ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η Ειρήνη Γκίνη (ή Μίρκα Γκίνοβα)* γεννήθηκε το 1916 (αλλού αναφέρεται ως ημερομηνία γέννησής της, το 1923) στο χωριό Ξανθόγεια (Ρουσίλοβο) του νομού Πέλλας. Ο πατέρας της, Κονσταντίν Γκίνοβ, είχε λάβει μέρος στην αντι-οθωμανική εξέγερση του Ίλιντεν των Σλάβων της Μακεδονίας, το 1903.
Η ίδια μεγάλωσε μέσα σε δύσκολες συνθήκες, ορφανή από μητέρα από πολύ μικρή ηλικία, αλλά κατάφερε να σπουδάσει στο διδασκαλείο νηπιαγωγών της Καστοριάς και να γίνει νηπιαγωγός/δασκάλα. Αν και για χρόνια δεν διοριζόταν σε σχολεία λόγω καταγωγής, από το φασιστικό καθεστώς Μεταξά, τελικά τα κατάφερε να διοριστεί κατά το σχολικό έτος ακριβώς πριν το ξέσπασμα του ελληνο-ιταλικού πολέμου. Έτσι, δίδαξε σε χωριά του νομού Πέλλας.

Δεν μπορεί να γίνει σοβαρός λόγος για παιδικό θέατρο στα χρόνια της Κατοχής. Το παιδί γευόταν και προσπαθούσε να μερώσει τη σχετική αισθητική του πείνα — πλάι στην άλλη πείνα, την πραγματική — από τα ψίχουλα που έπεφταν απ’ το τραπέζι, το σπάνια γεμάτο, τον καιρό αυτό, των μεγάλων. Κι ήταν οι δυσκολίες, για να στρωθεί και να γεμίσει αυτό το τραπέζι, έστω και με τα στοιχειώδη, τεράστιες.

Τα χημικά όπλα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκαν κατά κύριο λόγο για να σπάσουν το ηθικό, να τραυματίσουν και να σκοτώσουν παγιωμένους υπερασπιστές, κατά των οποίων η αδιάκριτη και γενικά αργή κίνηση ή στατική φύση των νεφών αερίου θα ήταν πιο αποτελεσματική.

Σαν σήμερα πέθανε ο Χρήστος Παρασκευαϊδης (αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος) που προσπάθησε πανικόβλητος να αναβάλει την μετάβασή του στον «Παράδεισό» του, κλέβοντας μόσχευμα από τον, για πολλούς λόγους, δικαιούχο ασθενή, με τρόπο ιατρικά αστήρικτο και ηθικά άτιμο, κάνοντας χρήση της πολιτικής του δύναμης. Η κατάφωρα αντιχριστιανική αυτή πράξη, δεν επέσυρε την αποδοκιμασία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συμπτωματικά ο θιγόμενος (που τελικά πήρε αυτό που δικαιούνταν και σώθηκε με καθυστέρηση), ήταν Εβραίος.

Πραγματικό σκάνδαλο προκάλεσε ο πίνακάς του “Πρόγευμα στη χλόη” (1863), διότι οι αναγεννησιακοί του συνειρμοί δεν έβγαζαν νόημα στους θεατές, οι οποίοι το μόνο που μπορούσαν να διακρίνουν ήταν μια γυμνή γυναίκα εν μέσω ντυμένων αντρών.

Ο Εντουάρ Μανέ γεννήθηκε μια μέρα σαν τη σημερινή το 1832 από παρισινή οικογένεια της ανώτερης μεσοαστικής τάξης, ως γιος υψηλόβαθμου κρατικού αξιωματούχου και μητέρας από διπλωματική οικογένεια. Είχε δυο αδέρφια και μεγάλωσε με οικονομική άνεση σε ένα συντηρητικό περιβάλλον. Μην έχοντας διακριθεί για τις σχολικές του επιδόσεις, ξεκίνησε τα μαθήματα ζωγραφικής στα 13 του χρόνια. Αποτυγχάνοντας στις εξετάσεις της Ναυτικής Ακαδημίας, μπήκε στο εμπορικό ναυτικό ταξιδεύοντας στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1849, απ’οπου επέστρεψε με σκίτσα και ζωγραφιές του ταξιδιού του, ώστε να πείσει τον σκεπτικιστή πατέρα του για τις φιλοδοξίες του.

Ξεχωριστή σελίδα των εργατικών αγώνων της Ημαθίας, αλλά και ολόκληρης της χώρας, έχουν οι αιματηρές κινητοποιήσεις των εργατών της Νάουσας τον Γενάρη του 1933.Οι κινητοποιήσεις αυτές πήραν πανελλαδική διάσταση.

Μιλά στο TheTOC η δημοσιογράφος Κατερίνα Οικονομάκου που ακολούθησε τα ίχνη του Θεσσαλονικιού Εβραίου κάντορα, Ε. Ναχάμα, ο οποίος επέζησε του Ολοκαυτώματος.

– «Γέμισε πέτρες το καρότσι τραγουδιστή;»

– «Ναι».

– «Ε, τότε έλα εδώ και πες μας ένα τραγούδι…»

Αν η υπέροχη φωνή είναι δώρο Θεού, αυτό ήταν που χάρισε τη ζωή στον Εστρόγκο Ναχάμα, σε ένα από τα μεγαλύτερα κολαστήρια του 20ου αιώνα. Ο σεβάσμιος κάντορας της εβραϊκής κοινότητας του Δυτικού Βερολίνου – και συγκλονιστικός ψάλτης στην ταινία «Καμπαρέ» του Μπομπ Φος – που εκτοπίστηκε στο ΄Αουσβιτς τον Μάρτιο του 1943, γλύτωσε το θάνατο χάρη στο σπάνιο ταλέντο του. «Τραγουδούσα για τους κάπο, για τους γιατρούς του στρατοπέδου, για τους άνδρες των Ες Ες», θα αφηγηθεί. Η ανταμοιβή του ήταν ένα κομμάτι ψωμί πεταμένο στις λάσπες. «Αυτό με κράτησε στη ζωή. Ετσι επέζησα στο ΄Αουσβιτς. Μόνο χάρη σ’ αυτό».

Ο Εστρόγκο Ναχάμα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1918. Κι όμως, μετά το κολαστήριο του ΄Αουσβιτς, επέστρεψε μόνο μια φορά στην πατρίδα του. Κανένας από τους δικούς του δεν είχε επιβιώσει του Ολοκαυτώματος, ενώ η λαμπρή του σταδιοδρομία έκτοτε θα γίνει γνωστή παντού, εκτός από την πατρίδα του. Η Ελλάδα άργησε πολύ να συζητήσει το Ολοκαύτωμα, όπως επιβεβαιώνεται μέσα απ’ αυτό το βιβλίο…

Ακολουθώντας τα ίχνη αυτής της μοναδικής διαδομής, αναδιφώντας σε αρχεία, συζητώντας με τους οικείους και τους φίλους του, ζητώντας τη συνδρομή των ιστορικών πηγών και χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, η δημοσιογράφος Κατερίνα Οικονομάκου συνθέτει μια μονογραφία για τον Εστρόγκο Ναχάμα που με τίτλο «Ο τραγουδιστής του ΄Αουσβιτς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν. «Ήθελα απλώς να γράψω αυτήν την ιστορία και, με μια έννοια, να φέρω πίσω τον Εστρόγκο στην πατρίδα του», λέει στη συνομιλία της με το TheTOC.

– Είναι αλήθεια ότι όλα ξεκίνησαν από μια δήλωση του διευθυντή του βερολινέζικου μουσείου «Τοπογραφία του Τρόμου», Αντρέας Ναχάμα το 2010; 

– Όλα ξεκίνησαν ένα πρωινό, το φθινόπωρο του 2010, που έτυχε να διαβάζω μια γερμανική εφημερίδα. Βλέπω λοιπόν ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα για μια έκθεση που γινόταν στην Τοπογραφία του Τρόμου, στο Βερολίνο. Πρόκειται για χώρο μνήμης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και το κομμάτι για την έκθεση είχε και δηλώσεις του διευθυντή της Τοπογραφίας του Τρόμου, του Αντρέας Ναχάμα. Το όνομα μου έκανε αμέσως εντύπωση, γιατί ήταν ολοφάνερα σεφαραδίτικο. Σκέφτηκα ότι θα πρέπει να έχει ρίζες στα Βαλκάνια ή την Ιταλία κι έτσι, από περιέργεια, τον “γκούγκλαρα”. Μέσα σε λίγα λεπτά είχα διαπιστώσει ότι όχι απλώς είχε ρίζες από τα Βαλκάνια, αλλά ο πατέρας του Αντρέας, ο Εστρόγκο Ναχάμα, ήταν Θεσσαλονικιός, επιζών του Ολοκαυτώματος. Ο οποίος, μάλιστα, έγινε αρχικάντορας της Εβραϊκής Κοινότητας του Βερολίνου και διάσημος τραγουδιστής.

– Τι ήταν αυτό που σας κινητοποίησε περισσότερο απ’ όλα να ξεκινήσετε την έρευνα αναζήτησης των ιχνών του πατέρα του, Εστρόγκο Ναχάμα;

Πρώτα λειτούργησε η περιέργεια, όπως πάντα συμβαίνει. Φαντάσου ότι έπεσα πάνω στην πληροφορία ότι ένας άντρας που ονομαζόταν Εστρόγκο Ναχάμα, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Θεσσαλονίκη, επέζησε από το Άουσβιτς και μετά την απελευθέρωσή του παρέμεινε στην Γερμανία, όπου και έκανε σπουδαία καριέρα. Ήταν πασίγνωστος. Και παρ’όλα αυτά, στην πατρίδα του ήταν άγνωστος. Για ποιο λόγο; Αυτό το ερώτημα με κινητοποίησε αρχικά. Πολύ σύντομα, όμως, άρχισα να ενδιαφέρομαι αυθεντικά για το ίδιο το πρόσωπο, ήθελα να τον ανακαλύψω.

– Πως φτάσατε στη Ουάσινγκτον για να ανακαλύψετε την καρτέλα που είχε ο Εστρόγκο Ναχάμα στο Άουσβιτς; Και πως αυτή η καρτέλα βρέθηκε εκεί;

Έτυχε να βρίσκομαι στην Ουάσιγκτον, στο πλαίσιο ενός ταξιδιού, και επισκέφθηκα το Μουσείο του Ολοκαυτώματος, όπου ως ερευνητής μπορείς να έχεις πρόσβαση σε διάφορα αρχεία.

– Πως κινήθηκε σε γενικές γραμμές η έρευνά σας; Πόσο διήρκεσε και τι ήταν αυτό που σας εμψύχωνε να συνεχίσετε κατά τη διάρκειά της;

Η έρευνα κατέστη εφικτή χάρη σε μια δημοσιογραφική υποτροφία του Freie Universität του Βερολίνου. Χωρίς την υποτροφία, δεν θα είχα καταφέρει να μείνω στο Βερολίνο προκειμένου να κάνω την έρευνα, ο κύριος όγκος της οποίας ολοκληρώθηκε μέσα σε έναν χρόνο. Συνολικά, πάντως, ασχολήθηκα τρία χρόνια με το θέμα.

Ο Εστρόγκο Ναχάμα κατά την τελετή απονομής του Μεγαλόσταυρουτης Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις 27 Νοεμβρίου 1995.© Platow, Thomas / Rechte: Landesarchiv Berlin / K01174
Ο Εστρόγκο Ναχάμα κατά την τελετή απονομής του Μεγαλόσταυρουτης Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις 27 Νοεμβρίου 1995.© Platow, Thomas / Rechte: Landesarchiv Berlin / K01174

– Ποιές ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκειά της; 

Οι δυσκολίες που βάζει η πάροδος του χρόνου, καθώς είναι όλο και πιο δύσκολο να εντοπίσει κανείς μάρτυρες που βρίσκονται εν ζωή. Ο ίδιος ο Ναχάμα είχε πεθάνει το 2010, χωρίς να γράψει απολύτως τίποτε.

– Πως αυτή η έρευνα έφτασε να γίνει βιβλίο; Πότε κυκλοφόρησε; Ποια η πορεία του μέχρι τώρα;

Πρόκειται για ένα μακρύ ρεπορτάζ, στην πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, όμως, έχει κάποιες ιδιαιτερότητες, καθώς είναι εντελώς αδύνατο να ολοκληρώσει ο ερευνητής το παζλ που αποτελεί η ζωή ενός ανθρώπου, ο οποίος είχε επιλέξει να μιλάει ελάχιστα για τον εαυτό του. Η ιστορία του, όμως, μας ενδιαφέρει, καθώς αποτελεί μέρος της συλλογικής ιστορίας μας. Και θέτει ερωτήματα γύρω από το πώς έχουμε διαχειριστεί τη μνήμη. Έτσι θέλησα να αφηγηθώ όχι ακριβώς την ιστορία του Εστρόγκο, αλλά την ιστορία της αναζήτησής του Εστρόγκο. Άρχισα, λοιπόν, να γράφω το ρεπορτάζ, αλλά στην πορεία αποφάσισα ότι θα ήθελα να πάρω τον αναγνώστη από το χέρι και να του ζητήσω να με παρακολουθήσει καθώς παλεύω να ανακαλύψω τα χαμένα κομμάτια του παζλ.

– Πως θα σκιαγραφούσατε με λίγα λόγια τον Εστρόγκο Ναχάμα; Τι θα πρέπει να διαθέτει κάποιος για να μπορέσει να επιβιώσει των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης; 

Ο Εστρόγκο Ναχάμα ήταν ένας εξαιρετικά ταλαντούχος άνθρωπος. Είχε μια εξαίσια φωνή, θα μπορούσε να έχει κάνει καριέρα στην όπερα. Ήταν γεννημένος για την όπερα. Αρκεί να τον ακούσει κανείς έστω μια φορά και θα το καταλάβει. Στα στρατόπεδα, λοιπόν, επιβίωσε ακριβώς χάρη στη φωνή του. Το έλεγε ο ίδιος, άλλωστε. Οι δεσμοφύλακές του τον έβαζαν να τραγουδάει για να τους διασκεδάζει, κι έτσι του πέταγαν κανένα ξεροκόμματο, κυριολεκτικά. Αυτό και η γερή κράση του, τον έσωσαν. Αν και στο τέλος του πολέμου, ήταν βαριά άρρωστος πια.

– Αληθεύει ότι ο πρώτος που προσπάθησε μεταπολεμικά να βοηθήσει να αποκατασταθούν οι σχέσεις ανάμεσα στους Εβραίους και στους Χριστιανούς της Γερμανίας;

Ως αρχικάντορας της Εβραϊκής Κοινότητας του Δυτικού Βερολίνου, μετά τον πόλεμο ήταν πρόσωπο υψηλής αναγνωρισιμότητας και κύρους. Και ήταν ο πρώτος Εβραίος με τέτοια θέση, που δέχτηκε να εργαστεί για την προσέγγιση των δύο κοινοτήτων. Γιατί μπορείτε να φανταστείτε πόσο δύσκολο και τολμηρό ήταν αυτό στη μεταπολεμική Γερμανία.

– Αληθεύει ότι τη μία και μοναδική φορά που αποπειράθηκε να έρθει στην Ελλάδα και στη Θεσσαλονίκη αντίκρισε μια πόλη που δεν αναγνώρισε, ερημωμένη απ’ όλους τους συγγενείς και τους φίλους του; Κι ότι το 1959 και κατηγορήθηκε για λιποτάκτης επειδή δεν είχε ανταποκριθεί στην κλήση να πολεμήσει το 1946;

Ναι, έτσι είναι. Επέστρεψε στην πόλη του μία και μοναδική φορά. Ήρθε οδηγώντας, από την Γερμανία. Ειχε μια ελπίδα ότι θα μπορούσε ίσως να βρει ζωντανό έναν συγγενή του. Αλλά δεν βρήκε κανέναν. Βρήκε έναν καλό φίλο του, μόνο. Κι εκείνος ο φίλος τον βοήθησε να γλιτώσει από τα πλοκάμια της ελληνικής γραφειοκρατίας, που τον είχε καταγεγραμμένο ως λιποτάκτη. Αυτόν, που ως έλληνας στρατιώτης είχε πρώτα πολεμήσει στο Αλβανικό Μέτωπο, προτού εκτοπιστεί στο Άουσβιτς.

Ο Εστρόγκο Ναχάμα σε εκδήλωση μνήμης για τα 48 χρόνια από την εξέγερσητου γκέτο της Βαρσοβίας στην εβραϊκή κοινότητα του Βερολίνου, στις 21 Απριλίου 1991.© Günter Schneider / Rechte: Landesarchiv Berlin
Ο Εστρόγκο Ναχάμα σε εκδήλωση μνήμης για τα 48 χρόνια από την εξέγερσητου γκέτο της Βαρσοβίας στην εβραϊκή κοινότητα του Βερολίνου, στις 21 Απριλίου 1991.© Günter Schneider / Rechte: Landesarchiv Berlin

– Εφυγε από τη ζωή έχοντας τι αισθήματά του για τη χώρα του, την Ελλάδα; 

Δεν μπορώ να το γνωρίζω, δυστυχώς. Ο γιος του μου έχει πει ότι για αυτόν, η Θεσσαλονίκη ήταν μια λευκή κηλίδα στον χάρτη. Τον πονούσε πάντα. Για μένα, πάντως, έχει μεγάλη σημασία ότι κράτησε έως το τέλος της ζωής του το ελληνικό διαβατήριο. Παρόλο που η γερμανική κυβέρνηση όχι μόνο τον είχε παρασημοφορήσει, αλλά του ζητούσε να γίνει γερμανός πολίτης.

– Κυρία Οικονομάκου, έχετε προσωπικά κάποια σχέση με την Εβραϊκή κοινότητα της Ελλάδας;

Όχι, καμία.

– Ποιος ο απώτερος στόχος σας μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο;

Ήθελα απλώς να γράψω αυτήν την ιστορία και, με μια έννοια, να φέρω πίσω τον Εστρόγκο στην πατρίδα του.

– Πως αντιμετωπίστηκε το Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα;

Θα έλεγα ότι αργήσαμε πολύ να συζητήσουμε για το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, υπήρχαν και φαινόμενα έντονου αντισημιτισμού. Είναι οδυνηρό, σας διαβεβαιώ, να ακούτε κάποιες από τις αφηγήσεις επιζώντων που λένε τι αντιμετώπιση είχαν από τους συμπολίτες τους όταν γύρισαν στα σπίτια τους.

– Πως θα σχολιάζατε αυτό που γράφτηκε στο Βήμα: «Αδύνατον να μη σκεφθείς ότι σε μια εποχή όπου η δημοσιογραφία απαξιώνεται και αφανίζεται, το πόνημα της Οικονομάκου αποτελεί ένα παράδειγμα για το πώς θα όφειλε να ασκείται από τους λειτουργούς της»;

Είναι ένα σχόλιο εξαιρετικά γενναιόδωρο και ευγενικό. Και μεγάλη χαρά να το λέει για τη δουλειά σου μια συνάδελφος που εκτιμάς.

Πηγή:http://www.thetoc.gr

Φέτος κλείνουν 100 χρόνια από την Γερμανική Επανάσταση. Ένα ξεχασμένο επεισόδιό της έχει ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα συμπυκνώνει όλον τον παραλογισμό του πολέμου.

Πριν από έναν αιώνα, τη νύχτα της 15ης Ιανουαρίου 1919, το άγρια δολοφονημένο σώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ, ηγέτιδας των Σπαρτακιστών, μιας αντιπολεμικής οργάνωσης της γερμανικής Αριστεράς, ριχνόταν με εκδικητική μανία από τη γέφυρα Λίχτενσταϊν στο κανάλι Λάντβερ του Βερολίνου. Περίπου την ίδια εποχή κατέφθαναν σε ελληνικό έδαφος, κατάκοποι και εξαθλιωμένοι, οι πρώτοι Έλληνες αιχμάλωτοι και εξεγερμένοι στρατιώτες του Γκέρλιτς. Κάπως έτσι, με ματωμένη γραμματοσειρά, γράφτηκε ο επίλογος της γερμανικής κομμουνιστικής εξέγερσης και στρώθηκε το έδαφος για το βραχύβιο διάλειμμα της εύθραυστης δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αυτή η γερμανική ιστορία με τις παγκόσμιες αντανακλάσεις εμπεριείχε και μια παραγκωνισμένη από την ιστοριογραφία ελληνική πτυχή, το Συμβούλιο των ελλήνων στρατιωτών του Γκέρλιτς. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το ξέσπασμα της επανάστασης

Η Γερμανική Επανάσταση, η εμφύλια σύγκρουση που ξέσπασε στη Γερμανική ΑυτοκρατορίαΓερμανική Αυτοκρατορία τον Νοέμβριο του 1918 και έληξε τον Αύγουστο του 1919 με την ανατροπή του καθεστώτος της συνταγματικής μοναρχίας και την αντικατάστασή του από την δημοκρατία, συνδέεται άρρηκτα με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο τέλος του Οκτώβρη του 1918 αυτός ο πόλεμος, που είχε ξεκινήσει πριν από τέσσερα χρόνια με την προσδοκία ότι θα έχει σύντομη διάρκεια, είχε μετατρέψει την Ευρώπη σε ένα απέραντο σφαγείο που σμπαράλιασε τις ζωές εκατομμυρίων στρατιωτών στην υγρή φρίκη των χαρακωμάτων και εξουθένωσε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η ήττα για την Γερμανία είχε συντελεστεί, οξύνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας.

Ο Γερμανός καλλιτέχνης Ότο Ντιξ ήταν στρατιώτης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτύπωσε τη φρίκη του σε μία σειρά από έργα.

Δυο εκατομμύρια Γερμανοί είχαν σκοτωθεί στα πεδία των μαχών, η βιομηχανία είχε καταστραφεί, το ίδιο και η αγροτική παραγωγή. Οι Γερμανοί στρατιώτες αλλά και οι πολίτες υπέφεραν από την πείνα και τις ασθένειες. Όλοι αδημονούσαν για το τέλος της σύγκρουσης και την ανάκτηση της χαμένης τους κανονικότητας. Ωστόσο, στις 28 Οκτωβρίου η γερμανική ανώτατη στρατιωτική διοίκηση διατάζει τον γερμανικό στόλο να βγει στη Βόρεια Θάλασσα για να δώσει μια ύστατη ναυμαχία με τους Άγγλους. Για τους ναύτες, αυτή η εντολή σήμαινε μια μαζική επέλαση προς τον θάνατο. Αρνήθηκαν. Η διοίκηση απάντησε με διώξεις εναντίον των ναυτών.

Στις 3-4 Νοεμβρίου ξεσπά η ανταρσία στο Κίελο. Οι ναύτες καταλαμβάνουν την πόλη, ενώνονται με τους εργάτες και τους στρατιώτες και σχηματίζουν το πρώτο «σοβιέτ» (έτσι ονομάστηκαν τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα των σοβιέτ της ρωσικής επανάστασης του 1917). Ζητούν συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ειρήνη, απομάκρυνση της βασιλικής οικογένειας. Την επόμενη μέρα στα καράβια του στόλου υψώνονται κόκκινες σημαίες. Ήταν το πρελούδιο μιας εξέγερσης.

Επαναστατημένοι ναύτες στο Κίελο, 5 Νοεμβρίου 1918. [Deutsches Historisches Museum, Berlin]

Η αναταραχή διαχέεται σε όλη τη Γερμανία, οργανώνονται διαμαρτυρίες, προκηρύσσονται απεργίες, καταλαμβάνονται τα δημόσια κτίρια και δημιουργούνται Συμβούλια στρατιωτών-εργατών. Στις 9 Νοεμβρίου εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες βαδίζουν προς το κέντρο του Βερολίνου διεκδικώντας το τέλος του πολέμου και την ανατροπή της μοναρχίας. Μέχρι το μεσημέρι η εξουσία του Ράιχσταγκ είχε αμφισβητηθεί και η γερμανική πρωτεύουσα είχε περάσει στα χέρια των επαναστατών. Την ίδια μέρα ο πρωθυπουργός του Ράιχ Μαξ φον Μπάντεν ανήγγειλε την παραίτηση του Κάιζερ Γουλιέλμου και ο ηγέτης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Φρίντριχ Έμπερτ διορίστηκε πρωθυπουργός της χώρας. Ο Έμπερτ ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τους Αγγλογάλλους, σπεύδοντας να αποκηρύξει τις επαναστατικές διεργασίες με τη μνημειώδη φράση «μισώ την επανάσταση σαν την πανούκλα». Στις 11 Νοεμβρίου σε ένα σιδηροδρομικό βαγόνι στο δάσος της Κομπιέν υπογράφηκε η ανακωχή του Μεγάλου Πολέμου.

Η σύσταση των Freikorps

Ωστόσο, τα προβλήματα δεν λύθηκαν. Ο αποκλεισμός που είχαν επιβάλει οι δυνάμεις της Αντάντ συνεχίστηκε μέχρι και την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης (συνθήκη των ΒερσαλλιώνΣυνθήκη των Βερσαλλιών). Από την ανακωχή κι έπειτα, η Γερμανία δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει αντίσταση και η Αντάντ απέκτησε απόλυτη πρόσβαση στη Βαλτική Θάλασσα –τη μοναδική θάλασσα που είχε παραμείνει έως τότε υπό γερμανικό έλεγχο– καθιστώντας τον αποκλεισμό ακόμα πιο αυστηρό. Ο χειμώνας του 1918-1919 στις αναμνήσεις των Γερμανών εγχαράχθηκε ως η εποχή που ο λιμός χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο εκβιασμού σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στη διάρκεια του ιδίου του πολέμου.

Οι κακουχίες φουντώνουν τα εμφύλια πάθη. Οι Γερμανοί χωρίζονται ανάμεσα σε αυτούς που επιλέγουν τη σοσιαλδημοκρατία, κι αυτούς που επιθυμούν μια «δημοκρατία των Συμβουλίων (σοβιέτ)» παρόμοια με αυτή που είχε καθιερωθεί από το Μπολσεβίκικο κόμμαΜπολσεβίκοι στη ΡωσίαΡωσική Επανάσταση. Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν αντικατοπτρίζουν πρωτίστως μια διαμάχη για την εξουσία μεταξύ του μετριοπαθούς Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της ΓερμανίαςΣοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) με επικεφαλής τον Φρίντριχ Έμπερτ και των πιο ριζοσπαστών κομμουνιστών του Κομμουνιστικού Κόμματος ΓερμανίαςKommunistische Partei Deutschlands, υπό την ηγεσία του Καρλ ΛίμπκνεχτΚαρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζα ΛούξεμπουργκΡόζα Λούξεμπουργκ, που προηγουμένως είχαν ιδρύσει και διοικούσαν τους Σπαρτακιστές.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση αποφασίζει να χρησιμοποιήσει μια ομάδα αντιδραστικών αξιωματικών, που είχαν συστήσει ένοπλα τμήματα, για να χτυπήσουν τους Γερμανούς που υποστήριζαν τη «Δημοκρατία των Συμβουλίων». Επρόκειτο για τα Freikorps, ένοπλα σώματα εθνικιστικής και αντισημιτικής απόχρωσης, που αποτελούνταν κυρίως από αξιωματικούς, οι οποίοι κατά την τετραετία του πολέμου είχαν αποκτηνωθεί και είχαν κόψει εντελώς τους δεσμούς με κοινωνικές και πολιτιστικές διαδικασίες: «Ήταν κυρίως άνθρωποι που προέρχονταν από τις Ανατολικές περιοχές της Γερμανίας και θεωρούσαν ότι κινδύνευαν να μείνουν έξω από τον εθνικό κορμό της χώρας με την αλλαγή των συνόρων. Χρηματοδοτήθηκαν από τη γερμανική αστική τάξη, ανέπτυξαν έναν ισχυρό φανατισμό και χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή της επανάστασης στο Βερολίνο αλλά και ενάντια στα τοπικά σοβιέτ» επισημαίνει ο ιστορικός και καθηγητής στο ΑΠΘ, Γιώργος Μαργαρίτης.

Στις 6 Δεκεμβρίου τα Freikorps πυροβόλησαν εναντίον διαδηλωτών στρατιωτών στο Βερολίνο σκοτώνοντας 16 άτομα, επιτέθηκαν στα γραφεία της εφημερίδας των ΣπαρτακιστώνΕξέγερση των Σπαρτακιστών «Ρότε Φάνε» (κόκκινη σημαία) και εισέβαλαν στο μέγαρο της Εκτελεστικής Επιτροπής του σοβιέτ του Βερολίνου. Ακολούθησαν ογκώδεις διαδηλώσεις με σύνθημα τον αφοπλισμό των αξιωματικών. Τα Freikorps υποχώρησαν αλλά μόνο προσωρινά, όπως θα δούμε παρακάτω.

Το Δ’ Σώμα Στρατού στο Γκέρλιτς

Παράλληλα, σε μια μικρή πόλη της τότε Σιλεσίας, εξελίσσεται ένα επεισόδιο της γερμανικής επανάστασης που έχει ένα ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα συμπυκνώνει όλον τον παραλογισμό του πολέμου. Στο ΓκέρλιτςΓκέρλιτς διέμεναν ήδη από το 1916 περίπου 7.000 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες σε ένα ιδιότυπο καθεστώς αιχμαλωσίας που βαφτίστηκε «φιλοξενία». Ήταν το Δ’ Σώμα Στρατού, το οποίο τις ταραγμένες μέρες του Εθνικού Διχασμού αποτέλεσε σημειολογικό λάφυρο στα χέρια εγχώριων και διεθνών αντίπαλων συνασπισμών. Όταν ο γερμανοβουλγαρικός στρατός εισέβαλε στην Ανατολική Μακεδονία τον Αύγουστο του 1916, εγκαταλείφθηκε στην τύχη του με εντολή να μην αντιδράσει. Ύστερα από έναν κύκλο υπόγειων διαβουλεύσεων που μέχρι σήμερα καλύπτεται από ένα πέπλο μύθου, ο επικεφαλής του αποφάσισε να παραδοθεί ολόκληρο το σώμα και να μεταφερθεί στη Γερμανία. Μεταφέρθηκε, λοιπόν, στο Γκέρλιτς σε μια συνθήκη αιχμαλωσίας, αφού κανένας δεν είχε δικαίωμα να εγκαταλείψει την πόλη.

Οι Έλληνες του Δ’ Σώματος Στρατού μπαίνουν στο Γκέρλιτς. [Wikimedia Commons]

Αν εξαιρέσει κανείς μια ομάδα φιλοβασιλικών-φιλογερμανών αξιωματικών που απολάμβαναν μια σειρά από προνόμια, η πλειονότητα των υπαξιωματικών και των στρατιωτών ήταν νέοι άνδρες, που σαστισμένοι και αδαείς παρακολουθούσαν τις αποφάσεις που λαμβάνονταν στο όνομά τους, χωρίς τη συμμετοχή τους. Επειδή ο ανδρικός πληθυσμός της μικρής γερμανικής πόλης έλειπε στον πόλεμο, επωμίστηκαν σκληρές δουλειές για να τονώσουν την τοπική βιομηχανία, υπέφεραν από τις στερήσεις και την επισιτιστική κρίση, νοσταλγούσαν τον τόπο και τις οικογένειές τους. Όσο πλησίαζε η ανακωχή, τόσο αναπτερώνονταν οι ελπίδες τους για επιστροφή στην Ελλάδα. Οι επικεφαλής τους όμως αξιωματικοί δεν προέκριναν μια τέτοια προοπτική, γιατί δεν εμπιστεύονταν τη βενιζελική παράταξη που βρισκόταν τότε στην εξουσία και προσδοκούσαν την αποκατάσταση του Κωνσταντίνου στο θρόνο. «Η απόσταση ανάμεσα σε μια κατηγορία αξιωματικών και στην πλειονότητα των στρατιωτών ήταν αβυσσάλεα. Οι αξιωματικοί αρνήθηκαν την επιστροφή στην Ελλάδα και όταν ήρθε ο καιρός της κρίσης, οι στρατιώτες στασίασαν» αναφέρει ο Γιώργος Μαργαρίτης.

Οι Έλληνες του Γκέρλιτς ενώνουν τις δυνάμεις τους με τους επαναστατημένους Γερμανούς

Η εξέγερση που ξέσπασε στη γερμανική επικράτεια τις μέρες του Νοέμβρη πέρασε και το κατώφλι του Γκέρλιτς. Στις 9 Νοεμβρίου του 1918 μια ομάδα σπαρτακιστών στρατιωτών έφτασε στην πόλη ξεσηκώνοντας τους κατοίκους. Οι διαδηλωτές απελευθέρωσαν τους κρατουμένους από τις διαβόητες μεσαιωνικές φυλακές Kaisertrutz και αποκαθήλωσαν όλα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής ισχύος.

Η διαβόητη φυλακή Kaisertrutz στο Γκέρλιτς.

Στο βιβλίο του «Οι Έλληνες του Γκέρλιτς 1916-1919» ο ιστορικός Γεράσιμος Αλεξάτος παραθέτει την εξής μαρτυρία του Σπύρου Πρίφτη: «Ένα επεισόδιο που μας διηγήθηκε κάποιος στρατιώτης από το Γκέρλιτς μας έκανε να ριγήσουμε από συγκίνηση. Εκεί, στρατιώτες κι εργάτες, άνδρες και γυναίκες, αδελφωμένοι κατέκλυσαν τους δρόμους. Κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν παντού. Η χαρά ήταν διάχυτη. Σπαρτακιστές στρατιώτες, ναύτες, εργάτες πήγαν και βρήκαν τους Έλληνες στις παράγκες τους, τους μίλησαν για επανάσταση και αδελφοσύνη των λαών, για εξουσία των εργατών. Τελικά τους κάλεσαν να μην υπακούσουν στις διαταγές των αξιωματικών τους και να εκλέξουν δικούς τους αντιπροσώπους. Κάθε τι την εποχή εκείνη, έδινε την εντύπωση πως οι ημέρες του παλιού κόσμου ήταν μετρημένες».

Οι Έλληνες στρατιώτες ανταποκρίνονται στο κάλεσμα, συμμετέχουν στις διαδηλώσεις και ξηλώνουν το στέμμα από τα πηλήκια. Στις 11 Νοεμβρίου πηγαίνουν στο στρατόπεδό τους, ανοίγουν τις φυλακές και απελευθερώνουν τους κρατουμένους. Δημιουργούν το δικό τους Συμβούλιο, το οποίο κωδικοποιήθηκε ιστορικά ως το «ελληνικό σοβιέτ του Γκέρλιτς», καθαιρούν τη φιλοβασιλική διοίκηση του Πολυχρόνη Καρακάλου, εκλέγουν δια βοής τον δημοφιλή παλαίμαχο συνταγματάρχη Λάμπρο Σινανιώτη και στέλνουν τους εκπροσώπους τους στο Βερολίνο, ώστε να μεταφέρουν τα αιτήματά τους στην κυβέρνηση. Τα κυρίαρχα συναισθήματά τους είναι η αγανάκτηση προς τους αξιωματικούς, ο πόθος γα ειρήνη και η λαχτάρα τους για επιστροφή στην Ελλάδα.

Οι τοπικές αρχές στο Γκέρλιτς αρχικά αναγνωρίζουν το Συμβούλιο με την προϋπόθεση ότι θα επαναφέρει τη φιλική προς αυτούς διοίκηση του Καρακάλου. Οι εξεγερμένοι στρατιώτες αρνούνται. Οι αρχές ξεδιπλώνουν πλέον μια σκληρή στρατηγική για να κάμψουν το ηθικό τους. Μειώνουν απροειδοποίητα στις αρχές του Δεκέμβρη τον εφοδιασμό του στρατοπέδου, δημιουργώντας μια ασφυκτική κατάσταση. Στις 9 Δεκεμβρίου οι πρωτεργάτες της εξέγερσης καλούνται να πάρουν μέρος σε μια γενική συνέλευση στο κέντρο της πόλης. Στην πραγματικότητα είναι ένα τέχνασμα για να τους τραβήξουν έξω από το στρατόπεδο και να συλλάβουν 32 από αυτούς, οδηγώντας τους στις φυλακές. Ταυτόχρονα ένοπλες ομάδες περικυκλώνουν τους στρατώνες με πολυβόλα δίνοντας τελεσίγραφο στο σώμα να συμμορφωθεί με τους αξιωματικούς του.

Η «έξοδος» του Δ’ Σώματος Στρατού

Πανικόβλητοι και απομονωμένοι, οι εξεγερμένοι στρατιώτες επιχείρησαν να δραπετεύσουν από το στρατόπεδο. Στην έξοδο τους περίμεναν ένοπλοι φρουροί, οι οποίοι σήκωσαν όπλα εναντίον τους σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας άλλους δύο. Άλλοι τέσσερις έλληνες στρατιώτες που πρόλαβαν να διαφύγουν δολοφονήθηκαν από συνοριακούς φρουρούς. Οι αρχές θορυβήθηκαν από τα γεγονότα, που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και ως παραβίαση των όρων ανακωχής με την Αντάντ. Αποφάσισαν τότε να ανοίξουν το στρατόπεδο και να αφήσουν τους στρατιώτες να φύγουν. Με έναν τέτοιο επεισοδιακό τρόπο, ξεκίνησε μια επική και άτακτη πορεία 5.000 ανδρών με ναυλωμένα αμάξια και με τα πόδια προς τα σύνορα με τη Βοημία. Διέσχιζαν τα σύνορα, στριμώχνονταν στα τρένα, περνούσαν μέσα από τα χθεσινά πεδία των μαχών, άλλοι ακολούθησαν τη διαδρομή προς Βιέννη και μετά στο λιμάνι του Φιούμε κι άλλοι προς Βουδαπέστη και μετά στη Βάρνα, όπου ξέσπασαν συμπλοκές με βουλγαρικές ομάδες. Τον Γενάρη, εξασθενημένοι, οι πρώτοι στρατιώτες έφτασαν στην Ελλάδα.

Πίσω στο στρατόπεδο είχαν απομείνει 360 αξιωματικοί, 600 στρατιώτες και 200 βαριά ασθενείς. Η ζωή τους είχε γίνει ανυπόφορη, καθώς δέχονταν συχνά επιθέσεις από αντιδραστικούς Γερμανούς και στερούνταν βασικά αγαθά. Η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις γερμανικές αρχές για την ομαλή επιστροφή τους. Τον χειρισμό της υπόθεσης ανέλαβε ο στρατηγός Πάτροκλος Κοντογιάννης. Έφτασε στο Βερολίνο στα μέσα του Γενάρη και οι συνομιλίες κράτησαν περίπου τρεις εβδομάδες. Στις 21 Φεβρουαρίου αναχώρησε η πρώτη αμαξοστοιχία από το Γκέρλιτς.

Τα Freikorps καταπνίγουν την επανάσταση

Στο μεταξύ, το Βερολίνο ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Η κυβέρνηση σε μια απρόσμενη κίνηση αποφάσισε στις 4 Γενάρη να απολύσει τον διευθυντή της Αστυνομίας Εμίλ Άιχορν, εκλεγμένο από τα σοβιέτ και ιδιαίτερα αγαπητό στους εργάτες. Ακολούθησε μια μεγαλειώδης διαδήλωση στις 5 Γενάρη με αίτημα την επαναφορά του Άιχορν και τον αφοπλισμό των παραστρατιωτικών ομάδων. Στις 6 Γενάρη ξέσπασε απεργία. Ο κόσμος παρέμεινε στους δρόμους τις επόμενες μέρες, καταλαμβάνοντας σημαντικές υποδομές της γερμανικής πρωτεύουσας. Στις συσκέψεις της κυβέρνησης ο υπουργός Άμυνας Γκούσταβ Νόσκε έδωσε το σύνθημα του τρόμου: «Τι να γίνει! Κάποιος ασφαλώς πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δεν φοβάμαι τις ευθύνες».

Στις 11 Γενάρη ένοπλες ομάδες πολιόρκησαν τα κτίρια όπου αμύνονταν εργάτες και στρατιώτες και εισέβαλαν στις εργατικές συνοικίες. Πολλοί άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα και άλλοι εκτελέστηκαν επί τόπου. Το νεοσύστατο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (μετεξέλιξη της ομάδας «Σπάρτακος» των Λίμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ, που προέκυψε από την ένωσή τους με μικρότερες ομάδες της ριζοσπαστικής αριστεράς) τέθηκε εκτός νόμου. Λίγες μέρες αργότερα οι αδιαφιλονίκητοι ηγέτες της Επανάστασης, ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ απήχθησαν, βασανίστηκαν και θανατώθηκαν. Το μεν πτώμα του Λίμπκνεχτ παραδόθηκε σε έναν σταθμό πρώτων βοηθειών ως «αγνώστων στοιχείων», ενώ το πτώμα της Λούξεμπουργκ το πέταξαν στο κανάλι και ξεβράστηκε στην όχθη τον Μάιο του 1919. Μια μέρα πριν τη δολοφονία της, η Λούξεμπουργκ έγραφε: «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο. Ηλίθιοι δήμιοι! Η τάξη σας είναι χτισμένη στην άμμο. Η επανάσταση αύριο θα υψώσει τη βροντερή της φωνή ως τους ουρανούς. Τρομαγμένοι θα ακούσετε το νικητήριο της σάλπισμα. Ήμουν, είμαι και θα είμαι». Έτσι, σε ένα ματωμένο υπόστρωμα οικοδομήθηκε η ασταθής δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Οπλισμένοι παραστρατιωτικοί των Freikorps το 1919.

Τα Freikorps, οι παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές που κατέπνιξαν τη Γερμανική Επανάσταση λειτούργησαν ως πρόπλασμα του ναζισμού. Το Freikorp Έρχαρτ ήταν το πρώτο που χρησιμοποίησε τη σβάστικα ως έμβλημα. Πολέμησαν εναντίον των κομμουνιστών στις Βαλτικές χώρες, την Πολωνία και την Ανατολική Πρωσία, πριμοδότησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα του Kapp στη Γερμανία το 1920 και στη συνέχεια εντάχθηκαν στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Ήταν εξάλλου η περίοδος που ένας άσημος αλλά φανατισμένος δεκανέας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αδόλφος Χίτλερ, έκανε τα πρώτα βήματα της πολιτικής του «καριέρας». Πολλά σημαίνοντα στελέχη της χιτλερικής εξουσίας ξεκίνησαν την απεχθή τους διαδρομή από τα Freikorps, όπως ο Ερνστ Ρεμ, μελλοντικός επικεφαλής των S.A., ο Χάινριχ Χίμλερ των SS και ο Ρούντολφ Ες, μελλοντικός διοικητής του Άουσβιτς. «Όταν τα Freikorps μπήκαν στο Βερολίνο τον Γενάρη του 1919 υπήρξε ένα πραγματικό λουτρό αίματος. Ήταν το εκκολαπτήριο ιδεών από το οποίο προέκυψε το ναζιστικό κόμμα. Ο Ντράξλερ, προκάτοχος του Χίτλερ, ηρωοποίησε αυτές τις παραστρατιωτικές ομάδες και αποτέλεσαν το πρότυπο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν τα Τάγματα Εφόδου (SA)», υπογραμμίζει ο Γιώργος Μαργαρίτης.

Ο στιγματισμός των Ελλήνων του Γκέρλιτς

Για τους στρατιώτες που επέστρεφαν την ίδια εποχή στην Ελλάδα, η ιστορία επιφύλασσε νέες εκπλήξεις. Οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο της Σούδας Χανίων και ανακρίθηκαν. 320 αξιωματικοί μεταφέρθηκαν σε μια ακατοίκητη νησίδα, τον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου στην είσοδο του όρμου της Σαλαμίνας, που χρησίμευε τότε ως λοιμοκαθαρτήριο. Η είδηση του εκτοπισμού των αξιωματικών του Γκέρλιτς σε ένα ξερονήσι προκάλεσε τη δυσφορία ακόμα και του φιλοκυβερνητικού τύπου. Ακολούθησαν νέες φυλακίσεις στις φυλακές Αβέρωφ και τη Μήλο, δίκες και αποτάξεις. Στο συλλογικό συμφραζόμενο πάντως το Δ’ Σώμα Στρατού έγινε συνώνυμο της «εθνοπροδοσίας». Οι περισσότεροι πέρασαν το υπόλοιπο της ζωής τους στιγματισμένοι και αφανείς. Το φευγαλέο αλλά μαγνητικό πέρασμά τους από το πείραμα της εξέγερσης και της σοβιετικής οργάνωσης, ενταφιάστηκε μαζί με τα οράματα της γερμανικής επανάστασης. Η ιστορία τους παρέμεινε αποσιωπημένη και χάθηκε στη μεσοπολεμική θύελλα. Πολύ μεταγενέστερα ερευνητές έξυσαν τη αφηγηματική κρούστα της «εθνοπροδοσίας» ανακαλύπτοντας ότι η ιστορική αλήθεια είναι μάλλον διαφορετική, πολύ πιο σύνθετη και κρύβει πολλά καταχωνιασμένα μυστικά.

*Για τη συγγραφή του άρθρου αξιοποιήθηκαν πληροφορίες από τα εξής βιβλία:

  • «Οι Έλληνες του Γκέρλιτς 1916-1919», Γεράσιμος Αλεξάτος, εκδόσεις Κυριακίδη
  • «Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος», Hew Strachan, εκδόσεις Γκοβόστη
  • «Ρόζα Λούξεμπουργκ», Paul Froelich, εκδόσεις Ύψιλον

Πηγή:https://insidestory.gr

Δανάη Στρατηγοπούλου – Χαλκιαδάκη, μια μεγάλη μορφή του πολιτισμού μας, η σπουδαία τραγουδίστρια του Αττίκ, η ποιήτρια και μεταφράστρια, η οποία γνώρισε στο πανελλήνιο το σπουδαίο ποιητικό έργο του Πάμπλο Νερούδα.