ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

1της Κατερίνας Παρδάλη

Στις 11 Σεπτέμβρη του 1973, στη Χιλή, η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ. Ο Αλιέντε πέθανε «με το όπλο στο χέρι» και μια απίστευτη κτηνωδία ξετυλίχτηκε ενάντια στο λαό της Χιλής.

Χι­λιά­δες άν­θρω­ποι βα­σα­νί­στη­καν, βιά­στη­καν, δο­λο­φο­νή­θη­καν, ακρω­τη­ριά­στη­καν. Μόνο τους πρώ­τους μήνες της χού­ντας πάνω από 30.000 άν­θρω­ποι εξο­ντώ­θη­καν, ενώ δε­κά­δες χι­λιά­δες εξο­ρί­στη­καν ή «εξα­φα­νί­στη­καν». Το τρί­χρο­νο πεί­ρα­μα του πε­ρά­σμα­τος στο σο­σια­λι­σμό, μέσα από τον κοι­νο­βου­λευ­τι­κό δρόμο, είχε τρα­γι­κό τέλος.

1

Ο κόσμος δεν είναι πια ίδιος, είναι πολύ χειρότερος

Γράφει η Ελένη Μαυρούλη

Η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους είναι, πια, σαφές ότι είναι η ιστορική εκείνη στιγμή που δρομολογήθηκε μια νέα πραγματικότητα εντός και εκτός ΗΠΑ. ‘Όταν την Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2001, ένα αεροπλάνο έπεφτε σε έναν από τους Δίδυμους Πύργους στην Νέα Υόρκη κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τις συνέπειες για όλους τους λαούς του πλανήτη.

Picture2

Η πορεία προς τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος Α’

Ο ελληνοτουρκικός πόλεµος του 1919-22, στην Τουρκία γνωστός ως İzmir’in Yunanlar tarafından işgali (ελληνική εισβολή της Σµύρνης) ή Kurtuluş Savaşı Batı Cephesi (Δυτικό Μέτωπο του τουρκικού πολέµου της Ανεξαρτησίας) αποτέλεσε τη µεγαλύτερη ιµπεριαλιστική εκστρατεία του ελληνικού καπιταλισµού στον 20ό αιώνα που ωστόσο κατέληξε σε ήττα. Όσον αφορά τους τακτικούς στρατούς, πολλοί κάνουν λόγο για περίπου 45.000 Έλληνες νεκρούς και αγνοούµενους φαντάρους και 25.000 Τούρκους νεκρούς και αγνοούµενους φαντάρους (ωστόσο οι περισσότερες απώλειες ενόπλων από τουρκικής πλευράς αφορούσε άτακτα σώµατα). Οι νεκροί άµαχοι ανήλθαν σε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες, χωρίς να υπάρχει µέχρι σήµερα ένας ακριβής υπολογισµός. Οι κακουχίες και οι αναγκαστικές µετακινήσεις πληθυσµών που ακολούθησαν εξολόθρευσαν έναν επιπλέον καθόλου ευκαταφρόνητο αριθµό ανθρώπων. Στο άρθρο αυτό αναφερόµαστε στο ιστορικό υπόβαθρο και στην πορεία προς τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέµους

Αν µετά την έκβασή της η Μικρασιατική Εκστρατεία  φαντάζει παράφρων πολεµική περιπέτεια, τότε δεν φάνταζε καθόλου έτσι. Τις παραµονές της εκστρατείας, η Ελλάδα είχε συνέλθει από την ήττα του 1897, είχε αποκτήσει έναν πολύ αξιόλογο στρατό µε βαρύ οπλισµό και, κυρίως, είχε πετύχει συντριπτικές νίκες και στους δύο Βαλκανικούς Πολέµους (1912-13) επεκτείνοντας το έδαφός της κατά 70% και σχεδόν διπλασιάζοντας τον πληθυσµό της (από 2,7 εκατ. σε 4,8 εκατ.).

Όµως το πιο σηµαντικό είναι ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις του Βενιζέλου εντάχθηκαν µε ενθουσιασµό στο ένα από τα δύο µεγάλα ιµπεριαλιστικά στρατόπεδα (όπως εν πολλοίς συµβαίνει και σήµερα όσον αφορά την τακτική της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία).

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα δεν συµµετείχε στα πρώτα χρόνια του µεγάλου ιµπεριαλιστικού σφαγείου, του Α’ Παγκόσµιου Πολέµου. Όπως εξηγούσε εκείνη ακριβώς την εποχή ο Β. Ι. Λένιν, ο καπιταλισµός είχε φτάσει στο ιµπεριαλιστικό του στάδιο, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου, τόνιζε, αποτελούσε η προσπάθεια για ξαναµοίρασµα του κόσµου και των σφαιρών επιρροής µεταξύ των µεγάλων καπιταλιστικών χωρών. Αυτός ήταν ο σκοπός του πολέµου και µετά το τέλος του οι νικητές ήταν αυτοί που θα έπαιρναν τη µερίδα του λέοντος.

Ο Ελ. Βενιζέλος ήταν ο πολιτικός που κατανόησε ότι αν οι Έλληνες αστοί ήθελαν και αυτοί µερίδιο από αυτό το ξαναµοίρασµα του κόσµου, θα έπρεπε να συµµετέχουν στο «παιχνίδι». Επίσης ο Βενιζέλος κατανόησε ότι θα έπρεπε να λυθεί και ένα άλλο «πρόβληµα»: οι πόλεµοι του 1912-13 µπορεί να είχαν αυξήσει τον πληθυσµό και την επικράτεια της χώρας, ωστόσο, για πρώτη φορά από την ίδρυσή της, η Ελλάδα είχε στο έδαφός της µεγάλο αριθµό εθνικών και θρησκευτικών µειονοτήτων (µουσουλµάνων, εβραίων, Τούρκων, Σλάβων). Υπήρχαν δηλ. περιοχές στη Βόρεια Ελλάδα που έπρεπε µε κάποιο τρόπο να… εξελληνιστούν.

Ωστόσο, η άρχουσα τάξη και οι εκπρόσωποί της παρέµεναν διχασµένοι ως προς το µε ποια µεριά θα έπρεπε να βγουν στον πόλεµο: η κυβέρνηση των µοναρχικών και ο ίδιος ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ ήταν σίγουροι ότι οι Κεντρικές Δυνάµεις (Αυστροουγγαρία, Γερµανία) θα ήταν οι νικήτριες του πολέµου, αλλά επειδή αναγνώριζαν την ανωτερότητα του βρετανικού ναυτικού πρόκριναν ως καλύτερη στάση την ουδετερότητα, καθώς η χώρα περιβαλλόταν από θάλασσα.

Οι βενιζελικοί ήθελαν συνεργασία µε την Αντάντ (τους Αγγλογάλλους), καθώς µάλιστα η Οθωµανική Αυτοκρατορία, τα εδάφη της οποίας εποφθαλµιούσε η ελληνική πλευρά, από ένα σηµείο και µετά µπήκε στον πόλεµο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάµεων. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι νικήτρια του πολέµου θα ήταν η Αγγλία και -σε αντίθεση µε τους µοναρχικούς που εξέφραζαν την παλιά αστική τάξη της νότιας Ελλάδας- πίσω του στοίχιζε την αστική τάξη των υπό κατάκτηση περιοχών, καθώς και τη µεσαία ιεραρχία του στρατού που είχε αναδυθεί µετά το κίνηµα στο Γουδή και τους Βαλκανικούς Πολέµους.

Από την πλευρά της η Μ. Βρετανία, διαβλέποντας τις ελληνικές ορέξεις στη Μ. Ασία, εντελώς κυνικά υποσχόταν, µέσω του υπ. Εξωτερικών Γκρέι, την παραχώρηση του βιλαετίου του Αϊδίνιου στην Ελλάδα, αν αυτή έβγαινε στο πόλεµο. Από τη δική του πλευρά, προκειµένου να πείσει και άλλες βαλκανικές χώρες να µπουν στον πόλεµο στο πλευρό της Αντάντ, ο Βενιζέλος πρότεινε –εξίσου κυνικά– ως αντάλλαγµα στη Βουλγαρία την παραχώρηση της Δράµας και της Καβάλας, ενώ ανάλογες παραχωρήσεις έκανε και προς τη Σερβία όσον αφορά τη Δ. Μακεδονία.

Σχίσµα

Ήταν τέτοια η σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνικής άρχουσας τάξης σχετικά µε το ζήτηµα του πολέµου, ώστε το 1916 η χώρα διαιρέθηκε πρακτικά σε δύο κράτη: ένα στην Αθήνα υπό τον βασιλιά, το οποίο έλεγχε την παλιά Ελλάδα, και ένα στη Θεσσαλονίκη υπό την βενιζελική Προσωρινή Κυβέρνηση, το οποίο ήλεγχε τα νησιά και την ελληνική Μακεδονία, έχοντας την υποστήριξη της Στρατιάς της Ανατολής (δηλ. το στρατό της Αντάντ που είχε στρατοπεδεύσει στη Θεσσαλονίκη).

Στη σύγκρουση πήρε µέρος ο Τύπος που αποδύθηκε σε µια ακραία προπαγάνδα κιτρινισµού εκατέρωθεν, καθώς και η Εκκλησία. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος αφόρισε τον Βενιζέλο, ωστόσο αργότερα εκθρονίστηκε και οι βενιζελικοί πήραν τον έλεγχο και στην Εκκλησία.

Είναι προφανές ότι δεν υπήρχαν «καλοί» σε κάποια πλευρά. Δεν υπήρχε κάποια πλευρά που ήταν υπέρ των λαϊκών συµφερόντων, που να λάµβανε υπόψη τις πραγµατικές ανάγκες του πληθυσµού. Δεν υπήρχε αντι-ιµπεριαλιστική πλευρά έστω και σε εθνικιστική βάση: και οι δύο αστικές µερίδες ήταν βαθύτατα αντιδραστικές, φιλοπόλεµες, έτοιµες να συνεργαστούν µε τη µία ή τη άλλη µεγάλη ιµπεριαλιστική δύναµη για να αυξήσουν την επικράτεια την οποία έλεγχαν. Ο Βενιζέλος, π.χ., δεν είχε πρόβληµα όταν, προκειµένου να πειστεί η κυβέρνηση της Αθήνας να βγει στον πόλεµο µε την Αντάντ, αγγλογαλλικά στρατεύµατα αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και ήρθαν σε σύγκρουση µε το στρατό της Αθήνας. Μετά την εκδίωξη αυτού του σώµατος οι µοναρχικοί, από την πλευρά τους, άρχισαν άγριους διωγµούς ενάντια στους βενιζελικούς µε δολοφονίες, συλλήψεις κ.λπ. Συµµετρικά, όταν οι βενιζελικοί επικράτησαν και στην Αθήνα, οι διωγµοί των πολιτικών τους αντιπάλων υπήρξαν εξίσου λυσσαλέοι.

Συµµετοχή στον πόλεµο

Τελικά τον Ιούνη του 1917 τα γαλλικά στρατεύµατα προχωρούν προς το νότο της Ελλάδας καταλαµβάνοντας επιτελικές θέσεις και εξαναγκάζοντας το βασιλιά Κωνσταντίνο σε παραίτηση (ωστόσο άφησε στο… πόδι του τον γιο του –δεν παρατάει κανείς για ψύλλου πήδηµα ένα τέτοιο πόστο). Τον ίδιο µήνα 1917 ο Βενιζέλος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως πρωθυπουργός και οι ηγέτες των µοναρχικών κοµµάτων (ανάµεσά τους και ο πρώην πρωθυπουργός Δ. Γούναρης) στάλθηκαν στην εξορία, είτε στην Κορσική είτε σε ελληνικά νησιά. Απολύθηκαν 9.500 υπάλληλοι και έγιναν εκτεταµένες εκκαθαρίσεις στο στρατό. Στις 28 Ιουνίου του 1917 η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεµο στις Κεντρικές Δυνάµεις. Παρά τις δυσκολίες στρατολογήθηκαν 300.000 άνδρες και στάλθηκαν να ενισχύσουν τη Στρατιά της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη.

Οι µεγαλοϊδεατικές εξορµήσεις έχουν βέβαια ένα πολύ υλικό κόστος που καλείται να το πληρώσει ο φτωχός λαός. Δεν είναι µόνον ο φόρος αίµατος που πρόκειται να δώσει τα επόµενα χρόνια: Το 1917 η Ελλάδα πήρε δάνειο από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία, συνολικού ύψους 100.000.000 φράγκων για την κάλυψη των ελλειµµάτων του προϋπολογισµού υπό δυσµενέστατους όρους και στη συνέχεια συνήφθησαν και άλλα δάνεια ύψους 50.000.000 φράγκων. Παρά το γεγονός ότι τα ποσά αυτά θεωρούνταν ήδη υψηλά για την εποχή, ο δανεισµός της Ελλάδας ξέφυγε κυριολεκτικά αφού το 1918 δανείστηκε άλλα 700.000.000 φράγκα για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών.

Γι’ αυτό οι πολεµικές προετοιµασίες δεν έγιναν δεκτές ούτε µε ενθουσιασµό από την πλευρά πολύ µεγάλου µέρους του λαού ούτε χωρίς αντιστάσεις: Υπάρχουν πολλές µαρτυρίες ότι ήδη, παρά τον εθνικιστικό παροξυσµό, στην τελευταία επιστράτευση που έγινε το 1918 παρουσιάστηκε «αποχή» της τάξης του 48% (βλ. Β. Δάβος: Η Μικρασιατική Εκστρατεία)! Εξάλλου το 1918 ήταν η χρονιά που στην Ελλάδα ιδρύθηκε το ΣΕΚΕ, ο πρόγονος του ΚΚΕ, µε βασική αιχµή του προγράµµατός του την αντίθεση σε κάθε πόλεµο.

Σε κάθε περίπτωση στο εξής ο ελληνικός στρατός µάχεται πλέον µε τις άλλες δυνάµεις της Αντάντ ενάντια στις Κεντρικές Δυνάµεις, κύρια τους Βουλγάρους, ο οποίες αρχίζουν να υποχωρούν. Ήταν στο πλευρό της Αντάντ ο ελληνικός στρατός όταν κινήθηκε και προς τη Θράκη. Ο πόλεµος τελείωσε µε τη συνθηκολόγηση της Αυστροουγγαρίας και της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας το φθινόπωρο του 1918. Η ρωσική επανάσταση είχε φοβίσει τους αστούς ότι µπορεί ένας ατέλειωτος πόλεµος να οδηγήσει και σε άλλες επαναστάσεις (η βουλγαρική συνθηκολόγηση, π.χ., οφειλόταν σε µεγάλο βαθµό σε ανταρσίες των φαντάρων και σε αγροτικές εξεγέρσεις στα µετόπισθεν).

Το τέλος του πολέµου βρήκε την Ελλάδα στο πλευρό των νικητών, όπως ακριβώς σχεδίαζε ο Βενιζέλος, και κατάφερε έτσι να µοιραστεί λάφυρα: µε τη συνθήκη του Νεϊγί προσάρτησε τη Δυτική Θράκη αποσπώντας την από τη Βουλγαρία. Όµως για την ελληνική άρχουσα τάξη η όρεξη είχε ανοίξει και η µεγάλη εξόρµηση για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας (της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών) µόλις ξεκινούσε.

Η αντεπαναστατική εκστρατεία στην Κριµαία

Προκειµένου να πάρουν ακόµη µεγαλύτερα ανταλλάγµατα στη µελλούµενη µοιρασιά της καταρρέουσας Οθωµανικής Αυτοκρατορίας, ο Βενιζέλος και η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισαν (στις αρχές του 1919) την πρώτη ελληνική υπερπόντια εκστρατεία, συµµετέχοντας στην ιµπεριαλιστική επίθεση κατά του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσµο, της επαναστατηµένης Ρωσίας.

Ο «δηµοκράτης» Ε. Βενιζέλος, µόλις πληροφορήθηκε τις διαθέσεις των Γάλλων για την εκστρατεία στην Κριµαία –µια εκστρατεία που σχεδιάστηκε στην προσπάθεια παλινόρθωσης του τσαρικού καθεστώτος που µόλις είχε καταρρεύσει–, έσπευσε αµέσως να χαιρετίσει την ιδέα, προσφέροντας µάλιστα στη διάθεσή τους, αρχικά, ολόκληρη δύναµη Σώµατος Στρατού, αποτελούµενη από τρεις µεραρχίες, δηλαδή µεγαλύτερη δύναµη από εκείνη µε την οποία εκστράτευσαν οι Γάλλοι. Χαρακτηριστικό ήταν το τηλεγράφηµα που έστειλε από το Λονδίνο, όπου βρισκόταν ο Βενιζέλος, στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι: «Παρακαλώ δηλώσατε στον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών ότι ο ελληνικός στρατός είναι στη διάθεσή τους και δύναται να χρησιµοποιηθεί δια κοινό αγώνα πανταχού, όπου η αποστολή του κρίνεται αναγκαία».

Τελικά η ελληνική συµµετοχή ήταν δύο µεραρχίες αλλά δεν αποτέλεσε, όπως πολλοί νοµίζουν, απλώς µια βοηθητική δύναµη στην αντεπαναστατική αυτή εκστρατεία. Αντίθετα αποτέλεσε τον κύριο κορµό της! Να από ποιους αποτελείτο το εκστρατευτικό σώµα: Δύο γαλλικές µεραρχίες, µία πολωνική µεραρχία, τµήµατα του στρατού των Λευκών υπό την ηγεσία του Ντενίκιν και το ελληνικό Α’ Σώµα Στρατού (που συγκροτούνταν από δύο µεραρχίες, τη 2η και τη 13η). Αξιοσηµείωτο από στρατιωτική άποψη ήταν ότι όταν ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις οι παραπάνω δύο γαλλικές µεραρχίες ήταν ήδη «αποσκελετωµένες», καθώς από 15 ηµέρες πριν, µε δεδοµένη την ελληνική συµµετοχή, είχε αρχίσει η αποστράτευση των Γάλλων στρατιωτών και η παράδοση του οπλισµού τους. Έτσι η δύναµή τους είχε περιοριστεί συνολικά σε 12 τάγµατα µε 30 τυφέκια κατά λόχο.

Η επίσηµη οµογένεια έκανε δεκτό τον ελληνικό στρατό µε πανηγυρικό τρόπο: στις 27 Ιανουαρίου 1919 µετά την πανηγυρική δοξολογία στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος, η ελληνική κοινότητα της Οδησσού δεξιώθηκε το επιτελείο του αφιχθέντος ελληνικού συντάγµατος στο Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο που επί τούτου είχε στολιστεί µε ελληνικές σηµαίες και λάβαρα. Στην τελετή παρευρέθηκαν εκπρόσωποι όλης της καλής κοινωνίας. Τον πανηγυρικό εκφώνησε ο τότε πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Ελ. Παυλίδης (µετέπειτα βουλευτής Αθηνών-Πειραιώς). Ωστόσο υπήρχε και η «άλλη» οµογένεια: Οι Έλληνες µπολσεβίκοι της Οδησσού τύπωσαν και κυκλοφόρησαν στην ελληνική γλώσσα εκτενή προκήρυξη προς τους αφιχθέντες Έλληνες στρατιώτες µε την οποία τους καλούσαν στο τέλος να αυτοµολήσουν περνώντας «στην πλευρά εκείνων που έχουν κυβέρνηση εργατών, αγροτών και στρατιωτών».

Έκβαση

Παράλληλα βέβαια και γαλλόφωνοι κοµµουνιστές διέτρεχαν τους συµµαχικούς στρατώνες διαδίδοντας σε στρατιώτες και ναύτες ότι τους έστειλαν εκεί να θυσιαστούν για τα συµφέροντα Γάλλων τραπεζιτών και βιοµηχάνων, υπενθυµίζοντάς τους τη γαλλική επανάσταση. Ο αντίκτυπος αυτής της προπαγανδιστικής δουλειάς άρχισε να παρατηρείται από τις πρώτες συµµαχικές ήττες και γιγαντώθηκε όταν στασίασαν τα πληρώµατα των γαλλικών θωρηκτών, στη διάρκεια της ανακωχής που ακολούθησε, µε συνέπεια το «Γαλλο-ελληνικό επεισόδιο», δηλ. τη σύγκρουση των δύο στρατών εξαιτίας των επαναστατηµένων Γάλλων στρατιωτών.

Στο τέλος ο Κόκκινος Στρατός κατανίκησε τους εισβολείς και στις 20 Μαρτίου του 1919 ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε να εγκαταλείψει την Οδησσό. Ωστόσο, οι ελληνικές µονάδες υποχώρησαν µε υποδειγµατική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταµού Δνείστερου για να «υπερασπίσουν» την περιοχή της Βεσσαραβίας (σηµερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριµαίας παρέµεινε έως τις 14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγµα Πεζικού, που αντιµετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, µε τους οποίους είχαν ταχθεί και Γάλλοι ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τελικά ο ελληνικός στρατός αποχώρησε από την περιοχή τον Ιούνιο του 1919. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώµατος ανήλθαν σε 400 νεκρούς. Φυσικά και οι Έλληνες συνεργάτες των εισβολέων τιµωρήθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό στις περιοχές που ανακατέλαβε.

Ανεξάρτητα όµως από την έκβαση της εκστρατείας στη Νότια Ρωσία, η συµµετοχή του ελληνικού εκστρατευτικού σώµατος σε αυτήν αποτέλεσε και το κυρίαρχο επιχείρηµα του Βενιζέλου υπέρ της «δικαίωσης» των ελληνικών αιτηµάτων στη συνδιάσκεψη Ειρήνης που ακολούθησε και στη Συνθήκη των Σεβρών.

Η εκστρατεία στην Κριµαία αποτέλεσε την τελική πρόβα τζενεράλε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι αµέσως µετά την ήττα και την αποχώρηση από την Κριµαία, το ελληνικό εκστρατευτικό σώµα µεταφέρθηκε κατευθείαν στη Μικρά Ασία για µεταφέρει την «εµπειρία» του ενισχύοντας το µέτωπο της Μικρασιατικής Εκστρατείας που µόλις είχε ξεκινήσει.

Η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία είχε αντλήσει στρατιωτικά µαθήµατα αλλά όχι πολιτικά µαθήµατα: δεν µπορείς να κρατήσεις για πολύ σε κατοχή έναν λαό που σε θεωρεί κατακτητή ούτε µπορείς να πείσεις τους φαντάρους να συνεχίσουν να πολεµούν έναν άδικο πόλεµο, ακόµη κι αν έχεις µε τη µεριά σου όλες τις ιµπεριαλιστικές δυνάµεις του κόσµου. Ειδικά αν έχεις απέναντί σου έναν επαναστατικό στρατό.

Πηγή:https://rproject.gr

Screenshot_15

Υπάρχει κάτι που είναι εξίσου αναπόφευκτο με τον θάνατο. Κι αυτό είναι η ζωή.
Τσάρλι Τσάπλιν

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μετά τους “κακούς μαθητές, μεγαλοφυείς ενήλικες” συνεχίζουμε με κάποιους ανθρώπους που είτε δεν πήγαν καθόλου στο σχολείο είτε έμειναν τόσο λίγο σε αυτό ώστε δεν πρόλαβαν να μάθουν τίποτα. Όμως, ο καθένας στον τομέα του, επηρέασε τόσο τον κόσμο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι τον διαμόρφωσαν -με τη δύναμη του μυαλού τους και μόνο.

~~{}~~

Ο Τόμας Έντισον πήγε στο σχολείο σε ηλικία οκτώ χρονών και έμεινε τρεις μήνες. Ήταν ο τελευταίος στην τάξη και ο δάσκαλος «δεν τον χώνευε».

Ο πατέρας του Έντισον πίστευε ότι ο γιος του ήταν κουτός (μάλλον εκείνος δεν ήταν ιδιαίτερα ευφυής).

Κάποια μέρα ο δάσκαλος είπε στον Έντισον -μπροστά σε όλη την τάξη- ότι είναι αδειοκέφαλος. Ο Τόμας, που δεν ήταν το πιο πειθήνιο παιδί, εγκατέλειψε αμέσως στην τάξη και στο σπίτι είπε ξεκάθαρα στη μητέρα του ότι δε θα ξαναγυρίσει ποτέ στο σχολείο. Και πράγματι έτσι έκανε (το σχολείο δεν ήταν υποχρεωτικό το 1855).

Έμεινε να διαβάζει στο σπίτι, έχοντας ως δασκάλα τη μητέρα του. Εκείνη μπόρεσε να του μάθει μόνο τα βασικά (κολλυβογράμματα, όπως έλεγαν κι οι παλιοί).

Σε ηλικία δεκαεννιά χρονών ο Έντισον έγραφε τις επιστολές χωρίς να χρησιμοποιεί καθόλου σημεία στίξης. Κι αυτό μπορεί να μη μας φαίνεται περίεργο στον Οδυσσέα του Τζόις, αλλά τι εντύπωση θα μας έκανε αν κάποιος μας έστελνε ένα γράμμα χωρίς κόμματα και τελείες;

Ο μικρός Έντισον, πέρα από τα σημεία στίξης, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το διάβασμα. Διάβαζε ολημερίς Σαίξπηρ, Ντίκενς και ό,τι άλλο έπεφτε στα χέρια του. Μέχρι που μια μέρα η μητέρα του έφερε το βιβλίο «Σχολή της φυσικής», και τότε ουσιαστικά γεννήθηκε ο εφευρέτης Έντισον.

Έστησε ένα μικρό εργαστήριο στο υπόγειο του σπιτιού και όλη μέρα έκανε πειράματα.

Σε ηλικία δώδεκα χρονών, ενώ είχε συναρμολογήσει μόνος του έναν τηλέγραφο και είχε φτιάξει μια ηλεκτρική παγίδα για ποντίκια, κατάλαβε ότι χρειαζόταν λεφτά για να βελτιώσει το εργαστήριο του και ξεκίνησε να ψάχνει για δουλειά.

Βρήκε σε μια γειτονική πόλη. Για να πηγαίνει ως εκεί έπρεπε να ταξιδεύει με το τρένο τρεις ώρες καθημερινά. Ο Έντισον εκμεταλλεύτηκε αυτό το χρόνο για να διαβάζει και για να κερδίζει χρήματα, αφού πουλούσε στους επιβάτες φρούτα, ξηρούς καρπούς και καραμέλες.

Λίγο μετά ξεκίνησε να πουλάει στους επιβάτες και την εφημερίδα του! Αγόρασε από κάποιον παλαιοπώλη ένα παλιό χειροκίνητο πιεστήριο και κατά τον πηγαιμό έγραφε, στοιχειοθετούσε και τύπωνε μια μικρή εφημερίδα που είχε ως ύλη τα δρομολόγια των τρένων και μερικά πολιτικά νέα. Στο γυρισμό την πουλούσε.

Ο Έντισον συνέχισε έτσι (να κερδίζει χρήματα και να τα επενδύει στο εργαστήριο του) και έκανε μερικές από τις σημαντικότερες εφευρέσεις: Το μικρόφωνο, τον φωνογράφο, την ηλεκτρική λυχνία, το μπετόν και τελειοποίησε το τηλέφωνο, τη μηχανή λήψης φωτογραφιών, την ηλεκτρική γεννήτρια.

Το 1882, σε ηλικία 35 χρονών, έθεσε σε λειτουργία το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρισμού (στην Νέα Υόρκη).

Δυόμιση χιλιάδες διπλώματα ευρεσιτεχνίας φέρουν το όνομα του -και έχουν και σημεία στίξης. Ας θυμηθούμε και την πιο γνωστή του φράση: «Η ιδιοφυία είναι 1% έμπνευση και 99% εφίδρωση».

~~{}~~

Ένας άλλος «αμόρφωτος» ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν (άραγε ο Ντάνιελ Ντέι Λούις ήταν καλός μαθητής;)

Ο Λίνκολν με την «emancipation proclamation» έδωσε την ελευθερία στους μέχρι τότε σκλάβους της Αμερικής. Γι’ αυτό και δολοφονήθηκε τρία χρόνια μετά.

Ο Άμπε ήταν γιος ξυλοκόπου και δεν πήγε ούτε ένα χρόνο δημοτικό σχολείο. Όμως ενώ εργαζόταν ως υποτακτικός σε κάποιον κτηματία εκμεταλλευόταν κάθε ελεύθερη στιγμή για να μάθει να διαβάζει (αυτός διάβαζε κυρίως εφημερίδες).

Σε ηλικία είκοσι έξι χρονών ξεκίνησε να μελετάει μόνος νομικά συγγράμματα και δύο χρόνια αργότερα κατάφερε να του δοθεί η άδεια για την άσκηση δικηγορίας.

Σε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία οι αντίπαλοι του στόχευαν διαρκώς στη φτωχική του καταγωγή και την έλλειψη επίσημης μόρφωσης, αλλά ο Λίνκολν δεν αισθανόταν μειονεκτικά για αυτό.

~~{}~~

Αφήνοντας τις εφευρέσεις και την πολιτική θα περάσουμε στο χώρο της λογοτεχνίας, όπου θα συναντήσουμε δύο «μεγάλους» που επίσης ήταν αυτοδίδακτοι.

Ο πρώτος είναι ένας από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς, αφού ο «Τομ Σόγιερ» και ο «Χικλμπέρι Φιν», είναι μπεστ σέλλερ τα τελευταία 150 χρόνια.

Ο Μάρκ Τουέιν (αληθινό όνομα Σάμουελ Λάνχορν Κλέμενς) θα είχε χαρακτηριστεί υπερκινητικό παιδί και θα τον είχαν μπουκώσει στα φάρμακα αν είχε γεννηθεί στην εποχή μας. Η μητέρα του και η δασκάλα του πολύ πρόθυμα θα το είχαν κάνει, αφού όπως φαίνεται ο Σαμ ήταν αδύνατο να μείνει ακίνητος πάνω από ένα δευτερόλεπτο.

Έκανε λίγα μαθήματα, λίγες εβδομάδες σύνολο.

Δώδεκα χρονών –κι ενώ μόλις που είχε μάθει να διαβάζει- πέθανε ο πατέρας του και ο Κλέμενς αναγκάστηκε να εργαστεί. Έκανε ό,τι δουλειά μπορούσε να βρει ταξιδεύοντας στην Αμερική από άκρη σε άκρη. Δούλεψε σε ποταμόπλοιο απ’ όπου πήρε και το ψευδώνυμο του (Μάρκ Τουέιν= Σημείωσε δύο οργιές βάθος).

Δούλεψε σε τυπογραφείο και λίγο καιρό αργότερα ανέλαβε τη σύνταξη μιας μικρής αγροτικής εφημερίδας, με 50-100 αναγνώστες.

Ο Τουέιν ξεκίνησε να γράφει τα αγροτικά νέα με το χιούμορ που χαρακτήριζε τα βιβλία του. Έλεγε, για παράδειγμα, ότι ο καιρός ήταν κατάλληλος  για να κλαδέψουν τα πατατόδεντρα.

Η εφημερίδα του είχε τεράστια επιτυχία και σύντομα ξεκίνησε να γράφει άρθρα και σε άλλες.

Έκανε ταξιδιωτικά ρεπορτάζ απ’ όλο τον κόσμο, -είχε περάσει και από την Ελλάδα- κι όταν εκδόθηκαν τα βιβλία του κατέκτησε παγκόσμια διασημότητα και αναγνώριση.

Σε ηλικία εξήντα επτά χρονών το υπερκινητικό παιδί με την ελλιπή μόρφωση έγινε διδάκτορας στο πανεπιστήμιο του Μιζούρι, καθώς και σε εκείνο της Οξφόρδης.

~~{}~~

Ένας άλλος «ελλιπής» που έγινε ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών ήταν ο Τσαρλς Ντίκενς.

Αυτός πήγε μέχρι τα έντεκα στο σχολείο, αλλά εκεί γνώρισε τη φρίκη, όπως την περιγράφει στον «Δαβίδ Κόπερφηλντ».

Γράφει για το δάσκαλο του, τον κύριο Κρίκ που μάλλον απολάμβανε τον ξυλοδαρμό των μαθητών:

«Αλήθεια, σκέφτομαι σήμερα όταν κοιτάζω πίσω μου, τι φοβερό ξεκίνημα για τη ζωή, να εξευτελίζεσαι και να σέρνεσαι από έναν τόσο ανίκανο και θρασύ άνθρωπο.»

Έντεκα χρονών ο Κάρολος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο για να προσέχει τα πέντε μικρότερα αδέλφια του και να εργάζεται σε μια βιοτεχνία βερνικιών, αφού οι γονείς του ήταν παρόντες-απόντες.

Λίγο καιρό μετά όλη η οικογένεια συνελήφθη και τους έκλεισαν σε φυλακή χρεωστών! (Σύντομα και στην Ελλάδα).

Μόνο ο Κάρολος κατάφερε να αποφύγει τη φυλακή και έμεινε σε ένα δωμάτιο μόνος έχοντας κληρονομήσει μοναχά μια κασέλα με βιβλία. Διάβαζε τον «Ροβινσόνα Κρούσο» και «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» και ονειρευόταν να γράψει κάτι ανάλογο.

Τελικά κατάφερε να γράψει πολύ καλύτερα από αυτούς.

~~{}~~

Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση αυτοπραγμάτωσης είναι πιθανότατα εκείνη του Τσάρλι Σπένσερ, ο οποίος ως Σαρλό έμελε να γίνει η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα του εικοστού αιώνα (μαζί με τον Αδόλφο Χίτλερ, με τον οποίο είχε μόλις τέσσερις μέρες διαφορά).

Ο Τσάρλι δεν πήγε ποτέ σχολείο. Μόνη του επιδίωξη στα παιδικά του χρόνια, όπως λέει ο ίδιος, ήταν: «Πώς θα χορτάσω την πείνα μου».

Ζούσε στο Λονδίνο με τη μητέρα του και τον ετεροθαλή αδελφό του, σε απερίγραπτη φτώχια. Ο πατέρας του, ένας ηθοποιός που είχε γίνει αλκοολικός τους είχε εγκαταλείψει από νωρίς. (Τελευταία έγινε γνωστό ότι ο Τσάπλιν είχε τσιγγάνικη καταγωγή, αλλά αυτό δεν είναι επιβεβαιωμένο).

Πολύ νωρίς η μητέρα του, πρώην πιανίστα που εργαζόταν ως ράφτρα, κατέρρευσε ψυχοσωματικά και κλείστηκε στο φρενοκομείο, ενώ τα παιδιά πήραν τη θέση τους στο ορφανοτροφείο.

Γράφει ο γιος του Τσάπλιν:

«Τα παιδιά στο ορφανοτροφείο δεν είχαν ποτέ αρκετό φαγητό και ζεστά ρούχα. Για το αδίκημα τους, που δεν ήταν άλλο από τη φτώχια, τους μεταχειρίζονταν σαν εγκληματίες.»

Ο Τσάπλιν έμεινε αρκετό καιρό εκεί. Μεγαλώνοντας, και με τη μεσολάβηση του πατέρα του, πήρε τους πρώτους ρόλους, ως κομπάρσος, στο θέατρο. Μόλις κέρδισε κάποια χρήματα πήρε το δρόμο του για την Αμερική.

Εκεί, 21 χρονών, άρχισε να τον ανησυχεί η ελλιπής σχολική του μόρφωση.

«Ήθελα», έγραφε, «να ξέρω τόσα όσα και οι άλλοι, για να μπορώ να αμύνομαι ενάντια στην περιφρόνηση που δείχνει ο κόσμος στους αμόρφωτους και αδαείς.»

Το πρώτο βιβλίο που αγόρασε ήταν η αγγλική γραμματική και μετά ένα αγγλολατινικό λεξικό. Νομίζετε ότι τα απομνημόνευσε σε λίγες μέρες; Όχι, τα βιβλία έμειναν σε μια βαλίτσα έτσι όπως τα πήρε.

Το επόμενο βιβλίο που αγόρασε ήταν το «Ο κόσμος σαν βούληση και σαν παράσταση», του Σοπενχάουερ. Αυτό το βιβλίο, λέει ο Τσάπλιν, το διάβαζε για σαράντα χρόνια, κάθε τόσο και πάλι από την αρχή, «χωρίς ποτέ να εμβαθύνει στο νόημα του».

Αυτό ήταν το σύνολο της μόρφωσης του ανθρώπου που άλλαξε τον κινηματογράφο κι έκανε τόσους ανθρώπους σε κάθε γωνιά του πλανήτη να γελάσουν και να κλάψουν.

~~{}~~

Και θα τελειώσουμε τον κατάλογο των «αμόρφωτων» με έναν άνθρωπο που είχε αποφασίσει από οκτώ χρονών τι θέλει να κάνει –και μέχρι να το κάνει έμαθε και δεκάξι γλώσσες.

Ο Χάινριχ Σλήμαν, σε ηλικία οκτώ χρονών, είδε σ’ ένα περιοδικό μια αναπαράσταση από τη φλεγόμενη Τροία, και αποφάσισε ότι έπρεπε να την ανακαλύψει.

Ο πατέρας του προσπάθησε να τον πείσει ότι η Τροία ήταν μια μυθική πόλη -έτσι πίστευαν τότε. Το παιδί όμως είχε βάλει στόχο.

Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, κι έχοντας μάθει πολύ λίγα «γράμματα» από τον πατέρα του, ο Σλήμαν αναγκάζεται να γίνει μαθητευόμενος σε έναν έμπορο.

Επειδή κατάλαβε ότι για να κάνει τις ανασκαφές θα χρειαζόταν πολλά λεφτά ο Χάινριχ βρήκε μια καινούρια δουλειά σε ένα καράβι, με το οποίο θα έφτανε ως την Αμερική, «τη χώρα των ευκαιριών».

Δυστυχώς το καράβι ναυάγησε στις ολλανδικές ακτές και ο Χάινριχ έμεινε στην Ολλανδία. Εκεί, και ενώ δούλευε ως κλητήρας σε εμπορική επιχείρηση, φάνηκε η γλωσσική του μεγαλοφυΐα.

Σε τρία χρόνια έμαθε να γράφει και να διαβάζει: Ολλανδικά, αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά και πορτογαλικά.

Αργότερα βρέθηκε στην Πετρούπολη, όπου έμαθε ρωσικά και ξεκίνησε να εμπορεύεται ινδικά χρώματα, νίτρο, θειάφι κα.

Σε ηλικία 26 χρονών ήταν εκατομμυριούχος και ξεκίνησε για την Αμερική. Στη διάρκεια του ταξιδιού (έξι εβδομάδες) έμαθε πολωνικά και σουηδικά.

Κέρδισε πολλά ακόμα χρήματα κάνοντας εμπόριο χρυσού και μόλις είχε μαζέψει αρκετά ξεκίνησε για το παιδικό του όνειρο: Να ανακαλύψει το Ίλιον του Ομήρου.

Οι τελευταίες γλώσσες που έμαθε ήταν αραβικά και ελληνικά. Ταξίδεψε στην Ανατολή (Εγγύς, Μέση και Άπω) και τελικά εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα (όπου παντρεύτηκε και Ελληνίδα).

Στα 48 του χρόνια και βασιζόμενος κυρίως στην Ιλιάδα ξεκίνησε τις ανασκαφές στην Μικρά Ασία. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα βρήκε πράγματι την πόλη των ονείρων του (και μερικές ακόμα μετά).

~~{}~~

Άλλοι αμόρφωτοι ήταν ο Σουηδός Άλφρεντ Νόμπελ, που εννιά χρονών αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να πουλάει σπίρτα για να επιβιώσει, ο Σκωτσέζος Άντριου Κάρνετζυ, που ως παιδί δούλευε σε υφαντουργεία και ως θερμαστής, και ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν που πήγε για ενάμιση χρόνο σε σχολείο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σας κράτησα λίγο παραπάνω στην τάξη, το ξέρω.

Στην επόμενη ώρα θα μάθουμε για τους αριστούχους στο σχολείο και στη ζωή –και θα συναντήσουμε τους τρεις της Οκτωβριανής επανάστασης: Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Επί του πιεστηρίου: Κι ο Ζοζέ Σαραμάγκου ελάχιστα “γράμματα” έμαθε. Εγγονός ακτήμονων χωρικών και γιος αστυνομικού τέλειωσε το δημοτικό κι ύστερα γράφτηκε σε τεχνικό γυμνάσιο. Σαν τέλειωσε ξεκίνησε να δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων.

Το πώς κατάφερε να γράψει κάποια από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, καθώς και να δημιουργήσει ένα στυλ γραφής καθαρά προσωπικό είναι κάτι που μόνο ο ίδιος ο Σαραμάγκου θα μπορούσε να μας εξηγήσει. Ίσως ούτε κι αυτός να μπορούσε.

Η ζωή είναι αναπόφευκτη και απρόβλεπτη.

Ευχαριστώ τον Alex del P, που μου επισήμανε την περίπτωση Σαραμάγκου.

~~

Μια τελευταία προσθήκη. Ο Μπάστερ Κήτον, το αντίπαλο δέος του Τσάπλιν, δεν πήγε ούτε μια μέρα σχολείο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

(Οι ιστορίες των αμόρφωτων προέρχονται από το βιβλίο του Γκέρχαρντ Πράουζε:
«Οι μεγάλοι στο σχολείο – θρύλος και αλήθεια για την επιτυχία στη ζωή»

Τίτλος πρωτότυπου: «Genies in der schule». Εκδόσεις Νότος ΕΠΕ 1977)

Γελωτοποιός https://www.facebook.com/gelotopoios/, μέσω:nostimonimar.gr

1Πηγή:  Λέσχη

Στις 30 Αυγούστου του 1932, εν μέσω της χειρότερης κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος που είχε αντιμετωπίσει ο κόσμος μέχρι τότε και στη σκιά της αύξησης της ναζιστικής εξουσίας, η Κλάρα Τσέτκιν-Γερμανίδα μαρξίστρια και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας (KPD)-άνοιξε την τελευταία συνεδρίαση του Ράιχσταγκ (Βουλή της Γερμανίας). Ήταν πρόεδρος και είχε το δικαίωμα να κάνει την εναρκτήρια ομιλία, ως το παλαιότερο μέλος της ολομέλειας. Σ’ αυτή της την ομιλία κάλεσε όλους τους εργαζόμενους και τον καταπιεσμένο λαό, να μην αφήσουν τις πολιτικές διαφορές που τους χωρίζουν να τους εμποδίσουν και να ενωθούν για να συνθλίψουν την φασιστική απειλή κατευθυνόμενοι προς μια σοσιαλιστική επανάσταση για την ανατροπή της αστικής τάξης. Έκανε έκκληση για την ανατροπή της αστικής κυβέρνησης, μίλησε για τη συνενοχή της στην άνοδο των Ναζί, την παραβίαση του συντάγματος της Γερμανίας, και την απόλυτη ανικανότητα της να αντιμετωπίσει τις όψεις της φρικτής παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Παρά το γεγονός ότι ήταν σχεδόν τυφλή, ανίκανη να περπατήσει (χρειάστηκε να την μεταφέρουν στο βήμα), και απέναντι στις ναζιστικές απειλές για τη ζωή της σε περίπτωση που μιλούσε, η συντρόφισσα Τσέτκιν έδωσε μια παθιασμένη ομιλία που σκιαγραφεί τη στρατηγική δημιουργίας ενός “Ενιαίου Μετώπου εργαζομένων, προκειμένου να ηττηθεί ο φασισμός “.

1Rudolf Ε. Kuenzli

 

Αναμφίβολα, η ναζιστικοποίηση του Νίτσε αντιπροσωπεύει την πιο χονδροειδή και μεγάλη κακομεταχείριση των συγγραμμάτων του. Η ταύτιση του Νίτσε με το ναζιστικό κίνημα ήταν τόσο ισχυρή, που ακόμη και σήμερα άνθρωποι που δεν έχουν διαβάσει Νίτσε έχουν την τάση να πιστεύουν πως ήταν ο πρόδρομος, αν όχι ο κύριος φιλόσοφος ή δημιουργός του ναζιστικού κινήματος. Επιπλέον, οι περισσότερες ερμηνείες του Νίτσε των τελευταίων πενήντα ετών γράφτηκαν ρητά ή υπόρρητα σε σχέση μ” αυτή την ευρέως διαδεδομένη προκατάληψη. Ο Μάρτιν Χάιντεγγερ θεωρούσε τον εκτεταμένο σχολιασμό του στον Νίτσε προσωπική του φιλονικία με τον ναζιστικό εθνικοσοσιαλισμό. Οι ερμηνείες του Ζωρζ Μπατάιγ και του Καρλ Γιάσπερς γράφτηκαν εναντίον της ναζιστικής ιδιοποίησης· ήταν προσπάθειες ανασκευής μιας θεματικής ανάγνωσης του Νίτσε. Μετά τον πόλεμο, η διαδικασία αποναζιστικοποίησης του έργου του Νίτσε συνεχίστηκε, ιδίως από το κριτικό εγχείρημα του Βάλτερ Κάουφμαν.

Picture1
Του Γιώργου Αλεξάτου           
 
Ενάμισι εκατομμύριο ήταν οι Αλγερινοί που σκοτώθηκαν από τη δημοκρατική Γαλλία στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού τους αγώνα, 1954-62. Στην τεράστια πλειονότητα άμαχοι. Κάπου διακόσιες χιλιάδες ήταν παιδιά κάτω των δεκαπέντε. 
 
Σε έναν πληθυσμό έντεκα εκατομμυρίων, μιλάμε για έναν νεκρό ανά εφτά ανθρώπους.
 
Πόσο παλιάνθρωπος μπορεί να είναι κάποιος που σωπαίνει γι” αυτό το έγκλημα της αστικής δημοκρατίας και για δεκάδες τέτοια ανάλογα, αλλά αγανακτεί με τα εγκλήματα του κομμουνισμού!

Πηγή: http://anemosantistasis.blogspot.com

Screenshot_12Ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό, αλλά ένας από τους πρώτους νεκρούς – θύματα της εφαρμογής του «Ιδιώνυμου» το 1929 1, ήταν ο εξόριστος Παναγιώτης Καραντεμίρης 2. Ο Μυτιληνιός αγωνιστής, εξασθενημένος από την πείνα και τις κακουχίες, χτυπημένος από τις αρρώστιες και τον πυρετό, άφησε την τελευταία του πνοή το Σάββατο, 20 Αυγούστου του 1932 στο μεσαιωνικό μπουντρούμι 3 των Σφακίων, που ούτε κτήνη δεν θα μπορούσαν να ζήσουν…

1

Η επαναστατική βία του 1917 ωχριά σε σύγκριση με τη βία στα μέτωπα του Μεγάλου Πολέμου 

Ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο βία και πρέπει να την αντιμετωπίσουμε πολιτικά. Το 1917 η βία του πολέμου είχε εξαπλωθεί παντού. Προς το τέλος του  Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, ο Τρότσκι έγραφε:

«Δεν είναι αξιοπαρατήρητο ότι για τα θύματα των κοινωνικών επαναστάσεων αυτοί που αγανακτούν συχνότερα είναι οι ίδιοι εκείνοι που, αν δεν υπήρξαν απευθείας οι αυτουργοί του παγκόσμιου πολέμου, προετοίμασαν τουλάχιστον και εξύμνησαν τα θύματά του, ή ακόμα υπόμειναν να τα βλέπουνε να πέφτουν;». [2]

Οι εκτιμήσεις τοποθετούν τον  αριθμό των εμπόλεμων και άμαχων νεκρών κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα σε δεκαπέντε και δεκαοκτώ εκατομμύρια. Στα τέλη του 1917, ένας σοσιαλιστής γιατρός υπολόγιζε ότι «η τρελή πορεία του άρματος του θανάτου» είχε οδηγήσει σε «6.364 νεκρούς την ημέρα, 12.726 τραυματίες και 6.364 ανάπηρους». Η εκτίμησή του μπορεί να μην είναι πολύ ακριβής αλλά αντιλαμβάνεται σωστά τα μεγέθη. Δεν πέθαναν άνθρωποι μόνο από τις ίδιες τις πολεμικές συγκρούσεις αλλά και από την πείνα και τις ασθένειες που τις συνόδευαν.

Η Επανάσταση του Φλεβάρη ξέσπασε την εκατοστή τριακοστή πέμπτη εβδομάδα του πολέμου. Ο Οκτώβρης έφθασε την εκατοστή εβδομηκοστή εβδομάδα. Στις σχεδόν 250 ημέρες που μεσολάβησαν -μια περίοδο η οποία παρουσιάζεται από κάποιους ιστορικούς ως περίοδος επαναστατικής αιματοχυσίας, με περίπου 2500 νεκρούς μάλλον- στην Ευρώπη πρέπει να πέθαναν περίπου ενάμιση εκατομμύριο περισσότεροι άνθρωποι.

Στο Ανατολικό Μέτωπο, τα θύματα του πολέμου μεταξύ Φλεβάρη και Οκτώβρη ήταν λιγότερα, αλλά ξεπέρασαν τους 100.000 παρόλα αυτά. Αυτή η σχετική ειρήνη επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό γιατί τα ρωσικά στρατεύματα είχαν αρχίσει να αποσύρονται, πυροβολώντας μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις όποιον τολμούσε να μπει στον δρόμο τους.  Ήταν κι αυτοί φόνοι, αλλά φόνοι που διαπράττονταν για να ξεφύγει κανείς από το θάνατο ή για να προστατεύσει άλλους: η βία είναι περίπλοκο πράγμα.

Επίσης, η βία προσανατολίζεται σε διάφορες κατευθύνσεις. Τον Μάη του 1917, οι πλύστρες τις Πετρούπολης κατέβηκαν σε απεργία. Προσπάθησαν να βγάλουν τους πάντες από τους χώρους εργασίας ρίχνοντας νερό πάνω σε κλιβάνους και σιδερωτήρια. Κάποιοι ιδιοκτήτες αντιθέτως, χρησιμοποίησαν βραστό νερό πάνω στις απεργούς, τις απείλησαν με καυτά σίδερα, τσιμπίδες κι ακόμη και περίστροφα.

Υπάρχουν κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις, γιατί καμία αληθινή επανάσταση δεν είναι αναίμακτη. Αλλά μεγάλο μέρος της βίας έρχεται στη συνέχεια, όταν η παλαιά τάξη πραγμάτων, που στην αρχή είχε αποπροσανατολιστεί, αρχίζει να επιτίθεται.

Το 1917, η βία ήταν περιορισμένη σε σχέση με τη σκληρότητα του Α΄ Παγκοσμίου ή σε σχέση με τον εμφύλιο που θα ακολουθούσε. Μπορούμε μάλιστα να βρούμε και παραδείγματα γενναιόδωρης συμπεριφοράς των επαναστατών απέναντι στους αντιπάλους τους -πράξεις ανόητες, αφού εκείνοι που απελευθερώνονταν προσχωρούσαν γρήγορα στην ένοπλη αντεπανάσταση. Συνεπώς, είναι πολύ απλοϊκό να πούμε ότι  «η βία φέρνει βία». Καλύτερο είναι μάλλον να παρουσιάσουμε κάποιους από τους μύθους γύρω από την επαναστατική βία.

Η αιματηρή αναίμακτη επανάσταση

Η επανάσταση του Φλεβάρη φάνηκε να κερδίζει ευρεία υποστήριξη, αλλά ήταν εξαιρετικά βίαιη σε σχέση με άλλα γεγονότα του ίδιου έτους. Στρατός και αστυνομία πυροβολούσαν τα πλήθη, και κάποιοι μέσα από τα πλήθη απαντούσαν στους πυροβολισμούς. Στρατιώτες πυροβολούσαν άλλους στρατιώτες. Οι περισσότερες αναφορές υπολογίζουν τους νεκρούς στην Πετρούπολη σε περίπου χίλιους πεντακόσιους, αλλά είναι πολύ πιθανό να υποτιμούν το πραγματικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Όσοι έπεσαν στην υπηρεσία της επανάστασης ανταμείφθηκαν με το μαζικότερο μνημόσυνο που είχε γίνει ποτέ. Σχεδόν η μισή πόλη -ένα εκατομμύριο άνθρωποι- βγήκαν στον δρόμο.

Η παλαιά τάξη είχε τελειώσει. Πλήθη θρηνούσαν και πανηγύριζαν με μια πρωτοφανή αίσθηση αδελφοσύνης. Ακόμη και σήμερα έχουμε την τάση να βλέπουμε τον Φλεβάρη ρόδινα, ίσως γιατί οι διαθέσεις έμελλε να αλλάξουν τόσο γρήγορα μέσα στους επόμενους μήνες.

Η νέα προσωρινή κυβέρνηση — στο αριστερό άκρο του υπόλοιπου κόσμου—  ήθελε να εγκαθιδρύσει την πιο προχωρημένη μορφή φιλελεύθερης δημοκρατίας που μπορούσε κανείς να φανταστεί, αλλά έπρεπε να το κάνουν στα ερείπια της παλαιάς τσαρικής τάξης πραγμάτων.

O Αλεξάντερ Κερένσκι[3] θα έγραφε αργότερα, «σε ολόκληρη τη ρωσική επικράτεια δεν υπήρχε όχι μόνο κυβερνητική εξουσία αλλά κυριολεκτικά ούτε ένας αστυνομικός». Οι φυλακές είχαν ανοίξει τον Φλεβάρη και δεν απελευθερώθηκαν μόνο πολιτικοί κρατούμενοι αλλά και χιλιάδες εγκληματίες. Οι άνθρωποι έκαναν επιδρομές στις οπλαποθήκες.

Η κυβέρνηση προσπάθησε να αναπτύξει νέες πολιτικές, νέους θεσμούς και νέες οργανώσεις για την τήρηση της τάξης, συμπεριλαμβανομένων των λαϊκών πολιτοφυλακών. Κήρυξε αμνηστίες, κατάργησε την ποινή του θανάτους και θεσμοθέτησε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι.

Επίσης, ήθελε να αποτελέσει μια γέφυρα ανάμεσα στους έχοντες και τους μη έχοντες. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι οι ελίτ ήθελαν ένα είδος τάξης και ο λαός ένα άλλο. Μερικές μέρες μετά την παραίτηση του Τσάρου ένας αξιωματικός έγραφε «Αυτοί [οι απλοί φαντάροι] νομίζουν ότι τα πράγματα θα πρέπει να γίνουν καλύτερα για αυτούς και χειρότερα για εμάς». Οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν γύρω από αυτό που θεωρούσαν τάξη και δικαιοσύνη και γύρω από το είδος ισχύος που θα χρειαζόταν για να τα επιτύχουν.

Τον Απρίλη πια, ο πρίγκιπας Λβοφ, που τότε ήταν πρωθυπουργός, εξέδιδε εγκυκλίους με τις οποίες ικέτευε τον κόσμο να σταματήσει να διαπράττει εγκλήματα. Μία από αυτές γράφει ότι είναι αναγκαίο «με όλη την ισχύ του νόμου, να μπει ένα τέλος σε κάθε εκδήλωση βίας και ληστείας». Σε αυτές τις «ληστείες» περιλαμβάνονταν και οι ληστείες στους δρόμους αλλά η εγκύκλιος εννοούσε επίσης ότι έπρεπε να σταματήσουν τους αγρότες από το να «αρπάζουν» τη γη της αριστοκρατίας.

Η αποκατάσταση της τάξης ήταν σχεδόν αδύνατη. Τοπικοί παράγοντες ανάγκαζαν τις νέες αρχές να δρουν -ή να μην δρουν- με τρόπους που υπέσκαπταν τις οδηγίες της Πετρούπολης. Ακόμη και φτάνοντας στον Οκτώβρη, μόνο τριάντα επτά από τις πενήντα επαρχίες της ευρωπαϊκής Ρωσίας είχαν έστω τις νέες πολιτοφυλακές με αστυνομικά καθήκοντα. Στο μεταξύ, μεγάλα τμήματα του στρατού βρίσκονταν σε αναβρασμό.

Ένας κόσμος ανάποδα

Τις μέρες του Φλεβάρη, ένας εύστροφος εγκληματίας λήστεψε ένα σπίτι δηλώνοντας ότι είναι από μια επαναστατική επιτροπή. Σύντομα ακολούθησαν το παράδειγμά του και άλλοι. Η εγκληματικότητα ανέβηκε παντού.

Τον Οκτώβρη πια, ο Τζον Ριντ [4] έγραφε, «Οι πρωινές εφημερίδες [της Πετρούπολης] ήταν γεμάτες με ιστορίες για κλοπές, τολμηρά εγκλήματα και οι εγκληματίες έμεναν ατιμώρητοι»[5]. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να κουβαλούν πολύτιμα αντικείμενα και αμπάρωσαν τις πόρτες τους. Οι εγκληματίες αστειεύονταν ότι τώρα χρειάζονταν αυτοί αστυνομική προστασία, γιατί ήταν οι μόνοι που είχαν τίποτα που άξιζε να κλαπεί.

Η κατάρρευση του στρατού αποτελούσε ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα. Όπου δεν είχε καταρρεύσει παρέμενε σε μεγάλο βαθμό μια δύναμη για την τήρηση της τάξης, αλλά ο έλεγχός του ξεγλιστρούσε από τα χέρια της προσωρινής κυβέρνησης και περνούσε στους επαναστάτες. Στο μεταξύ, η μαζική λιποταξία προκαλούσε σοβαρά προβλήματα βίας, καθώς συμμορίες περιφερόμενων στρατιωτών προσπαθούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους ή να επιβιώσουν στο περιθώριο της ζωής της πόλης.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι η επανάσταση είχε γυρίσει τον κόσμο ανάποδα. Η παλιά Ρωσία του σεβασμού και της ευλάβειας είχε εξαφανιστεί. Οι άνθρωποι είχαν φορέσει παντού τις στρατιωτικές και πολιτικές στολές τους, τα σιρίτια και τις επωμίδες, τα κουμπιά, τα παράσημα και τις κορδέλες. Τώρα δεν μπορούσαν να βγουν από τα σπίτια τους χωρίς τον φόβο της βίας.

Αρχικά, οι ελίτ παρακολουθούσαν περιφρονητικά τα γεγονότα, με ένα είδος πικρόχολης θυμηδίας. «Οι κατώτερες τάξεις αντιλαμβάνονταν την επανάσταση σαν ένα είδος πασχαλινού καρναβαλιού»,  έγραφε ένας σύγχρονος παρατηρητής, «οι υπηρέτες για παράδειγμα, εξαφανίζονταν για μέρες ολόκληρες, έκαναν βόλτες φορώντας κόκκινες κορδέλες, τριγυρνούσαν μέσα σε αυτοκίνητα και επέστρεφαν στο σπίτι το πρωί, ίσα-ίσα για να πλυθούν και να ξαναφύγουν για διασκέδαση».

Αλλά η διάθεση των ελίτ άλλαξε όταν έγινε εμφανές ότι η επανάσταση δεν θα σταματούσε. Οι μάζες δεν ήταν πια παραιτημένες και πατριωτικές, ευγνωμονούσες ακόμη και για ψίχουλα. Συσπειρωμένες τώρα, με τα βρώμικα, νοτισμένα και κουρελιασμένα ρούχα τους, άρχισαν να έχουν απαιτήσεις. Μουρμούριζαν μέσα απ’ τα δόντια τους, έβηχαν, έφτυναν και έβριζαν. Από «πατριωτικός μύθος», έγραφε ο Τρότσκι, ο λαός είχε μετατραπεί σε «φρικτή πραγματικότητα».

Η μεταστροφή της διάθεσης των ελίτ μπορεί να γίνει αισθητή στον τρόπο με τον οποίο περιγράφονται οι καθημερινοί άνθρωποι από τους εξωτερικούς παρατηρητές. Οι ήρωες του Φλεβάρη παρουσιάζονται τώρα ως αδαής όχλος.

Όταν ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ -κομψός  Καντέτος[6]- περιέγραφε τις μέρες του Ιούλη[7] στην Πετρούλη, είχε γράψει ότι ο λαός είχε «τα ίδια παρανοϊκά, ηλίθια, ζωώδη πρόσωπα που θυμόμαστε όλοι από τις μέρες του Φλεβάρη». Αντιπροσώπευαν μια «φυσική πλημμύρα» που θα έπρεπε κανείς να τη φοβάται.

Χωρίς αίσθηση της ειρωνείας, οι προνομιούχοι έλεγαν, «μην κάνετε σε εμάς αυτό που κάναμε σε εσάς». Όταν οι αγροτικές κοινότητες απαλλοτρίωναν τη γη, την ξαναμοίραζαν ισότιμα. Σε κάποιες περιπτώσεις, έδωσαν στον προηγούμενο γαιοκτήμονα το μερίδιο που αντιστοιχούσε σε έναν αγρότη. Έχοντας ήδη δει το αρχοντικό του να καίγεται, ο γαιοκτήμονας είναι πιθανό να είδε αυτή την απόφαση ως μια τελευταία πράξη εξευτελισμού. Αλλά για τους αγρότες ήταν απλώς μια χειρονομία φυσικής δικαιοσύνης.

Όταν οι φυλακισμένοι αξιωματικοί διαμαρτύρονταν για τις συνθήκες στο φρούριο της Κροστάνδης, οι νέοι δεσμοφύλακες απαντούσαν, «Είναι αλήθεια ότι τα κτίρια των φυλακών στην Κρονστάνδη είναι φριχτά, όμως αυτές είναι οι ίδιες φυλακές που ο τσαρισμός έχτισε για εμάς».

Ο Τρότσκι, που είχε φυλακιστεί από την προσωρινή κυβέρνηση, δοκίμασε την έκπληξη όταν τον Οκτώβρη οι υποστηριχτές της κυβέρνησης τον ικέτευαν να μην φυλακίσει τους συλληφθέντες υπουργούς στα ίδια μέρη που τον είχαν φυλακίσει εκείνοι. Πράγματι, τους επέτρεψε τον κατ’ οίκον περιορισμό για κάποιο διάστημα.

Η επανάσταση του 1917 δεν είχε να κάνει με αφηρημένα ερωτήματα νόμου και τάξης: οι άνθρωποι έδιναν πραγματικές μάχες για το ποιου ο νόμος και ποιου η τάξη θα επιβαλλόταν στη χώρα.

Σε ποιον ανήκει η γη;

Ο νόμος αναδύεται από τις κοινωνικές και πολιτικές δομές. Μια εφημερίδα υποστήριζε ότι «οι θεμελιώδεις αρχές της κοινωνίας [είναι] η προσωπική ασφάλεια και ο σεβασμός για την ατομική ιδιοκτησία», αλλά ένα πλακάτ σε μια διαδήλωση έγραφε ότι «το δικαίωμα στη ζωή είναι σημαντικότερο από το δικαίωμα στην ιδιοκτησία».

Πουθενά δεν έγινε οξύτερη αυτή η σύγκρουση από όσο στο ζήτημα της ιδιοκτησίας.

Οι περισσότεροι αγρότες θεωρούσαν ότι οι ευγενείς είχαν χρησιμοποιήσει την κρατική εξουσία για να τους πάρουν τη γη. «Η ιδιοκτησία της γης είναι ένα από τα πιο αφύσικα εγκλήματα», αλλά «αυτό το έγκλημα θεωρείται δικαίωμα με βάση τους νόμους των ανθρώπων», έγραφε ένας αυτοδίδακτος χωρικός [8]. «Η αδικία της ατομικής ιδιοκτησίας της γης συνδέεται αναπόφευκτα με το πλήθος των  εγκλημάτων και των αδικιών που απαιτούνται για την προστασία της». Η ανάκτηση της γης έγινε ένα είδος αποκατάστασης της αδικίας.

Κάποια μέλη των τοπικών αντιπροσώπων της προσωρινής κυβέρνησης συμμερίζονταν αυτή την άποψη, αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, οι γαιοκτήμονες δεν τη συμμερίζονταν. Στην Πετρούπολη, η κυβέρνηση κρατούσε μια διφορούμενη στάση και υποσχέθηκε μια αγροτική μεταρρύθμιση στο μέλλον. Οι ριζοσπάστες είχαν διαφορετική άποψη. «Υπάρχει μια βασική αντίθεση ανάμεσα στο τι θεωρούμε νόμο και τάξη εμείς και οι αντίπαλοί μας», έλεγε ο Λένιν:

«Μέχρι τώρα νόμιζαν ότι νόμος και τάξη είναι ό,τι συμφέρει τον γαιοκτήμονα και τον γραφειοκράτη, αλλά εμείς υποστηρίζουμε ότι νόμος και τάξη είναι το συμφέρον της πλειοψηφίας των αγροτών. . .  Το σημαντικό για εμάς είναι η επαναστατική πρωτοβουλία και οι νόμοι θα έπρεπε να είναι το αποτέλεσμά της. Αν περιμένετε μέχρι να γραφτούν οι νόμοι χωρίς να αναπτύξετε την επαναστατική δράση, τότε δεν θα πάρετε ούτε νόμο ούτε και γη».

Αυτή η άποψη προεικονίζει ένα νέο νομικό σύστημα, από τα κάτω προς τα πάνω.

Στο Κράτος και Επανάσταση, ο Λένιν γράφει εκτενέστερα γύρω από αυτή την αξιοσημείωτη αξίωση. Για να αντιμετωπιστούν οι καταχρήσεις και το έγκλημα, έγραφε:

«Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη μηχανή, ιδιαίτερος μηχανισμός καταπίεσης, αυτό θα το κάνει μόνος του ο ένοπλος λαός με την ίδια απλότητα και ευκολία με την οποία μια οποιαδήποτε ομάδα πολιτισμένων ανθρώπων, ακόμη και στη σημερινή κοινωνία, χωρίζει αυτούς που δέρνονται ή δεν επιτρέπει τη χρήση βίας ενάντια σε μία γυναίκα».[9]

Ο Μαξίμ Γκόργκι διαφώνησε αναφέροντας πόσες φορές είχε δει ανθρώπους στα χωριά να καταφεύγουν πρόθυμα στη βία, ακόμη κι εναντίον γυναικών. Οι ιστορικοί συντάσσονται σε μεγάλο βαθμό με τον Γκόργκι και δεν δίνουν αρκετή προσοχή, παραδόξως, στο αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ανάμεσα στην παλαιά και τη νέα τάξη.

Μετά τον Φλεβάρη άρχισαν να αναδύονται νέες δυνάμεις επιβολής της τάξης. Τα Σοβιέτ και οι Εργοστασιακές Επιτροπές πολλαπλασιάστηκαν και άρχισαν να οργανώνουν τις δυνάμεις τους, έστω και ανεπαρκώς. Στην Κρονστάνδη, που κάποιοι τη θεωρούσαν ως τον κολοφώνα της επαναστατικής σκληρότητας, τα Σοβιέτ και οι Επιτροπές έκλεισαν τα πορνεία, απαγόρευσαν τη μέθη δημοσία και έθεσαν εκτός νόμου ακόμη και τη χαρτοπαιξία.

Συγκροτήθηκαν και εργατικές πολιτοφυλακές, διαφορετικές από αυτές που ήταν πιστές στην προσωρινή κυβέρνηση. Αυτές οι πολιτοφυλακές εμφανίστηκαν αυθόρμητα στην Πετρούπολη και σε κάποια άλλα μέρη. Με μια δόση υπερβολής ίσως, η Πράβδα υποστήριζε ότι χάρη σε αυτές τις ομάδες «οι βανδαλισμοί εξαφανίστηκαν από τους δρόμους σαν την άμμο που τη σκορπίζει η θύελλα».

Προς τα τέλη Μαρτίου, καθώς η κυβέρνηση προσπαθούσε να δημιουργήσει τη δική της αστυνομική δύναμη, οι εργάτες δημιούργησαν περισσότερες μονάδες της Κόκκινης Φρουράς. Η αριθμητική τους δύναμη δεν ήταν σταθερή αλλά εκτινάχθηκε τον Οκτώβρη. Στις παραμονές της Επανάστασης υπήρχαν μάλλον σε όλη τη Ρωσία.

Νέοι και άπειροι, αν και ίσως πιο αποτελεσματικοί από τις καταρρακωμένες πολιτοφυλακές,  χρησίμευσαν ως υπόδειγμα για μια διαφορετική τάξη πραγμάτων.  «Ο Τύπος κατηγορούσε τις πολιτοφυλακές για πράξεις βίας, επιτάξεις και παράνομες συλλήψεις», έγραφε ο Τρότσκι:

«Το δίχως άλλο, η πολιτοφυλακή χρησιμοποιούσε βία: ίσα-ίσα γι’ αυτό είχε δημιουργηθεί. Το έγκλημά της ήταν, ωστόσο, ότι μεταχειριζόταν βία απέναντι στους εκπροσώπους της τάξης που δεν ήταν συνηθισμένη να την ανέχεται και δεν ήθελε να εξοικειωθεί μ’ αυτήν».[10]

Οι Επαναστάτες χρησιμοποίησαν και φιλομπολσεβίκικες στρατιωτικές μονάδες, οι οποίες έπαιξαν έναν κεντρικό ρόλο στην Πετρούπολη τον Οκτώβρη. Η σύγκρουση διαφορετικών κοσμοθεωριών αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο περιγράφονται αυτοί οι στρατιώτες. Για την προσωρινή κυβέρνηση ήταν αναξιόπιστοι, αλλά για εκείνους που έσπρωχναν μπροστά την επανάσταση, οι μόνες «αναξιόπιστες μονάδες» ήταν αυτές που εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν την κυβέρνηση.

Τάξη από τα κάτω

Για να επιβάλει την τάξη, η προσωρινή κυβέρνηση στράφηκε στη βία. Στο εξής, η διαμαρτυρία στο μέτωπο ενάντια στον πόλεμο θα τιμωρείτο με καταναγκαστικά έργα. Ο Κερένσκι εξαπέλυσε την επίθεση του Ιούνη με την ελπίδα να στηρίξει την πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων και να ενισχύσει την τάξη στο εσωτερικό, αλλά πολλοί στρατιώτες αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Στη συνέχεια, τον Ιούλη, σκοτώθηκαν 55 άνθρωποι σε χαοτικές διαμαρτυρίες στην Πετρούπολη.

Η κυβέρνηση χαρακτήρισε αποτυχημένο πραξικόπημα τις μέρες του Ιούλη. Συνέλαβε τον Τρότσκι και εξανάγκασε τον Λένιν στην παρανομία. Στον στρατό εφαρμόστηκε εκ νέου η ποινή του θανάτου, αλλά έγιναν λίγες μόνο εκτελέσεις, γιατί αντιτάχθηκαν τα στρατεύματα.

Οι ανώτερες τάξεις άρχισαν να βλέπουν έναν ισχυρό ηγέτη στο πρόσωπο του Αρχιστράτηγου Κορνίλοφ [11]. Όταν απέτυχε το πραξικόπημά του, η κατάσταση έγινε ακόμη πιο έκρυθμη. Οι απαλλοτριώσεις γης πολλαπλασιάζονταν στην ύπαιθρο και η κυβέρνηση έστειλε τα λιγοστά αξιόπιστα στρατεύματά της για να τις σταματήσει.

Τα γεγονότα του Οκτώβρη διαφέρουν σημαντικά από τη χαοτική βία του Φλεβάρη. Υπήρξαν γύρω στους δεκαπέντε νεκρούς και πενήντα τραυματίες στην Πετρούπολη. Η προσωρινή κυβέρνηση ήταν ένα άδειο κέλυφος. «Μυρίζουμε αποσύνθεση», είπε ένας υπουργός.

Η βία περιορίστηκε χάρη σε μια νέα ανερχόμενη εξουσία: τα Σοβιέτ. Την Κυριακή 22 Οκτώβρη, το καθεστώς του Φλεβάρη είδε εκατοντάδες χιλιάδες να πλημμυρίζουν τους δρόμους για την Ημέρα του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Αν είχαν ξεσπάσει σοβαρές συγκρούσεις, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε καλέσει το πολύ εικοσιπέντε χιλιάδες ένοπλους υποστηρικτές. Τουλάχιστον εκατό χιλιάδες στρατιώτες ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν για το Σοβιέτ.

Στην πραγματικότητα, οι επαναστάτες κατέλαβαν την εξουσία με αξιοσημείωτη τάξη. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης έβγαλε αφίσες που έγραφαν:

«Το Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων της Πετρούπολης αναλαμβάνει τη διατήρηση της επαναστατικής τάξης στην πόλη . . . Η φρουρά της Πετρούπολης δεν θα επιτρέψει τη βία και την αναταραχή. Ο πληθυσμός καλείται να συλλαμβάνει τους βάνδαλους και τους προβοκάτορες εκατομαυρίτες[12] και να τους παραδίδει στους επιτρόπους των Σοβιέτ στον πλησιέστερο στρατώνα».

Όταν έπεσαν τα Χειμερινά Ανάκτορα, οι μπολσεβίκοι διοικητές διέσωσαν τους πρώην υπουργούς από τον τουφεκισμό και αντί γι’ αυτό τους συνέλαβαν. Τα στρατεύματα προχωρούσαν σε ελέγχους των επιτιθέμενων, των αμυνομένων και των κοινών ληστών για να αποτρέψουν τις λεηλασίες.

Το Υπουργείο Πολέμου, που μόλις και μετά βίας εξακολουθούσε να λειτουργεί, συνεχάρη άθελά του τους επαναστάτες σε ένα από τα τελευταία του ανακοινωθέντα:

«Οι στασιαστές διατηρούν την τάξη και την πειθαρχία. Δεν έχουν καθόλου υπάρξει περιπτώσεις καταστροφής ή πογκρόμ. Το αντίθετο μάλιστα, περιπολίες στασιαστών έχουν προχωρήσει στην κράτηση περιπλανώμενων φαντάρων… Το σχέδιο των στασιαστών εκτυλίχθηκε αναμφίβολα απαρέγκλιτα και αρμονικά».

Στις 26 Οκτώβρη, το Σοβιέτ κάλεσε και την υπόλοιπη Ρωσία να προσχωρήσει στη νέα εξουσία: «Όλη η επαναστατική Ρωσία και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένο το βλέμμα τους σε εσάς». Στην Πετρούπολη κατέστρεψαν κελάρια με κρασί για να περιορίσουν τα περιστατικά μέθης μεταξύ των νικητών.

Στη Μόσχα έγιναν σκληρές μάχες και σκοτώθηκαν αρκετές εκατοντάδες. Στην υπόλοιπη χώρα όμως, έλεγε αργότερα ο Λένιν, «μπαίναμε σε όποια πόλη θέλαμε, διακηρύσσαμε την κυβέρνηση των Σοβιέτ και μέσα σε μερικές μέρες περνούσαν στην πλευρά μας τα εννέα δέκατα των εργατών».

Τα πράγματα έγιναν βιαιότερα στην περιφέρεια, εκεί όπου οι υποστηρικτές της προσωρινής κυβέρνησης μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τμήματα του παλαιού στρατού για να αντισταθούν στην Επανάσταση. Το μεγαλύτερο αιματοκύλισμα έγινε εκεί.

Μαθαίνοντας την ωμότητα

Οι Επαναστάσεις είναι βίαιες, αλλά η βία έχει πολλές όψεις. Στις αρχές του 1918, η Ρωσική Επανάσταση φαινόταν νικηφόρα, έκανε έκκληση για ειρήνη και ζήτησε από τους λαούς να ξεσηκωθούν και να την επιβάλουν. Όμως, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν ήθελαν ούτε την ειρήνη ούτε και μια επιτυχημένη επανάσταση στα πόδια τους. Έτσι, οι Κεντρικές Δυνάμεις έσπασαν την εκεχειρία και άσκησαν τη δική τους βία στο Ανατολικό Μέτωπο. Επίσης, υποστήριξαν την αντεπαναστατική βία μέσα στη Ρωσία. Στην πραγματικότητα, χωρίς αυτή την εξωτερική βοήθεια θα ήταν δύσκολο να συντηρηθεί ο εμφύλιος πόλεμος που επακολούθησε.

Στα τέλη του1917, ο πρώην Αρχιστράτηγος Αλεξέεφ κάλεσε τις αντιμπολσεβίκικες δυνάμεις να συγκεντρωθούν στο Ντον και στο Κουμπάν. Μέχρι τον Φλεβάρη του 1918 είχαν εμφανιστεί μόλις 4.000 στρατιώτες. Το προηγούμενο έτος, η τάξη των Ρώσων αξιωματούχων αριθμούσε γύρω στα 250.000 άτομα. Προφανώς, πολύ λίγοι ήταν διατεθειμένοι να συνεχίσουν να πολεμούν. Χωρίς σημαντική στήριξη από το εξωτερικό, αυτοί οι αντεπαναστάτες δεν θα είχαν ούτε την αυτοπεποίθηση ούτε και τα μέσα να συνεχίσουν τον πόλεμο. Στο πλαίσιο αυτό, όπως είπε αργότερα ο Τρότσκι, η επανάσταση αναγκάστηκε κι αυτή να διδαχθεί την ωμότητα.

Σημειώσεις

1. Ο Mike Haynes είναι ένας ιστορικός που εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι ένας από τους συγγραφείς του History and Revolution Refuting Revisionism (Verso 2017), μαζί με τους Jim Wolfreys, Daniel Bensaid, Geoff Eley και Marc Ferro.

2. Τρότσκι Λέων, Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης (Ι-ΙΙ), μτφρ. Λ. Μιχαήλ, Αλλαγή, Αθήνα, 1984 (1930), τ. ΙΙ, σ. 600.

3. ΣτΜ. Αλεξάντρ Φιοντόροβιτς Κερένσκι. Δικηγόρος, λαϊκιστής της δεξιάς που πήρε μέρος στην πρώτη προσωρινή κυβέρνηση ως Υπουργός Δικαιοσύνης, στη συνέχεια έγινε Υπουργός Πολέμου και Ναυτικού της κυβέρνησης συνασπισμού τον Μάη του 1917, και τελικά έγινε Πρωθυπουργός μετά τις μέρες του Ιούλη. Παρά τον αμφίβολο ρόλο που έπαιξε στο πραξικόπημα του Kornilov, παρέμεινε πρωθυπουργός μέχρι την επανάσταση του Οκτώβρη. Αρκετές από τις διευκρινιστικές υποσημειώσεις αυτού του άρθρου προέρχονται από το βιβλίο του Νταβίντ Μαντέλ, Εργοστασιακές Επιτροπές και Εργατικός Έλεγχος στην Πετρούπολη το 1917, μτφρ. Σιαμανδούρας Σωτήρης, Red Marks, Αθήνα, 2017 (1993) .

4. ΣτΜ. Ριντ Τζον, ριζοσπάστης αμερικανός δημοσιογράφος που κάλυψε τη μεξικάνικη και τη ρώσικη επανάσταση. Το διάσημο βιβλίο του «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» είναι το ρεπορτάζ για την επανάσταση του Οκτώβρη. Ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του κομμουνιστικού κόμματος των ΗΠΑ. Πέθανε στη Ρωσία και τάφηκε στο Κρεμλίνο.

5. Ριντ Τζον, Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο, Red Marks, Αθήνα, 2014 (1919), σ. 90.

6. Καντέτοι,  κόμμα υπέρ της συνταγματικής δημοκρατίας που στρεφόταν όλο και πιο δεξιά μετά την επανάσταση του 1905 και έγινε το κύριο κόμμα των κατεχουσών τάξεων μετά τον Φλεβάρη του 1917.

7. ΣτΜ. Μέρες του Ιούλη, Στις 3 και 4 Ιούλη, εργάτες και στρατιώτες διαμαρτύρονται για να ωθήσουν τους μετριοπαθείς ηγέτες της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ να πάρουν την εξουσία. Η κυβέρνηση, με τη στήριξη κάποιων μετριοπαθών σοσιαλιστών, απαντά στο κίνημα των εργατών και των μπολσεβίκων με την καταστολή. Η αντίδραση εδραιώνεται για πολλές εβδομάδες.

8. Steinberg Mark D., Voices of Revolution, 1917, Yale University Press, New Haven, 2003.

9. Λένιν Βλαντίμιρ Ίλιτς, Κράτος και Επανάσταση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1987 (1917), σ.91.

10. Τρότσκι Λέων, Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης (Ι-ΙΙ), μτφρ. Λ. Μιχαήλ, Προμηθέας, Αθήνα, 1961 (1930), τ. Ι, σ. 367.

11. Λαβρ Γκεόργκιεβιτς Κορνίλοφ. Νεαρός στρατηγός που έγινε Ανώτατος Διοικητής των Ενόπλων Δυνάμεων και τέθηκε επικεφαλής του αποτυχημένου πραξικοπήματος της δεξιάς στις 27-31 Αυγούστου 1917. Αυτό το πραξικόπημα υποστηρίχθηκε από πολλούς καντέτους, και αρχικά τουλάχιστον είχε θετική υποδοχή από τον πρωθυπουργό Κερένσκι. Η αποτυχία του, που οφειλόταν στους στρατιώτες και τους ένοπλους εργάτες, συμπεριλαμβανομένων των μπολσεβίκων που είχαν απελευθερωθεί από τη φυλακή, βοήθησε να δημιουργηθούν οι συνθήκες που επέτρεψαν στους μπολσεβίκους να πάρουν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ και να ανατρέψουν την κυβέρνηση συνασπισμού. Μετά την απόδρασή του από τη φυλακή, ο Kornilov πέθανε το 1918 πολεμώντας στο πλευρό των Λευκών κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.

12. ΣτΜ. Εκατομαυρίτες. Αναφέρονται και ως Μαύροι Εκατό. Ακραίο εθνικιστικό κίνημα, θα λέγαμε πρωτοφασιστικό χωρίς υπερβολή, των αρχών του 20ου αιώνα, που οι ρίζες του βρίσκονται στα 1900 αλλά οι πρώτες οργανώσεις του συγκροτούνται ως όργανα της αντεπανάστασης το 1905. Ρωσοκεντρικό, ξενοφοβικό, αντισημιτικό, αναφανδόν στο πλευρό του Τσάρου και της απολυταρχίας, το κίνημα αυτό χρησιμοποιούσε συστηματικά αυτό που θα ονομάζαμε παρακρατικές τακτικές, δηλαδή βία, βασανιστήρια, δολοφονίες και πογκρόμ.

Πηγή:https://rproject.gr

Screen Shot 2017-08-06 at 9.02.00 AMΤον Αύγουστο του 1918, για τέσσερις μέρες, από τις 2 ως τις 5 Αυγούστου,10.000 Καναδοί βετεράνοι του  Α’  Παγκόσμιου Πολέμου μαζί με ένα πλήθος 40.000 «πατριωτών» Καναδών, εξαπέλυσαν ένα ανελέητο πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων μεταναστών του Τορόντο.

Το αποτέλεσμα αυτού του ρατσιστικού πογκρόμ ήταν ο θάνατος αρκετών μεταναστών, μεταξύ των οποίων 29 γυναίκες και 6 ανήλικα παιδιά καθώς και υλικές ζημιές πάνω από 1.000.000 δολάρια.

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ/ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Σάββατο 23/9 Συζητήσεις (θα υπάρχει μετάφραση στη νοηματική) 6:00 μ.μ. Θεματικό εργαστήρι στο χώρο των κινημάτων πόλης & της τοπικής αυτοδιοίκησης:"Kαλοδεχούμενοι οι μετανάστες και οι...