ΕΡΕΥΝΑ Τα παιδιά μεταναστών και παλιννοστούντων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση φτάνουν τις 128.000 και βιώνουν καθημερινά άνισες και ισοπεδωτικές συνθήκες
Του Χρήστου Κάτσικα
Πριν από περίπου 50 χρόνια, το 1965, είχαμε πραγματική μείωση του πληθυσμού της χώρας μας, αφού η μετανάστευση δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων στο εξωτερικό ξεπερνούσε τη φυσική αύξηση των γεννήσεων. Μόνο την περίοδο 1950-1980, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, οι μεταναστευτικές έξοδοι αφορούσαν πάνω από ένα εκατομμύριο Ελληνες που «εγκατέλειψαν» για ένα μικρό ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τη χώρα τους. Μιλάμε, βέβαια, για το 12% του πληθυσμού, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό, το υψηλότερο των χωρών της Μεσογείου.
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οποιος ζει από κοντά την εκπαιδευτική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων στη χώρα μας, έχει διαπιστώσει τη θεαματική αλλαγή της «χημείας» των σχολικών μας τάξεων. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, στην Α/Βάθμια (Δημοτικά) και Β/Βάθμια Εκπαίδευση (Γυμνάσια, Λύκεια) φοιτούν περίπου 128.000 αλλοδαποί και παλιννοστούντες μαθητές. Είναι, εδώ και χρόνια, μια νέα πραγματικότητα για το ελληνικό σχολείο, το οποίο έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά, πριν απ’ όλα, στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού. Σε κάθε περίπτωση η σχολική τάξη απέκτησε «ανομοιομορφία» λίγο ως πολύ μεγαλύτερη, με την παρουσία μαθητών «διαφορετικών».
Όποιον πάρει ο χάρος
Ετσι, ενώ το 1996 στα ελληνικά σχολεία σε κάθε 100 μαθητές μόλις 3 είχαν γονείς αλλοδαπούς και παλιννοστούντες, το 2000 το ποσοστό αυτό υπερδιπλασιάστηκε και έφτασε στο 6,4%, ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό υπολογίζεται ότι ξεπερνάει το 10%. Mε βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία οι αλλοδαποί και οι παλιννοστούντες μαθητές έφτασαν τις 128.000 σε σύνολο 1,2 εκατ. μαθητών της δημόσιας Α/βάθμιας και Β/βάθμιας σχολικής εκπαίδευσης. Eνδεικτικά, στον Δήμο της Aθήνας ένας στους πέντε μαθητές (ποσοστό περίπου 22%) είναι αλλοδαπός. Σε ορισμένα σχολεία, μάλιστα, κεντρικών περιοχών, όπως η Kυψέλη, τα Πετράλωνα, το Γκάζι το ποσοστό των αλλοδαπών μαθητών σε μια τάξη φτάνει το 50%.
Είναι γνωστό ότι πίσω από τη ρητορική περί ίσων ευκαιριών το σχολικό σύστημα λειτουργεί σαν την προκρούστεια κλίνη. Τους ξαπλώνει όλους εκεί πάνω κι «όποιον πάρει ο χάρος». Μόνο που όπως φαίνεται ο «χάρος» κάνει διακρίσεις, αφού οι μαθητές που παρουσιάζουν αυξημένη «σχολική θνησιμότητα» έχουν κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Ολόκληροι πληθυσμοί παιδιών και εφήβων που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, τόσο οικονομικά όσο και μορφωτικά, καλούνται να αναμετρηθούν κατά τη διάρκεια του σχολικού τους βίου με συμμαθητές πολύ πιο ευνοημένους απ’ αυτούς και μάλιστα σε ένα πεδίο που δεν τους είναι οικείο.
Απέναντι στην πραγματικότητα της σχολικής ετερότητας το σχολείο ορθώνεται ισοπεδωτικό, μονολιθικό, άκαμπτο. Το σχολείο, με τις δικές του αξίες, συνθήκες, πρακτικές, απαιτήσεις, ζητάει από ένα ανομοιογενές μαθητικό σύνολο τις ίδιες επιδόσεις, ιδιότητες, ικανότητες.
Η κυρίαρχη λογική; Αν οι μαθητές δεν συμμετέχουν στον ίδιο βαθμό στη διδακτική διαδικασία και δεν επωφελούνται το ίδιο από το εκπαιδευτικό σύστημα, η ευθύνη είναι ολοκληρωτικά δική τους.
πηγή:xenesglosses.eu






