ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Της Βέρας Σιατερλή

 

Η Ιουλία Μπίμπα ήταν από τη Σάμο. Ήταν δασκάλα σε κατηχητικό. Αποφάσισε να συμμετάσχει στην αντίσταση, όταν άκουσε για δύο νεαρούς (τον Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα), που κατέβασαν τη γερμανική σημαία απ’ την Ακρόπολη. Δεν γνώριζε τα ονόματά τους, αλλά ήθελε να ακολουθήσει το παράδειγμά τους. Έτσι έγινε μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης  Π.Ε.Α.Ν. (Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζομένων Νέων) και ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης. Ίσως είναι η μοναδική γυναίκα στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας που καταδικάστηκε σε θάνατο κι εκτελέστηκε, σύμφωνα με την απόφαση του γερμανικού στρατοδικείου, δια πελέκεως! Στην Ελλάδα δεν υπήρχε τέτοιος τρόπος θανάτωσης. Για το λόγο αυτό η Ιουλία Μπίμπα εκτελέσθηκε με πέλεκυ σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου μεταφέρθηκε για να εκτελεστεί η ποινή της μετά τη σύλληψή της και την καταδίκη της σε θάνατο από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.

Σήμερα η προτομή της είναι στημένη στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, όπου βρίσκονται τοποθετημένα μνημεία των ηρώων της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ. Το σημείο είναι πνιγμένο από τις ομπρέλες, τα τραπεζοκαθίσματα του φαγάδικου δίπλα, αλλά και κακοποιημένα, όπως συνήθως συναντάμε να συμβαίνει παντού.

p1010029

 Στην οδό Γλάδστωνος στήθηκε μαρμάρινη στήλη που σε κάθε μια από τις 4 πλευρές της έχουν τοποθετηθεί χάλκινες πλάκες με χαραγμένα τα πορτρέτα των μελών της ΠΕΑΝ που συμμετείχαν στην ανατίναξη και την ημερομηνία εκτέλεσής τους από τους Γερμανούς κατακτητές: της Ιουλία Μπίμπα, του Διονύση Παπαδόπουλου, του Δημήτρη Λόη και του Γιάννη Κατεβάτη.

Ήταν Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου του 1942, στις 12 το μεσημέρι, μια φοβερή έκρηξη αναστάτωσε το κέντρο της Αθήνας. Με επίκεντρο τα κτίρια που βρίσκονταν στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος και σε ακτίνα τουλάχιστον εκατό μέτρων, από την πλατεία Κάνιγγος έως την Ομόνοια, τα τζάμια των σπιτιών και οι τζαμαρίες καταστημάτων καταρρέουν και ο κόσμος τρομοκρατημένος σπεύδει να δει τι συμβαίνει.
Η ανεξάρτητη αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ είχε αποφασίσει να ανατινάξει τα γραφεία της ΕΣΠΟ*. Χτύπησε Κυριακή, για να μην έχει κόσμο στα μαγαζιά κι επειδή πρωινά Κυριακής συνεδρίαζε ταυτόχρονα η ΕΣΠΟ και η Γκεστάπο. Η Ιουλία Μπίμπα κρατάει στην αγκαλιά της μια βόμβα δέκα οκάδων, μέσα σε μια τσάντα με χόρτα, και περιμένει ώρες το νεύμα, καθισμένη σ’ ένα παγκάκι στην Κάνιγγος.

Μετά από παρακολούθηση και μεγάλη προσοχή και ακρίβεια τη βόμβα στο κτίριο την έβαλε η Ιουλία Μπίμπα και ο Αντώνης Μυτιληναίος. Ιδού η σχετική διήγηση του Μυτιληναίου:
«Τη βόμβα την φτιάξαμε στο σπίτι της Ιουλίας Μπίμπα με 10 κιλά δυναμίτη και δύο εμπυρεύματα. Την έφερε η Ιουλία μέσα σε ταγάρι σκεπασμένη με ραδίκια από την πλατεία Κάνιγγος και την τοποθετήσαμε κάτω από το κλιμακοστάσιο, ανάψαμε τα δύο φυτίλια και βγήκαμε στην Πατησίων».
Όταν η Ιουλία και ο Αντώνης τοποθέτησαν την βόμβα, πιασμένοι χέρι, χέρι για να μη δώσουν υποψίες, προχώρησαν στα Χαυτεία και μπήκαν στο ζαχαροπλαστείο Αστόρια για να παρακολουθήσουν από εκεί τα τεκταινόμενα.

Η ώρα ήταν 12 και 5΄ όταν ακούστηκε η δυνατή έκρηξη που συγκλόνισε όλη την περιοχή. Η Ιουλία από τον ενθουσιασμό της πετάχτηκε αγκάλιασε τον Μυτιληναίο και τον φίλησε γεμάτη χαρά για το κατόρθωμά τους. Ο Αντώνης την απώθησε ελαφρά λέγοντας της «μη! Θα προδοθούμε!…» Αν τους έπαιρναν είδηση οι Γερμανοί θα τους εκτελούσαν επί τόπου!

Από την έκρηξη το κτίριο σωριάζεται και ένα άσπρο πυκνό σύννεφο σκόνης απλώνεται στην Πατησίων. Κάτω από τα ερείπια του κτηρίου ετάφησαν 29 μέλη της ΕΣΠΟ ανάμεσά τους και ο αρχηγός τους Στεροδήμος, 43 Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες αφού στον 3ο όροφο εστεγάζοντο υπηρεσίες της Λουφτβάφε. Τραυματίστηκαν επίσης πέντε Γερμανοί στρατιωτικοί και 27 μέλη της ΕΣΠΟ.

espo

Φωτο: Η οδός Πατησίων λίγο μετά την ανατίναξη

Οι Γερμανοί τρέχουν ουρλιάζοντας και βρίζοντας. Νόμισαν πως έγινε αεροπορική επιδρομή και σήμαναν συναγερμό ενώ στο κτήριο στο οποίο έγινε η έκρηξη και στεγάζονταν γερμανικές υπηρεσίες και η προδοτική φιλογερμανική ΕΣΠΟ, τυλίχτηκε στις φλόγες.

Κάποιοι περίεργοι, μαζεύονται στα πεζοδρόμια και παρακολουθούν, ενώ στους τραυματίες ένας ιερέας, λέει με υπερηφάνεια «Δεν πειράζει που κτυπήσαμε, αρκεί που αφανίστηκε η σφηκοφωλιά των προδοτών».

p1010023

H τιμητική πλάκα στην Πατησίων και Γλάδστωνος

Δύο μήνες μετά, ένα μέλος της οργάνωσης, ο Πολύκαρπος Νταλιάνης με το δέλεαρ των χρυσών λιρών, πρόδωσε τα μέλη της ΠΕΑΝ και συνελήφθησαν οι περισσότεροι. Κλείστηκαν στα μπουντρούμια της Γκεστάπο, βασανίστηκαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Σε θάνατο βεβαίως και η Ιουλία Μπίμπα, αλλά σ’ αυτήν επεφύλαξαν και μία έκπληξη. Ενώ οι άλλοι καταδικάστηκαν εις θάνατον δια τυφεκισμού (εκτελέστηκαν όλοι ένα μήνα μετά στο σκοπευτήριο Καισαριανής) η Μπίμπα καταδικάστηκε δις εις θάνατον δι’ αποκεφαλισμού!

Η εκτέλεσή της αργούσε, διότι δεν υπήρχε λαιμητόμος στην Ελλάδα! Η γερμανική διοίκηση έστειλε επείγον έγγραφο στο Βερολίνο και εκείνο έδωσε τη λύση. Να σταλεί η καταδικασθείσα στη Γερμανία για να εκτελεσθεί η ποινή εκεί…

Στην Μπίμπα ανακοίνωσαν ότι εξορίζεται στη Γερμανία και προς στιγμή νόμισε πως θα τη γλύτωνε. Έτσι από τις φυλακές Αβέρωφ όπου εκρατείτο, έστειλε το παρακάτω σημείωμα σε στενό συγγενικό της πρόσωπο:

« Άννα στείλε μου ό,τι πράγματα καταλαβαίνεις γιατί θα μας στείλουν εξορία. Κάνε ο,τι μπορείς… Ιουλία»

files-php

 

Φωτο: Το χειρόγραφο σημείωμα της άτυχης Ιουλίας

Σιδηροδρομικώς και με συνοδεία μεταφέρθηκε στη Γερμανία όπου εκτελέσθηκε δια πελέκεως… Η σορός της, άγνωστο πού μεταφέρθηκε και πού ετάφη…

Αναδημοσίευση:http://www.nostimonimar.gr

ΠΗΓΗ: εφημερίδα Real News της 27-2-2011,tvxs.gr, http://www.palmografos.comwww.mixanitouxronou.gr, el.wikipedia.org, http://criticeduc.blogspot.gr, enet.gr

Η ΕΣΠΟ (Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις) είχε κάνει την εμφάνισή της πολύ πριν τη δραστηριοποίηση των ταγμάτων ασφαλείας και των εθνικιστικών αντικομμουνιστικών συμμοριών. Η διαφορά της με τους μετέπειτα σχηματισμούς του ένοπλου δωσιλογισμού είναι ότι επιδίωκε να δημιουργήσει ελληνική λεγεώνα φιλοναζιστών εθελοντών που θα πολεμούσαν στο Ανατολικό μέτωπο στο πλευρό των Γερμανών. Ντόπιο κρέας για τη χιτλερική κρεατομηχανή δηλαδή.
Η προδοτική φιλοναζιστική οργάνωση είχε τα γραφεία της στον πρώτο και το δεύτερο όροφο του μεγάλου κτιρίου, στη γωνία της Γλάδστωνος και Πατησίων. Στα μπαλκόνια της κυμάτιζαν η γερμανική, η ελληνική, η ιταλική και η ιαπωνική σημαία. Στον τρίτο όροφο του κτιρίου βρίσκονταν στελέχη της γερμανικής Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (GFP).

5 χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα σε ενέδρα της Χρυσής Αυγής

5 χρόνια από τη δολοφονία Φύσσα – Αντιφασιστικές κινητοποιήσεις και συναυλίες σε Αθήνα και Πειραιά 

Την Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013 o Παύλος Φύσσας δολοφονείται από τον χρυσαυγίτη Γ. Ρουπακιά. Το τραγικό γεγονός, θα γίνει η αφορμή για να ξεσπάσει ένα κύμα αντιδράσεων κατά της νεοναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής αλλά και της κυβέρνησης Σαμαρά, που της επέτρεπε να δρα ανενόχλητη όλο το προηγούμενο διάστημα.

Ο Κασαμπάς -σήμερα Turgutlu- μετά την πυρπόλησή του στις 24 Αυγούστου 1922 από τον ελληνικό στρατό. Φωτογραφία τραβηγμένη πέντε μήνες αργότερα, για λογαριασμό του παρισινού Αρχείου Αλμπέρ Καν. |MUSÉE ALBERT KAHN

«Ολα του κάμπου τα χωριά καίονται από το υποχωρούν Γιουνάν-ασκέρ»

Νίκος Βασιλικός, πολεμικό ημερολόγιο (4/9/1921)

Τα ιστορικά ντοκουμέντα κρύβουν πολύ συχνά εκπλήξεις. Ο καλοπροαίρετος συμπολίτης μας που θα ξεφυλλίσει την πολυσυζητημένη συνθήκη της Λωζάννης, την ειρηνευτική δηλαδή συμφωνία που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923 μεταξύ της νεοσύστατης Τουρκικής Δημοκρατίας, επτά συμμαχικών χωρών κι εξακολουθεί μέχρι σήμερα ν’ αποτελεί τον πυλώνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, θα μείνει μάλλον άναυδος διαβάζοντας το άρθρο 59, το σχετικό με την εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων του μικρασιατικού πολέμου που προηγήθηκε.

Το πλήρες κείμενό του έχει ως εξής:

«Η Ελλάς αναγνωρίζει την υποχρέωσιν αυτής όπως επανορθώση τας προξενηθείσας εν Ανατολία ζημίας εκ πράξεων του ελληνικού στρατού ή της ελληνικής διοικήσεως αντιθέτων προς τους νόμους του πολέμου. Εξ άλλου η Τουρκία, λαμβάνουσα υπʹ όψιν την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος, ως αύτη προκύπτει εκ της παρατάσεως του πολέμου και των συνεπειών αυτού, παραιτείται οριστικώς πάσης απαιτήσεως κατά της Ελληνικής Κυβερνήσεως περί επανορθώσεων».

Τα πράγματα είναι ξεκάθαραη Ελλάδα, διά χειρός του αντιπροσώπου της Ελευθερίου Βενιζέλου, παραδέχεται με κάθε επισημότητα ότι τα στρατεύματά της διέπραξαν εγκλήματα πολέμου στη Μικρασία κι αναλαμβάνει την ευθύνη για καταβολή αποζημιώσεων στην Τουρκία· έστω και συμβολικά μόνο, αφού η Αγκυρα αποποιείται με τη σειρά της κάθε αποζημίωση, χάριν της περίθαλψης των ελληνορθόδοξων τέως υπηκόων της που κατέκλυζαν ως πρόσφυγες το καταχρεωμένο ελληνικό βασίλειο.

Η σημασία αυτής της παραδοχής ενισχύεται από το γεγονός ότι το παραπάνω άρθρο είναι το μόνο, σε σύνολο 143, όπου γίνεται λόγος για εγκλήματα πολέμου.

Ούτε οι σφαγές των ελληνικών πληθυσμών από τους κεμαλικούς, που η ελληνική Βουλή αναγόρευσε μάλιστα το 1998 σε «γενοκτονία», ούτε καμιά άλλη βιαιότητα απ’ όσες διαπράχθηκαν στο πλαίσιο εκείνης της πολύπλευρης σύρραξης αξιώθηκε παρόμοια διεθνή νομική αναγνώριση.

Η πολιτική διάσταση αυτής της μονομέρειας είναι βέβαια οφθαλμοφανής. Αντανακλά όχι μόνο τον περιφερειακό συσχετισμό δύναμης την επαύριο της πανωλεθρίας των ελληνικών όπλων, αλλά και τις επικρατούσες τότε νομικές αντιλήψεις περί εθνικής κυριαρχίας, σύμφωνα με τις οποίες εγκλήματα πολέμου διαπράττονταν αποκλειστικά και μόνο σε βάρος ξένων υπηκόων.

Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί, παρ’ όλα αυτά, το πραγματικό σκέλος της παραδοχής: για ποιες ακριβώς ενέργειες του ελληνικού στρατού, «αντίθετες προς τους νόμους του πολέμου», ανέλαβε την ευθύνη η χώρα μας;

Μαρτυρίες βετεράνων

Απάντηση στο τελευταίο αυτό ερώτημα δεν δίνεται φυσικά από την επίσημη εθνική ιστοριογραφία ή τις ακόμη ορθότερες εθνικά εκλαϊκεύσεις της στο πεδίο της «δημόσιας ιστορίας», που ως συνήθως επικεντρώνονται αποκλειστικά στα ανομήματα της απέναντι πλευράς.

Τα σχετικά τεκμήρια ωστόσο κάθε άλλο παρά σπανίζουν. Δεν αναφερόμαστε στην (αναμενόμενη) πτωματολογία της κεμαλικής προπαγάνδας ούτε στις εκθέσεις που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της σύρραξης από διάφορους τρίτους παρατηρητές (Διασυμμαχικές Επιτροπές, Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, Ευρωπαίους αυτόπτες).

Η γλαφυρότερη περιγραφή των πεπραγμένων του ελληνικού στρατού στη Μικρασία προέρχεται από τους ίδιους τους φαντάρους και τους αξιωματικούς του, τα ημερολόγια και τα απομνημονεύματά τους.

Οσο κι αν οι πηγές αυτές δεν είναι πάντοτε απαλλαγμένες από τη συνήθη σ’ αυτές τις περιπτώσεις αυτοπροστατευτική ωραιοποίηση κι αυτολογοκρισία, παραμένουν ωστόσο αρκετά αποκαλυπτικές για την πραγματική φύση της εθνικής εξόρμησης που κατέληξε στην πολύνεκρη τραγωδία της Σμύρνης.

Από το περιεχόμενό τους καθίσταται επίσης προφανές πως οι πρακτικές του ελληνικού στρατού στη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας πέρασαν από τρεις διαφορετικές φάσεις, με κοινό χαρακτηριστικό την κλιμάκωση κάθε φορά της κατοχικής βίας.

Η διαρκής αυτή σκλήρυνση οφειλόταν σε τρεις βασικούς παράγοντες:

 Την επέκταση της ζώνης των επιχειρήσεων σε περιοχές κατοικούμενες σχεδόν αποκλειστικά από Τουρκομουσουλμάνους.

 Τον σταδιακό εκβαρβαρισμό των πολεμιστών εξαιτίας του πολύχρονου εγκλωβισμού τους σ’ ένα πολεμικό θέατρο μακριά από τις εστίες τους, δίχως ορατή διέξοδο.

 Την αντικατάσταση της αρχικής βενιζελικής διοίκησης, που αντιλαμβανόταν λίγο πολύ τα όρια της εντολής της, από μια απροκάλυπτα ρατσιστική ηγεσία γύρω από τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Για το παρανοϊκό «αλυτρωτικό» όραμα αυτού του τελευταίου αποκαλυπτική είναι μια επιστολή του από την Κιουτάχεια προς την ερωμένη του πριγκίπισσα Πάολα (9/8/1921), σύμφωνα με την οποία είχε φτάσει πια η «ώρα να επιστρέψουν οι Τούρκοι στα ενδότερα της Ασίας, απ’ όπου ήρθαν» («A King’s private letters», Λονδίνο 1925, σ.191).

Η «αποικιακή» φάση

Η πρώτη φάση του πολέμου ξεκινά με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (2/5/1919), ως αστυνομικής δύναμης υπό συμμαχική επίβλεψη και διοίκηση, και διαρκεί μέχρι την αλλαγή κυβερνητικής φρουράς στην Αθήνα, μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920 και την παλινόρθωση του Κωνσταντίνου.

Στο μεσοδιάστημα η ελληνική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε τον Ιούνιο του 1920 προς τα βορειοανατολικά σαν μαξιλάρι προστασίας των βρετανικών στρατιωτικών θέσεων γύρω από τα Στενά και την Κωνσταντινούπολη.

Μολονότι επίσημα εμφανιζόταν ως εγχείρημα εθνικής απελευθέρωσης, στην πραγματικότητα ακόμη κι αυτή η πρώτη φάση της εκστρατείας πραγματοποιούνταν σε εδάφη τα οποία, στην καλύτερη των περιπτώσεων, περιλάμβαναν εξίσου πολλούς εχθρούς όσο και αλύτρωτους αδελφούς.

Σύμφωνα με την επίσημη ελληνική στατιστική, η ζώνη κατοχής της Σμύρνης, που παραχωρήθηκε προσωρινά στην Ελλάδα από τη Συνθήκη των Σεβρών (10/8/1920), κατοικούνταν από ισοδύναμους πληθυσμούς ελληνορθόδοξων (46,3%) και μουσουλμάνων (48,6%).

Οι απόρρητες υπηρεσιακές απογραφές της ελληνικής διοίκησης σκιαγραφούν ωστόσο μια αρκετά διαφορετική πραγματικότητα, με τους ελληνορθόδοξους λιγότερους από 40%.

Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα βρέθηκε έτσι ευθύς εξαρχής αντιμέτωπο με μια ένοπλη αντίσταση εκ μέρους των Τούρκων εθνικιστών, η οποία απολάμβανε την ανοιχτή ή συγκαλυμμένη υποστήριξη της πλειοψηφίας του τοπικού πληθυσμού.

Ελληνες φαντάροι σκοτωμένοι κι ακρωτηριασμένοι από Τούρκους αντάρτες.
Ελληνες φαντάροι σκοτωμένοι κι ακρωτηριασμένοι από Τούρκους αντάρτες. | Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ «ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ» (2007)

Για την καταστολή αυτού του αντιστασιακού κινήματος, κάτω από τη στενή επίβλεψη της Ανώτατης Συμμαχικής Διοίκησης, ο ελληνικός στρατός κατέφυγε στις κλασικές μεθόδους αντιεξέγερσηςχτένισμα της υπαίθρου σε αναζήτηση «συμμοριτών», συστηματικά βασανιστήρια για την απόσπαση πληροφοριών σχετικά με τις κινήσεις και τα δίκτυα υποστήριξης του αντάρτικου, αιματηρά αντίποινα για κάθε επίθεση εναντίον του στρατού κατοχής και καταστροφή κάθε οικισμού που πρόβαλλε αντίσταση στην προέλασή του.

Σπονδυλική στήλη αυτής της στρατηγικής ήταν επίσης η άσκηση πίεσης στον ντόπιο μουσουλμανικό πληθυσμό, προκειμένου το αντάρτικο των κεμαλικών να στερηθεί το «νερό» μέσα στο οποίο κινούνταν σαν το ψάρι.

Οταν μια ελληνική εφοδιοπομπή δέχτηκε πυρά ανταρτών τον Αύγουστο του 1920, σημειώνει λ.χ.ο Στυλιανός Γονατάς στα απομνημονεύματά του, «εστείλαμεν δυο Τούρκους εις τα απέναντι χωρία να τα ειδοποιήσουν ότι, αν επαναληφθή το τοιούτον, θα πυρπολήσωμεν τα χωρία των» (Γονατάς 1958, σ.147).

Ο τότε λοχαγός και μετέπειτα στρατηγός Στέφανος Σαράφης θυμάται πάλι πως όταν κόπηκαν οι τηλεφωνικές γραμμές της μονάδας του, συνέλαβε και ξυλοφόρτωσε παραδειγματικά «κάμποσους Τούρκους χωριάτες» που «ήταν ξαπλωμένοι και λιάζονταν σε μια πλαγιά» εκεί κοντά· διευκρινίζει δε πως, όχι μόνο δεν ξανάγινε σαμποτάζ, αλλά οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού «ώρισαν και φύλακες της γραμμής» (Σαράφης 1980, σ.182).

Στο περιθώριο των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σημειώνονται φυσικά και ατομικές ή ομαδικές παρεκτροπές όπως λεηλασίες ή και βιασμοί.

Το πρώτο αντιμετωπίζεται συνήθως από την ιεραρχία με ανοχή, σαν παράπλευρη κάλυψη των χρόνιων αδυναμιών της επίσημης επιμελητείας.

Οι δεύτεροι θεωρούνται φυσικά τιμωρητέο έγκλημα, έστω κι αν οι αξιωματικοί συχνά προτιμούν να κλείσουν τα μάτια παρά να παραπέμψουν τους υφισταμένους τους στο στρατοδικείο.

Σε γενικές πάντως γραμμές η κατοχική διοίκηση προσπαθεί να περιορίσει αυτές τις καταχρήσεις εξουσίας, έχοντας επίγνωση του αντιστρέψιμου των κατακτήσεων«Στρατηγοί, ε στρατηγοί! Δίνουμε εξετάσεις. Κι αν έρθουμε μεταξεταστέοι, τη χάσαμε τη Σμύρνη» θυμίζει ο Ηρακλειώτης ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης στους επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος, την επαύριο μιας ταραγμένης νύχτας στη συνοικία Μπασμαχανέ της Σμύρνης (Χατζήμπεης 1965, σ.62).

Δύο παράγοντες που επιδρούν σοβαρά στη συμπεριφορά των Ελλήνων φαντάρων σ’ αυτή την πρώτη φάση είναι (α) οι αγριότητες που διαπράττουν οι κεμαλικοί αντάρτες σε βάρος αιχμαλώτων στρατιωτικών ή ελληνορθόδοξων αμάχων, και (β) η συμπεριφορά του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού απέναντι στους μουσουλμάνους.

Στην πρώτη περίπτωση ο ελληνικός στρατός βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κλασική πτυχή του ανταρτοπόλεμου: ανίσχυροι ν’ αναμετρηθούν μετωπικά μαζί του, οι Τούρκοι «συμμορίτες» (τσέτες) προσπαθούν να υπονομεύσουν το ηθικό του με παραδειγματικές βαρβαρότητες σε βάρος μεμονωμένων στόχων.

Τα κατασταλτικά μέτρα που πυροδοτούνται απ’ αυτές τις ενέργειες θέτουν έτσι σε κίνηση ένα φαύλο κύκλο βίας, που αποκόβει πλήρως τα κατοχικά στρατεύματα από τους κατακτημένους.

Στη δεύτερη περίπτωση ένα μίγμα αντεκδικήσεων για παλιότερα βάσανα (ανθελληνικοί διωγμοί του 1914, εκτοπίσεις Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου) και εκμετάλλευσης των ευκαιριών που άνοιγε η ανατροπή των παραδοσιακών σχέσεων κυριαρχίας πολλαπλασίασε τα βίαια επεισόδια που το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα καλούνταν να «ειρηνεύσει». Οπως ήταν αναμενόμενο, οι επεμβάσεις του κατέληγαν συνήθως σε υποστήριξη των «ομογενών» σε βάρος των «αλλοφύλων».

Οι πρώτες ελληνικές μονάδες δεν είχαν καλά καλά προλάβει ν’ αποβιβαστούν στη Σμύρνη και η σύζευξη των δύο αυτών παραγόντων οδήγησε σε αλλεπάλληλα αιματηρά επεισόδια στην ίδια την πρωτεύουσα της Ιωνίας, στη Μενεμένη και κυρίως στο Αϊδίνι −ενταφιάζοντας μια και καλή τα σχέδια του Βενιζέλου για μια πρότυπη αποικιακή διακυβέρνηση.

«Η θέσις μας εν Σμύρνη από ημέρας εις ημέρας καθίσταται πολιτικώς επισφαλεστέρα εκ των παρεκτροπών του στρατού μας» εκτιμά έτσι στις 18/7/1919 ο πρωθυπουργός, προειδοποιώντας ότι αν «οι στρατιωτικοί μας δεν συνέλθουν εκ της μέθης εις ήν φαίνονται ευρισκόμενοι, και δεν προλάβουν πάσαν νέαν παρεκτροπήν, θα καταντήσωμεν να εξωσθώμεν εκ Σμύρνης κακήν κακώς, εξηυτελισμένοι και ταπεινωμένοι».

Οι αφηγήσεις των φαντάρων είναι συνήθως αρκετά λακωνικές κατά την περιγραφή παρόμοιων περιστατικών. Μετά την ανακατάληψη του Αϊδινίου τον Ιούνιο του 1919, διαβάζουμε π.χ. στο ημερολόγιο ενός τσολιά από τη Βοιωτία, «ο διοικητής μας Γεώργιος Κονδύλης μας δίνει το δικαίωμα να πράξουμε ό,τι βαστάει η ψυχή μας. Πράγματι, μερικοί φαντάροι άρχισαν να κάνουν πολλά έκτροπα σ’ αντίποινα» (Καραγιάννης 1976, σ.134-5).

Η πρώτη έκδοση του «Νούμερο 31328» ήταν η μόνη που περιέγραψε με σαφήνεια το έργο των ελληνικών «Συνεργείων Αντιποίνων»
Η πρώτη έκδοση του «Νούμερο 31328» ήταν η μόνη που περιέγραψε με σαφήνεια το έργο των ελληνικών «Συνεργείων Αντιποίνων» | Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ «ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ» (2007)

Διαφωτιστικότερος αποδεικνύεται εδώ ο Μικρασιάτης Ηλίας Βενέζης στην πρώτη έκδοση του βιβλίου του «Το νούμερο 31328» (και μόνο σ’ αυτή, καθώς στις επόμενες η επίμαχη παράγραφος κρίθηκε προτιμότερο ν’ απαλειφθεί): «Στην κατοχή, όξω από την Πέργαμο βρέθηκαν τα πτώματα, καμιά σαρανταριά φαντάροι δικοί μας, σφαγμένοι και πεταλωμένοι. Υστερα πήγε εκεί το 4ο Σύνταγμα. Εγινε ένα “Συνεργείο Αντιποίνων”. Τοποθετήθηκε ένα νέο παιδί, Μυτιληνιός. Ηταν μάνα. Σκαρφίζουνταν ένα σωρό πράματα: το κρανίο κόβεται σιγά σιγά με το πριόνι, ένα κύκλο γύρω, τα χέρια λιανίζουνται με μια βαριά, δυο μάτια βγαίνουν εύκολα με ό,τι νάναι. Οι εχτροί κουβανιούνταν στην παράγκα του Συνεργείου, βλέπαν και περιμέναν σειρά» (Μυτιλήνη 1931, σ.62-3).

Εκτός από την πάταξη της τουρκικής αντίστασης, παρόμοιες μέθοδοι μπορούσαν φυσικά ν’ αξιοποιηθούν και για την ικανοποίηση ατομικών επιδιώξεων.

Το πιστοποιούν οι αναμνήσεις ενός Ρωμιού από τη Χηλή της Βιθυνίας σχετικά με τη δραστηριότητα του Ελληνα υπαξιωματικού και των «λιποτακτών» που είχαν διοριστεί φύλακες της ιδιαίτερης πατρίδας του: «Πήγαιναν στα χωριά, τάχα πως γυρεύαν τουφέκια, πιάναν κανέναν πλούσιο Τούρκο, τον κρεμούσαν ανάποδα κι άναβαν χόρτα από κάτω, για να μαρτυρήσει πού έχουν όπλα, κι ύστερα πήγαινε ένας Χηλήτης και του ’λεγε “δώσε εκατό λίρες να σε γλυτώσουμε”» (Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, «Η έξοδος», τ.Α΄, Αθήνα 1980, σ.343).

Πόλεμος εξόντωσης

Η δεύτερη φάση ξεκινά με τη μεγάλη ελληνική επίθεση του Μαρτίου του 1921 και κορυφώνεται με την άκαρπη προέλαση του ίδιου καλοκαιριού προς την Αγκυρα· μετά την αναδίπλωσή του από τον Σαγγάριο στην προωθημένη αμυντική γραμμή Εσκί Σεχίρ-Αφιόν Καραχισάρ, όπου θα παραμείνει έναν ολόκληρο χρόνο, το εκστρατευτικό σώμα κατέχει μια έκταση εφτά φορές μεγαλύτερη από τη ζώνη των Σεβρών και ίση με το 70% του ελληνικού κράτους.

Στις συνθήκες αυτές η αστυνόμευση αποικιακού τύπου παραχωρεί αρκετά γρήγορα τη θέση της σ’ έναν αμείλικτο πόλεμο εξόντωσης, όπου στο στόχαστρο μπαίνουν όχι μόνο οι αντίπαλες στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά και σύμπας ο άμαχος μουσουλμανικός πληθυσμός.

Τα τουρκικά χωριά κατά μήκος της προέλασης του ελληνικού στρατού παραδίδονται συστηματικά στις φλόγες βάσει εντολής του στρατηγείου, προκειμένου να στερηθούν οι αντάρτες τις βάσεις λογιστικής υποστήριξής τους· σε περίπτωση αντίστασης η καταστροφή συμπληρώνεται με σποραδικές σφαγές κατοίκων.

Η συμπεριφορά των εισβολέων επιδεινώνεται από το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη μικτή εθνολογική σύνθεση των παραλίων, η ενδοχώρα κατοικούνταν σχεδόν ολοκληρωτικά από Τουρκομουσουλμάνους.

«Βδομάδες ολόκληρες προχωρούσε ο ελληνικός στρατός και χρόνια ολόκληρα παρέμεινε σε έδαφος ξένο και εχθρικό, που μόνο η αρχαιολογική ικανότητα των Ελλήνων δημοσιογράφων απεκάλυπτε πως όχι μονάχα ήτανε αλλά και είναι ελληνικό» διαβάζουμε σε μία από τις πιο εύστοχες αναλύσεις των αμέσως επόμενων χρόνων. «Ούτε μια τηλεφωνική γραμμή δε μπορούσε να εγκαταστήση στο απελευθερωμένο αυτό έδαφος, χωρίς κίνδυνο. Δεν συναντούσε παρά ξένο κόσμο με κρυφές ή φανερές εχθρικές διαθέσεις» (Σεραφείμ Μάξιμος, «Κοινοβούλιο ή δικτατορία;», Αθήνα 1975 [π.έ. 1930], σ.19-20).

Από δω και πέρα οι μαρτυρίες των φαντάρων για την πραγματική φύση της εκστρατείας κάθε άλλο παρά σπανίζουν.

Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε αποτελούν μόνο ελάχιστο μέρος του διαθέσιμου υλικού.

«Η φάλαγξ μας εσυνέχισε την πορείαν της προς Παζαρτζίκ, όπερ κατελάβομεν κατόπιν μικράς αντιστάσεως του εχθρού και το οποίον ο στρατός μας επυρπόλησε» διαβάζουμε π.χ. στο ημερολόγιο ενός Ρεθυμνιώτη υπολοχαγού (30/6/1921).

«Ητο κωμόπολις 3.500 κατοίκων περίπου, εις άκρον πλουσία και ωραία, ως εκ του τρόπου δε κατασκευής των οικιών του από σανίδας και ξύλα, κατεστράφη τελείως εκ της πυρκαϊάς εις διάστημα ολίγων μόνον ωρών. Οι κάτοικοι είχον εγκαταλείψει το χωρίον ευθύς ως αντελήφθησαν προελαύνοντα τα τμήματά μας, πλην ελαχίστων γερόντων τους οποίους ηναγκάσθησαν να αφήσουν εκεί λόγω του δυσχερούς της μεταφοράς των»· τι απέγιναν αυτοί οι τελευταίοι, δεν είναι καθόλου δύσκολο να το φανταστούμε (Πρινιωτάκις 1998:120-1).

«Φθάνομε εις χωρίον Σιμωσίν και παραμένομε έξω αυτού» σημειώνει ένας άλλος φαντάρος στο δικό του ημερολόγιο την ίδια ακριβώς μέρα. «Αίφνης μετ’ ολίγον δεχόμεθα πυρά, αμέσως εις τα όπλα, ανακαλύπτονται κρυμμένοι ‘τσέτες’ εντός του χωριού, φονεύονται αρκετοί και εν τέλει φωτιά στο χωριό, επιτρέποντας να εξέλθουν του χωριού τα γυναικόπαιδα μόνον» (Αργυρόπουλος 1985, σ.57).

Εξίσου εύγλωττος είναι ένας Αγρινιώτης λοχίας όσον αφορά τα «αντίποινα» για τον φόνο δύο φαντάρων σε κάποια ενέδρα: «Τα χωρία εκάησαν αφού διερπάγησαν καταλλήλως. Αι δε Χανούμ και οι Τούρκοι, οίτινες προσεπάθουν να περισώσωσι ό,τι ηδύναντο να περισωθή εκ των φλογών, ετυφεκίζοντο!» (Πολίτης 2009, σ.94).

Δύο μήνες μετά, κατά την αναδίπλωση από τον Σαγγάριο (4/9/1921), «τα υποχωρούντα τμήματα του στρατού μας θέτουν πυρ εις χωρία εξ ων διερχόμεθα και εις τα εν αφθονία ευρισκόμενα ακόμη εις τους αγρούς σιτηρά. Οι κάτοικοι των διαφόρων χωρίων, περίτρομοι, συγκεντρωμένοι εις τας παρυφάς των χωρίων των, περίλυποι αλλά και μη τολμώντες ουδέν να πράξωσι, παρακολουθούσι το θέαμα. Δυστυχώς, δεν έλειψαν και παρεκτροπαί και βιαιότητες των στρατιωτών μας» (Πρινιωτάκις, σ.144).

Γλαφυρότερος είναι για το ίδιο βράδυ στο δικό του ημερολόγιο ένας στρατευμένος φοιτητής: «Οταν το σκοτάδι εμουτζούρωσε τα πάντα, ως άλλοι Νέρωνες από του ύψους γιγανταίου βράχου αποθαυμάζομεν αγρίας μεγαλοπρεπείας θέαμα. Ολα του κάμπου τα χωριά καίονται από το υποχωρούν Γιουνάν-ασκέρ το οποίον μεταλαμπαδεύει, επ’ ευκαιρία της διαβάσεώς του, τα πραγματικά φώτα του πολιτισμού».

Σύμφωνα με επίσημη διαταγή της στρατιάς, εξηγεί, «πρέπει το παν να καίεται εφ’ όσον δεν είναι δυνατόν να μετακομισθή» (Βασιλικός 1992, σ.108-9).

Την εικόνα ολοκληρώνουν οι αναμνήσεις του Γονατά από την επόμενη νύχτα:«Εφοβήθημεν ότι οι σκορπισμένοι παντού Τούρκοι, κάτοικοι των πυρπολουμένων χωρίων των, θα μας εφόνευον και δικαίως, εκδικούμενοι τους ημετέρους εμπρηστάς» (σ.180).

Οσοι επιχείρησαν κάτι τέτοιο, το πλήρωσαν πάντως ακριβά· αν όχι οι ίδιοι, τουλάχιστον οι συγχωριανοί τους. Τα αντίποινα για την εξόντωση της στρατιωτικής φρουράς ενός μουσουλμανικού οικισμού κάνουν έτσι να ωχριά η δική μας Κάνδανος:«Μετά που φτάσαν οι δικές μας στρατιωτικές δυνάμεις, βάλαν φωτιά στο χωριό και σήμερα που φτάσαμε και μεις ακόμα καίγεται. Οι κάτοικοι που είχαν μείνει ζωντανοί είναι όλοι συγκεντρωμένοι σ’ ένα αρχαίο φρούριο, που είναι στη διάθεση των φαντάρων. Ο,τι τους βαστάει η ψυχή τους, άλλοι σκοτώνουνε τούρκους χωρικούς γι’ αντίποινα, άλλοι ατιμάζουνε κορίτσια και γυναίκες» (Καραγιάννης 1976, σ.258).

Το δάσος που κλαίει

Την εικόνα συμπληρώνουν δυο ειδικές επιχειρήσεις που διεξήχθησαν κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες.

Η πρώτη είναι η συστηματική εθνοκάθαρση της χερσονήσου της Νικομήδειας, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1921. Εκκαθάριση που τεκμηριώθηκε σχεδόν αμέσως με κάθε λεπτομέρεια, χάρη στην παρουσία ξένων παρατηρητών όπως ο ιστορικός Αρνολντ Τόινμπι, μια Διασυμμαχική Επιτροπή κι ένας απεσταλμένος του ΔΕΣ.

Το έναυσμα για τη συστηματική βία που ασκήθηκε το τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου πάνω στους εκεί μουσουλμάνους από τον ελληνικό στρατό και τους παραστρατιωτικούς συνεργάτες του δόθηκε από την εισήγηση του Συμμαχικού Συμβουλίου (12/2/1921) για «αντικειμενική έρευνα των πληθυσμιακών δεδομένων στην Ανατολική Θράκη και τη Σμύρνη» ως προϋπόθεση για την τελική απόδοσή τους στην Ελλάδα.

Μολονότι απορρίφθηκε ομόφωνα από την ελληνική Βουλή, η πρόταση αυτή λειτούργησε ως κίνητρο για την εσπευσμένη εθνοκάθαρση των στρατηγικά κρίσιμων εδαφών μεταξύ Βασιλεύσουσας και Δυτικού Πόντου.

Η βρομοδουλειά διεκπεραιώθηκε από «ιδιώτες» παραστρατιωτικούς και επισφραγίστηκε από τον τακτικό στρατό και το ναυτικό μ’ ένα λουτρό αίματος που θυμίζει έντονα, αν και σε σαφώς μικρότερη κλίμακα, όσα έμελλε ν’ ακολουθήσουν την επόμενη χρονιά στην προκυμαία της Σμύρνης.

Η έκταση και η ένταση των αγριοτήτων ήταν ωστόσο τέτοια που όχι μόνο υπονόμευσαν τις ελληνικές θέσεις στη διεθνή κοινή γνώμη, αλλά προκάλεσαν και την πανικόβλητη φυγή του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού.

Η δεύτερη επιχείρηση ήταν η άγρια καταστολή, την άνοιξη του 1922, μιας αγροτικής εξέγερσης στην ορεινή περιοχή του Σιμάβ. Αγανακτισμένοι από τις υπερβολικές επιτάξεις της ελληνικής επιμελητείας και καθοδηγούμενοι από τους κεμαλικούς αντάρτες που παρεπιδημούσαν εκεί από καιρό, οι εξεγερμένοι εξολόθρευσαν σε ενέδρα μια στρατιωτική φάλαγγα, για να υποστούν ταχύτατα την πιο παραδειγματική τιμωρία.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του ΓΕΣ, «η παραμονή των χωρικών μετά των γυναικοπαίδων εις τα όρη και χαράδρας, όπου υφίσταντο τα πάνδεινα, προεκάλεσε την γενικήν αγανάκτησιν κατά των πρωταιτίων του κινήματος» και προσωρινή ειρήνευση της περιοχής.

Τι ακριβώς περιλάμβαναν αυτά «τα πάνδεινα», μας το εξηγεί ο τσολιάς από τη Βοιωτία που μετείχε στην εκκαθάριση«Οι φωνές και τα κλάματα των γυναικών και των παιδιών δεν παύουνε μέρα νύχτα. Ολο το δάσος, και ιδίως τα πιο κλειστά μέρη, είναι γεμάτα κόσμο και ρουχισμό. Κάθε γυναίκα, κάθε παιδί και κάθε αδύνατο μέρος είναι στη διάθεση του κάθε Ελληνα στρατιώτη. […] Δεν έχουν τελειωμό οι διηγήσεις των φαντάρων τι είδανε και τι κάνανε σ’ αυτό το διάστημα. […] Συνάντησαν, λένε, ολόκληρες οικογένειες, πολλές γυναίκες, όμορφες κι άσκημες. Αλλες κλαίγανε, άλλες θρηνούσανε τον άντρα τους, την τιμή τους».

Ο επικεφαλής των τιμωρών, συνταγματάρχης Παλαιολόγος, είχε δώσει στους άντρες του το ελεύθερο «να πράξουν ό,τι η συνείδηση κι η ψυχή τους βαστάει».

Η εκστρατεία ολοκληρώθηκε με το κάψιμο κάθε κατοικημένου χώρου, ενίοτε μαζί με τους ηλικιωμένους κατοίκους (Καραγιάννης 1976, σ.290-7). Σε αντίθεση με τη Νικομήδεια, τούτη τη φορά δεν υπήρξαν πάντως εξωτερικοί παρατηρητές.

Οι πύλες της Κόλασης

Ουσάκ, Φιλαδέλφεια (Alaşehir), Μαγνησία (Manisa). Τα ερείπια που άφησε πίσω του ο ελληνικός στρατός, φωτογραφημένα τον Ιανουάριο του 1923 από το Αρχείο Αλμπέρ Καν
Ουσάκ, Φιλαδέλφεια (Alaşehir), Μαγνησία (Manisa). Τα ερείπια που άφησε πίσω του ο ελληνικός στρατός, φωτογραφημένα τον Ιανουάριο του 1923 από το Αρχείο Αλμπέρ Καν | MUSÉE ALBERT KAHN

Η τρίτη και τελευταία φάση, απείρως αγριότερη από τις προηγούμενες, είχε πολύ διαφορετικό χαρακτήραδεν επρόκειτο πια για στοχευμένα ή παράπλευρα εγκλήματα στο πλαίσιο κατασταλτικών δραστηριοτήτων, αλλά για το ανεξέλεγκτο ξέσπασμα ενός διαλυμένου στρατού μετά την τελική επίθεση του Κεμάλ στις 15 Αυγούστου 1922.

Η συλλογική άρνηση των Ελλήνων φαντάρων να παραμείνουν στη Μικρασία («απεργία πολέμου» την αποκαλούν ουκ ολίγα απομνημονεύματα, ανεξαρτήτως ιδεολογίας του εκάστοτε συντάκτη) και η απεγνωσμένη φυγή τους προς τη θάλασσα συνοδεύτηκαν από ένα όργιο λεηλασιών, εμπρησμών και φόνων σε βάρος τόσο του μουσουλμανικού όσο και -σπανιότερα- του χριστιανικού πληθυσμού.

Οχι μόνο χωριά και κωμοπόλεις, αλλά και μεγάλα αστικά κέντρα όπως το Αφιόν Καραχισάρ, το Ουσάκ, η Φιλαδέλφεια, ο Κασαμπάς, η Μάνισα και η Πάνορμος μετατράπηκαν έτσι σε στάχτη από τους πανικόβλητους «απεργούς».

Η έκταση της καταστροφής ήταν τέτοια, που δεν αφήνει και πολλά περιθώρια υπεκφυγής, ακόμη και στις λακωνικότερες περιγραφές: «Τις καταστροφές στις πόλεις και τα χωριά απ’ όπου περάσαμε, τους εμπρησμούς και τις άλλες ασχημίες, δεν είμαι ικανός να περιγράψω και προτιμώ να μείνουν στη λήθη» γράφει χαρακτηριστικά ένας αξιωματικός, υπουργός Εσωτερικών αργότερα της κυβέρνησης Τσολάκογλου (Δεμέστιχας 2002, σ.104).

Οι περισσότεροι δεν διστάζουν πάντως να πουν τα πράγματα με το όνομά τους. Τυπικό δείγμα«Το Ουσάκ καίεται. Ολα τα γύρω χωριά παραδίδονται εις τας φλόγας. Φωτιά, παντού φωτιά. […] Μετά πορείαν δώδεκα συνεχών ωρών φθάνομεν εις το χωρίον Εϋνέκ, κείμενον εντός χαράδρας, φωτιζομένης με αγρίαν μεγαλοπρέπειαν από τας φλόγας του καιομένου χωρίου. […] Φθάνομεν εις τον Κασαμπά, ο οποίος καίεται απ’ άκρου εις άκρον. Το παμφάγον πυρ γλείφει με τας πυρίνας γλώσσας του αδιακρίτως τα κωδωνοστάσια των Εκκλησιών καθώς και τους μιναρέδες των τζαμιών» (Βασιλικός 1922, σ.182 & 187).

Ο τυφλός χαρακτήρας του ξεσπάσματος επανέρχεται στις περισσότερες αφηγήσεις:«Διερχόμεθα διά Φιλαδελφείας, η οποία καίεται απ’ άκρου εις άκρον. Η λύσσα της καταστροφής και της λεηλασίας δεν κάμνει διάκρισιν εθνικοτήτων. Καίεται η ελληνική συνοικία Φιλαδελφείας και λεηλατούνται αι ελληνικαί οικίαι, όπως και αι τουρκικαί» (Γονατάς 1958, σ.209).

Λίγο παρακάτω ο ίδιος μάς πληροφορεί πως «η Μαγνησία, κατοικουμένη υπό 80 χιλ. κατοίκων και μένεα πνέουσα διά την πυρπόλησίν της, δεν ήτο ακίνδυνος» για τους υποχωρούντες.

Η Σμύρνη στις φλόγες
Η Σμύρνη στις φλόγες | 

Ο επίλογος αυτής της ιστορίας υπήρξε εξαιρετικά θλιβερός. «Οι γενναίοι Ελληνες στρατιώται παραδίδονται κατ’ αγέλας, αι δε πόλεις και αι οδοί αι οποίαι τους εθαύμασαν διερχομένους υψαύχενας νικητάς, τους βλέπουν ήδη ρακενδύτους αιχμαλώτους, επιδιδομένους εις την επισκευήν εκείνων τα οποία οι ίδιοι εις στιγμήν παραφροσύνης κατέστρεψαν» σημειώνει στο κλασικό σύγγραμμά του για τη στρατιωτική ψυχολογία ο συνταγματάρχης Φεσσόπουλος, μελλοντικός διευθυντής των πρώτων ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών («Η ψυχολογία εν τω στρατώ», Εν Αθήναις 1924, σ.121).

Εκατοντάδες αιχμάλωτοι λιντσάρονται στα πρόθυρα των πυρπολημένων πόλεων από εξαγριωμένα πλήθη κατοίκων· όσοι σωθούν, το οφείλουν συχνά σε κατευναστικές παρεμβάσεις των αξιωματικών που τους συνοδεύουν.

«Ο Κατσαμπάς ήταν μια μεγάλη και πολύ εύφορη πόλις, αλλά κατά την οπισθοχώρησιν των ελληνικών στρατευμάτων επυρπολήθη και κατεστράφη ολοσχερώς» διαβάζουμε λ.χ. στις αναμνήσεις ενός επιζήσαντα. «Πριν μπούμε στην πόλη, επροπορεύθησαν οι [Τούρκοι] αξιωματικοί και δεν ξεύρω πώς, έπεισαν τον συσσωρευθέντα εκεί τουρκικόν πληθυσμόν να μην μας πειράξουν» (Ανδρούτσος 1997, σ.91).

Εξαίρεση σ’ αυτό το όργιο βίας, λόγω του μεγέθους αλλά και της πληθυσμιακής σύνθεσής της, αποτέλεσε η ίδια η Σμύρνη.

Λίγες μέρες μετά την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων θα πυρποληθεί ωστόσο κι αυτή, από τους κεμαλικούς τούτη τη φορά· χιλιάδες άνθρωποι, ντόπιοι και πρόσφυγες, θα χαθούν με τη σειρά τους στις φλόγες.

Με τη συνήθη επιλεκτικότητά της η εθνική συλλογική μνήμη απ’ όλο το μακελειό της τριετίας θα κρατήσει τελικά μόνο αυτή την τελευταία εικόνα…

 Διαβάστε
▶ Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και εθνοκάθαρση. Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, 1912-1922 (Αθήνα 2007, εκδ. Βιβλιόραμα). Η τραγωδία του άμαχου πληθυσμού την εποχή της οικοδόμησης εθνικά ομοιογενών κρατών στη γειτονιά μας. Ειδικό κεφάλαιο για τη μικρασιατική εκστρατεία, βασισμένο ως επί το πλείστον στις μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτικών.
▶ Αγγέλα Καστρινάκη, «Το 1922 και οι λογοτεχνικές αναθεωρήσεις», σε Αστέριος Αργυρίου κ.ά. (επιμ.), Ο Ελληνικός Κόσμος ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση (Αθήνα 1999, εκδ. Ελληνικά Γράμματα), τ.Α΄, σ.165-74. Σύντομη αλλά περιεκτική επισκόπηση της μεταχείρισης που η ελληνική λογοτεχνία επιφύλαξε στις εκατέρωθεν αγριότητες του μικρασιατικού πολέμου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η επισήμανση της σταδιακής απάλειψης των ελληνικών βιαιοτήτων από τη συνολική εικόνα, ως αποτέλεσμα κυρίως της αξιακής αποκάθαρσης του εθνικισμού μετά την εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης.
▶ Ημερολόγια και απομνημονεύματα που χρησιμοποιήθηκαν:
  • Σπύρος Ανδρούτσος, Προσωπικό ημερολόγιο από την εκστρατεία της Μικράς Ασίας, Θεσσαλονίκη 1997, εκδ. Π. Πουρνάρα.
  • Αθανάσιος Αργυρόπουλος, Μνήμες πολέμων 1917-1922, Αθήνα 1985.
  • Νίκος Βασιλικός, Ημερολόγιο μικρασιατικής εκστρατείας, Αθήνα 1992, εκδ. Γνώση.
  • Στυλιανός Γονατάς, Απομνημονεύματα 1897-1957, Αθήναι 1958.
  • Παναγιώτης Δεμέστιχας, Αναμνήσεις, Αθήνα 2002, εκδ. Πελασγός.
  • Χρήστος Καραγιάννης, Το ημερολόγιον, 1918-1922, [Αθήνα] 1976.
  • Αγαμέμνων Πολίτης, Η ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία. Προσωπικές σελίδες ημερολογίου, Αθήνα 2009, εκδ. Σοκόλη.
  • Παντελής Πρινιωτάκις, Ατομικόν ημερολόγιον. Μικρά Ασία, 1919-1922, Αθήνα 1998, εκδ. Εστία.
  • Στέφανος Σαράφης, Ιστορικές αναμνήσεις, Αθήνα 1980, εκδ. Επικαιρότητα.
  • Σταμάτης Χατζήμπεης, Μια ζωή γεμάτη αγώνες, Αθήνα 1965, εκδ. Μέλισσα.

Πηγή:https://www.efsyn.gr

«Σ’ όλα τα σανατόρια, τις φυλακές και τα ψυχιατρεία της χώρας ζωντανοί μάρτυρες ενός φρικιαστικού ματωμένου οργίου, που μπροστά στο μέγεθος της εγκληματικότητάς του ωχριούν η Ιερή Εξέταση και η Μέρλιν, υψώνουν αντάμα με την δική μας τη ραγισμένη φωνή της ποδοπατημένης και προπηλακισμένης ζωής που σπάραξαν τα αγρίμια του ολέθρου. Και τώρα με βουρκωμένα τα μάτια της ψυχής έχοντας απόλυτη επίγνωση της ευθύνης μας σαν νέων ανθρώπων, απλώνουμε το χέρι στον Ελληνικό Λαό, τον βασανισμένο λαό μας, ζητώντας την συγγνώμην του. Απλώνουμε το χέρι για να δώσουμε ακόμα τον μεγάλο μας όρκο, τον όρκο της πεισματάρικης προσήλωσης στα ιδανικά της αλήθειας, της Δημοκρατίας και της Ειρήνης. Κάνοντας γνωστό και καταγγέλοντας σ’ ολόκληρη την δημοκρατική ανθρωπότητα το αφάνταστο και ανήκουστο έγκλημα που έγινε σε βάρος μας απ’ τα τέρατα του ελληνικού νεοφασισμού, διακηρύσσουμε πως δεν αναγνωρίζουμε ούτε θ’ αναγνωρίσουμε ποτέ την ντροπιασμένη δήλωση μετανοίας, που μας απέσπασαν κάτω από συνθήκες τρομοκρατικής, σωματικής και ψυχικής βίας.»

Το αρχαίο σταυροειδές σύμβολο, η σβάστικα, που ο Σλήμαν ανακάλυψε στην Τροία, ήταν διαδεδομένη στον Ινδοευρωπαϊκό χώρο ήδη από την αρχαιότητα. Το πέρασμα του χρόνου ωστόσο, δεν κατάφερε να την απαλλάξει από την αρνητική -εφιαλτική, επί της ουσίας- νοηματοδότηση που του έδωσαν οι ναζί. Πώς όμως, οικειοποιήθηκαν το σύμβολο; Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1935 ο Αδόλφος Χίτλερ υιοθετεί τη σβάστικα ως επίσημο σύμβολο της Ναζιστικής Γερμανίας. Η ιστορία όμως αρχίζει πολύ πριν…

Όταν ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν (1822 – 1890) ταξίδεψε στην Ιθάκη το 1868, στη σκέψη του κυριαρχούσε μία και μόνη σκέψη: Η ανακάλυψη της Τροίας. Ο Σλήμαν ήταν πεπεισμένος ότι η ομηρική «Ιλιάδα» δεν είναι παρά ένας χάρτης που θα του αποκάλυπτε τη θέση αρχαίων πόλεων. 

Η Αντάντ είχε συγκεντρώσει στη Μακεδονία 600.000 στρατιώτες από Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Σερβία και Ελλάδα.

Στις 14 Σεπτέμβρη του 1918 εκατοντάδες γαλλικά πυροβόλα άνοιξαν πυρ στις οχυρωμένες θέσεις των Κεντρικών Δυνάμεων. Η «προπαρασκευή πυροβολικού» συνεχίστηκε ολόκληρη τη μέρα, κάτι συνηθισμένο στις μεγάλες επιθέσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μόνο που αυτή η επίθεση δεν έγινε στις πεδιάδες της βορειοανατολικής Γαλλίας ή του Βελγίου, αλλά σε μια τοποθεσία στα σημερινά σύνορα της Ελλάδας με τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, και ο αντίπαλος στρατός ήταν ο βουλγαρικός. 

12 Σεπτεμβρίου 1948 έγινε μια αεροπειρατεία, μια από τις πρώτες στον κόσμο… Την έκαναν 6 διωκόμενοι ΕΠΟΝίτες, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου:

Αλέξανδρος Κουφουδάκης (21 ετών), Δημήτριος Κουφουδάκης (23 ετών), Αχιλλέας Κετιμλίδης (19 ετών), Αντώνης Βογιάζος (18 ετών), Γιώργος Κέλας (17 ετών), Σπύρος Χελμιάδης (18 ετών). Στόχος τους να καταφέρουν να περάσουν μέσα από τη Γιουγκοσλαβία στο μέτωπο του Γράμμου και να ενωθούν με τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος.

Επιβιβάστηκαν στην πτήση από Αθήνα για Θεσσαλονίκη (4μελές πλήρωμα και 17 επιβάτες). Είχαν κλείσει ξεχωριστά τα εισιτήρια για την πτήση της  ΤΑΕ (Τεχνικαί Αεροπορικαί Εκμεταλλεύσεις). Καθόντουσαν σε διαφορετικά σημεία του αεροπλάνου.

Λίγη ώρα μετά την απογείωση μπήκαν στο θάλαμο διακυβέρνησης και απαίτησαν το αεροπλάνο να πάει στη Γιουγκοσλαβία. Κρατούσαν σουγιάδες και ένα μπουκάλι γκαζόζα… Ακολούθησε μικροσυμπλοκή στο πιλοτήριο. Μέλος του πληρώματος είχε προλάβει να στείλει σήμα στον πύργο ελέγχου. Η απάντηση ήταν σαφής: «Να επιστρέψει το αεροπλάνο πάση θυσία αμέσως εις Θεσσαλονίκην». Απογειώθηκαν σκάφη τύπου spitfire για να αποτρέψουν την αεροπειρατεία. Δεν κατάφεραν να εντοπίσουν το αεροσκάφος.  Τελικά, ο πύργος ελέγχου έλαβε μήνυμα από το αεροπλάνο:«Είμεθα προσγειωμένοι Όφτσε Πόλε 60 χλμ. Νοτιοανατολικά  Σκοπίων»….Οι ΕΠΟΝίτες τα κατάφεραν. Στη συνέχεια το αεροπλάνο επέστρεψε στην Ελλάδα.

Οι έξι ΕΠΟΝίτες δικάσθηκαν ερήμην από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης και καταδικάσθηκαν σε θάνατο.

Mε στοιχεία από mixanitouxronou.gr – sansimera.gr – topontiki.gr

***

Το 1987 η ιστορία των ΕΠΟΝιτών έγινε ταινία («Ο κλοιός»), από τον σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη.

Πηγή:http://www.imerodromos.gr

Στις 12 Σεπτέμβρη του 1977 οι αρχές της Νοτίου Αφρικής ανακοινώνουν ότι ένας μαύρος πολιτικός κρατούμενος, ο Στιβ Μπίκο, βρέθηκε νεκρός στο κελί του, στις φυλακές της Πρετόρια,  κάνοντας λόγο στην αρχή για «αδιευκρίνιστες συνθήκες θανάτου» και μετά για «αυτοκτονία».

Στις 26 Σεπτεμβρίου ο Μπίκο κηδεύεται στο Κινγκς Ουίλιαμ Τάουν και η κηδεία του μετατρέπεται σε διαδήλωση διαμαρτυρίας. Πάνω από 20.000 άνθρωποι τον αποχαιρετούν με υψωμένες γροθιές και θυμωμένα συνθήματα, ενώ στην κηδεία δίνουν το «παρών» και διπλωμάτες από 12 χώρες.

Επιμέλεια: Ιρέν Κόντου

Η Σωτηρία Μπέλλου, η τελευταία ρεμπέτισσα του ελληνικού τραγουδιού, γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου του 1921 σε ένα χωριό της Χαλκίδας και μεγάλωσε μέχρι τα έξι της χρόνια με τη γιαγιά και τον ιερέα παππού της. Οι γονείς της διατηρούσαν μπακάλικο και επειδή δούλευαν πολλές ώρες, ανέθεσαν την ανατροφή της στους παππούδες. Η Σωτηρία είχε άλλα τέσσερα αδέλφια και μεγάλωσε δίπλα στον ιερέα παππού της. Ως παιδί περνούσε πολλές ώρες στην εκκλησία, όπου έψελνε, ενώ όπου διασκέδαζε να χτυπά την καμπάνα.

Όταν έκλεισε τα έξι, επέστρεψε στο πατρικό της και τους γονείς της για να γραφτεί στο σχολείο. Παρόλο που μεγάλωσε με έναν ιερέα, η ίδια είχε περιγράψει τον εαυτό της σαν «διαβολάκι». Ήταν άτακτη, πείραζε τους γύρω της και ήταν πολύ απαιτητική και πεισματάρα. Αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα της χρησιμοποίησε αργότερα για να καταφέρει να κάνει πράξη το όνειρό της. Να γίνει τραγουδίστρια. Η ιδέα μπήκε στο μυαλό της όταν ήταν ακόμα μαθήτρια και είδε στον κινηματογράφο την ταινία «Προσφυγοπούλα» με τη Σοφία Βέμπο.

Μαγεύτηκε από την ερμηνεία της Βέμπο και άρχισε να τη μιμείται περνώντας πολλές ώρες μπροστά στον καθρέφτη, όπου αντέγραφε τις πόζες και τις κινήσεις της τραγουδίστριας. Όσο ήταν μικρή, όλα αυτά έμοιαζαν για τους γονείς της σαν ένα χαριτωμένο παιχνίδι και πίστευαν ότι θα τα ξεχνούσε μεγαλώνοντας. Όταν όμως διαπίστωσαν πως η Σωτηρία το εννοούσε ότι θα γινόταν τραγουδίστρια, αντέδρασαν. Την περίοδο εκείνη οι καλλιτέχνες και ιδιαίτερα οι γυναίκες αυτού του χώρου, είχαν κακή φήμη. Ο πατέρας της ήθελε να την παντρέψει, να κάνει οικογένεια και να ζήσει μια ήσυχη ζωή στο χωριό. Η ζωή της, όπως αποδείχτηκε, μόνο ήσυχη δεν ήταν.

Το 1938 η Μπέλλου γνώρισε τον Βαγγέλη Τριμούρα, έναν ελεγκτή λεωφορείων που τη φλέρταρε και μετά από λίγους μήνες παντρεύτηκαν. Ο έγγαμος βίος όμως ήταν μαρτύριο για εκείνη. Ο άντρας της ξενυχτούσε καθημερινά, έπινε και όταν του έκανε παράπονα τη χτυπούσε. Όταν ήταν έγκυος, τη χτύπησε τόσο πολύ, που τελικά απέβαλε. Η Μπέλλου έκανε υπομονή και δεν έπαιρνε την απόφαση να χωρίσει.

Όταν έμαθε ότι ο σύζυγός της την απατούσε έχασε την ψυχραιμία της και κατά τη διάρκεια ενός καυγά, του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να οδηγηθεί στη φυλακή. Η αρχική ποινή ήταν 3 χρόνια φυλάκιση, αλλά τελικά έμεινε κρατούμενη έξι μήνες. Η φυλακή όμως τη στιγμάτισε για πάντα. Επέστρεψε στο σπίτι της, αλλά πλέον ήταν δακτυλοδεικτούμενη τόσο από την οικογένειά της, όσο και από την τοπική κοινωνία. Γρήγορα οργανώθηκε στην αριστερά. Ήταν κομμουνίστρια, τραγουδίστρια και πρώην φυλακισμένη.

Τα δύσκολα χρόνια στην Αθήνα της Κατοχής

Στις 29 Οκτωβρίου του 1940 η Μπέλλου έφυγε από το σπίτι με προορισμό την Aθήνα, που βρισκόταν σε πολεμικό συναγερμό από την Ιταλική εισβολή στην ελληνο-αλβανική μεθόριο. «Φεύγω, αλλά μια μέρα θα γυρίσω στη Χαλκίδα μεγάλη και τρανή», είπε στους γονείς της. Sotiria_BellouΤο τρένο ήταν γεμάτο φαντάρους και ένας στρατιώτης, που την είδε πεινασμένη και ταλαιπωρημένη, της έδωσε μια φρατζόλα ψωμί. Από την ευμάρεια του σπιτιού της, είχε περάσει στην ελεημοσύνη των ξένων.

Οι μέρες στην Αθήνα είναι πολύ δύσκολες και η Σωτηρία Μπέλλου αναγκάζεται να κάνει διάφορες δουλειές για να ζήσει. Έπλενε πιάτα, πουλούσε τσιγάρα και παστέλια, έκανε τον αχθοφόρο στους σταθμούς τρένων και λεωφορείων. Σπίτι δεν είχε και έτσι κοιμόταν σε βαγόνια τρένων. «Εγκατέλειψα τα πλούτη και ήρθα εδώ και έκανα την υπηρέτρια. Και λαντζιέρισα έγινα και Ριζοσπάστη πουλούσα», είχε πει σε συνέντευξή της. Οι δυσκολίες την ανάγκασαν να επιστρέψει στο σπίτι της, αλλά εκεί τα πράγματα ήταν χειρότερα. Ο πατέρας της τη χτυπούσε και η Μπέλλου επέστρεψε στην Αθήνα, αποφασισμένη να αντέξει τις κακουχίες και να κυνηγήσει το όνειρό της. Οργανώθηκε στην Αντίσταση, συνελλήφθη από τους Γερμανούς και βασανίστηκε. Όταν δεν ήταν στα κρατητήρια, έπαιζε μουσική με την κιθάρα της, που είχε αγοράσει κάνοντας οικονομία, σε ταβέρνες. Το 1945 έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε στην ταβέρνα του Καλλέργη στα Εξάρχεια. Ένα βράδυ την άκουσε να τραγουδά, ο Βασίλης Τσιτσάνης. Το αλάνθαστο αυτί του της άνοιξε το δρόμο για μια μεγάλη καριέρα.

Πηγή:https://tomov.gr

Λέσλι βαν Χάουτεν και Πατρίσια Κρενγουίνκελ, συνεργάτιδες του Μάνσον

Γράφει η Δώρα Στυλιανίδου

Η δεκαετία του 1960 στην Αμερική σείεται απο βίαιες αναταραχές , πολιτικές δολοφονίες και τον πόλεμο του Βιετνάμ ενω απο το 1966 ο Τίμοθι Λήρι προτρέπει την νεολαία με το “Turn on, tune in, drop out.”.μαστουρώσου, χαλάρωσε και παράτα τα όλα, Περιπλανώμενοι νέοι (drifters) αρχίζουν να πηγαινοέρχονται με ωτοστόπ πάνω-κάτω τις ακτές της Καλιφόρνια και συρρέουν κατά χιλιάδες στο Σαν Φρανσίσκο, ψάχνοντας για ναρκωτικά και ελεύθερο σεξ. Η Λέσλι βαν Χάουτεν και η Πατρίσια Κρενγουίνκελ ακολουθούν τον ίδιο δρομο.

Το 1967 έχοντας περάσει την μισή ζωή του στη φυλακή για ληστείες, μικροαπατεωνιές και μαστροπία γυναικών, ο Τσάρλς Μάνσον κατέληξε στο Σαν Φρανσίσκο. Ο “Τσάρλι” που ήταν 32 χρονών, ειχε βιώσει την εγκατάλειψη από την μητέρα του που αδυνατούσε, παιδί και η ίδια, στα 14 χρόνια της να μεγαλώσει ένα παιδί, εξαρτημένη οικονομικά και συναισθηματικά απο διάφορους άντρες. Ο Μάνσον κακοποιήθηκε στο αναμορφωτήριο και στη φυλακή έμαθε να ειναι σκληρός και εκδικητικός και να ελέγχει τους άλλους για να επιβιώσει. Οι γυναίκες γίνονται τα πιο ευάλωτα θύματα του .

Η Λέσλι βαν Χάουτεν (Leslie van Houten) που γεννήθηκε το 1949 στην Καλιφόρνια ήταν παιδί χωρισμένων γονιών και μεγάλωσε σε μια μεσο-αστική θρησκευόμενη οικογένεια. Οταν ήταν 15 χρονών άρχησε την χρήση LSD, χασίς και άλλων παραισθησιογόνων, και στα 17 η μητέρα της την ανάγκασε να κάνει έκτρωση σε προχωρημένη κυοφορία. Η Λέσλι εξοργίζεται με την μητέρα της και δεν την συγχωρεί ποτέ. Μετά απο αποτυχημένες απόπειρες να βρει μια κατεύθυνση στη ζωή της, έχοντας δοκιμάσει να γίνει γραμματέας, εγκαταλείπει τα πάντα και πηγαίνει να ζήσει σε ένα χίππικο κοινόβιο.Λίγο αργότερα θα γνωρίσει τον Μάνσον και θα τον ακολουθήσει υπνωτισμένη.

Η Πατρίσια Κρενγουίνκελ (Patricia Krenwinkel) γεννήθηκε κι αυτή στη Καλιφόρνια, στο Λος Αντζελες, το 1947, και ειχε επίσης δύσκολη εφηβεία. Στο σχολείο τα παιδιά την κορόιδευαν επειδή ήταν παχιά και είχε υπερβολική τριχοφυία Μετά το διαζύγιο των γονιών της παρέμεινε με τον πατέρα της, δίδαξε κατηχητικό και ήθελε να γίνει καλόγρια. Γρήγορα όμως παράτησε τις σπουδές της στο κολέγιο, εγκατέλειψε το σπίτι της και όταν γνώρισε τον Μάνσον έφυγε μαζί του, αντικαθιστώντας τη θέληση της με τη δική του. Η Σούζαν Άτκινς γεννήθηκε κι αυτή στη Καλιφόρνια το 1948 απο αλκοολικούς γονείς και μετά τον θάνατο της μητέρας της έμεινε με τον πατέρα της και τον αδελφό της. Όταν ο πατερας της τους εγκατέλειψε ,η Σούζαν έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνη της ,φροντίζοντας τον αδελφό της. Κάποια στιγμή πήγε στο Σαν Φρανσίσκο όπου γνώρισε τον Μάνσον και του παραδόθηκε ανευ όρων.

Ο Μάνσον “ψάρευε” συνεχώς καινούργιες κοπέλες για να μπούνε στην “Οικογένεια¨, όπως αποκαλούσε το περιπλανώμενο κοινόβιό του. Χρησιμοποιούσε τις γυναίκες για να προσελκύσει περισότερους άντρες στην σέχτα του, που διαρκώς μεγάλωνε, με νέους που έψαχναν για σεξ, ναρκωτικά και την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν σε μια αγαπημένη οικογένεια όπου όλα ηταν ελεύθερα, και τους οποίους χρησιμοποιούσε για να κάνουν απατεωνιές και ληστείες που απέφεραν έσοδα για να επιβιώνουν και να αγοράζουν ναρκωτικά. Οι γυναίκες δεν είχαν καμμιά αξία, ήταν εκεί για να ευχαριστούν τους άνδρες, αλλά ταυτόχρονα τις εκπαίδευε για να είναι σκληρές και ανελέητες και να κάνουν τα πάντα γι αυτόν. Ο Μάνσον έλεγχε απόλυτα τους οπαδούς του αποφασίζοντας πόσο LSD θα πάρουν και με ποιόν θα κάνουν σεξ στα ομαδικά όργια όπου ήταν ο ίδιος επικεφαλής ,παίρνοντας λιγώτερα ναρκωτικά απ’ όλους για να τους ελέγχει καλύτερα.Χρησιμοποιούσε την χρήση ουσιών σε συνδιασμό με μια ασυνάρτητη και ανελέητη πλύση εγκεφάλου για την αξία του να πάψεις να υπάρχεις και της απομόνωσης απο την κοινωνία. Η αντικοινωνική του συμπεριφορά έτρεφε την παράνοια του, και μαζί του παρανοούσαν και οι οπαδοί του, απόλυτα εξαρτημένοι απο αυτόν, πιστεύοντας ότι ο υπόλοιπος κόσμος ήταν εναντίον τους. Έχοντας πείσει τον εαυτό του ότι σε μια μεγάλη φυλετική εξέγερση των μαύρων θα πάρει την εξουσία μαζι με όλη την “Οικογένεια”, εκπαιδεύει τους όπαδούς του στη χρήση των όπλων επιλέγοντας προσεκτικά τους πιο “πιστούς¨ σαν μελλοντικούς φονιάδες. Οι τρεις κοπέλες Σούζαν Ατκινς, Πατρίσια Κρενκγουίνκελ και Λέσλι βαν Χάουτεν που ειναι απόλυτα υποταγμένες στη θέληση του, γίνονται στα χέρια του άβουλοι δολοφόνοι, “άδεια δοχεία “ όπως θα καταθέσει αργότερα η Λέσλι βαν Χάουτεν.

Το βράδυ της ενάτης Αυγούστου 1969 ο Μάνσον στέλνει τον Τέξ Γουάτσον, την Σούζαν Ατκινς και την Πατρίσια Κρενγουίνκελ να σκοτώσουν όσους είναι μέσα σε μια βίλα σε ενα προάστειο του Λος Αντζελες. Έχει επιλέξει αυτό το σπίτι με κίνητρο την εκδίκηση, πιστεύει ότι εκεί μένει ενας μάνατζερ της μουσικής που τον κορόιδεψε και δεν ηχογράφησε σε δίσκο τα τραγούδια του. Όμως εκει μένει η ηθοποιός Σάρον Τέιτ, 8 μηνών έγγυος και το συγκεκριμένο βράδυ φιλοξενει τρεις φίλους της. Αν και επικεφαλής της σφαγής ειναι ο Τεξ Γουάτσον, η Ατκινς μαχαιρώνει και αυτή την Σάρον Τέιτ και η Κρενγουίνκελ την Αμπιγκέιλ Φόλτζερ και με ματωμένα χέρια γράφει στο τοίχο “Θάνατος στα Γουρούνια” με το αίμα του θύματος.

Την επόμενη μέρα θα πεθάνει το ζευγάρι Λήνο και Ρόζμαρι Λαμπιάνκα σε έναν άλλο δρόμο και θα λάβει μέρος και η Λέσλι βαν Χάουτεν μαχαιρώνοντας πολλές φορές την Ρόζμαρι Λαμπιάνκα που πιθανόν να ήταν ήδη νεκρή.Τα εγκλήματα ήταν εξαιρετικά άγρια και βασανιστικά για τα θύματα, γιατί παρόλα τα απανωτά μαχαιρώματα άργησαν να πεθάνουν. Διαδόθηκε η φήμη ότι επρόκειτο για ανθρωποθυσίες απο σατανιστές.

Μετά την σύλληψη τους (και του Μάνσον που δεν έχει σκοτώσει κανένα), καταδικάζονται σε θάνατο για τη δολοφονία συνολικά 7 ανθρώπων αλλά το 1971 η ποινή του θανάτου καταργείται για εκείνη τη  χρονιά στη Καλιφόρνια και ο Μάνσον, ο Τεξ Γουάτσον και οι τρεις κοπέλες καταδικάζονται σε ισόβια κάθειρξη. Η υπόθεση παίρνει γιγαντιαίες διαστάσεις και προβάλεται απο τα ΜΜΕ και τον εισαγγελέα Βίνσεντ Μπουλιόσι σαν το μεγαλύτερο και πιο ειδεχθές έγκλημα στην ιστορία της Αμερικής. Η εκμετάλευση αυτών των εγκλημάτων απο ταινίες, βιβλία, και αμέτρητα live show αποφέρει μεγάλα κέρδη. Ο Μάνσον γίνεται εμπορεύσιμο προιόν. Η ψύχωση του κοινού που καλλιεργήθηκε προσεκτικά από τα ΜΜΕ, δεν είχε τέλος. Ο Βίνσεντ Μπουλιόσι γίνεται διάσημος και γράφει ένα βιβλίο που θα του αποφέρει πολλά χρήματα το “Χέλτερ-Σκέλτερ” όπου διαμορφώνει την θεωρία του ότι ο Μάνσον εμπνεύσθηκε απο το ομώνυμο τραγούδι των Μπήτλς τον φυλετικό πόλεμο λευκών -μαύρων, που ειχε προβλέψει και τον επερχόμενο Αρμαγεδώνα.

Ενω μέσα στην φυλακή ο Μάνσον παρέμεινε φανατικά αμετανόητος και δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι αυτός έδωσε την διαταγή για τους φόνους, ο Τεξ Γούτσον και οι τρεις νεαρές κρατούμενες μετανόησαν ειλικρινά, έκαναν μεγάλες αλλαγές και μέσα απο τα χρόνια βρήκαν τον εαυτό τους.

Πρώτα απο όλα μπήκαν στα θεραπευτικά προγράμματα απεξάρτησης και συνεχούς επανένταξης απο τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, στους Ναρκομανείς Ανώνυμους και τους Αλκοολικούς Ανώνυμους και παράλληλα έκαναν ψυχοθεραπεία και ο συνδυασμός όλων αυτών τις βοήθησε να παραδεχθούν τα εγκλήματα και να αναλάβουν την ευθύνη τους.

Η Σούζαν Ατκινς πρόσφερε μεγάλο θεραπευτικό έργο μεσα στη φυλακή, βοηθώντας τις συγκρατούμενες της. Εκπαιδεύτηκε σαν βοηθός δικηγόρου και βοηθούσε σε όλες τις εκδηλώσεις. Πριν το θάνατό της, υπήρξε η μακροβιώτερη κρατούμενη στα σωφρονιστικά ιδρύματα της Καλιφόρνια. Τώρα πια τον τίτλο αυτό τον έχει η Πατρίσια Κρενγουίνκελ. Η Σούζαν Ατκινς πέθανε το 2009 μέσα στη φυλακή απο καρκίνο του εγκεφάλου. Μέχρι το τέλος της αρνήθηκαν να βγει και να πεθάνει έξω παρόλο που ήταν ακινητοποιημένη στο κρεββάτι με κομμένο το ένα πόδι της. Η τελική παράκληση της για ευσπλαχνία δεν εισακούσθηκε ποτέ. Ειχε κάνει άπειρες αιτήσεις μεσα απο τα χρόνια για αναστολή, αλλά δεν της δόθηκε, και το τραγελαφικό είναι ότι στο νεκροκρέββατο της, με ενα όγκο στο κεφάλι και ένα πόδι, η Άτκινς χαρακτηρίσθηκε απο το εκδικητικό σύστημα “επικίνδυνη”.για την κοινωνία.

Susan Atkins leaves the grand jury room after testifying against accused murderer Charles Manson, Los Angeles, California, December 1969. The man in the suit to her right is most likely her attorney, Richard Caballero. (Photo by Ralph Crane/Time Life Pictures/Getty Images)

Η Πατρίσια Κρενγουίκελ πήρε δίπλωμα στις Κοινωνικές Υπηρεσίες απο το πανεπιστήμιο του LaVerne και δίδαξε γραφή και ανάγνωση στις αναλφάβητες συγκρατούμενες της. Συνεχίζει να γράφει ποιήματα και μουσική και παραδίδει και μαθήματα χορού. “Μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο σιωπή και ήθελα αγάπη. Αυτό με έκανε ευάλωτη στον Μάνσον και με κατέστρεψε” έχει πει.

Πατρίσια Κρενγουίνκελ, σήμερα

Η Λέσλι βαν Χάουτεν σπούδασε και αυτή στη φυλακή, και εχει γράψει διηγήματα, συμμετείχε στην εφημερίδα της φυλακής, εκτέλεσε καθήκοντα γραμματέα και βοήθησε τις συγκρατούμενες της. Το 2018 η επιτροπή αναστολής τη θεώρησε παραδειγματική κρατούμενη και την πρότεινε για άμεση αποφυλάκιση. Όμως ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια αρνήθηκε να υπογράψει το αίτημα με την δικαιολογία ότι “παραμένει επικίνδυνη για την κοινωνία αν αποφυλακισθεί” .Ο Τσάρλς Μάνσον πέθανε τελικά το 2017 σε ηλικία 83 ετών, έχοντας αρνηθεί να παραστεί στις τελευταίες επιτροπές αναστολής, μη θέλοντας να απελευθερωθεί, όπως ειχε δηλώσει.

Λέσλι βαν Χάουτεν, σήμερα

Το υποκριτικό και εκδικητικό αμερικάνικο σωφρονιστικό σύστημα, που στέλνει στην πτέρυγα των μελοθανάτων τους φτωχούς μαύρους και λευκούς κανιβαλίζοντάς τους και μετατρέποντας σε θέαμα την ώρα του θανάτου τους από τον κόσμο που παρακολουθεί την εκτέλεση τους, αντικαθιστώντας απλά το αίμα με αίμα και δεν δίνει καμία λύση στη συνεχώς αυξανόμενη εγκληματικότητα.

Επιπλέον η ισόβια κάθειρξη, για να ειναι υποφερτή και δίκαια όσο γίνεται και να μην καταπατάει τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν πρέπει να ειναι εκδικητική και βασανιστική και πρέπει να δίνει το δικαίωμα της αναστολής σε κρατούμενους και κρατούμενες που έκαναν την μεγάλη αλλαγή μέσα στη φυλακή, έχοντας εκτίσει ένα μεγάλο μέρος της ποινής τους και που δεν θεωρούνται πια επικίνδυνοι για την κοινωνία.

Οι γυναίκες αυτές φυλακίσθηκαν 19 και 20 χρονών και δεν έχουν βγει ούτε μια μέρα στην κοινωνία. Εντούτοις πάλεψαν με τους δαίμονές τους και κατάφερουν να παραμείνουν δημιουργικές και αλληλλέγγυες στις συγκρατούμενες τους.

Επείγει τελικά να αποφυλακισθούν τώρα και, έχοντας κάνει την επανένταξη τους μέσα στη φυλακή, να την κάνουν και εκεί που μετράει περισότερο, στην κοινωνία, και να ζήσουν ελεύθερες. Μακάρι να μην υπάρξουν ποτέ ξανά κρατούμενες σαν την Λέσλι βαν Χάουτεν και την Πατρίσια Κρενγουίνκελ που έχουν μείνει θαμμένες ζωντανές σχεδόν μισό αιώνα.

Πηγή:https://tomov.gr

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ/ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Του Θανάση Κούρκουλα ∆ικαιοσύνη για πρόσφυγες – µετανάστες ζωή µε αξιοπρέπεια για όλες και όλους Για 12η συνεχόµενη χρονιά, η Αντιρατσιστική Γιορτή του Κυριακάτικου...