ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Χρυσή ταφική μάσκα, από τη Θατζ, Τελ αλ-Ζάιερ 1ος αιώνας μ.Χ. Εθνικό Μουσείο, Ριάντ και δεξιά: Επιτύμβια στήλη της Αλ Γαλέγια κόρης του Αμπντ Αλ Τζαμπάρ, γιου του Αμπντάλα Μάκα, 9ος αιώνας μ.Χ. Εθνικό Μουσείο, Ριάντ

Κολοσσιαία αγάλματα, χρυσά κτερίσματα, Κοράνια, στήλες, θυμιατήρια, εντυπωσιακοί αρχαιολογικοί θησαυροί που ήρθαν στο φως τις τελευταίες δεκαετίες αποκαλύπτουν την ιστορία της Αραβικής Χερσονήσου, σε μια περιοδεύουσα έκθεση που κάνει στάση στην Αθήνα.

Παλαιολιθικά εργαλεία, αγγεία της 3ης χιλιετίας π.Χ. που εντοπίστηκαν στο Ταρούτ, κολοσσιαία αγάλματα από την πόλη Αλ Ούλα, εντυπωσιακά χρυσά κτερίσματα του 1ου αι.μ.Χ., που ανασύρθηκαν από τον τάφο 6χρονου κοριτσιού στην πόλη Θατζ, επιτύμβιες στήλες που αποκαλύπτουν την ομορφιά της αραβικής γραφής, λατρευτικά αγαλματίδια, Κοράνια, κοσμήματα, θυμιατήρια, η εντυπωσιακή πόρτα του 17ου αιώνα από την Κάαμπα, χρηστικά και λατρευτικά σκεύη, θραύσματα τοιχογραφιών, είναι ορισμένα από τα 300 και πλέον αντικείμενα της έκθεσης «Οι Δρόμοι της Αραβίας – Αρχαιολογικοί Θησαυροί από τη Σαουδική Αραβία», που ανοίγει τις πόρτες σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς.

Ενα ταξίδι στο παρελθόν μιας χώρας και μιας ολόκληρης περιοχής υπόσχονται στους επισκέπτες ο εμπνευσμένος αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του χώρου από τον σκηνογράφο Νίκο Σ. Πετρόπουλο, με αναπαραστάσεις ταφικών μνημείων του Μαντάιν Σάλεχ και το στήσιμο των εκθεμάτων από την επιμελήτρια της έκθεσης Μίνα Μωραΐτου, υπεύθυνη του Μουσείου Μπενάκη Ισλαμικής Τέχνης.

Αποψη της έκθεσης με άγαλμα ανδρικής μορφής από την Αλ Ούλα, 3ος-4ος αιώνας π.Χ.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΖΕΒΕΛΕΚΟΥ

Η διοργάνωση επιδιώκει να είναι πολύ ευρύτερη από μια έκθεση σπάνιων ευρημάτων. Και αυτό γιατί αποκαλύπτει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα και την ιστορία της Αραβίας από την προϊστορική εποχή έως και τον 20ό αιώνα, ενός τόπου που ακόμα και σήμερα δύσκολα επισκέπτεται κάποιος δυτικός, ενώ σπάνια έχουμε την ευκαιρία να δούμε μια τόσο πλήρη εικόνα του πολιτισμού του.

Κύριοι άξονές της είναι η τέχνη, οι εμπορικοί δρόμοι και οι προσκυνηματικές οδοί. «Μέσα από την έκθεση ξαναγράφεται η Ιστορία και το παρελθόν της Αραβίας», είπε χθες η Μίνα Μωραΐτου και πρόσθεσε ότι η έκθεση -που έχει περιοδεύσει σε πολλές χώρες από το 2010 μέχρι σήμερα- ανατρέπει την επικρατούσα άποψη, ότι η Αραβία δεν είχε κάποια σημαντική πολιτιστική έκφραση καθώς ήταν μια αχανής έκταση που κατοικούσαν νομαδικοί λαοί. Τα ευρήματα προέρχονται από αρχαιολογικές έρευνες που διενεργήθηκαν, μόλις τα τελευταία 50 – 60 χρόνια.

Τα έργα έχουν εκτεθεί χρονολογικά και, όπως σημειώνει η κ. Μωραΐτου, «από την προϊσλαμική εποχή αναδεικνύονται αρχαιολογικοί χώροι όπως το νησί Ταρούτ στον Αραβικό Κόλπο, με αγγεία της 3ης χιλιετίας π.Χ., και η όαση Τάιμα στη βορειοδυτική Αραβία, με λίθινες στήλες και κεραμικά.

Στην ευρύτερη αυτή περιοχή ανακαλύφθηκαν κολοσσιαία αγάλματα στην Ντεντάν, τη σημερινή Αλ Ούλα, πρωτεύουσα του βασιλείου των Λιχιανιτών. Ακολουθούν εντυπωσιακά κτερίσματα από την πόλη Θατζ και τη Χέγκρα (το σημερινό Μαντάιν αλ Σάλεχ), τη λεγόμενη “Πέτρα της Αραβίας”, από την εποχή των Ναβαταίων, καθώς και τα ευρήματα από την Κάριατ αλ Φάου, μια από τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της νότιας Αραβίας: λατρευτικά αγαλματίδια, νωπογραφίες, κεραμικά, γλυπτά και επιγραφές.

Κατά τους πρώτους χρόνους της ισλαμικής περιόδου, διαγράφεται το νέο δίκτυο προσκυνηματικών και εμπορικών δρόμων, με κέντρα όπως οι πόλεις Αλ Ράμπαντα και Αλ Μαουιγιάτ, που οδηγούσαν σε μακρινές πόλεις της Μεσογείου και της Ασίας. Η σημασία των δύο ιερών πόλεων, της Μέκκας και Μεδίνας, παρουσιάζεται μέσα από έργα όπως η εντυπωσιακή πόρτα από την Κάαμπα του 17ου αιώνα, χειρόγραφα, καθώς και εκδόσεις περιηγητών του 19ου αιώνα».

Η έκθεση ξεκινάει από την προϊστορική εποχή, παρουσιάζει αρχαίους πολιτισμού, την ύστερη εποχή, την έλευση του Ισλάμ τον 7ο αιώνα και φτάνει έως τις μέρες μας. Επικεντρώνεται στις πιο πλούσιες πόλεις – οάσεις, που βρίσκονταν επάνω στους δρόμους του εμπορίου που αναπτύχθηκε από τον 8ο αιώνα π.Χ., κυρίως για τη μεταφορά του περιζήτητου θυμιάματος από τις νότιες και δυτικές ακτές της Αραβίας προς την ανατολική Μεσόγειο.

Για πολλούς αιώνες καραβάνια με καμήλες μετέφεραν μπαχαρικά, αρώματα, υφάσματα και πολύτιμους λίθους από την Ινδία και τη νοτιοανατολική Ασία, ενώ γυάλινα αντικείμενα, κεραμικά και λατρευτικά αγαλματίδια έφθαναν στην Αραβία.

Οι ανταλλαγές διαφαίνονται μέσα από πολυάριθμα αντικείμενα εμπνευσμένα από τις τέχνες της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, που είτε μεταφέρθηκαν με τα καραβάνια είτε παρήχθησαν τοπικά. Με την άνοδο του Ισλάμ, η Μέκκα έγινε θρησκευτικό κέντρο και το καθιερωμένο ετήσιο προσκύνημα (χατζ) μετέτρεψε τους δρόμους του εμπορίου σε προσκυνηματικές οδούς. Με τη γρήγορη εξάπλωση της νέας θρησκείας από την Ισπανία μέχρι την κεντρική Ασία και την Ινδία, πιστοί κατέφθαναν στην Αραβία, φέρνοντας μαζί τους αντικείμενα από μακρινές περιοχές.

Η παρουσίαση στο Μουσείο Μπενάκη αποτελεί τον 16ο σταθμό της περιοδείας της και σηματοδοτεί την πρώτη παρουσίασή της στη νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς ξεκίνησε από το Λούβρο, περιόδευσε σε τρεις ηπείρους και πόλεις όπως: Βερολίνο, Βαρκελώνη, Αγία Πετρούπολη, Ουάσινγκτον, Τόκιο, Αμπού Ντάμπι κ.ά.

Η έκθεση διοργανώνεται από τη Σαουδική Επιτροπή Τουρισμού και Εθνικής Κληρονομιάς, το Εθνικό Μουσείο του Ριάντ και το Μουσείο Μπενάκη με την υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισμού και τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Εξωτερικών. Συνοδεύεται από ελληνικό και αγγλικό κατάλογο, ειδικές ξεναγήσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα (αναλυτικά στο https://www.benaki.gr/index) και θα παραμείνει στην Πειραιώς έως τις 26 Μαΐου.

Πηγή:https://www.efsyn.gr

 
(Φωτ.: lykourinos-kavala.blogspot.com – Εικ.: ΧΚ)
Η εγκατάσταση των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο πυροδότησε τα ξενοφοβικά σύνδρομα των γηγενών για τους «πρόσφιγγες», τους «τουρκόσπορους», τους «γιαουρτοβαφτισμένους», «σκατοογλούδες», για τις «σμυρνιές» και «παστρικές». Δεν ήταν μόνο τα οικονομικά και τα πολιτικά αίτια, αλλά και το πολιτιστικό χάσμα που χώριζε τις δύο πλευρές και εμπόδιζε τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Για τους γηγενείς ήταν ο διαφορετικός τρόπος ζωής και οι συνήθειες των προσφύγων, τα ήθη και έθιμά τους, η χρήση της τουρκικής γλώσσας και τα «κακόηχα» επίθετά τους, τα περίεργα ντυσίματά τους, η «εξωτική» κουζίνα τους, η ανατολίτικη μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί τους, η έντονη κοινωνικότητά τους, η θορυβώδης διασκέδαση, η ροπή στα γλέντια και την «καλοπέραση»…

Η γυναίκα πρόσφυγας θεωρήθηκε απειλή για την ηθική τάξη της κοινωνίας.
Η στερεότυπη εικόνα εμφάνιζε την προσφυγοπούλα ως κοπέλα με χαλαρές ηθικές αρχές, που επιστράτευε την ανατολίτικη θηλυκότητά της για να συνάψει σχέσεις με γηγενείς νέους, να τους παρασύρει και να τους «τυλίξει», ώστε να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή, έξω από την αθλιότητα των προσφυγικών συνοικισμών. Το έγραψε αργότερα κι ο Μυτιληνιός συγγραφέας Ασημάκης Πανσέληνος: «Όταν στα 1922 η κουτάλα της Ιστορίας ξανάδειασε, σ’ ολάκερη την Ελλάδα, όλους πια τους Μικρασιάτες (και τις Σμυρνιές), διάτορη ακούστηκε η φωνή “μας παίρνουν τους άντρες μας”, σα να είταν η χώρα καντίνα που είχε υποχρέωση να φουρνίρει άντρες, μονάχα στις ντόπιες γυναίκες».
(Πηγή: levantineheritage.com)
Δεν ήταν αβάσιμοι οι φόβοι των γηγενών: Οι πρόσφυγες, σαν συνήλθαν κάπως από τον εφιάλτη, προσπάθησαν να συμφιλιωθούν με την τραγική μοίρα τους και να υπερβούν τα αδιέξοδά τους. Η ζωή αρχίζει να ανθίζει στους προσφυγικούς οικισμούς και διεκδικεί πάλι το μερίδιό της στη χαρά, στον έρωτα, στο τραγούδι και στο γλέντι, μέσα από τους γνώριμους κώδικες επικοινωνίας που θύμιζαν τις χαμένες πατρίδες. «Οι άνθρωποι αυτοί», θυμάται αργότερα ο Μάρκος Βαμβακάρης, «ήτανε μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες μηδενός εξαιρουμένου. Μπορεί να δούλευε όλη τη βδομάδα σα σκύλος, αλλά το σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει. Να βγει, να πάει, να δείξει, να κάνει…».
Έφεραν επίσης έναν νέο τρόπο γλεντιού: Οι γηγενείς διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά και δημοτικά, «ενώ αυτοί εδώ όταν ήρθαν, αρχίσανε τσιφτετέλια, συρτά, πολλά, πολλά πράγματα. Μανέδες, τζιβαέρια, αϊβαλιώτικα, πολλά».
Αναπτύσσεται έτσι στις προσφυγικές γειτονιές ένας τρόπος ζωής και διασκέδασης πρωτόγνωρος και ελκυστικός για τους νέους που ζητούσαν να αποδράσουν από τη στεγνή καθημερινότητά τους. Η Αρμένισσα Ανζέλ Κουρτιάν επισκέπτεται τον προσφυγικό συνοικισμό της Κοκκινιάς και μας δίνει μια περιγραφή που σφύζει από ζωή: «Όταν φτάσαμε, μείναμε έκπληκτοι. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν έμοιαζε ούτε στην Αθήνα ούτε στον Πειραιά. Λες και ήταν πανηγύρι. Πολύς κόσμος κυκλοφορούσε χαρούμενος. Ταβέρνες, καφενεία γεμάτα κόσμο. Ορχήστρες ανατολίτικες. Κορίτσια τραγουδούσαν στη σειρά καθισμένες με τους οργανοπαίκτες. Τα πεζοδρόμια μέχρι και το δρόμο γεμάτα τραπεζάκια. Τα ούζα, τα τας κεμπάπ, τα τζατζίκια, οι παστουρμάδες και τα σαγανάκια μοσκοβολούσαν.
»Σωστό νυφοπάζαρο. Ήταν διάχυτη παντού η ατμόσφαιρα της Σμύρνης. […] Κοιτάζω γύρω μου. Πραγματικά, πολύ όμορφα κορίτσια κάνουν βόλτες. Παρέες-παρέες, πιασμένες αγκαζέ ή χέρι-χέρι. Πειράζουν και πειράζονται, γελαστές και καμωματούδες. […] Από κάθε σπίτι ακούγονται χαρούμενες φωνές και γέλια. Άντρες και γυναίκες κάθονται στις πόρτες τρώγοντας πασατέμπο, φωνογράφοι τραγουδούν διάφορα μικρασιάτικα τραγούδια…».
Μικρασιάτες πρόσφυγες στον Πειραιά (φωτ.: Αρχείο ΕΡΤ)
Όλο αυτό το «εξωτικό» σκηνικό λειτουργεί σαν μαγνήτης: «Όλοι οι νέοι της Αθήνας και του Πειραιά έρχονται για να διασκεδάσουν. Έχουν ξετρελαθεί με τα κορίτσια, τις προσφυγοπούλες. Τις βρίσκουν πιο όμορφες και πιο εξελιγμένες. Στην αρχή ήρθαν για διασκέδαση και να βρουν καμιά καμωματού. Όμως γρήγορα τους τυλίγει κάποια και παντρεύονται. Οι ντόπιοι έχουν κατατρομάξει για τα παιδιά τους. Τα χάνουν από το δικό τους περιβάλλον. Κάθε γονιός φοβάται μην τυχόν πάρει ο γιος του καμία προσφυγοπούλα χωρίς προίκα».
Οι ανάγκες της επιβίωσης και ο «αποδεκατισμός» του ανδρικού πληθυσμού (στους μεγάλους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας στις ηλικίες άνω των 16 ετών το 62% ήταν γυναίκες και μόνο το 38% ήταν άνδρες) ανάγκασαν τις γυναίκες να βγουν μαζικά στο χώρο της εργασίας (στα εργοστάσια, στα εργαστήρια, στα σπίτια, στους δρόμους) και να επιβάλουν την παρουσία τους στις κοινωνικές δραστηριότητες. Αυτή η πρωτοφανής δημόσια έκθεση της γυναίκας θεωρήθηκε επίσης απειλή για την κρατούσα ηθική τάξη.
Τα στερεότυπα δεν περιορίζονται στις φτωχές κοπελίτσες των προσφυγικών συνοικισμών. Δημοσιεύματα της εποχής εμφανίζουν και τις εύπορες γυναίκες προσφυγικής καταγωγής να προκαλούν με την παρουσία τους, τον «ηδονισμό», την «ανηθικότητα», τη «χυδαιότητά» τους. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές καταγραφές αυτής της ρατσιστικής οπτικής είναι το προκλητικό άρθρο «Οι γυναίκες της Αθήνας» του Κώστα Ουράνη (εφ. Ελεύθερος Λόγος, 10 Ιουλίου 1923).
Το φύλλο της εφημερίδας που φιλοξένησε το άρθρο του Κώστα Ουράνη
Ο γνωστός ποιητής αντιπαραβάλλει τις «Ατθίδες» με τις γυναίκες της Ανατολής που κατέκλυσαν και μόλεψαν την πρωτεύουσα: Στην αρχή κάνει λόγο για τον τύπο της νεαρής Αθηναίας «ο οποίος είχε την ευγένεια, λιγυρότητα και γραμμές αναγλύφων του Κεραμεικού ή μικρών αγαλμάτων της Τανάγρας. Ήταν ο ίδιος τύπος της δέσποινας που είχε διατηρηθεί και κατά τους αιώνες της δουλείας ακόμη μέσα σε λίγα αρχοντικά ελληνικά σπίτια και που έδωσε μερικά εξαίσια άνθη στην αυλή του Όθωνος. […] Είχαν στην εμφάνισή τους κάτι το πολύ αρμονικό και αρχοντικό. Θύμιζαν τις αρχαίες παρθένες που σμίλεψε ο Φειδίας ν’ ανεβαίνουν με άνθη και καρπούς στον Παρθενώνα κατά την πομπή των Παναθηναίων». Οι γυναίκες αυτές, συνεχίζει, είναι είδος προς εξαφάνιση, αφού η πόλη της Αθήνας κατακλύζεται πλέον από τις «άλλες»: «Οι άλλες έχουν τον καθαρό τύπο της Ανατολής από την οποία προέρχονται. Είναι γυναίκες που αρέσκονται πολύ να προκαλούν. Έχουν λευκή και απαλή επιδερμίδα, είναι όλες με υποβλητικές καμπυλότητες, με πρόσωπα στρογγυλά και μάτια στρογγυλά επίσης και κατάμαυρα, βυθισμένα σε ίσκιους, γεμάτα ηδονισμό. […] Είναι οι τύποι των ωραίων γυναικών – για τα κοινά τα γούστα.
»Οι γυναίκες αυτές ή είναι ανούσια αισθηματικές ή τρομερά φιλήδονες, […] έχουν κάτι το κοινό και το χυδαίο. […] Δεν έχουν απάνω τους καμιά αρχοντιά, καμιά ένστικτη λεπτότητα. Δεν είναι “κυρίες”. Είναι θηλυκά. Το κλίμα της Ανατολής τις έκανε μαλθακές, σαρκώδεις και φιλήδονες. Από δε την Ευρώπη έχουν πάρει την ελευθερία των ηθών – και ίσως τίποτα άλλο. […] Δεν έχουν την ένστικτη αποστροφή των ευγενικών γυναικών προς το χυδαίο και το ταπεινό […] αγαπούν την κουρκουσαριά, τις φράσεις με τις διπλές έννοιες, τ’ αλατισμένα αστεία.
»Ντύνονται με κίτρινα, με μαβιά, με ρόδινα χρώματα. Πολλές, υπό το πρόσχημα της ζέστης, έχουν καταργήσει τα μεσοφόρια, όταν δε περπατούν μέσα στον ήλιο οι γραμμές του σώματός των διαγράφονται καθαρά μέσα από τα φουστάνια. Με γυμνούς λαιμούς, με γυμνά μπράτσα, έχοντας κάτι το άφθονο όπως οι γυναίκες του Ρούμπενς, με μεγάλα μαύρα ματόκλαδα, κάτω από τα οποία γλαρώνει ο ηδονισμός, προκαλούν την προσοχή που ανοίγει το στόμα και ξυπνούν αιφνίδιους πόθους. […]
»Αυτές είναι οι γυναίκες που φαίνονται παντού στη σημερινή Αθήνα […] αυτή που δίνει τον τόνο, που εμφανίζεται ως τύπος, είναι η γυναίκα της Ανατολής. Ο άλλος, ο τύπος της νέας Αθηναίας, ο οποίος είχε αρχίσει να διαπλάσσεται από το κλίμα της Αττικής, χάθηκε μέσα σ’ αυτή την πλημμύρα των γυναικών της Ιωνίας και του Βοσπόρου. Κάπου-κάπου βλέπει κανείς μερικές νεαρές γυναίκες ντυμένες με διακριτική κομψότητα, με βλέμμα που κοιτάζει από ψηλά, με βάδισμα αργό και περήφανο, ωραίες σιλουέτες που κινούν το θαυμασμό: είναι αυτές, οι Αθηναίες. Αλλά εκτοπισμένες. Οι γυναίκες της Ανατολής κατέχουν σήμερα το πεζοδρόμιο και επιβάλλονται στο γούστο των κοινών με τα ζωηρά τους χρώματα, το αφρώδες δέρμα τους, τις προκλητικές καμπύλες, τα ηδυπαθή μάτια και το κάτι εκείνο το πολύ μελωμένο που αποστάζουν και που φέρνει ένα πλατάγισμα γλώσσης σ’ εκείνους που τις κοιτάζουν – όπως φέρνει το γλύκισμα που ορέγεται κανείς να φάει ή που μόλις το έφαγε…»!
Ο Ουράνης δεν αποτελούσε εξαίρεση· επένδυσε απλώς με συγγραφική μαεστρία την αντιπροσφυγική αντίληψη μιας σεβαστής μερίδας της γηγενούς κοινωνίας, αντίληψη που εξέφρασε στα 1928, με ακόμη πιο προκλητικό τρόπο, ο εκδότης της Καθημερινής Γεώργιος Βλάχος, στο γνωστό αντιπροσφυγικό άρθρο του: «Το σύμβολον της Παλαιάς Ελλάδος εκπορθείται και βεβηλώνεται από την “προσφυγικήν αγέλην”. Η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη μόνο των “καθαρών” Ελλήνων, αλλά και πόλη των προσφύγων».
Σίγουρα θα υπήρξαν πολλές οργισμένες αντιδράσεις, κυρίως από την πλευρά των προσφύγων.
Τέσσερις μέρες μετά, στις 14 Ιουλίου 1923, η εφημερίδα φιλοξένησε απάντηση του αναγνώστη Κ.Αθ., που από την επιστολή του φαίνεται πως ήταν γηγενής Αθηναίος, άνθρωπος με μόρφωση και ευαισθησία και πήρε μέρος ως στρατιώτης στη μικρασιατική εκστρατεία. Τις εντυπώσεις του Ουράνη για τις γυναίκες της Ανατολής τις θεωρεί αποτέλεσμα της δυτικολαγνείας, της προκατάληψης και της άγνοιάς του για εκείνο το κομμάτι του ελληνισμού.
Νωπές είναι οι δικές του μνήμες από την Ελλάδα της Ανατολής: «Διπλός καημός να θυμάται κανείς τώρα εκείνην την αντικρινή, την πεθαμένη πια, Ελλάδα της Ανατολής», μιαν Ελλάδα «ζωντανεμένη, ολόστητη, ορθόστητη, λάγνα, γλυκιά, με φλογισμένη την ψυχή από τον πόθο της χαράς, με λιγωμένα μάτια από τη λαχτάρα του λυτρωμού, με ανοιχτή αγκαλιά…». Η θύμησή του τρέχει και στην Ελληνίδα της Ανατολής, που «επρόβαλε στο παραθύρι, έκοψε τα λουλούδια από τη γλάστρα της να μας ράνει, έστρωσε τα στολίδια της στο δρόμο να περάσουμε, άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουνε πονετικά και άπλωσε τα μπράτσα της τα γραμμένα να μας χαϊδέψει τα κουρασμένα κεφάλια… Εμείς τις είδαμε τις γυναίκες της Ανατολής, εκείνες τις αλησμόνητες ημέρες της σβησμένης μας χαράς.
»Έτσι θα τις εγνώριζε ο Ουράνης τις γυναίκες της Ανατολής, αν δεν εταξίδευε διαρκώς προς Δυσμάς. […] Και όταν, ξένος, αντίκρισε τις γυναίκες της Ανατολής πλαισιωμένες στο αττικόν περιβάλλον, τις έκρινε με την ψυχρή, την εύκολη, την άδικη παρατήρηση του ξένου, του περαστικού, με την απροσεξία του ανθρώπου που δεν αγαπά εκείνο που δεν το γνωρίζει, απλούστατα διότι δεν το εγνώρισε. Όλα τα μάτια δεν βλέπουν πάντα τα ίδια πράγματα. Χρειάζεται η προοπτική του χρόνου και των γεγονότων. Τις γυναίκες της Ανατολής εμείς, καθώς τις συναντούμε τώρα στο δρόμο μας, τις βλέπουμε στο βάθος μιας σκηνής γεμάτης από καπνούς μαύρους και αίματα ζεστά, χυμένα, με λυμένα τα μαλλιά να μοιρολογούν και να οδύρονται κι ανάμεσα στους λυγμούς τους να ψιθυρίζουν χορικά της πιο φρικτής τραγωδίας.
»Είναι οι γυναίκες που επόνεσαν πολύ. Κι όσο για την ταγιά τους, για τη σιλουέτα τους, για τη γραμμή τους, κοιτάζουμε λιγάκι πιο βαθιά, μες στην ψυχή, και το ’χουμε κρυφό καμάρι πως θα γενούν μανάδες μια φορά και πως το αίμα τους θα είναι και δικό μας αίμα […]».
Κυριάκος Λυκουρίνος
Πηγή:https://diktiospartakos.blogspot.com

«Καλημέρα σας! Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στην Αγία Τριάδα. Ήταν μια ωραία μέρα, την Πρωτομαγιά του 1922. Λέγομαι Όσκαρ Φλωρεντίν. Αλλά έπρεπε να με ονόμαζαν Σαούλ…». Με αυτά τα λόγια, ο επιζών του Ολοκαυτώματος, Όσκαρ Φλωρεντίν, κατέθετε, 76 χρόνια μετά, την Πρωτομαγιά του 1998, τη δική του μαρτυρία για τα όσα έζησε στη φρίκη του πολέμου, στο πλαίσιο του εγχειρήματος του Shoah Foundation για τη διάσωση μαρτυριών ανθρώπων που επέζησαν της θηριωδίας.

«Φυλάμε το cd με τις αφηγήσεις του πατέρα, γιατί ο ίδιος δεν μας μιλούσε πότε. Μίλησε μόνο σε τρίτους, μετά από πολλά χρόνια, ενώ δεν ήθελε με τίποτα να περάσει σε εμάς τον φόβο και τις τραγικές στιγμές που έζησε στο ναζιστικό στρατόπεδο. Μας λυπόταν, δεν ήθελε να ξέρουμε τις φρικαλεότητες που έζησε», λέει η κόρη του Όσκαρ Φλωρεντίν, Ματίλντα, στη δική της κατάθεση ψυχής στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM».

«Εμείς, οι απόγονοι των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, έχουμε χρέος στη μνήμη, στην Ιστορία. Να θυμόμαστε, να μεταφέρουμε να καταγράφουμε όλα όσα θυμούνται οι συγγενείς μας, άνθρωποι της ισραηλιτικής κοινότητας, για να μην επαναληφθεί ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ η τραγωδία!», λέει, με εμφανέστατη συγκίνηση, η Ματίλντα Φλωρεντίν.

Στην πλατεία Ελευθερίας

«Κοντά στο Λιμάνι μας πήγαν. Μας μάζεψαν, γέμισε η πλατεία με εβραίους, εκεί που μετά έγινε το πάρκινγκ, στην Πλατεία Ελευθερίας. Στον ήλιο μας κρατούσαν πολλές ώρες. Μας κατέγραφαν. Όπως είπαν, για να μας στείλουν στα καταναγκαστικά έργα. Ιούνιος μηνάς (σ.σ. του 1943) ήταν, δεν μας άφησαν να βάλουμε καπέλα στα κεφάλια. Σαν τα ζώα, σαν τα πρόβατα μας μετρούσαν. Τα λυκόσκυλα γύρω – γύρω, ενώ ο άλλος κόσμος μας κοιτούσε σιωπηλά από τα μπαλκόνια», ακούγεται να αφηγείται ο Όσκαρ Φλωρεντίν.

Συζητώντας το θέμα της διατήρησης της μνήμης και το γεγονός ότι σήμερα οι Ευρωπαίοι ξεχνούν το Ολοκαύτωμα, όπως δείχνουν οι έρευνες, που έγιναν πέρσι, στις οποίες το ένα τρίτο δηλώνει ότι ξέρει ελάχιστα ή καθόλου για το Ολοκαύτωμα, ενώ περίπου 1 στους 20 πολίτες δεν έχει ουδέποτε ακούσει για τις ναζιστικές φρικαλεότητες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την ώρα που εξακολουθούν να βρίσκονται στη ζωή δεκάδες χιλιάδες επιζώντες του Ολοκαυτώματος, η Ματίλντα Φλωρεντίν απαντά με τον δικό της τρόπο.

«Προσπαθώ να κάνω κάτι εγώ, προσωπικά. Συμμετέχω ενεργά στις εκδηλώσεις της κοινότητας. Πριν από χρόνια έγινε γνωστή στο πανελλήνιο η ιστορία της πεθεράς μου, της 84χρονης Στερίνας Ταμπώχ ή Μαρίκας Γρηγοριάδου, που σώθηκε, αφού την είχε υιοθετήσει μια οικογένεια Ποντίων. Το σημαντικότερα στην ιστορία της Στερίνας Ταμπώχ δεν είναι που σώθηκε μόνο αυτή, ενώ όλη η οικογένεια της αφανίστηκε στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Το συγκινητικό είναι ότι οι Πόντιοι γονείς της Στερίνας, ο Γιάννης και η Σοφία Γρηγοριάδη σεβάστηκαν την καταγωγή της, δεν ήθελαν να την αλλάξουν, ενώ της είχαν βγάλει χριστιανική ταυτότητα, δεν τη βάφτισαν στην πραγματικότητα καθώς ήθελαν να διατηρήσει το κορίτσι αυτό την εβραϊκή της ταυτότητα!», τονίζει.

Όταν ο Παλιός Σταθμός έγινε στρατόπεδο…

«“Οι Έλληνες Θεσσαλονικείς, τι κάνανε; Σας βοηθούσαν;” – Έβλεπαν μόνο. Ενώ οι ναζί κατέγραφαν τα στοιχεία μας. Εμένα, ως φοιτητή της Νομικής του ΑΠΘ, με κράτησαν στα γραφεία της Θεσσαλονίκης. Αυτό, αργότερα… αλλά μετά την πλατεία, μας μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως, με γύρω συρματοπλέγματα, στον Παλιό Σταθμό. Στο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης ήμασταν μια εβδομάδα. Δεν μπορούσαμε να ανασάνουμε, θέλαμε να φύγουμε. Και πού να πάμε; Ήμασταν φοβισμένοι, στριμωγμένοι, δεν θυμάμαι τι τρώγαμε και αν τρώγαμε, αν είχαμε τουαλέτες. Πολλά άτομα σε ένα δωμάτια. Λέγαν, θα μας στείλουν στην Πολωνία…», αναφέρει, σε άλλο σημείο της αφήγησής του ο Όσκαρ Φλωρεντίν.

Και συνεχίζει, αφηγούμενος το ταξίδι που γι’ αυτόν είχε επιστροφή, ενώ για χιλιάδες Θεσσαλονικείς εβραίους έμελλε να είναι το τελευταίο…

«Μια μέρα, στις 2 Μαΐου, μας φόρτωσαν στα βαγόνια. Όλοι μαζί σε ένα βαγόνι, περίπου σαράντα άτομα, με δυο τενεκέδες για ανάγκες μας. Στο τρένο ήταν οικογένειες με παιδιά, γυναίκες έγκυες.. Εκεί ήμασταν όλοι: ο πατέρας μου Ιάκωβος, η μητέρα μου Ματίλντα, εγώ, ο αδελφός μου Ιωσήφ, η αδελφή μου Σάρα, η αδελφή μου Αλίκη, μαζί με τον άνδρα της Ραφαέλ και το μωρό τους… Το τρένο έτρεχε, δεν σταματούσε. Πολύ γρήγορα, στις 9 Μαΐου 1943, φράσαμε στο Άουσβιτς – Μπίρκενάου. “Τι Σας έκανε περισσότερη εντύπωση;” (ρωτάει η ερευνήτρια του Shoah Foundation). Φύσαγε δυνατός αέρας, θυμάμαι. Σκυλιά γαύγιζαν, τα παιδιά τσίριζαν, χάος μέσα στη νύχτα. Οι ναζιστές χτυπούσαν άγρια, όποιον έπεφτε κάτω…».

Ύστερα από μια μικρή παύση, ο Όσκαρ Φλωρεντίν ακούγεται να μιλάει για τους προβολείς, που φώτιζαν σαν στο σινεμά, τα τραγικά, δύστυχα πρόσωπα ανθρώπων σε απόγνωση μπροστά στον θάνατο και όσα άλλα τού έμειναν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη… «Κάθε στιγμή ακούγαμε στο στρατόπεδο “Appelplatz!”, συγκέντρωση! Βγαίναμε πάντα με τη σκέψη, ποιον θα κρεμάσουν από εμάς; Μπορεί και εμένα…».

Πόσοι γύρισαν πίσω ζωντανοί από την οικογένεια, ρωτάμε, σήμερα, την κόρη του, Ματίλντα, και απαντά πως μόνο ο πατέρας της και ο αδελφός του, ο Ιωσήφ, γύρισαν ζωντανοί. Η ίδια πιστεύει πως τον πατέρα της τον βοήθησε ο καλός του χαρακτήρας.

«Ήταν αισιόδοξος, είχε χιούμορ, αλλά και το μυαλό του! Ήταν έξυπνος άνθρωπος. Όταν γύρισε στη Θεσσαλονίκη, όταν πολλοί άλλοι έφυγαν να σωθούν από διωγμούς, για την Παλαιστίνη, πριν δημιουργηθεί το κράτος το Ισραήλ, είπε: “είμαι Έλληνας και θα μείνω εδώ”. Ήταν μόλις 23 χρόνων, ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά τον επιστράτευσαν στον Έβρο», θυμάται.

«Η φοιτητική ταυτότητα του πατέρα μου έχει ημερομηνία 24 Απριλίου 1942 και αναγράφει και τη σχολή στην οποία φοιτούσε· ήταν στο τμήμα Νομικών και Οικονομικών Επιστημών», σημειώνει και αναφέρεται στη μεγάλη συγκίνηση που ένιωσε στην προ ημερών εκδήλωση για τα αποκαλυπτήρια του έργου του Ξενή Σαχίνη με τα ονόματα εβραίων που φοιτούσαν στο ΑΠΘ και τιμάται σήμερα η μνήμη τους. Ανάμεσά τους είναι και το όνομα του πατέρα της…

Ο Όσκαρ Φλωρεντίν, ο οποίος πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 2014, επέζησε από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος από τύχη, όπως λέει η κόρη του, αλλά ακούγεται να λέει και ο ίδιος στο ηχογραφημένο απόσπασμα.

«Επέζησα από τύχη. Η ζωή μου δεν άλλαξε μετά. Ήθελα να συνεχίσω τις σπουδές, αλλά πήγα στρατιώτης στον Έβρο. Κι εκεί κάθε μέρα είχαμε πέντε νεκρούς… Όταν πήγα να βγάλω την ταυτότητα, με ρώτησαν, πού ήμουν στον πόλεμο. Είπα, στο στρατόπεδο. Αν ήμουν στο βουνό, δεν θα ήμουν “εντάξει” για την τότε κοινωνία […] Ακόμα και σήμερα συμβαίνουν επεισόδια, που με στεναχωρούν. Τις προάλλες, τηλεφώνησα σε έναν φίλο. Το τηλέφωνο, το σήκωσε ο γιος του. Ακούω: “Μπαμπά! Ο κύριος εβραίος σε ζητάει”. Δεν λέει: “Ο Όσκαρ σε ζητάει”…».

Σχολιάζοντας το γεγονός αυτό, η Ματίλντα Φλωρεντίν εξηγεί πως ο πατέρας της ήταν πολύ ευαίσθητος στις φιλίες: «εγώ, προσωπικά, ως κόρη του, δεν θα θύμωνα. Είναι σαν να λένε, ο Γάλλος ή ο Έλληνας, ο Τούρκος, ο Πόντιος… Η ξενοφοβία, δυστυχώς, δεν φεύγει από την κοινωνία. Δύσκολα αλλάζει ο άνθρωπος, πάντα ψάχνει τους ενόχους στους άλλους, δεν κοιτάει τον εαυτό του να γίνει καλύτερος άνθρωπος».

«Καλό είναι να είμαστε όλοι μαζί, εβραίοι και μη εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Την Κυριακή 17 Μαρτίου (σ.σ. ημέρα της καθιερωμένης ετήσιας πορείας για τα θύματα του Ολοκαυτώματος), να ξεκινήσουμε μαζί την πορεία από την Πλατεία Ελευθερίας, στις 11.30, και να καταλήξουμε στον Παλιό Σταθμό. Εκεί, η Ομάδα “Πορεία για τη Ζωή” θα ζητήσει συγγνώμη από τους εβραίους της Θεσσαλονίκης, θα τραγουδήσουν τα παιδιά του Εβραϊκού Σχολείου Θεσσαλονίκης και συμβολικά θα φυτέψουν με παιδιά της περιοχής της Ξηροκρήνης μία ελιά!», λέει η Ματίλντα Φλωρεντίν.

Φέτος, όπως εξηγεί, συμπληρώνονται 76 χρόνια από την αναχώρηση του πρώτου συρμού για το στρατόπεδο Άουσβιτς – Μπιρκενάου, όπου ήταν και ο πατέρας της, ο Όσκαρ, ο οποίος κατόρθωσε να επιζήσει, σε αντίθεση με τους περίπου 50.000 Θεσσαλονικείς εβραίους, που δεν γύρισαν ποτέ…

Πηγή:https://thefact.gr

Ο Ζαν Τόμας Φόρμαν (Jan Tomáš Forman, 18 Φεβρουαρίου 1932 -13 Απριλίου 2018), γνωστός ως Μίλος Φόρμαν (Miloš Forman), ήταν Τσέχος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και καθηγητής, ο οποίος μέχρι το 1968 ζούσε και εργαζόταν στην πρώην Τσεχοσλοβακία. Δύο από τις ταινίες του, Στη Φωλιά του Κούκου και Αμαντέους είναι από τις πλέον σημαντικές στην ιστορία του κινηματογράφου. Ως σκηνοθέτης, ο Φόρμαν προτάθηκε τρεις φορές για το Βραβείο Όσκαρ σκηνοθεσίας και το κέρδισε τις δύο.

Σαν σήμερα, στις 13 Απριλίου του 1906, σε μια επαρχιακή πόλη κοντά στο Δουβλίνο, γεννήθηκε ο Ιρλανδός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Σάμιουελ Μπέκετ (Samuel Barclay Beckett). Το 1969 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το οποίο αρνήθηκε να το παραλάβει και διέθεσε το χρηματικό έπαθλο των 73.000 δολαρίων σε νέους και πρωτοποριακούς καλλιτέχνες, ζωγράφους και σκηνοθέτες.

Ο απίθανος, ο μαγευτικός κόσμος του Ντίσνεϊ. Ο κόσμος που αναστάτωσε την παιδική μας φαντασία. Ο κόσμος που νανούρισε την παιδική μας σκέψη ταξιδεύοντας τη σε ονειρεμένα πελάγη ευτυχίας, σ’ απατηλές χιονισμένες βουνοκορφές, σε καταπράσινα φαράγγια με τις άγριες ακροποταμιές, τους ατίθασους καταρράκτες με τις συρμάτινες και σχοινιένιες ανεμόσκαλες, τα ρόπαλα, τις σχεδίες και τα κανό.

Η «ταξιαρχία Έρχαρτ» μπαίνει στο Βερολίνο, η ακροδεξιά ομάδα δολοφόνων από τη Βαυαρία που είχε σήμα τον αγκυλωτό σταυρό, πριν ακόμα τον κάνουν σύμβολό τους οι ναζί.
Του Χάρη Παπαδόπουλου
Όταν το ενιαίο µέτωπο της εργατικής τάξης σάρωσε την ακροδεξιά
«Οι προλετάριοι στέκονταν σε πυκνές γραμμές… Είχαν φέρει τα όπλα και τις κόκκινες σημαίες τους. Ήταν έτοιμοι να κάνουν το οτιδήποτε, να δώσουν τα πάντα, ακόμη και τη ζωή τους.
Και μετά, συνέβη το αδιανόητο.
Από τις 9 το πρωί οι μάζες στέκονταν μέσα στο κρύο και την ομίχλη. Οι ηγέτες τους κάπου συνεδρίαζαν. Η ομίχλη σηκώθηκε και οι μάζες στεκόντουσαν πάντα εκεί. Οι ηγέτες τους συνεδρίαζαν. Σήμανε μεσημέρι και στο κρύο προστέθηκε η πείνα. Και οι ηγέτες συνεδρίαζαν.
Οι μάζες διακατέχονταν από πυρετώδη ενθουσιασμό. Χρειάζονταν μια πράξη, έστω μια λέξη για να ηρεμήσουν. Όμως κανείς δεν γνώριζε τι πρέπει να κάνει, επειδή οι ηγέτες συνεδρίαζαν.
Η ομίχλη ήρθε ξανά και μαζί της ήρθε το σούρουπο. Οι μάζες επέστρεψαν σπίτι τους λυπημένες. Ήθελαν μεγάλα πράγματα, όμως δεν έκαναν τίποτα. Επειδή οι ηγέτες τους συνεδρίαζαν. Πέρασαν ολόκληρο το απόγευμα και το βράδυ συνεδριάζοντας και όταν ήρθε η αυγή συνέχισαν τη συνεδρίαση από εκεί που είχε διακοπεί».
(μαρτυρία από την νικητήρια προλεταριακή συγκέντρωση στο Βερολίνο, από το βιβλίο του Κρις Χάρμαν «Η ΧΑΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, Γερμανία 1918 – 1923».
Ξηµέρωµα 13ης Μάρτη 1920. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάµεις καταλαµβάνουν αιφνιδιαστικά το Βερολίνο. Η κυβέρνηση των σοσιαλδηµοκρατών τρέχει πανικόβλητη να σωθεί στη ∆ρέσδη και µετά στη Στουτγάρδη. Οι πραξικοπηµατίες ανακοινώνουν πως εγκαθιδρύουν «κυβέρνηση δράσης» για να σωθεί η χώρα από τον κοµµουνισµό. Επικεφαλής, ο ακροδεξιός πολιτικός Καπ. Στο σύνολο της χώρας ο µισός στρατός υποστηρίζει το πραξικόπηµα. Ο άλλος µισός περιµένει πού θα γείρει η πλάστιγγα. Όταν η σοσιαλδηµοκρατική κυβέρνηση κάνει έκκληση στο Γενικό Επιτελείο για προστασία της νοµιµότητας, ο φον Ζέεκτ, επικεφαλής του Επιτελείου, απαντά µε µια µνηµειώδη δήλωση: «ο γερµανικός στρατός δεν θα πυροβολήσει το γερµανικό στρατό». Η αποθάρρυνση κυριεύει την ηγεσία του SPD.
Oι σοσιαλδηµοκράτες κυβερνούσαν ήδη 14 µήνες. Στο διάστηµα αυτό αποκεφαλίστηκε η ηγεσία της επαναστατικής αριστεράς: ∆ολοφονήθηκε η Ρόζα Λούξεµπουργκ και ο Καρλ Λίµπκνεχτ. Τα Freikorps, εθελοντικά αποσπάσµατα της Ακροδεξιάς, εξόντωσαν 20.000 επαναστάτ(ρι)ες σε Βερολίνο και Αµβούργο, Βαυαρία και Βρέµη, σύµφωνα µε τον συγγραφέα Κρις Χάρµαν. Όλα έγιναν υπό την καθοδήγηση της σοσιαλδηµοκρατικής κυβέρνησης.
Τώρα, όµως, τα πόδια γύρισαν να χτυπήσουν το κεφάλι. Τα Freikorps συµµετείχαν ολόθερµα στο πραξικόπηµα. Πραγµατικοί ηγέτες πίσω από τον Καπ ήταν ο Λίτβιτζ, πανεθνικός συντονιστής των σφαγών των κοµµουνιστών, και ο Παµπστ, οργανωτής της δολοφονίας των Λούξεµπουργκ και Λίµπκνεχτ. Μεταξύ των εισβολέων στο Βερολίνο, και η ταξιαρχία Έρχαρτ, ένα σώµα Freikorp της Βαυαρίας: η πρώτη µονάδα µε σήµα τον αγκυλωτό σταυρό, πριν ακόµη αναχθεί σε ναζιστικό σύµβολο. Τις πρώτες ώρες, το πραξικόπηµα έµοιαζε ο απόλυτος θρίαµβος του τρόµου.
Πραξικόπημα Καπ, το πανώ γράφει: «Σταματήστε Όποιος προχωρήσει θα πυροβοληθεί.»
«Γενική απεργία διαρκείας»
Όµως, άρκεσε ένας άνθρωπος να υψώσει το ανάστηµά του για να ανατραπεί το κλίµα. Ο Λίγκεν, επικεφαλής των συνδικάτων, ήταν ο µόνος από την ηγεσία του SPD που δεν εγκατέλειψε την πρωτεύουσα. Αντίθετα, κάλεσε άµεσα για γενική απεργία διαρκείας απέναντι στο πραξικόπηµα.
Ο Λίγκεν δεν ήταν επαναστάτης. Στάθηκε όλη του τη ζωή πολέµιος της επαναστατικής Αριστεράς και της Ρόζας Λούξεµπουργκ προσωπικά. Ο Λίγκεν υπήρξε ο εµπνευστής του άθλιου συνθήµατος «τα συνδικάτα χρειάζονται ησυχία». Πωρωµένος γραφειοκράτης, αλλά µε δυνατό ένστικτο αυτοσυντήρησης. Και την κρίσιµη ώρα δεν δίστασε να ανάψει το φιτίλι για τον εργατικό ξεσηκωµό.
Στο κάλεσµα για γενική απεργία, που κυκλοφόρησε στις 11 το πρωί την 13η Μάρτη, ο Λίγκεν πρόσθεσε όχι µόνο τη δική του υπογραφή, αλλά και αυτές των άλλων φυγάδων ηγετών. Όµως τις επόµενες ώρες, µε επείγοντα τηλεγραφήµατά τους, οι επικεφαλής της σοσιαλδηµοκρατικής κυβέρνησης Έµπερτ και Νόσκε δηλώνουν δηµόσια πως ποτέ δεν υπέγραψαν τέτοια έκκληση. Ακόµη και την ώρα του απόλυτου κινδύνου, απέτασσαν µε βδελυγµία την εργατική δράση κόντρα στην Ακροδεξιά.
Η απεργία ήταν δύσκολο να ξεκινήσει πετυχηµένα: το πραξικόπηµα έγινε Κυριακή. Όµως από την πρώτη µέρα τα τρένα σταµάτησαν να κινούνται, ρεύµα και γκάζι κόπηκαν. Ο Καπ εξέδωσε εντολή: όσοι εργάτες απεργούν, θα εκτελούνται επιτόπου. Αλλά τη ∆ευτέρα 14 Μάρτη η απεργία φούντωσε πέρα από την πρωτεύουσα. Στο Αµβούργο, το Ρουρ, τη Σαξονία, σε πόλεις και χωριά, ακόµη και στα αγροκτήµατα της Ανατολικής Πρωσίας. Η απεργία έµελλε να συνεχιστεί ακόµη και µετά τη συντριβή των πραξικοπηµατιών, που ολοκληρώθηκε πριν κλείσει εβδοµάδα. Το τζίνι βγήκε από το λυχνάρι και δεν έµπαινε εύκολα πίσω.
Οι εργάτες συγκροτούν Κόκκινο Στρατό για να αντιμετωπίσουν τους πραξικοπηματίες.
Ο «Κόκκινος Στρατός» του Ρουρ
Στα ιστορικά άρθρα που αναφέρονται σ’ αυτή την περίοδο στη Γερµανία, υπάρχει ένας πολύ διαδεδοµένος µύθος: πως η ειρηνική διαµαρτυρία της εργατικής τάξης κατάφερε µόνη της να σαρώσει το πραξικόπηµα. Στην πραγµατικότητα, οι εργάτες πήραν τα όπλα και συνέτριψαν τον στρατό σε µια σειρά µάχες στον δρόµο. Αλλιώς, η ακροδεξιά θα είχε επικρατήσει τσακίζοντας τη γενική απεργία.
Σε πολλές περιοχές της Γερµανίας συστάθηκαν ένοπλες εργατικές µονάδες, που έµειναν γνωστές ως «Κόκκινος Στρατός», παρόλο που δεν είχαν ενιαία διοίκηση και δοµή. Κέντρο της πρωτοβουλίας υπήρξαν τα ανθρακωρυχεία του Ρουρ. Και η πρώτη µάχη στον δρόµο έγινε στο Χάγκεν. Εκεί, µονάδες Freikorps, ενισχυµένες µε πυροβολικό, επιχείρησαν να καταλάβουν εξ εφόδου τον σιδηροδροµικό σταθµό τη ∆ευτέρα 14 Μάρτη. Η µάχη εξελίχθηκε σε πανωλεθρία. 64 πραξικοπηµατίες έπεσαν νεκροί, έναντι 7 εργατών. 100 περίπου στρατιώτες αιχµάλωτοι. Λάφυρο των εργατών, τα κανόνια.
Το Ντόρτµουντ, λίγα χιλιόµετρα βορειότερα, καταλήφθηκε από τον στρατό. ∆ολοφονήθηκαν 7 απεργοί. Οργανώθηκε επιτροπή δράσης από ανεξάρτητους σοσιαλδηµοκράτες και κοµµουνιστές. Τα τρένα µπλόκαραν τις ενισχύσεις στον στρατό, αντίθετα µετέφεραν ένοπλους εργάτες από το Χάγκεν και το υπόλοιπο Ρουρ. Ο στρατός εγκατέλειψε εσπευσµένα την πόλη, κάτω από καταιγισµό πυρών. Υποχωρώντας στο Ρεµτσχάιλντ, έπεσε σε ενέδρα. Σκοτώθηκαν 33 εργάτες, αλλά η φρουρά του Ντόρτµουντ εξολοθρεύθηκε. Ο οπλισµός της, λεία του Κόκκινου Στρατού.
Στις 18 Μάρτη ξεκίνησε η µάχη της Έσης. Εδώ η αστυνοµία και η σοσιαλδηµοκρατική πολιτοφυλακή είχαν ταχθεί µε το πραξικόπηµα και είχαν διαλύσει την τοπική εργατική επιτροπή δράσης δολοφονώντας πολλούς απεργούς. Στην έφοδο του Κόκκινου Στρατού οι πραξικοπηµατίες πολέµησαν λυσσασµένα, υπερασπίζοντας βήµα-βήµα κάθε κτήριο. Πάρα πολλές απώλειες είχαν και οι δύο πλευρές στα σφαγεία, όπου ταµπουρώθηκε η αστυνοµία. Υπερίσχυσαν οι εργάτες. Ο Κόκκινος Στρατός έφτασε στο κέντρο της πόλης το πρωί στις 19 Μάρτη πολεµώντας σε κάθε στενό. Το ∆ηµαρχείο καταλήφθηκε το µεσηµέρι. Αργότερα έπεσαν ο σιδηροδροµικός σταθµός και το ταχυδροµείο. Όσοι πραξικοπηµατίες σώθηκαν, χρειάστηκε να εγκαταλείψουν τον οπλισµό τους για να τρέξουν.
Η πτώση της Έσης σήµανε γενική κατάρρευση του πραξικοπήµατος. Τα Freikorps αποσύρθηκαν άµεσα από το Ντίσελντορφ και σειρά άλλων πόλεων. Ακολουθώντας τους, προέλαυνε ένας Κόκκινος Στρατός 50.000 µαχητών µε βαρύ πυροβολικό.
Από τον θρίαµβο στη συντριβή
Οι ηγέτες του πραξικοπήµατος στο Βερολίνο το έσκασαν καταφεύγοντας στη Σουηδία, όπου παρέµειναν ανενόχλητοι, εισπράττοντας ως το τέλος της ζωής τους κανονικά τους παχυλούς µισθούς και τις συντάξεις τους.
Στη Γερµανία, όπου κόχλαζε η εξέγερση, για λίγο υπήρξε ένα κενό εξουσίας. Τελικά, ύστερα από διαβουλεύσεις, σχηµατίστηκε νέα κυβέρνηση µε τους σοσιαλδηµοκράτες και τα κόµµατα του κέντρου, πιο δεξιά από αυτή που ανέτρεψε ο Καπ. Η εργατική τάξη, που είχε δώσει επική µάχη, βρέθηκε τελείως στο περιθώριο.
Ακόµη και οι Κόκκινοι Στρατοί φυλλορρόησαν. Τον επόµενο µήνα επρόκειτο να σφαγούν ανελέητα από τη νέα κυβέρνηση και τα -απαραίτητα- Freikorps. Τον Απρίλη 1920 στο Ρουρ θα εφαρµοστεί για πρώτη φορά η θηριωδία που θα ζήσει αργότερα από τον Χίτλερ όλη η Ευρώπη. Παντού οµαδικοί τάφοι. Εκεί θάβονται σωρηδόν εργάτες και γυναικόπαιδα µετά τη χαριστική βολή. Και επικρατεί «νόµος και τάξη».
Πώς χάθηκε η ευκαιρία;
Στην ιστορία που εξετάζουµε ίσχυσε απόλυτα το ρητό του Ναπολέοντα: «Τις µάχες τις κερδίζουν οι φαντάροι και τις χάνουν οι στρατηγοί». Η εργατική τάξη και τα οργανωµένα µέλη της επαναστατικής αριστεράς επέδειξαν απίστευτο ηρωισµό. Αλλά οι ηγέτες της, µπρος στην ιστορική στιγµή, µετρήθηκαν και βρέθηκαν λειψοί.
Στη γενική απεργία και στις µάχες µε τον στρατό κατέβηκαν και οι σοσιαλδηµοκράτες εργάτες, και οι ανεξάρτητοι σοσιαλδηµοκράτες και φυσικά οι κοµµουνιστές. Οι επιτροπές δράσης και οι Κόκκινοι Στρατοί σχηµατίζονταν από µαχητές και των τριών κοµµάτων.
Αλλά οι ηγέτες της Σοσιαλδηµοκρατίας ήταν οργανικά ανίκανοι να αναλάβουν την ευθύνη της καθοδήγησης του κινήµατος. Αριστερά τους, το Ανεξάρτητο Σοσιαλδηµοκρατικό Κόµµα, µε 800.000 µέλη και 5 εκατοµµύρια ψήφους. Το κόµµα αυτό κήρυττε τον σοσιαλισµό και διέθετε αξιόλογους µαχητές. Αλλά τις µέρες του πραξικοπήµατος του Καπ απλώς ακολουθούσε διστακτικά τη βάση του. Όταν κατέρρευσε το πραξικόπηµα, η ηγεσία του κόµµατος πέρασε όλες τις µέρες συνεδριάζοντας, χωρίς να καταλήξει σε καµιά πρακτική πρωτοβουλία απολύτως. Απλά δεν ήξεραν τι να κάνουν µετά τη νίκη.
Το Κοµµουνιστικό Κόµµα είχε βιώσει µια οδυνηρή διάσπαση λίγο καιρό πριν το πραξικόπηµα. Είχε εξαναγκάσει σε αποχώρηση την αριστερίστικη πτέρυγά του. Αλλά και η ηγεσία, που παρέµεινε, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Μόλις κηρύχθηκε η απεργία στο Βερολίνο, το κόµµα επιχείρησε να τη φρενάρει. «Η εργατική τάξη δεν πρέπει να κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι της για να υπερασπιστεί την κυβέρνηση», ανακοίνωσε η ηγεσία του Κ.Κ. Ενώ οι εργάτες -και οι κοµµουνιστές µαζί- ρίσκαραν το κεφάλι τους απεργώντας κατά της Ακροδεξιάς, το κόµµα τούς έστρεφε την πλάτη µε έπαρση. Τρεις µέρες µετά το Κ.Κ. µπήκε στην απεργία. Για να διαπράξει τώρα ένα δεξιότατο λάθος: προσπαθούσε να εµποδίσει τον εξοπλισµό της εργατικής τάξης.
Ταυτόχρονα, στο Ρουρ των συγκλονιστικών µαχών µε τον στρατό των πραξικοπηµατιών το Κ.Κ. κυκλοφορούσε την προκήρυξη: «Εργάτες, µην βγαίνετε στους δρόµους! Καθηµερινές συγκεντρώσεις στα εργοστάσια! Μην αφήνετε τους αντεπαναστάτες να σας προβοκάρουν».
Στην εργατούπολη του Αµβούργου κυριαρχούσε πριν το πραξικόπηµα η αριστερίστικη αντιπολίτευση που είχε αποχωρήσει από το Κ.Κ. «Γενική Απεργία σηµαίνει Γενική Ανοησία» ήταν το κεντρικό της σύνθηµα. Οι πιο προχωρηµένοι εργάτες του Αµβούργου τούς προσπέρασαν και στράφηκαν µαζικά στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδηµοκρατικό Κόµµα, αλλά δυστυχώς µόνο για να χαθούν µαζί του στη σύγχυση τις µέρες που ακολούθησαν την πτώση του Καπ.
Για άλλη µια φορά ο εκπληκτικός ηρωισµός της εργατικής τάξης γέννησε µια ευκαιρία.
Και η έλλειψη σοβαρής επαναστατικής ηγεσίας άφησε την ευκαιρία να χαθεί.
Αν στη Γερµανία υπήρχε ένα κόµµα σαν τους µπολσεβίκους της Ρωσίας, ο φόρος αίµατος θα ήταν πολύ µικρότερος και η ακροδεξιά δεν θα µπορούσε να ξανασηκώσει κεφάλι. Αλλά οι επαναστατικές οργανώσεις δεν αρκεί να αυτοανακηρύσσονται σε τέτοιες. Πρέπει να σφυρηλατηθούν για χρόνια, µε υποµονή και στρατηγική. Για να µπορέσουν να δοκιµαστούν µε επιτυχία στα δύσκολα. Όπως οι µπολσεβίκοι.

Πηγή: https://www.redtopia.gr

Λαός που έχει κοντή μνήμη, έχει πρόβλημα. Σήμερα οι ακροδεξιοί, οι νεοναζί, οι φασίστες, αποκαλούν τους μετανάστες «λαθροπίθηκους» που έρχονται στη χώρα μας και μας παίρνουν τις δουλειές. Ξεχνάνε πολλοί ότι ενδεχομένως και οι παππούδες τους να είχαν βρεθεί κάποτε στην ίδια θέση. Και είχαν βρεθεί. Πήγαιναν στις ΗΠΑ χωρίς χαρτιά για να αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά τους.

Δούλευαν σαν σκλάβοι κάτω από άθλιες συνθήκες, για ένα ξεροκόμματο που θα το έκοβαν στη μέση και το μισό θα το έστελναν σαν έμβασμα πίσω στην Ελλάδα στους δικούς τους ανθρώπους που πεινούσαν.