίδει ένα βαθιά πολιτικό έργο που σε καθηλώνει από το πρώτο του λεπτό.

Η ταινία έχει σπονδυλωτή δομή με τέσσερις ιστορίες οι οποίες όχι μόνο εστιάζουν στα ηθικά διλήμματα των χαρακτήρων, αλλά και πως γίνονται αυτά ακόμη πιο έντονα όταν γεννώνται σε ένα ανελεύθερο καθεστώς όπου το κράτος εκτός των άλλων λειτουργιών του χρησιμοποιεί και την θανατική ποινή.

Ο τρόπος που ο Ρασούλοφ εμβαθύνει μέσα από απλές ιστορίες σε όλες τις πτυχές ενός καθεστώτος που έχει πολλούς μοχλούς καταπίεσης σε κάνει να αισθανθείς πλήρως τον προσωπικό εγκλεισμό του κάθε ήρωα και πιθανότατα και του ίδιου του καλλιτέχνη και δημιουργού.

Η Γεύση του Κερασιού (Taste of Cherry)

Ένα αφιέρωμα στον ιρανικό κινηματογράφο δεν γίνεται να μην περιέχει έναν από του μεγαλύτερους στοχαστές του, τον Αμπάς Κιαροστάμι. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξε ιδιαίτερα αμφιλεγόμενος, κυρίως για τη στάση του απέναντι στην φυλάκιση του Τζαφάρ Παναχί.

Παλαιότερα ο ίδιος είχε εκφράσει τόσο την αντίθεση του στην φυλάκιση του Τζαφάρ Παναχί το 2010 όσο και στην φυλάκιση και δίωξη καλλιτεχνών στο Ιράν λέγοντας πως πρόκειται για κάτι «απαράδεκτο».

Ωστόσο, λίγο αργότερα είχε τονίσει πως ο Παναχί «είναι ελεύθερος και προσπαθεί να γυρίσει ταινία» και δεν καταλαβαίνει γιατί « ρωτάνε εμένα όλοι για αυτό το ζήτημα», αναφέροντας ωστόσο ότι το να κάνεις ταινίες στο Ιράν εκείνη την περίοδο ήταν μπερδεμένη διαδικασία και ότι «η κατάσταση είναι πολύ κακή».

Παρ’ όλα αυτά «Η Γεύση του Κερασιού» αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα του ποιητικού σινεμά. Ένα εσωτερικό ταξίδι για έναν άνθρωπο τον Αγκαί που αναζητά κάποιον να τον θάψει κάτω από μία κερασιά αφού βάλει τέλος στη ζωή του.

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι γυρισμένο μέσα στο αυτοκίνητό του, στο οποίο συνομιλεί με τρία άτομα για τη ζωή, προσπαθώντας να τους πείσει να τον βοηθήσουν και όλα αυτά αφού πηγαινοέρχεται μέσα σε ένα εργοτάξιο γεμάτο σκόνη.

Οι αλληγορικές διαστάσεις του έργου με αναφορές στις μικρές απολαύσεις της ζωής, στο νόημα της μέσα σε μία αδιάφορη καθημερινότητα, τους ανθρώπους που συναντάμε και ξεχωρίζουν, διαδραματίζονται, στο μεγαλύτερο μέρος, μέσα από την απομόνωση και την μοναχικότητα του αυτοκινήτου του πρωταγωνιστή, έχοντας για φόντο την «αδιάφορη» θέαση ενός εργοταξίου. Με αυτόν τον τρόπο ο Κιαροστάμι δημιουργεί ένα οπτικό και ερμηνευτικό αριστούργημα.

Τα Παιδιά του Παραδείσου (Children of Heaven)

Ένας ακόμη σημαντικός ιρανός δημιουργός με μεγάλη φιλμογραφία είναι ο Ματζίντ Ματζίντι. Την ίδια χρονιά με το Taste of Cherry δημιουργεί μία coming of age ταινία που δείχνει όλες τις δομές της ιρανικής οικογένειας και της κοινωνίας.

Η βάση της είναι η φτώχεια και οι οικονομικές και φυλετικές ανισότητες που δίνονται μέσα από μία ιστορία για την αδελφική αγάπη και την προσωπική ανιδιοτελή θυσία.

Η υπόθεση αφορά ένα αγόρι που χάνει τα παπούτσια της αδελφής του και ξεκινά μια σειρά περιπετειών για να τα βρει. Όταν δεν τα καταφέρνει, δοκιμάζει έναν νέο τρόπο για να «κερδίσει» ένα καινούργιο ζευγάρι.

Η φωτογραφία της ταινίας και η σκηνοθεσία του Ματζίντ Ματζιντί σε κατευθύνει μέσα στον αστικό ιστό μίας ιρανικής πόλης, τις αλλαγές που βιώνει και μία σκληρή πραγματικότητα που συγκινεί και αγγίζει κάθε καρδιά.

Ο Άνθρωπος στην Ομίχλη (Stranger on the Fog)

Η ταινία «Άνθρωπος στην Ομίχλη» του Μπαχράμ Μπεϊζαγιέ έχει γυριστεί το 1976 πριν από την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν και κατά την κυβέρνηση του σάχη Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί και αποτελεί μία βαθιά κριτική στην ιρανική κοινωνία και τα γεγονότα της εποχής.

Η ονειρική, ομιχλώδης, αποπνικτική ατμόσφαιρα της ταινίας δημιουργεί έναν αριστουργηματικό εφιάλτη που ξεχωρίζει για την φωτογραφία και την σκηνοθεσία του Μπεϊζαγέ.

Ένας νεαρός άνδρας φτάνει χωρίς τις αισθήσεις του με ένα κανό στην ακτή του Περσικού Κόλπου. Αφού συνέρχεται, ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται ποιος είναι. Ερωτεύεται μια όμορφη χωριανή και παντρεύεται. Μετά από χρόνια ειρήνης έρχονται άγνωστοι από τη θάλασσα αναζητώντας τον και επιτίθενται στο χωριό.

Μία αξιοσημείωτη «νότα» της ταινίας είναι ο χαρακτήρας της Ρανά, καθώς είναι ένας γυναικείος χαρακτήρας με δυναμισμό -σπάνιο για την εποχή σε οποιαδήποτε μεριά του κόσμου- που παίρνει αποφάσεις και κινεί την πλοκή, παρά τις αντιδράσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας, δηλαδή του απομακρυσμένου χωριού του Ιράν στο οποίο κατοικεί.

Σε μία πολλαπλά επηρεασμένη κοινωνία όπως ήταν το Ιράν της δεκαετίας του ’70 ο Μπεϊζαγέ εμπνέεται από το ιρανικό παρελθόν και τους μύθους του για να μιλήσει για τη συλλογική συνείδηση ενός λαού που αναζητά την ταυτότητα του και έχει τη τάση να ξεχνά το παρελθόν του.

Περσέπολις (Persepolis)

Μια ταινία αυτοβιογραφική βασισμένη στη ζωή μίας εκ των δημιουργών της της Ιρανής Μαρζάν Σατράπι. Η ίδια μαζί με τον Βενσάν Παροννό έφτιαξαν μια ταινία animation που περιγράφει την ζωή μίας κοπέλας που μεγαλώνει κατά τη διάρκεια της Ισλαμικής Επανάστασης.

Η ίδια και η οικογένεια της βλέπουν το καθεστώς του μισητού σαχή να ανατρέπεται και στη θέση του να ανεβαίνει η Ισλαμική Δημοκρατία. Οι κοινωνικές αλλαγές που έρχονται αποδεικνύουν ότι η επανάσταση φέρνει στην εξουσία ακόμη ένα καταπιεστικό καθεστώς.

Με την μικρή Μαρζάν να θέλει να φωνάξει για όλες τις κοινωνικές αδικίες οι γονείς της την στέλνουν στο εξωτερικό όπου και εκεί αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα προσαρμογής.

Γυρίζοντας πίσω στην χώρα της βρίσκει ένα Ιράν αλλαγμένο με την ίδια να αναζητά εσωτερικά πού τελικά ανήκει.

Η «Περσέπολις» είναι μια αναγνωρισμένη ταινία που έχει γίνει σύμβολο κατά της γυναικείας χειραφέτησης στις μουσουλμανικές χώρες και στο Ιράν. Ξεχωρίζει για τα έντονα γκόθικ και ιδιαίτερα αρτιστικά στοιχεία του χειροποίητου animation της, την μουσική της, ενώ η αφήγηση της σου προκαλεί συνεχώς το ενδιαφέρον.

A Girl Walks at Home Alone at Night (Ένα κορίτσι γυρίζει σπίτι μόνο του τη νύχτα)

H Άνα Λίλι Αμιρπούρ το 2014 δημιούργησε μία ταινία με βαμπίρ ως μια κοινωνικοπολιτική αλληγορία για την κατάσταση που επικρατεί στην πατρίδα της το Ιράν.

Στην ιρανική πόλη-φάντασμα Μπαντ Σίτι, ένα μέρος που αποπνέει θάνατο και μοναξιά, οι κάτοικοι δεν έχουν ιδέα ότι τους παρακολουθεί μία βρικόλακας.

Τι κάνει την ταινία αυτή να διαφέρει; Μία ευφυής ιδέα δοσμένη μέσα από ένα είδος ασυνήθιστο, όπως είναι αυτό των ταινιών τρόμου. Παρά τις δυτικές σκηνοθετικές και δημιουργικές επιρροές (έντονο λιντσεϊκό ύφος) το «A Girl Walks at Home Alone at Night»  κατακρίνει την πατριαρχική δομή της Ιρανικής κοινωνίας, τον ρόλο της «καλής και ήσυχης γυναίκας» δίνοντας στην επαναστατημένη γυναίκα μία μυθική μορφή που ψάχνει για εκδίκηση.

Όμως είναι μια δυτική ματιά στην ιρανική κοινωνία; Η απάντηση είναι όχι. Μέσα από μικρές λεπτομέρειες όπως η χρήση της χιτζαμπ ως ένα μέσο απελευθέρωσης και ένα αναπόσπαστο κομμάτι της εκδίκησης της πρωταγωνίστριας καταρρίπτει τα στερεότυπα της Δύσης που συχνά την ταυτίζει ως ένα σύμβολο καταπίεσης.

Όλα αυτά περικλείονται σε ένα σύνολο αντικαπιταλιστικής «ρητορικής» που αναδεικνύεται μέσα από τα πετρελαϊκά εργοστάσια που βρίσκονται στο background των σκηνών, ενώ τα ίδια τα θύματα της πρωταγωνίστριας κλείνουν το μάτι σε τέτοια «μηνύματα».

Τι απέγινε η Έλι (About Elly)

Μία ακόμη σημαντική ταινία του Ασγκάρ Φαραντί που αποδίδει το κοινωνικό περιβάλλον του Ιράν μέσα από ένα ψυχολογικό δράμα μυστηρίου.

Η υπόθεση αφορά την μυστηριώδη εξαφάνιση μιας νηπιαγωγού της Έλι και ενός αγοριού κατά τη διάρκεια ενός πικνίκ στο βόρειο Ιράν που σηματοδοτεί την αρχή μιας σειράς περιπετειών για τους συνταξιδιώτες της.

Για ακόμη μια φορά το πολυεπίπεδο γράψιμο του Φαραντί στέκεται και αναδεικνύει την καταπίεση της γυναίκας που αποτελεί και τη βάση της πατριαρχικής δομής της Ιρανικής κοινωνίας.

Στην ταινία «Τι απέγινε η Έλι» παρακολουθούμε μία παρέα από μεσοαστούς πρωταγωνιστές οι οποίοι με τις αρχικές προθέσεις τους δείχνουν μία αποστασιοποίηση από τα κοινωνικά στερεότυπα. Αργά ή γρήγορα, όμως, καταλήγουν στις ίδιες κοινωνικές συμπεριφορές από τις οποίες θέλουν να απομακρυνθούν, όπως το να κατηγορούν την ίδια την Έλι, μία γυναίκα που δεν αποτελεί στην εξέλιξη της πλοκής τίποτα παρά ένα θύμα.

Μέσα και από την κοινωνική τάξη των πρωταγωνιστών θέλει να δείξει ότι όσο και αν διαφοροποιούνται οι απόψεις τους σε σχέση με την συντηρητική κοινωνία όπου ζουν, οι ρίζες της είναι τόσο βαθιές, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα υποκύψεις σε αυτή.

Ο κύκλος (The Circle)

Για πολλούς το magnus opus του Τζαφάρ Παναχί «Ο κύκλος» που αποτελεί ένα νεορεαλιστικό αριστούργημα για την συστημική φυλετική διάκριση της ιρανικής κοινωνίας.

Η ταινία αφηγείται τη ζωή πέντε γυναικών που η κάθε μια μέσα από την δική της ιστορία δείχνει ένα χαρακτηριστικό της καταπίεσης από το καθεστώς και τις κοινωνικές νόρμες, ενώ όλες οι πρωταγωνίστριες αποχωρούν από την φυλακή για να προσπαθήσουν να ενταχθούν σε μία ακόμη.

Ο Παναχί σκηνοθετεί με νεορελιστικό τρόπο -χρησιμοποιώντας φυσικό φωτισμό- τις πρωταγωνίστριες οι οποίες δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί. Όλες οι ιστορίες δείχνουν την σχεδόν απίθανη ανεξάρτητη ζωή μίας γυναίκας ακόμη και στην χαοτική Τεχεράνη, την καταδίκη από την γέννηση τους και την ισόβια καταπίεση που βιώνουν. «Ο Κύκλος» προφανώς απαγορεύτηκε από την λογοκρισία του καθεστώτος.

Πηγή: tvxs.gr

του Γιώργου Ρούσσου

Τέσσερα χρόνια μετά το αριστουργηματικό κινούμενο σχέδιο τους «Περσέπολις», η Μαρζάν Σατραπί και ο Βινσέν Παρονό επιστρέφουν με ένα ρομαντικό φιλμ, συνοδευόμενο από ένα υπέροχο μουσικό σκορ. Το «Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα» που κυκλοφορεί σε επανέκδοση, είναι μία ταινία, γοητευτική σαν παραμύθι, ανθρώπινη σαν τον χαμένο έρωτα, με μια αύρα από τον πολύχρωμο κινηματογραφικό κόσμο του παρελθόντος.

Περισσότεροι από 40 δημοσιογράφοι, 15 καλλιτέχνες και 15 τεχνικοί εικόνας και ήχου ενώνουν τις δυνάμεις τους σε μια συγκλονιστική δημοσιογραφική παραγωγή για τα Τέμπη και τις 57 ζωές που χάθηκαν στο τραγικό αυτό δυστύχημα, ως «ελάχιστη συνεισφορά στο καθήκον απέναντι στο Επάγγελμα, την Κοινωνία και τις οικογένειες των θυμάτων».

 

του Γιώργου Ρούσσου

Μεταφερόμαστε στο 1995, εκεί όπου ο ταλαντούχος Ματιέ Κασσοβίτς, καταφέρνει μόλις με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, να μας χαρίσει ένα διαχρονικό αριστούργημα του γαλλικού, αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το «Μίσος» με τον Βενσάν Κασέλ, είναι μία αληθινή, συγκλονιστική και δυστυχώς, μόνιμα επίκαιρη δημιουργία. 30 χρόνια μετά, το φιλμ κυκλοφορεί σ’ επανέκδοση, δίνοντας μας την ευκαιρία να το απολαύσουμε ξανά στην μεγάλη οθόνη.

Τρεις νεαροί μετανάστες θα προσπαθήσουν να πάρουν εκδίκηση για τον φίλο τους, ο οποίος έπεσε θύμα αστυνομικής βίας. Περιφερόμενοι άσκοπα στις φτωχογειτονιές του Παρισιού μ’ ένα κλεμμένο περίστροφο στα χέρια τους θα ζήσουν ένα συνταρακτικό 24ωρο, προσπαθώντας να πείσουν όσους δεν τους σέβονται ότι θα πρέπει να τους φοβούνται.

«Οι άνθρωποι βλέπουν στο Παρίσι την πόλη του έρωτα και του φωτός. Όμως, όσο υπάρχει αγάπη υπάρχει και μίσος, όπου υπάρχει φως υπάρχει και σκοτάδι. Δε θέλω ο κόσμος να δει την ταινία ως αντι-μπατσική, αλλά ως ενάντια σε κάθε μορφή αστυνόμευσης. Στη Γαλλία εκπαιδεύουν τους μπάτσους επί έξη μήνες και μετά τους δίνουν ένα πιστόλι και τους αμολάνε στον δρόμο. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι αρκετό. Το φιλμ δεν είναι αντι-αστυνομικό. Αν και πιστεύω πως όταν κάποιος θέλει να γίνει αστυνομικός, τότε έχει πρόβλημα.» – Ματιέ Κασσοβίτς

Ο Βινς (Βενσάν Κασέλ) είναι ένας Εβραίος γεμάτος οργή. Βλέπει τον εαυτό του σαν ένα γκάνγκστερ έτοιμο να κερδίσει τον σεβασμό σκοτώνοντας ένα αστυνομικό και παίζει τον ρόλο του Τρέιβις Μπίκλ από την ταινία «Ο Ταξιτζής» του Σκορτσέζε στον καθρέφτη του κρυφά. Η στάση του προς την αστυνομία είναι μια απλοποιημένη, γενική καταδίκη, ακόμη και σε μεμονωμένους αστυνομικούς που κάνουν μια προσπάθεια να τον κατευθύνουν μακριά από προβληματικές καταστάσεις.

Ο Ουμπέρτ (Ουμπέρτ Κουντέ) είναι ένας αφρικανικής καταγωγής μποξέρ και κατά καιρούς έμπορος ναρκωτικών. Είναι ο πιο ήρεμος, αλλά και ο πιο σκεπτικός από τους τρεις. Το γυμναστήριο του κάηκε στα επεισόδια και εκφράζει την επιθυμία απλά να φύγει από αυτόν τον κόσμο της βίας και του μίσους, αλλά δεν ξέρει πώς.

Ο Σαΐντ (Σαΐντ Ταγκμαουί) βρίσκεται στο κέντρο των απόψεων των δύο φίλων του. Ένας γνωστός της παρέας των τριών νεαρών, με το όνομα Αμπντέλ Ιμπάχα, είχε πρόσφατα κακοποιηθεί σε μια συμπλοκή από τους αστυνομικούς και βρίσκεται σε κώμα. Σε εκείνη τη συμπλοκή ο Βινς βρήκε ένα αστυνομικό περίστροφο και χάθηκε εκμεταλλευόμενος την ταραχή. Ορκίζεται πως αν ο φίλος του πεθάνει θα σκοτώσει με αυτό έναν αστυνομικό και όταν ο φίλος του τελικά πεθαίνει αρχίζει να σχεδιάζει την εκδίκησή του.

Μια συμπλοκή με σαδιστικούς αστυνομικούς με πολιτική περιβολή, κατά την οποία ο Σαιντ και Ουμπέρτ ταπεινώνονται και κακοποιούνται σωματικά, έχει ως αποτέλεσμα να χάνουν το τελευταίο τρένο για το σπίτι και να περνούν το βράδυ στους δρόμους. Το πρωί της επόμενης μέρας οι τρεις επιστρέφουν στο προάστιο τους και χωρίζουν για τα σπίτια τους.

Ο Βινς δίνει το όπλο του στον Ουμπέρτ. Ωστόσο, ο Βινς και ο Σαΐντ συναντούν έναν αστυνομικό με πολιτική περιβολή, τον οποίο ο Βινς είχε προσβάλει νωρίτερα μέσα στην ημέρα. Ο αστυνομικός αρπάζει και απειλεί τον Βινς, κάνοντας αναφορά στο προηγούμενο περιστατικό. Ο Ουμπέρτ σπεύδει προς βοήθειά τους, ενώ ο αστυνομικός που κρατά τον Βινς τον προκαλεί με ένα γεμάτο όπλο που στοχεύει στο κεφάλι του.

Τα γεγονότα εξελίσσονται γρήγορα και δραματικά. Πλέον κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί. Ένας μικρόκοσμος της καθόδου της γαλλικής κοινωνίας σε άσκοπη βία, μέσω της εχθρότητας. Ένα διαχρονικό φιλμ, για τη μετανάστευση, τη βία και τον ρατσισμό. Αυτό που μένει, είναι αυτό που αναγράφεται στον τίτλο και το οποίο προέρχεται από μία ατάκα που λέει ο Ουμπέρτ: «La Haine attise la haine», δηλαδή «το Μίσος γεννάει Μίσος»

«Μισώ τους βλάκες που, χτυπώντας σε φιλικά στον ώμο, σου λένε, «Υπέροχη ταινία» ενώ πιστεύουν το αντίθετο (ή δεν την έχουν δει καν). Μισώ τα πολιτικώς ορθά σλόγκαν. Μισώ τον κόσμο που διαδηλώνει κατά του AIDS. Μισώ να βάζω το «εγώ» στην αρχή κάθε φράσης μου. Κι όμως είμαι λευκός και ζω στο Παρίσι. Δεν έχω κανέναν λόγο να μισώ. Τώρα, προσπαθήστε να φανταστείτε τι συμβαίνει στο μυαλό ενός απ’ τους νέους που ζουν στα γκέτο των προαστίων όταν ένας φίλος τους, πυροβολείται στο κεφάλι από έναν αστυνομικό…» – Ματιέ Κασσοβίτς

Ο Ματιέ Κασσοβίτς με μια ευέλικτη σκηνοθεσία ακολουθεί τους ήρωες σαν τη σκιά τους και συλλαμβάνει την οργή και την ένταση γύρω τους, αλλά και ανάμεσά τους. Δεξιοτεχνικά ο Γάλλος δημιουργός περικλείει τους ήρωες τους, με μια επιθετική και γεμάτη ρυθμό μουσική. Μία ταινία για την αστική βία.

Ο Κασσοβίτς συλλαμβάνει στην κάμερά του, τις χιουμοριστικές στιγμές αλλά και τις δραματουργικές εντάσεις της παρέας και αφήνει το σασπένς να κυκλοφορεί ανάμεσά τους, όπως η σφαίρα φεύγει από ένα περίστροφο Σμιθ Εντ Γουέσον, το οποίο περιμένει τη στιγμή που θα εκπυρσοκροτήσει. Έξυπνα ο καλλιτέχνης, δοκιμάζει τα όρια της ταινίας, των ηρώων κι εν τέλει του θεατή.

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας «Το Μίσος» (La Haine), πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1995, στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, όπου και συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα, κερδίζοντας το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας. Παράλληλα το φιλμ έχει τιμηθεί με τα Βραβεία Σεζάρ Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Μοντάζ, Καλύτερης Παραγωγής 1995, καθώς και με το Βραβείο Λυμιέρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας.

«Δε χρειάστηκε να αναρωτηθώ, όπως οι περισσότεροι, γιατί αυτά τα παιδιά αρπάζουν τα περίστροφα και πυροβολούν περαστικό μπάτσο. Το ένιωσα. Η βία κυκλοφορεί ελεύθερα σε κάθε μεγάλη πόλη. Την αισθάνεσαι, τη βλέπεις στα μάτια των βιαστικών που σε προσπερνούν. Ξέρετε γιατί; Επειδή το καζάνι είναι μικρό. Επομένως ανοίγεις το καπάκι και κάποιοι πετάγονται έξω σαν φυσαλίδες» – Ματιέ Κασσοβίτς

Το Μίσος / La Haine
Σκηνοθεσία – Σενάριο: Ματιέ Κασσοβίτς
Πρωταγωνιστές: Βενσάν Κασέλ, Ουμπέρ Κουντέ, Σαϊντ Ταγκμαουί, Μπενουά Μαζιμέλ
Μουσική: Μπρουνό Κουλέ
Φωτογραφία: Πιέρ Αΐμ
Μοντάζ: Ματιέ Κασσοβίτς
Έτος Παραγωγής: 1995
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία
Διάρκεια: 98 λεπτά
Κυκλοφορεί στις εγχώριες Κινηματογραφικές Αίθουσες, σε αποκατεστημένη κόπια, από την Πέμπτη 22 Μαΐου, σε διανομή της εταιρείας Cinobo

Πηγή: tvxs.gr