ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Είναι αδιανόητο, για όποιον έχει μάθει ότι ο Γρίβας υπήρξε ηγέτης του Κυπριακού αγώνα, να συλλάβει το γεγονός ότι ξεκίνησε ως πράκτορας των Αγγλων. Και εξίσου αδιανόητο σε όποιον έχει μάθει ιστορία μόνο από τον «Μικρό Ηρωα», να διανοηθεί ότι ο άνθρωπος των Αγγλων του ’44-’45, υπήρξε και άνθρωπος των Γερμανών το ’43-’44.

Από τους Γερμανούς στους Αγγλους

Ο Θανάσης Χατζής, στην πιο εμπεριστατωμένη ιστορική μαρτυρία που έχει γραφτεί για την Αντίσταση κατατάσσει σαφώς τη «Χ» στην κατηγορία των ομάδων που πέρασαν από τον δοσιλογισμό στην «αγγλοφιλία»:

Ο Ιταλός σκηνοθέτης του κινηματογράφου, του θεάτρου και της όπερας Φράνκο Τζεφιρέλι, πέθανε σήμερα στο σπίτι του στη Ρώμη, σε ηλικία 96 ετών.

Ο Τζεφιρέλι «έσβησε ήσυχα μετά από μακρά ασθένεια που είχε επιδεινωθεί τους τελευταίους μήνες», μεταδίδουν πολλά ιταλικά μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενα πηγές της οικογένειάς του.

Ο Τζιανφράνκο Τζεφιρέλι γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1923 στα περίχωρα της Φλωρεντίας ως εξώγαμος καρπός μιας σχεδιάστριας μόδας και ενός εισαγωγέα υφασμάτων. Καθώς και οι δύο τους ήταν παντρεμένοι, το παιδί δεν μπορούσε να πάρει το επίθετο κανενός, κι έτσι κατέληξαν στο «Τζεφιρέτι», αν και από λάθος του δημοτικού υπαλλήλου θα γραφεί τελικά στα δημοτολόγια ως «Τζεφιρέλι».

Ο μητέρα του τον δίνει σε ανάδοχη οικογένεια και δύο χρόνια αργότερα που πεθαίνει ο σύζυγός της, τον παίρνει επιτέλους στο σπίτι της, αν και οι περιπέτειες του νεαρού αγοριού μόνο τέλος δεν θα έπαιρναν. Στα έξι του θα χάσει τη μητέρα του από φυματίωση και θα πάει να ζήσει με μια ξαδέλφη του πατέρα του σε ένα χωριουδάκι της Φλωρεντίας, όπου θα έρθει σε επαφή με τους περιπλανώμενους θιάσους και τα τσίρκο.

Ο Φράνκο αρχίζει να φτιάχνει σκηνικά και αυτοσχέδιες παραστάσεις κουκλοθέατρου και όταν βλέπει την πρώτη του όπερα, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαβαίνει τίποτα, μαγεύεται μια για πάντα! Ήταν βέβαια τα χρόνια του φασισμού του Μουσολίνι και η ζωή μόνο εύκολη δεν ήταν. Ολοκληρώνοντας το σχολείο κατά τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου, γίνεται δεκτός στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας, όταν θα εμπλακεί στα πόδια του η συλλογική Ιστορία: την ώρα που οι περισσότεροι συμφοιτητές του στρατεύονται, εκείνος επιλέγει να γίνει αντάρτης και παίρνει τα βουνά.

Αφού κατάφερε να ξεφύγει από τα χέρια των ιταλών φασιστών, εντάχθηκε στις τάξεις των Συμμάχων ως διερμηνέας, οργανώνοντας ταυτοχρόνως παραστάσεις για την ψυχαγωγία των βρετανών στρατιωτών.

Μέχρι να επιστρέψει στη Φλωρεντία, ο Τζεφιρέλι είναι πια ένας αλλιώτικος άνθρωπος. Τώρα ζει με τον πατέρα του και βλέπει κάποια στιγμή τον «Ερρίκο Δ’» του Λόρενς Ολίβιε, όταν και συνειδητοποιεί ότι το θέατρο είναι όλη του η ζωή…

Τα χρόνια της μαθητείας

Η καθοριστική στιγμή στη ζωή του θα έρθει το 1946, όταν θα μετακομίσει στη Ρώμη και θα βρει δουλειά ως ντεκορατέρ στη θεατρική εταιρία του σπουδαίου «κόκκινου κόμη» Λουκίνο Βισκόντι. Η στενή σχέση των δύο αντρών, καθώς ο Βισκόντι θα γίνει ο μέντοράς του, θα μετρήσει εννιά χρόνια αγαστής συνεργασίας και θα ωθήσει τον Τζεφιρέλι να ασχοληθεί με ό,τι και ο δάσκαλός του: όπερα, θέατρο και κινηματογράφο.

Η καριέρα του Φράνκο άρχισε να απογειώνεται στη δεκαετία του 1950, όταν έγινε διεθνώς γνωστός ως σκηνογράφος θεάτρου και όπερας. Μέσα σε μια δεκαετία θα κάνει όλες τις φημισμένες παραστάσεις του στην όπερα και τον Σέξπιρ, αλλά και την πρώτη κινηματογραφική του επιτυχία, τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» (1968).

Οι όπερες του Τζεφιρέλι γίνονται θρυλικές και τον ενθρονίζουν στην κορυφή των σκηνοθετών, καθώς η μεγαλομανία και η τελειομανία του αφήνουν γερή παρακαταθήκη στο κλασικό τραγούδι. Ακόμα και ζωντανά ζώα πλαισίωναν τις στρατιές των τραγουδιστών και χορευτών του, για τέτοιο πρωτόγνωρο υπερθέαμα μιλάμε. Η Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης του ανήκει πια! Την ίδια εποχή γίνεται καρδιακός φίλος με τη Μαρία Κάλλας και μαζί οργώνουν τώρα τις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές Ευρώπης και ΗΠΑ.

Πηγή:http://artinews.gr

Αεροδρόμιο Ράσμπερι, Αγγλία, ξημερώματα 6ης Ιουνίου 1944, ώρα 00.10

Στο δίχως φώτα, λόγω της συσκότισης, στρατόπεδο της 101ης αερομεταφερόμενης μεραρχίας των ΗΠΑ επικρατούσε νεκρική σιγή. Έξω από τα μεγάλα μεταγωγικά αεροπλάνα, που θα τους μετέφεραν σε λίγη ώρα, οι αλεξιπτωτιστές είχαν καθίσει στον διάδρομο προσγείωσης και έκαναν έναν τελευταίο έλεγχο στα όπλα και τον γυλιό τους. Είχαν απλώσει τα πράγματά τους επάνω στις ανοιχτές κουβέρτες και επαναλάμβαναν ρυθμικά και μονότονα τι έπρεπε να έχουν μαζί τους. «Τουφέκι, πέντε γεμιστήρες, μαχαίρι, χάρτης, πυξίδα, σημειωματάριο, μολύβι, καθρέπτης σημάτων, μικρός φακός, σφυρίχτρα…».

Πάλι Αουσβιτς; Ναι, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε. Ούτε τα «πειράματα» που έκαναν οι ναζί στις γυναίκες: στείρωση, ακτινοβολίες, πρόκληση καρκίνου της μήτρας, αντιδράσεις στην αλλαγή ομάδα αίματος κ.ά.

Το βιβλίο του Γερμανού δημοσιογράφου και ιστορικού Hans-Joachim Lane είναι ρεπορταζιακά κατατοπιστικό ακολουθώντας την πορεία μιας ενδελεχούς έρευνας σε αρχειακές πηγές και μαρτυρίες.

Μαθαίνουμε ότι στο μπλοκ των πειραμάτων υπήρχαν γυναίκες από Πολωνία, Γερμανία, Ελλάδα (Θεσσαλονίκη), Τσεχία, Σλοβακία, Βέλγιο, Γαλλία. Αντιλαμβανόμαστε το σύστημα, τη λειτουργία, τη μέθοδο και το μέγεθος της φρικτής εξόντωσης.

Μαθαίνουμε τον βίο και την πολιτεία των ναζιστών γιατρών. Οι «επιστήμονες» είχαν μια δεξαμενή πειραματόζωων – το τέλος τους ήταν προδιαγεγραμμένο, απλώς «αξιοποιούσαν» το «υλικό» στο όνομα της επιστήμης! Καταλαβαίνουμε ότι η βιομηχανικών διαστάσεων απίστευτη εξόντωση είχε και επιστημονική χροιά. Και επειδή πειράματα στο Αουσβιτς δεν σημαίνει μόνο δρ Μένγκελε, αυτό που μένει είναι η αγανάκτηση και η αποστροφή αλλά και η οργή για τους δόκτορες που επέζησαν, γλίτωσαν και ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό της μεταπολεμικής Γερμανίας – όπως και πολλοί άλλοι ατιμώρητοι δημόσιοι λειτουργοί άλλωστε.

Το ζήτημα είναι να μην ανασύρουμε στη μνήμη «δύσκολες» στιγμές για χάρη κάποιας επετείου, αλλά, όπως αναφέρεται και στο βιβλίο, να αποκτήσουν φωνή τα χιλιάδες θύματα· να βοηθήσουν στο να ακουστούν και οι επιζήσαντες που επιστρέφουν μέσα από τη διαδικασία αυτή σε μια περίοδο της ζωής τους που θα ήθελαν να διαγράψουν. Γιατί δεν το χωράει ανθρώπου νους το τι έγινε στο Αουσβιτς. Και δεν θα επιτρέψουμε να επαναληφθεί.

INFO: 

Hans-Joachim Lane

ΕΚΔΟΣΕΙΣ University Studio Press

ISBN 978-960-12-2419-0

ΣΕΛ. 354

ΤΙΜΗ 22,00

Πηγή:https://www.koutipandoras.gr

Είναι γνωστό ότι οι Ναζί μισούν… Μισούσαν τότε, μισούν τώρα και θα μισούν για πάντα. Το μίσος τους δεν απευθυνόταν μόνο προς τους ανθρώπους σαν φυσικές παρουσίες, αλλά και στα καλλιτεχνικά δημιουργήματά τους, εφόσον δεν συμφωνούσαν με τις επιταγές της  «ανώτερης» Άριας φυλής. Όπως ήταν φυσικό, το μίσος στρεφόταν και κατά της μουσικής (εκτός των εμβατηρίων και των ελαφρών, ακίνδυνων σουξέ), πόσον μάλλον κατά της jazz που, σύμφωνα με τη γενικότερη ιδεολογία και τις απόψεις τόσο της ναζιστικής ηγεσίας όσο και των κατά τόπους γκαουλάιτερ (κυβερνήτες), ήταν υποδεέστερη, ήταν η μουσική των «νέγρων υπανθρώπων». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δέκα κανόνες που είχε συντάξει ο ναζί γκαουλάιτερ του Προτεκτοράτου της Βοημίας και της Μοραβίας και που σύμφωνα με τον συντάκτη του ιστορικού αμερικανικού περιοδικού The Atlantic (ιδρ. το 1857 και εξακολουθεί να εκδίδεται μέχρι σήμερα) JJ Gould «αποτελεί το μοναδικό αξιοσημείωτο παράδειγμα ύβρεως του ολοκληρωτισμού εναντίον της jazz».

(μετάφραση: Πάνος Τομαράς)

OI «KANONIΣΜΟΙ» ΤΩΝ ΝΑΖΙ

1. Τα κομμάτια σε ρυθμό φόξτροτ (ή σουίνγκ, όπως λέγονται) δεν πρέπει να ξεπερνούν το 20% του ρεπερτορίου στις ορχήστρες ελαφριάς και χορευτικής μουσικής.

2. Σ’ αυτό το αποκαλούμενο τζαζ ρεπερτόριο πρέπει να προτιμώνται συνθέσεις σε ματζόρε κλίμακες και με στίχους που εκφράζουν χαρά για τη ζωή, όχι με καταθλιπτικούς, εβραϊκούς στίχους.

3. Όσον αφορά το τέμπο, πρέπει να προτιμώνται ζωηρές συνθέσεις, όχι αργές (τα αποκαλούμενα μπλουζ). Ωστόσο, ο ρυθμός δεν πρέπει να ξεπερνάει έναν συγκεκριμένο βαθμό αλέγκρο, όπως αρμόζει στην αίσθηση πειθαρχίας και μέτρου της           Άριας φυλής. Σε καμία περίπτωση δεν θα είναι ανεκτές νεγροειδείς υπερβολές στο τέμπο (η αποκαλούμενη χοτ τζαζ) ή στα σόλο (τα αποκαλούμενα μπρέικ).

4. Στις αποκαλούμενες τζαζ συνθέσεις, η συγκοπή στον ρυθμό δεν πρέπει να ξεπερνά το 10%. Το υπόλοιπο ποσοστό θα πρέπει να περιλαμβάνει φυσικό λεγκάτο, χωρίς υστερικές ρυθμικές αναφορές που παραπέμπουν στη μουσική των                    βάρβαρων φυλών και ξυπνούν σκοτεινά ένστικτα, ξένα προς τον γερμανικό λαό (τα αποκαλούμενα ριφ).

5. Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση οργάνων που είναι ξένα προς το γερμανικό πνεύμα (τα αποκαλούμενα κουδούνα, φλεξ-α-τόουν, σκουπάκια κλπ), καθώς και όλες οι σουρντίνες που μετατρέπουν τον ευγενή ήχο των χάλκινων πνευστών                  οργάνων σε εβραιομασονικό ουρλιαχτό (το αποκαλούμενο γουα-γουα κλπ).

6. Απαγορεύονται τα αποκαλούμενα γεμίσματα στα ντραμς που ξεπερνούν το μισό μέτρο σε ρυθμό τεσσάρων τετάρτων (εκτός αν πρόκειται για στυλιζαρισμένα στρατιωτικά εμβατήρια).

7. Το κοντραμπάσο πρέπει να παίζεται αποκλειστικά με δοξάρι στις αποκαλούμενες τζαζ συνθέσεις. Απαγορεύεται το «τσίμπημα» των χορδών γιατί μπορεί να φθείρει το όργανο και γιατί είναι επιζήμιο για τη μουσικότητα της Άριας φυλής. Αν             ένα πιτσικάτο εφέ κρίνεται απολύτως επιθυμητό για τον χαρακτήρα της σύνθεσης, θα πρέπει να δοθεί η μέγιστη προσοχή έτσι ώστε να μην χτυπήσει η χορδή στο σιγαστήρα, πράγμα το οποίο απαγορεύεται στο εξής.

8. Απαγορεύεται να σηκώνεται κάποιος όρθιος με προκλητικό τρόπο κατά τη διάρκεια ενός σόλο.

9. Επίσης, απαγορεύεται οι μουσικοί να κάνουν φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς (το αποκαλούμενο σκατ).

10. Συστήνεται σε όλες τις ορχήστρες ελαφριάς και χορευτικής μουσικής να περιορίσουν τη χρήση των σαξοφώνων όλων των κλειδιών και να τα αντικαταστήσουν με βιολοντσέλα, βιόλες ή πιθανώς με κάποιο κατάλληλο παραδοσιακό όργανο.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ SWING

Οι Swingjugend (Τα Παιδιά του Swing), ένα όνομα σε αντιδιαστολή του ονόματος της Χιτλερικής Νεολαίας-Hitlerjugend) ήταν ομάδες Γερμανών νέων (γνωστών και ως Edelweisspiraten), συνήθως ηλικίας 14-18 ετών, που λάτρευαν την αμερικανική μουσική και κουλτούρα και, ασφαλώς, την jazz και το swing. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 και σε πείσμα των χιτλερικών, έπαιζαν σε ιδιωτικές λέσχες, σε νοικιασμένες αίθουσες και σε κλαμπ κυρίως στο Αμβούργο και το Βερολίνο, αλλά και σε όλες τις μεγάλες πόλεις του Τρίτου Ράιχ. Πέρα από την αγάπη τους για τη μουσική, δεν είχαν συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις πέρα από την απέχθειά τους απέναντι στο ναζιστικό καθεστώς και την ρατσιστική ιδεολογία του. Ντύνονταν σύμφωνα με την «αγγλική μόδα» της εποχής και αποτελούσαν πρόκληση για την πλειοψηφία των Γερμανόπαιδων που έσπευδαν να καταταγούν στη Χιτλερική Νεολαία. Τον Αύγουστο του 1941 οι ναζί εξαπέλυσαν προγκρόμ εναντίον τους συλλαμβάνοντας περισσότερα από 300 παιδιά. Αφού τα κούρεψαν τα έστειλαν στο σχολείο υπό στενή παρακολούθηση, ενώ οι θεωρούμενοι ως ηγέτες φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Συνεπεία τούτου, μεγάλο μέρος των Swingjugend ανέλαβαν πολιτική αντιφασιστική δράση, διανέμοντας αντικαθεστωτικά προπαγανδιστικά φυλλάδια. Στις 2 Ιανουαρίου 1942 ο αρχηγός των SS Χάινριχ Χίμλερ ζήτησε από τον Ράινχαρντ Χάινριχ την καταστολή των ηγετών του «κινήματος», συνιστώντας τον εγκλεισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης με ξυλοδαρμούς και καταναγκαστική εργασία. Ακολούθησαν επιδρομές σε παράνομα κλαμπ και ιδιωτικές λέσχες και οι συλληφθέντες στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου πολλοί έχασαν τη ζωή τους.

Μια ομάδα Swingjugend στη δεκαετία του ’30

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Swing Kids (1993)

Edelweisspiraten (2004)

Πηγή:https://merlins.gr

Τι παράξενο… Το λευκό, κιτρινισμένο από τον χρόνο πουκάμισο με το ξεραμένο αίμα που ήταν απλωμένο στο τραπέζι του τμήματος συντήρησης υφασμάτων του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου είχε πάνω του τα ίχνη της ανδρικής αρχοντιάς και ταυτόχρονα τα σημάδια του πολιτικού μίσους που τη μαγάρισε. Ηταν το πουκάμισο που φορούσε ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης στις 22 Μαΐου του 1963, όταν δέχθηκε το δολοφονικό χτύπημα από παρακρατικούς, μετά την ομιλία του για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη. Παρατηρώ με μελαγχολία τις ανοικτές διπλές μανσέτες του καλοραμμένου πουκαμίσου, που με προσοχή αγγίζει η συντηρήτρια Δάφνη Φίλιου. Το αίμα του αγωνιστή της ειρήνης, γιατρού και αθλητή, είναι απλωμένο δίπλα στον γιακά, στα κουμπιά, στο στήθος. Σημάδια μιας δολοφονικής επίθεσης που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Κάποιες ανθρώπινες συμπτώσεις κάνουν τη στιγμή ακόμη πιο συγκινητική:
«Ο παππούς της Δάφνης ήταν μαιευτήρας και συμφοιτητής του Λαμπράκη», αποκαλύπτει η διευθύντρια του ΒΧΜ δρ Κατερίνα Δελλαπόρτα. Αλλά και ο δικός της πατέρας συνδέθηκε ιστορικά με τον βουλευτή – υπήρξε ένας από τους πρωτοστάτες της αποκάλυψης των ενόχων του προμελετημένου εγκλήματος. Ο εισαγγελέας Παύλος Δελλαπόρτας, όπως και ο Χρήστος Σαρτζετάκης, ήταν από τους θαρραλέους λειτουργούς της Δικαιοσύνης που σε αντίξοες συνθήκες αποκάλυψαν τον ρόλο των Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη και τις διασυνδέσεις τους με την Αστυνομία.

Το αιματοβαμμένο πουκάμισο του Γρηγόρη Λαμπράκη συντηρείται στα εργαστήρια υφάσματος του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. 
«Ο πατέρας είχε τη γενική εποπτεία των ανακρίσεων», λέει στην «Κ» η κ. Δελλαπόρτα. «Οταν με ρώτησαν αν μπορούμε να συντηρήσουμε τα ρούχα που φορούσε εκείνο το βράδυ ο Λαμπράκης, πέρασαν μπροστά μου παιδικά βιώματα από τη χρονιά της δολοφονίας, που ήμουν μαθήτρια του δημοτικού, αλλά κυρίως της δίκης που ακολούθησε το 1966. Είναι συγκινητική συγκυρία». Σήμερα, μάλιστα, συμπληρώνονται 56 χρόνια από τον θάνατο του βουλευτή της ΕΔΑ.
Το πουκάμισο, η φανέλα, το κοστούμι του Λαμπράκη και ένα μόνο παπούτσι, ό,τι δηλαδή διασώθηκε από το μοιραίο βράδυ του 1963 και αποτέλεσε δικαστικό υλικό το 1966, βρέθηκαν το 2010 σε χαρτοκιβώτιο στα υπόγεια του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Ενα άλλο έκρυβε τα ρούχα του Γιώργη Τσαρουχά, επίσης βουλευτή της ΕΔΑ και θύματος του πολιτικού μίσους. Τα πειστήρια παραδόθηκαν στην Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων.
Πριν από έναν χρόνο, το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης (Δήμου Ηλιούπολης) και το Ιδρυμα «Γρηγόρης Λαμπράκης» έστειλαν τα ρούχα για συντήρηση στο ΒΧΜ. Σε επιστολή τους ο δήμαρχος Ηλιούπολης, Β. Βαλασόπουλος, και ο πρόεδρος του ιδρύματος, Γρηγόρης Γρ. Λαμπράκης, γιος του δολοφονηθέντος, ζητούν να τους αποδοθεί ο ρουχισμός «όταν η διαδικασία αυτή θα έχει ολοκληρωθεί».
«Παραλαμβάνοντας τα ρούχα διαπιστώσαμε με τον τμηματάρχη Χαράλαμπο Παπαθεολόγου ότι είχαν έντονες φθορές από έντομα. Τα τοποθετήσαμε σε κλειστά κιβώτια με εντομοπαγίδες και τα αφήσαμε για ένα τρίμηνο, όσο ο κύκλος ζωής των εντόμων. Στη συνέχεια ξεκίνησε η συντήρηση. Ενα από τα στάδια είναι ο προσεκτικός καθαρισμός, καθώς οι κηλίδες αίματος δείχνουν τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δολοφονική επίθεση. Αρα οι λεκέδες, όπως και τα ξένα υλικά πάνω τους, τα κάνουν, από καθημερινά, ιστορικά αντικείμενα», λέει η Δάφνη Φίλιου.

Η συντηρήτρια Δάφνη Φίλιου κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης του ρουχισμού του Λαμπράκη.
Στα δύο τραπέζια του εργαστηρίου συντήρησης, δίπλα στο μικροσκόπιο, στις καρφίτσες, στα ψαλίδια, είναι απλωμένα το σκουρόχρωμο από καλό μάλλινο ύφασμα της εποχής παντελόνι, το πουκάμισο και η κάθετα κομμένη φανέλα. «Κόπηκε για τις ανάγκες της τραχειοστομίας που έγινε τότε στον Λαμπράκη», εξηγεί η διευθύντρια του ΒΧΜ.
Στο παντελόνι σώζεται εδαφικό υλικό. «Οπως τον σήκωσαν για να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, έμειναν οι δαχτυλιές με σκόνη», εξηγεί η συντηρήτρια. Εφημερίδες της εποχής, με φωτογραφίες που έδειχναν τον βουλευτή της ΕΔΑ αιμόφυρτο, βοηθούν για κάθε λεπτομέρεια. «Σκοπός είναι να μειώσουμε τις φθορές από την κακή φύλαξη, χωρίς να αλλοιώσουμε τα στοιχεία που δημιουργήθηκαν την ώρα του περιστατικού. Παράλληλα, έπρεπε να μειώσουμε τα ίχνη από την προσβολή των εντόμων. Ακόμη και το δερμάτινο παπούτσι είχε πάνω του μικρή φθορά από έντομο. Εκτός από τη φανέλα».
«Και μόνο που τα αντικρίζει κανείς, συγκινείται», λέει ο Χ. Παπαθεολόγου, δείχνοντας τη λεπτοδουλειά που απαιτεί η τέχνη της συντήρησης, όπως το λευκό ύφασμα που τοποθετείται μέσα από τα ρούχα, ώστε να διακρίνονται εντονότερα οι φθορές.
Πηγή:https://archive.is

Λεωνίδας Κοντουδάκης*

Ακούω μαρσάρισμα τρίκυκλου, βλέπω ένα τρίκυκλο να τρέχει προς Βενιζέλου προς παραλία. Με δύο σάλτα, βρέθηκα πάνω στον Λαμπράκη. Τον σήκωνα μισό μέτρο, με χτυπούν πισώπλατα με σακ βουαγιάζ με τούβλα. Μετά δεν μας πείραξαν, ο σκοπός ήταν ένας και μοναδικός: ο Λαμπράκης.

22 Μαΐου 1963, ημέρα Τετάρτη. Μουντή ημέρα, αποφράς ημέρα, σκότωσαν το καλύτερο τότε παλικάρι της Αριστεράς.

Ξεκίνησε από την Κερασίτσα Αρκαδίας, σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα. Αρίστευσε επιστημονικά· ήταν υφηγητής Γυναικολογίας, αθλητής, βαλκανιονίκης, με μεγάλο φιλανθρωπικό έργο και δωρεάν περίθαλψη σε φτωχούς.

Συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ, εξελέγη βουλευτής το 1961. Εντάχθηκε στο παγκόσμιο φιλειρηνικό κίνημα. Ηταν αντιπρόεδρος της Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη, που είχε ξεκινήσει ο λόρδος Bertrand Russell. Περιδιάβαινε Ελλάδα – Ευρώπη για την ειρήνη.

Ευρισκόμενη στο Λονδίνο η Φρειδερίκη (βασίλισσα), μεσολάβησε ο Λαμπράκης να συναντήσει την κ. Αμπατιέλου (Αγγλίδα σύζυγο του Αμπατιέλου φυλακισμένου). Αρνήθηκε. Την επομένη με Αγγλίδες φίλες της την προπηλάκισαν λεκτικά – αυτό το φύλαξε στον Λαμπράκη.

Ο σύνδεσμός μας για τον Αφοπλισμό και την Ειρήνη Θεσσαλονίκης με το διεθνές σήμα κάλεσε τον Λαπράκη για ομιλία στις 22 Μαΐου 1963 στην αίθουσα «Πικαντήλι» επί της Αριστοτέλους.

Πήγαμε με τον Νίκο Μυρσίνη παρέα, είδαμε ότι άλλαξε η αίθουσα (κατόπιν πίεσης της αστυνομίας). Μας παρέπεμπαν στην αίθουσα του ΔΣΚ (σημερινό ΠΑΜΕ) Ερμού και Βενιζέλου γωνία.

Είχε αρκετή σύναξη γνωστών τραμπούκων και ΕΚΟΦιτών (περίπου 100) και άλλοι τόσοι χωροφύλακες. Περιμέναμε τον Λαμπράκη, από κάτω έβριζαν, «Βούλγαροι θα πεθάνετε!», «Η ΕΔΑ στη Βουλγαρία!» κλπ.

Ηρθε ο Λαμπράκης, τρακαρισμένος με ένα καρούμπαλο στο μέτωπο, τον είχαν χτυπήσει. Αρχισε η ομιλία, φιλειρηνική. Από κάτω χειρότερα· πετούσαν τούβλα στα 12-13 μέτρα. Κλείσαμε τα παντζούρια. «Λαμπράκη θα πεθάνεις!» κ.λπ. Εκκλήσεις από τον Λαμπράκη για τη ζωή του και τη ζωή μας.

Επί δύο ώρες περίπου. Στις δέκα παρά ετοιμαζόμασταν για έξοδο. Ο Κομνηνός (διευθυντής Χωροφυλακής) μας κλείνει την πόρτα: «Περιμένετε».

Εξω στο πεζοδρόμιο ο Γιοσμάς με μια ομπρέλα έσπασε το τζάμι του ασθενοφόρου και το ’διωξε (ήταν γερμανοντυμένος και υπουργός ελληνικής δήθεν κυβέρνησης στη Βιέννη όταν έφυγαν οι Γερμανοί).

Απέναντί μας ήταν το κατάφωτο κατάστημα «Μέλισσα» και καμιά δεκαριά ανώτατοι αξιωματικοί Χωροφυλακής με εξέχοντα κατά ένα κεφάλι τον Μήτσου (διοικητής Χωροφυλακής Β. Ελλάδος).

Τελικά άφησε να βγούμε περίπου 30 έξω και ξανάκλεισε. Μπήκαμε 15 περίπου μπροστά, στη μέση ο Λαμπράκης, ο Πάτσας, ο Ρηγόπουλος και ο Σύλλας (Παπαδημητρίου, πρώην γραμματέας πόλης της ΕΔΑ).

Προχωράμε, απέναντι στη Βενιζέλου ήταν η μάζα των τραμπούκων. Το πεζοδρόμιο γωνία Ερμού – Βενιζέλου καθαρό, ακολουθούμε οι πρώτοι το καθαρό πεζοδρόμιο της Βενιζέλου προς Εγνατία. Στα 10 μέτρα ακούω τον Σύλλα να φωνάζει «Από δω παιδιά!» και παίρνει τον Λαμπράκη να τον περάσει απέναντι – στο στόμα του λύκου…

Ακούω μαρσάρισμα τρίκυκλου, βλέπω ένα τρίκυκλο να τρέχει προς Βενιζέλου προς παραλία. Από αριστερά και δεξιά στα παραπέτα δύο δικοί μας, ακούω τη Σοφία, σύζυγο του Τάκη Μακρή να φωνάζει «τον σκότωσαν».

Με δύο σάλτα, βρέθηκα πάνω στον Λαμπράκη, άρχισε να τρέχει αίμα η μύτη του. Τον σήκωνα μισό μέτρο, με χτυπούν πισώπλατα με σακ βουαγιάζ με τούβλα. Αφήνω τον Λαμπράκη, πήγαινε για τη χαριστική βολή ο τραμπούκος. Τον κυνηγάω και εκείνος κρύφτηκε πίσω από τους χωροφύλακες.

Λέω του αξιωματικού «Αυτός με χτύπησε». Είχε πίσω τα χέρια και έκανε βόλτα και ο Λαμπράκης κάτω. Ο Κατσούλης ήταν εκεί. Ανοιξε τον δρόμο για το τρίκυκλο και μετά τον έκλεισε. Είχε το πρόσταγμα για τη δολοφονία (μοίραρχος). Μέχρι και το Πολυτεχνείο έδρασε, τον φύλαξαν για να μη μιλήσει.

Βοήθησα το Κ. Βέρο, τον Σπ. Σακέτα, τον Αθ. Νίκαινα να βάλουμε τον Λαμπράκη στον Σκαραβαίο. Γύρισα, μάζεψα την τσάντα του Λαμπράκη. Μετά δεν μας πείραξαν, ο σκοπός ήταν ένας και μοναδικός: ο Λαμπράκης.

Κατέβαινε και άλλο τρίκυκλο τη Βενιζέλου, ο Σκαραβαίος ήταν νοικιασμένος από τον οδηγό του γ.γ. Βορείου Ελλάδος Χολέβα (υπουργός της χούντας).

Είχαν οργανώσει καλά τη δολοφονία. Ευτυχώς ο Μανώλης Χατζηαποστόλου σκαρφάλωσε στο τρίκυκλο και έπιασε τον Κοτζαμάνη, αλλιώς θα πήγαινε για αυτοκινητικό ατύχημα, όπως μας είπε ο νομάρχης Μανουσόπουλος την επομένη που πήγαμε να διαμαρτυρηθούμε.

Σκαρίφημα από τη δολοφονία όπως την έζησα

Στο ΑΧΕΠΑ που πήγαμε, ο σύντροφος Κώστας Παπακωνσταντίνου, γιατρός, μας πέρασε στον θάλαμο του Λαμπράκη, όπου βρισκόταν διασωληνωμένος. Η ακτινογραφία του κρανίου του Λαμπράκη έδειχνε ότι ήταν σπασμένο ακτινοειδώς.

Την Παρασκευή κατέφθασαν στη Θεσσαλονίκη πολιτικοί, δημοσιογράφοι, υπουργοί κ.ά. για τη δολοφονία. Ηρθε και ο Ηλίας Ηλιού της ΕΔΑ, μας μάζεψε και μας μίλησε, αντιδρούσαμε γιατί δεν έλεγε για Καραμανλή.

Μας μιλάει κοφτά «Δεν τον σκότωσε ο Καραμανλής, η εντολή ήλθε από ψηλά». Καταλάβαμε: η Φρίκη μέσω Νάτσινα – Μήτσου Κατσούλη (ΚΥΠ). Τρέχει ο Μίκης «Μην ακούτε, εσείς θα λέτε ο Καραμανλής», μας είπε όταν φεύγαμε, τον καταλάβαμε, δεν τον ακούσαμε.

Ανάκριση προκαταρκτική από τον Νίκο Αθανασόπουλο, ο οποίος βρήκε την ταυτότητα της «Καρφίτσας» του Κοτζαμάνη. Συνέχισε ο Σαρτζετάκης.

Ευτυχώς οι δημοσιογράφοι Γ. Ρωμαίος, Γ. Βούλτεψης και Μέρτζος έβγαλαν τη δουλειά η αστυνομία έβαζε εμπόδια.

Πήγα κι εγώ στον Σαρτζετάκη, στο ημίφως του γραφείου του· μαύρα γυαλιά σαν πατομπούκαλα· με ρωτάει αν ήμουν παρών. «Ναι», του λέω. «Ανήκεις στην ΕΔΑ;» «Ναι», του λέω. «Φύγε», μου λέει σκαιώς, «και πες στο κόμμα σου να μη μου στέλνει άλλους». Στα γραφεία της ΕΔΑ που πήγα και το είπα, ο Κ. Ακρίδας μου είπε: «Και μ’ εμένα το ίδιο έκανε».

Κάναμε υπόμνημα που λέγαμε ότι ο Δ. Κατσούλης ήταν ο καθοδηγητής της εκτέλεσης Λαμπράκη, το πήγε στον προϊστάμενό του, γι’ αυτό μάλλον ο Π. Δελαπόρτας με κάλεσε σαν μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη Λαμπράκη το 1966.

Κατά τις ανακρίσεις ο μοίραρχος Καπελώνης κατέθεσε ότι ο Κατσούλης τού τηλεφώνησε να στείλει τον Κοτζαμάνη, ο Σαρτζετάκης έστειλε τον Καπελώνη κατηγορούμενο και όχι τον Κατσούλη. Εκεί κόπηκε το νήμα για τα ψηλά και τον κάναμε Πρόεδρό μας. Τα χάλια μας…

Το καλοκαίρι του 1966 ήρθε η κλήση για μάρτυρας. Ο διοικητής μου αντι/ρχης Χανιώτης με πέρασε γενεές δεκατέσσερις. Ευτυχώς τον Οκτώβριο κατέβηκε στην Αθήνα κι έτσι μπόρεσα να κατεβώ (ήταν στον στενό πυρήνα της χούντας).

Προτού καταθέσω, περνώ από το σπίτι του Γ. Τσαρουχά να με κατατοπίσει για τη δίκη: «Ο,τι είδες και ό,τι άκουσες, τίποτα παραπάνω».

Φεύγοντας μου φωνάζει: «Λεωνίδα, πες μου πώς έγινε η δολοφονία, γιατί, όταν ήρθα να σας βοηθήσω για τον απεγκλωβισμό σας, με σακάτεψαν. Του εξιστορώ και όταν λέω ότι ο Σύλλας φώναξε «Από δω παιδί!», πετάχτηκε σαν ελατήριο απ’ το γραφείο του. «Το πες στο κόμμα αυτό;» «Οχι», του λέω, «κανείς δεν μας ρώτησε». «Να πας τώρα. Αλλά, άσε, είσαι στρατιώτης, θα το δω εγώ».

Βέβαια δεν τον ξανάδα. Σε 6 μήνες έγινε η χούντα και τον σκότωσαν. Οταν κατέθεσα στο δικαστήριο στις 14 Οκτωβρίου 1966 και είπα για τον Σύλλα, πάγωσε το δικαστήριο. Σηκώθηκε ο Σύλλας (συνήγοροι Πολιτικής Αγωγής) και είπε: «Ναι, γιατί προς εκείνη την κατεύθυνση ήταν το ξενοδοχείο “Κοσμοπολίτ”, όπου θα διέμενε ο Λαμπράκης».

Εξερχόμενος του δικαστηρίου στις 11 μ.μ. με προπηλάκισαν τραμπούκοι – ασφαλίτες με πήρε το παράπονο: «Πού είναι οι Λαμπράκηδες που οργανώσαμε (50% της νεολαίας);». Ολοι οι κατηγορούμενοι πέσαν στα μαλακά και μετά τη χούντα βγήκαν έξω. Ο Π. Δελαπόρτας (εισαγγελέας της δίκης) είπε: «Η απόφαση έριξε φως ως εξαντληθείσα λυχνία».

Η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν καταλύτης για να σπάσει η τρομοκρατία και να ανατείλει η δημοκρατία. Αναγκάστηκαν στις 21 Απριλίου του 1967 να επιστρατεύσουν τα τανκς για να την πνίξουν, αλλά πάλι μετά από χρόνια ανέτειλε και πιστεύω ότι δεν θα ξανασβήσει.

*Γεωπόνος

Πηγή:https://www.efsyn.gr

(Επανα)ονοματοδοτήσεις οδών στη μεταπολεμική Γερμανία

Μια οδός στην πόλη Halle της (τότε) Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας άλλαξε όνομα το 1953 και από Wilhelm-Strasse (προς τιμή του ομώνυμου Κάιζερ) μετονομάσθηκε σε Abderhalden-Strasse, προς τιμήν ενός διεθνώς γνωστού βιοχημικού, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της πόλης και προέδρου της φημισμένης τοπικής Ακαδημίας Επιστημών Leopoldina (από το 1932 έως το θάνατό του το 1950). Το γεγονός, ότι υπηρέτησε το Ναζιστικό καθεστώς όλα τα χρόνια, δεν επηρέασε την απόφαση της πόλης, να τον τιμήσει μετά θάνατον, αφού υπήρξαν συνάδερφοί του μετά το 1945, οι οποίοι με ένορκες βεβαιώσεις τους κατέθεσαν ότι κατά βάθος ήταν ενάντια στους Ναζί και η συνεργασία του με τις αρχές γινόταν με σκοπό να μη συμβούν τα χειρότερα.

Και ήρθε η εποχή που στη Γερμανία ξεκίνησε, επιτέλους, η αναψηλάφηση του ναζιστικού παρελθόντος σε όλους τους τομείς (της πολιτικής, της δικαιοσύνης, του στρατού, των επιστημών, της τέχνης) με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί η αποκρουστική ή, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενη ιστορία πολλών «προσωπικοτήτων» που είχαν τιμηθεί με διάφορους τρόπους, εν αγνοία της δράσης τους στη σκοτεινή περίοδο. Σε πολλές πόλεις συγκροτήθηκαν από τους δήμους ειδικές επιτροπές για να εξετάσουν από αυτή τη σκοπιά τα ονόματα των οδών τους. Η εξέταση βοήθησε τους πολίτες να γνωρίσουν το παρελθόν τους και οδήγησε σε πάρα πολλές περιπτώσεις σε αλλαγή ονομάτων.
Η πρώτη αλλαγή είχε γίνει βέβαια το 1945 και αφορούσε ονόματα προβεβλημένων στελεχών του ναζιστικού κόμματος. Εκατοντάδες οι πλατείες, οι λεωφόροι και οι οδοί που έφεραν το όνομα του Χίτλερ, του Γκαίρινγκ και άλλων «προσωπικοτήτων» της εθνικοσοσιαλιστικής βαρβαρότητας, εύκολη η –συχνότατα οπορτουνιστική- απόφαση για μετονομασία, αφού τον έλεγχο είχαν πια οι συμμαχικές κατοχικές δυνάμεις. Για τους άλλους, όμως, π.χ. τους επιστήμονες και τους καλλιτέχνες, δεν έγινε το ίδιο.

Ένορκες βεβαιώσεις υπέρ συνεργατών των ναζί – Ένας πονόψυχος γιατρός στο Άουσβιτς

Αποφασιστικό ρόλο για να καταγραφούν τυπικά ως «ακέραιοι χαρακτήρες», «μέσα τους αντίπαλοι του καθεστώτος» και απλά «αναγκασμένοι από τις συνθήκες να γίνουν συνοδοιπόροι» έπαιξαν οι θετικές ένορκες βεβαιώσεις πολιτικά ευυπόληπτων πολιτών. Χαρακτηριστική η ονομασία που άτυπα δόθηκε σ’ αυτές τις βεβαιώσεις: Persilschein (πιστοποιητικό Persil), από το όνομα του προσφιλούς απορρυπαντικού, που «απομακρύνει όλους τους λεκέδες». Εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια, τέτοια πιστοποιητικά εκδόθηκαν τα πρώτα χρόνια, επέτρεψαν καριέρες και θεμελίωσαν τιμητικές διακρίσεις.
Να, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ένορκης βεβαίωσης του καθηγητή πανεπιστημίου von Verschuer (ο οποίος, παρά τη συνεργασία του με τους Ναζί, θεωρήθηκε επίσημα ευυπόληπτος και παραδόθηκε καθαρός στην κοινωνία χάρη σε σχετική ένορκη βεβαίωση του Adolf Butenandt, τιμημένου με το βραβείο Νόμπελ Χημείας το 1939):

«Ο βοηθός μου στο Ινστιτούτο μου της Φρανκφούρτης, Δρ. Μ., αποσπάστηκε στο στρατιωτικό νοσοκομείο του στρατοπέδου συγκέντρωσης Άουσβιτς, ενάντια στη θέλησή του. Όλοι, όσοι τον γνώριζαν, βίωσαν πόσο δυστυχισμένος ήταν γι’ αυτό, και πόσο επίμονα προσπαθούσε να πάρει μετάθεση στο μέτωπο, για να φύγει από εκεί, δυστυχώς, όμως, χωρίς επιτυχία. Σχετικά με τη δουλειά του εκεί γνωρίζουμε μόνο ότι μοχθούσε να είναι Γιατρός και Βοηθός για τους αρρώστους».

Ο συγκεκριμένος βοηθός δεν χρειάστηκε αυτή τη θετική βεβαίωση για τη μεταπολεμική καριέρα του επειδή προτίμησε να φύγει στο εξωτερικό. Παρέμεινε μάλιστα στο εξωτερικό, κι έτσι, ενώ το 1958 ασκήθηκε δίωξη εναντίον του, δεν κάθισε ποτέ στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Το όνομά του: Γιόζεφ Μένγκελε, γνωστός στους κρατούμενους του Άουσβιτς ως «άγγελος του θανάτου», ένας σαδιστής εγκληματίας, που σκότωνε τα παιδιά-θύματά του με τα ίδια του τα χέρια και αφαιρούσε τα μάτια τους για, ενώ ακόμη λειτουργούσε ο εγκέφαλός τους.
Αυτή ήταν η αξία των μαρτυριών εκείνης της εποχής, με τις οποίες οι συνεργάτες των ναζί μετατρέπονταν σε ήρωες.

(Επανα)ονοματοδοτήσεις: Damnatio memoriae;

Πίσω, στον Abderhalden. Η ιστορική έρευνα έδειξε την άμεση επιστημονική σχέση του με την εξόντωση των αναπήρων στη χιτλερική Γερμανία, και αποκάλυψε ότι με τη βοήθεια δικών του ανθρώπων κατάφερε μετά το 1945 να παρουσιάσει ως «αντιστασιακή πράξη» το γεγονός ότι δεν εφάρμοσε το ναζιστικό νόμο για απομάκρυνση των Εβραίων επιστημόνων από την Ακαδημία Επιστημών, ενώ η αλήθεια ήταν ότι δεν χρειάστηκε να τον εφαρμόσει επειδή είχε σπεύσει να τους απομακρύνει πριν ακόμη οι Ναζί θεσπίσουν το σχετικό μέτρο. Τουλάχιστον έξι από αυτούς άφησαν την τελευταία τους πνοή στους θαλάμους αερίων των στρατοπέδων θανάτου.

Ζητήθηκε, λοιπόν, η μετονομασία της οδού, που έφερε το όνομά του, με σκοπό αφενός την ιστορική καταδίκη του ναζισμού και τη συμβολική αποδοκιμασία των συνεργών του, και αφετέρου την απόδοση τιμής σε μία Εβραία επιστημόνισσα που αγωνίστηκε ενάντια στους ναζί. Άλλωστε, είχε προηγηθεί το ιστορικό Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, το οποίο ήδη το 2010 μετονόμασε ένα κτίριό του από Abderhalden σε Leonor Michaelis (Εβραίος βιοχημικός, που είχε φύγει από τη Γερμανία), με το σκεπτικό ότι ο πρώτος δεν μπορεί να αποτελεί ούτε επιστημονικό ούτε κοινωνικό πρότυπο.

Ακούστηκαν πολλά στον δημόσιο διάλογο, ανάμεσά τους, ως αντίρρηση, το ερώτημα, εάν επιτρέπεται να «υβρίζεται» και να «συκοφαντείται» ένας νεκρός, ο οποίος προσέφερε και πολλά θετικά, που, ίσως, υπερτερούν των αρνητικών. «Όχι», ανταπάντησε ο καθηγητής Robert Fajen, «δεν πρόκειται για damnatio memoriae», δεν είναι ούτε συκοφαντία ούτε εξύβριση νεκρού, πρόκειται για «αμφίθυμη αποτίμηση του ιστορικού ρόλου (του συγκεκριμένου προσώπου) σήμερα, που κάνει ακατάλληλη τη χρήση του ονόματος για χώρο μνήμης». Τόσο απλά.
Μετά από συζητήσεις πέντε χρόνων το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης αποφάσισε τελικά να μην αλλάξει το όνομα, προκαλώντας αμέτρητες διαμαρτυρίες, μεταξύ αυτών και εκείνες της Εβραϊκής Κοινότητας. Πάντως, δικαίωμά του ήταν, και κανένας δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα αυτό, ούτε βέβαια οι φυσικοί απόγονοι του Abderhalden.

Στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά. Πολλές χιλιάδες ήταν τα «πιστοποιητικά persil» για τους συνεργάτες των ναζί κατακτητών, από τη στιγμή που έθεταν τον εαυτό τους και πάλι στις υπηρεσίες των –νέων- αντιπάλων του ΕΑΜ και των κομμουνιστών. Όμως, μόλις στη Χούντα εμφανίστηκαν και «δικαιώθηκαν» στο δημόσιο χώρο η Κατοχή και οι άνθρωποί της. Χαρακτηριστική ήταν η παρέμβαση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου εκατοντάδες κομμουνιστές και άλλοι πατριώτες εκτελέστηκαν από τους Χιτλερικούς.
Σημειώνει ο Γιώργος Ανδρίτσος:

«Πριν τη Χούντα η πλάκα έγραφε: ‘Η Καισαριανή στα παιδιά της που πέσανε για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία της πατρίδας’. Το 1968 ο διορισμένος από τη Χούντα δήμαρχος Καισαριανής Καρακάσης έστησε ένα τεράστιο σταυρό και έγραψε στο μνημείο ‘Εις τα θύματα του κουμουνισμού, υπερασπιστές του Έθνους αιωνία η ευγνωμοσύνη μας’, ενώ στις 13 Δεκεμβρίου του 1970 εντοίχισε πλάκα ‘Προς τους σφαγιασθέντας υπό των κομουνιστών. Ευγνωμοσύνης ένεκεν’».

Παρόμοια έγιναν στις ονοματοδοτήσεις δημόσιων χώρων, και όλα αυτά, μόνον στην Ελλάδα συνέβησαν τόσα χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού.

Ως συνέχεια των παραπάνω έχουμε πρόσφατα και μια άλλη αποκλειστικότητα: Μόνο στην Ελλάδα η διατύπωση μιας αναμφισβήτητα υπαρκτής «αμφίθυμης αποτίμησης του ιστορικού ρόλου συγκεκριμένου προσώπου, που κάνει ακατάλληλη τη χρήση του ονόματος για χώρο μνήμης», επιχειρείται από τους φυσικούς απογόνους, να διωχθεί δικαστικά με την κατηγορία της damnatio memoriae.

Προσφυγή στα δικαστήρια για την «τιμή του Μένγκελε»

Μόνο στην Ελλάδα; Όχι, η αλήθεια είναι ότι γνωρίζω μία ακόμη υπόθεση, αυτή στη Γερμανία:
Το Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης αφαίρεσε το 1961 τον διδακτορικό τίτλο από τον Γιόζεφ Μένγκελε, «εξαιτίας των εγκλημάτων του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς». Ενάντια στην απόφαση κατέφυγε στα δικαστήρια η γυναίκα του Μένγκελε, επικαλούμενη το γεγονός ότι ποτέ δεν είχε καταδικαστεί για εγκλήματα, ενώ αντίθετα είχε θετικές μαρτυρίες υπέρ του. Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να αποφανθούν τελεσίδικα τα δικαστήρια και να επικυρωθεί η απόφαση του Πανεπιστημίου.

Θράσος συγγενικών προσώπων; Ειλικρινά, δεν ξέρω, αν περί αυτού πρόκειται.

Από το νου μου περνάει ένα απόφθεγμα του Νίτσε, που συνάντησα να χρησιμοποιείται σε ένα διάλογο ανάμεσα στον γιο ενός διακεκριμένου καθηγητή Πανεπιστημίου την εποχή του Γ’ Ράιχ (και ο γιος καθηγητής πανεπιστημίου στη μεταπολεμική Γερμανία) και έναν ερευνητή, που έψαχνε να βρει τι είχε ομολογήσει ο πατέρας στο γιο και ποια θεωρούσε ο γιος ότι ήταν η εμπλοκή του πατέρα του στη ναζιστική βαρβαρότητα. Το απόφθεγμα του Νίτσε που έπεσε στη συζήτησή τους είναι: «‘Το έκανα’ λέει η μνήμη. ‘Δεν μπορεί να το έχω κάνει’ λέει η υπερηφάνεια και παραμένει άτεγκτη. Τελικά υποχωρεί η μνήμη».

Όμως, οι νεκροί έχουν δικαίωμα να απαιτούν από εμάς, να μην αφήνουμε ποτέ τη μνήμη να υποχωρεί μπροστά στην ιδιοτελή υπερηφάνεια. Γι’ αυτό αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω αυτό το κείμενο.

Πηγή:http://alterthess.gr

του Νικόλα Κολυτά

Οι νίκες των λαών δεν χωρούν σε αστικά καλούπια

Η συ­ζή­τη­ση για τη φύση και το χα­ρα­κτή­ρα του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου δεν είναι πε­ριο­ρι­σμέ­νης ση­μα­σί­ας. Το αν κά­ποιος ανα­γνω­ρί­ζει έναν αντι­φα­σι­στι­κό πό­λε­μο ή έναν ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο είναι ένα κρί­σι­μο ση­μείο που κα­θο­ρί­ζει αφε­νός την ανά­λυ­ση του για τη δε­κα­ε­τία του ’40, αφε­τέ­ρου για τα κα­θή­κο­ντα μέσα σε αυτή. Συ­νε­πώς, οι δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις για τις προ­θέ­σεις των εμπλε­κό­με­νων πλευ­ρών αντι­κα­το­πτρί­ζο­νται και στα δια­φο­ρε­τι­κά ρεύ­μα­τα και δια­κλα­δώ­σεις εντός της Αρι­στε­ράς. 

Μεταξύ των τραυματιών ήταν και ο Σωτήρης Παρασκευαΐδης, που χτυπήθηκε από ξιφολόγχη στο κεφάλι, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο και πέθανε την άλλη μέρα, το μεσημέρι της Παρασκευής 2 Μαΐου.

Ενώ η Πρωτομαγιά γιορταζόταν στην Ελλάδα ήδη από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, αν και όχι κάθε χρόνο, λόγω αδυναμιών του εργατικού κινήματος και των πολιτικών και πολεμικών περιπετειών της χώρας, ήταν ο γιορτασμός της το 1924 που συνοδεύτηκε για πρώτη φορά από εκτεταμένες συγκρούσεις των απεργών με τις δυνάμεις καταστολής. Η χρονολογία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μόλις ένα μήνα πριν, στις 25 Μαρτίου, είχε ανακηρυχθεί η αβασίλευτη Δημοκρατία και στην κυβέρνηση βρισκόταν η μαχητική δημοκρατική πτέρυγα του βενιζελισμού, με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.

Στις συγκρούσεις αυτές έχασε τη ζωή του ο νεαρός Σωτήρης Παρασκευαΐδης, μέλος της ΟΚΝΕ. Ήταν ο πρώτος έλληνας εργάτης που έπεφτε νεκρός σε πρωτομαγιάτικη κινητοποίηση.