ΦΑΣΙΣΤΕΣ + ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Με «άπλυτα» και «ασπίδες» τρώγονται στο twitter χρυσαυγίτες και πρώην χρυσαυγίτες που έφυγαν μαζί με τον Λαγό, μετά τη συντριβή της ναζιστικής συμμορίας στις εκλογές, κι ετοιμάζουν (ναζιστική) κίνηση. Ο Γερμενής (ο Καιάδας) σχολίασε συνέντευξη του Μιχαλολιάκου στην εφημερίδα «Δημοκρατία» κι από κάτω άρχισε το ξεκατίνιασμα (πατήστε κάτω από το tweet για να δείτε πώς μιλάνε μεταξύ τους οι ναζί). Στον διάλογο… υψηλού επιπέδου παρενέβη και ο Μιχαλολιάκος από το δικό του λογαριασμό στο twitter, με Goethe…

Πραγματικά, ο…  διάλογος ανάμεσα στα ναζίδια είναι απολαυστικός:

Πηγή: https://www.imerodromos.gr

Σφοδρές αντιδράσεις είχαν προκαλέσει οι αναφορές του επισκόπου Μόρφου, Νεοφύτου πριν από λίγο καιρό σχετικά με την ομοφυλοφιλία, τις δολοφονίες του serial killer “Ορέστη” αλλά και μια σειρά απίστευτες θέσεις που επιστρέφουν σε εποχές Μεσαίωνα.

O επίσκοπος δεν βρέθηκε αντιμέτωπος μόνο με το κύμα αντιδράσεων της κοινής γνώμης στα social media σε Ελλάδα και Κύπρο αλλά και με την αντίδραση της Εκκλησίας της Κύπρου όπως και της ίδιας της κυβέρνησης. Το θέμα πήρε τεράστιες διαστάσεις με δημοσιεύματα μεγάλων ευρωπαϊκών ΜΜΕ που σοκαρισμένα παρουσίασαν όσα απίστευτα έλεγε. 

Με την ανακοίνωση του Κωνσταντίνου Ζούλα ως υποψηφίου για την προεδρία της ΕΡΤ, έγινε πανικός στα social media με παλαιότερες αναρτήσεις του στο twitter, που ήταν αγαπημένο μέσο επικοινωνίας του.

Έτσι, σήμερα είδαμε μια παλιά του ανάρτηση που έλεγε «εύγε» στον Ηλία Κασιδιάρη της Χρυσής Αυγής και μια άλλη που «απειλούσε» ότι θα τραβούσε την κοτσίδα της πρώην υπουργού πολιτισμού Λυδίας Κονιόρδου.

Ο ύποπτος της επίθεσης εμφανίστηκε στο δικαστήριο με τραύματα και μώλωπες στο πρόσωπο
Cornelius Poppen, NTB scanpix via AP

Δεν παραδέχεται την ενοχή του για την επίθεση στο τζαμί στο Όσλο, αλλά και τη δολοφονία της ετεροθαλούς αδελφής του, ο ύποπτος της επίθεσης. Ο 21 ετών Φίλιπ Μανσχάους εμφανίστηκε στο δικαστήριο, που αναμένεται να αποφασίσει την προφυλάκισή του, με μώλωπες στα μάτια και τραύματα στο πρόσωπο και τον αυχένα.

Η έφηβη αδελφή του είχε βρεθεί νεκρή στο σπίτι τους, όπου έγινε έρευνα της αστυνομίας.

Η αστυνομία έχει ζητήσει την προφυλάκιση του Φίλιπ Μανσχάους καθώς θεωρείται ύποπτος για φόνο και ότι έχει παραβιάσει την αντιτρομοκρατική νομοθεσία. Ωστόσο ο ίδιος, που εμφανίστηκε χαμογελαστός στο δικαστήριο, αρνείται τις κατηγορίες.

«Κάνει χρήση του δικαιώματός του να μην ανακριθεί», δήλωσε στο Ρόιτερ η συνήγορός του, Ούνι Φρις. «Δεν αποδέχεται οποιαδήποτε ενοχή».

Αυτόπτες μάρτυρες αναφέρουν ότι ο 21 ετών άνδρας μπήκε το Σάββατο στο Ισλαμικό Κέντρο αλ-Νουρ στην πρωτεύουσα της Νορβηγίας, έχοντας στην κατοχή του περισσότερα από ένα πυροβόλα όπλα. Τον ακινητοποίησε ένα 65χρονο μέλος του τζαμιού, που κατάφερε να του πάρει τα όπλα κατά τη συμπλοκή που ακολούθησε.

Ο Μανσχάους ζει κοντά στο τζαμί λίγο έξω από τη νορβηγική πρωτεύουσα και, σύμφωνα με την αστυνομία, πριν από την επίθεση είχε εκφράσει ακροδεξιές απόψεις και θέσεις κατά των μεταναστών.

Ωστόσο, ακόμη δεν έχει επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητη πηγή πως οι καταχωρίσεις στο διαδίκτυο είχαν γίνει πράγματι από τον Φίλιπ Μανσχάους.

Πηγή:https://www.efsyn.gr

Λαγός και Μιχαλολιάκος σε απόλυτο συντονισμό όταν η Χρυσή Αυγή ήταν στη Βουλή.EUROKINISSI

Η ιστοσελίδα εξαφανίστηκε, τα γραφεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο και μεταξύ των πρώην συναγωνιστών της ναζιστικής οργάνωσης μαίνεται ένας οικονομικός πόλεμος ● Μέσα σε αυτή την παρακμή ο «Αρχηγός» εγκαταλείπει το πλοίο και ψάχνει την προσωπική του διάσωση, όχι μόνο για να γλιτώσει την καταδίκη, αλλά και για να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό (πάνω από 8 εκατ. ευρώ) από την κρατική χρηματοδότηση της Χρυσής Αυγής που έχει ανασταλεί από το 2013.

Από τη Νορβηγία, όπου ένοπλος με «εξτρεμιστικές απόψεις» άνοιξε πυρ εναντίον μουσουλμάνων σε τζαμί στα περίχωρα του Όσλο ως τις ΗΠΑ, όπου μια βδομάδα μετά την πολύνεκρη επίθεση στο Τέξας, κάτοικοι του Ελ Πάσο διαδηλώνουν εναντίον του ρατσισμού, το φυλετικό μίσος οπλίζει το χέρι όλο και περισσότερων δολοφόνων έτοιμων για «φυλετικό πόλεμο» σε όλο τον κόσμο

Νορβηγία: Ως «τρομοκρατική επίθεση» αντιμετωπίζεται το επεισόδιο με πυροβολισμούς σε τζαμί – «ο δράστης είχε εξτρεμιστικές απόψεις»

Η αστυνομία της Νορβηγίας ανακοίνωσε σήμερα ότι αντιμετωπίζει ως «απόπειρα τρομοκρατικής επίθεσης» τους πυροβολισμούς που σημειώθηκαν χθες, Σάββατο, σ’ ένα τζαμί στα περίχωρα του Όσλο.

«Ο δράστης της επίθεσης είχε εξτρεμιστικές απόψεις», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου για τον ύποπτο, έναν Νορβηγό περίπου 20 ετών, ο υπαρχηγός της αστυνομίας του Όσλο Ρούνε Σκγιόλντ. «Είχε ξενοφοβικές θέσεις, ήθελε να σπείρει τον τρόμο».

Η επίθεση εναντίον του ισλαμικού κέντρου Αλ Νουρ στο Μπέρουμ, προάστιο του Όσλο, είχε ως αποτέλεσμα τον ελαφρό τραυματισμό ενός ανθρώπου.

Μερικές ώρες μετά την επίθεση, η αστυνομία ανακάλυψε το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας, συγγενή του υπόπτου, στην κατοικία τους, με αποτέλεσμα να αρχίσει έρευνα για φόνο σε σχέση με τους πυροβολισμούς στο τζαμί.

Κατά την ανάκρισή του στη διάρκεια της νύκτας, ο ύποπτος αρνήθηκε να δώσει εξηγήσεις.

«Καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως έχουμε να κάνουμε με απόπειρα τρομοκρατικής επίθεσης», δήλωσε ο Ρούνε Σκιόλντ αναφερόμενος στην έρευνα.

Ο ύποπτος πυροβόλησε μέσα στο τζαμί, στο οποίο ήταν παρόντες τρεις πιστοί. Ακινητοποιήθηκε από ένα άτομο που τον παρέδωσε στους αστυνομικούς που έσπευσαν επιτόπου. Αυτοί βρήκαν επάνω του δύο πυροβόλα όπλα, ο τύπος των οποίων δεν διευκρινίσθηκε.

Μήνυμα, που ο ύποπτος φέρεται ότι είχε αναρτήσει σ’ ένα φόρουμ στο Ίντερνετ λίγο πριν προχωρήσει στην επίθεση, κάνει λόγο για έναν «φυλετικό πόλεμο» και πλέκει το εγκώμιο του δράστη της επίθεσης εναντίον δύο τζαμιών που είχε πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο στη Νέα Ζηλανδία και στη διάρκειά της σκοτώθηκαν 51 άνθρωποι.

Σ’ αυτό το στάδιο δεν μπορούν να πιστοποιηθούν με βεβαιότητα η αυθεντικότητα του μηνύματος και η ταυτότητα του συντάκτη του.

Αυτό το επεισόδιο έχει προκαλέσει φόβο στους κόλπους της μουσουλμανικής μειονότητας της Νορβηγίας, η οποία άρχιζε σήμερα τους εορτασμούς της Αΐντ αλ-Άντχα.

«Η τρομοκρατική επίθεση στο Μπέρουμ είναι το αποτέλεσμα ενός διαρκούς μίσους εναντίον των μουσουλμάνων που μπόρεσε να διαδοθεί στη Νορβηγία χωρίς οι νορβηγικές αρχές να πάρουν στα σοβαρά αυτή την εξέλιξη», κατήγγειλε το Ισλαμικό Συμβούλιο Νορβηγίας, μια οργάνωση-ομπρέλα που αντιπροσωπεύει τους μουσουλμάνους.

Η αστυνομία του Όσλο ενίσχυσε σήμερα τα μέτρα ασφαλείας γύρω από τους εορτασμους, κυρίως αποφασίζοντας οι περιπολοί της να είναι ένοπλες, κάτι που δεν συμβαίνει συνήθως.

Πρόκειται για «μια άμεση επίθεση εναντίον των νορβηγών μουσουλμάνων», «εναντίον της ελευθερίας της θρησκείας» και «εναντίον της Νορβηγίας, επειδή ήταν μια επίθέση με στόχο Νορβηγούς που έχουν ρίζες σε άλλες χώρες», τόνισε στο Facebook η πρωθυπουργός της χώρας Έρνα Σόλμπεργκ.

«Σήμερα καταδικάζουμε την επίθεση στο πλευρό των νορβηγών μουσουλμάνων», πρόσθεσε.

 

ΗΠΑ: Μία εβδομάδα μετά το μακελειό στο Τέξας, θύματα της επίθεσης και κάτοικοι του Ελ Πάσο διαδηλώνουν και καταδικάζουν τον ρατσισμό

Ο υποψήφιος για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ Μπέτο Ορούρκ συμμετείχε σήμερα σε μια διαδήλωση στην πόλη Ελ Πάσο του Τέξας για να καταδικάσει, μαζί με τους άλλους διαδηλωτές, θύματα και κατοίκους, την πολύνεκρη ένοπλη επίθεση της περασμένης εβδομάδας, ενώ, απευθυνόμενος στο πλήθος, κατήγγειλε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είναι εν μέρει υπεύθυνος για το μίσος που όπλισε το χέρι του δράστη.

Ο ένοπλος, ο 21χρονος Πάτρικ Κρούσιους, σκότωσε 22 ανθρώπους, οι περισσότεροι Ισπανόφωνοι, όταν άνοιξε πυρ σε κατάστημα της αλυσίδας Walmart το περασμένο Σάββατο. Ομολόγησε, όταν παραδόθηκε, ότι στόχος του ήταν οι «Μεξικανοί».

Πριν από το μακελειό, είχε αναρτήσει ένα μανιφέστο στο διαδίκτυο που ξεχείλιζε από αντιμεταναστευτικό μίσος.

Ο Ορούρκ είπε ότι ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος φέρει μερίδιο ευθύνης για την επίθεση, υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ τροφοδότησε τον φυλετικό διχασμό με την εμπρηστική ρητορική του και τις πολιτικές του για τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών στις ΗΠΑ.

«…Το Ελ Πάσο άντεξε το πλήγμα αυτού του μίσους και αυτού του ρατσισμού που διέπραξαν όχι μόνο λευκοί εθνικιστές και τρομοκράτες και μέλη της Κου Κλουξ Κλαν και νεοναζιστές αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ» ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο Δημοκρατικός υποψήφιος, απευθυνόμενος στο πλήθος.

Ο Μπέτο Ορούρκ συμμετείχε, μαζί με περισσότερους από 100 ανθρώπους, στην πορεία, που ξεκίνησε από ένα πάρκο κι ολοκληρώθηκε στο δικαστήριο, απέναντι από τον δρόμο που βρίσκεται η φυλακή, όπου κρατείται ο Κρούσιους.

«Αυτή η κοινότητα δίνει επίσης το παράδειγμα και τη λύση σε μια χώρα που δεν υπήρξε ποτέ πιο διχασμένη από σήμερα» υπογράμμισε ο πολιτικός. Αυτή η κοινότητα «αποτέλεσε το επίκεντρο του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων στην πολιτεία του Τέξας».

Την κινητοποίηση στο Ελ Πάσο οργάνωσε η οργάνωση League of United Latin American Citizens (LULAC), η παλαιότερη οργάνωση προάσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων των Ισπανόφωνων.

Η Τζέσικα Κόκα Γκαρσία, η οποία τραυματίστηκε στο πόδι το περασμένο Σάββατο και ο σύζυγός της επίσης τραυματίστηκε, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να σηκωθεί από το αναπηρικό αμαξίδιό της και να μιλήσει στον κόσμο.

«Ο ρατσισμός είναι κάτι που πάντα ήθελα να πιστεύω ότι δεν υπάρχει» σημείωσε.

«Προφανώς υπάρχει» κατέληξε.

Πηγή:http://www.avgi.gr


Χέρι-χέρι με τη βουλευτή της ναζιστικής Χρυσής Αυγής η Μ. Αντωνίου το 2015 στο Βίτσι.

Τα ακροδεξιά στοιχεία φαίνεται να έχουν κάνει για τα καλά την (επαν)εμφάνιση τους στα κυβερνητικά κλιμάκια. Έτσι, έπειτα από τον – δεδηλωμένο – υμνητή της Χούντας και του δικτάτορα Παπαδόπουλου, Κωνσταντίνου Λούλη, που διορίστηκε νέος γενικός γραμματέας Τουρισμού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τοποθέτησε διευθύντρια του πρωθυπουργικού γραφείου στη Θεσσαλονίκη τη Μαρία Αντωνίου.

Εντάξει, και η Νέα Δημοπρασία μαζί του, όχι μόνος του, είναι και μετριόφρων (όχι επειδή είναι παρών, αλλά είναι μετριόφρων)

Και μας μεταλαμπαδεύει τώρα το know-how, και μας εξηγεί πως ακριβώς το έκανε.

Να βάλουμε απόσπασμα, δεν το θεωρούμε σκόπιμο. Κάθε παράγραφος είναι σωρευτικά χειρότερη από τις προηγούμενες μέχρι το αποκορύφωμα στο τέλος.

Μια λέξη μόνο, πριν το … τσάσισμα του φασισμού (και επειδή είπες κάτι για «ανίερος κοινοβουλευτικός σύμμαχος»):

– Μπαλτάκος.

– «Τσακίστε τους φασίστες σε κάθε γειτονιά»: Να πώς γίνεται!»

Διαβάστε εδώ

Πηγή: XYZ Contagion

Τα γραφεία της Χρυσής Αυγής στο Αργοστόλι.

Αναδημοσιεύουμε φωτογραφία από το Kefalonia News που μεταδίδει το κλείσιμο των γραφείων της Χρυσής Αυγής στην Κεφαλονιά. Τα γραφεία βρίσκονταν στην κεντρική πλατεία του Αργοστολίου. Θυμίζουμε ότι το Αργοστόλι ήταν ένας από τους λίγους δήμους πανελλαδικά που η Χρυσή Αυγή κατέβασε δημοτικό ψηφοδέλτιο (“Χρυσή Κεφαλονιά Δήμος Αργοστολίου”), λαμβάνοντας όμως πολύ χαμηλό ποσοστό (1,69%) και αποτυγχάνοντας να εκλέξει δημοτικό σύμβουλο.

Όπως λέει και το κεφαλονίτικο σάιτ: “Ομόρφυνε η πλατεία!”. Η φωτογραφία με τα γραφεία της Χρυσής Αυγής να έχουν κλείσει:

Πηγή:https://jailgoldendawn.com

Francis Gruber, Ιώβ, Γαλλία 1944

Η μεγάλη καμπή

Το 1930 η κυβέρνηση Βενιζέλου μεσουρανούσε. Ο χαρισματικός ηγέτης των Φιλελευθέρων, ανατρέποντας τις πολιτικές ισορροπίες, είχε επιστρέψει από την αυτοεξορία του σαν σωτήρας, και φαινόταν να έχει εδραιωθεί. Το αντίπαλο καπιταλιστικό στρατόπεδο, οι αντιβενιζελικοί, που δεν ήταν πάντοτε και μοναρχικοί, παρέπαιε διασπασμένο και αδύναμο. Διώχνοντας από την κυβέρνηση την προηγούμενη ηγεσία του κόμματος των Φιλελευθέρων, που ο ίδιος είχε ιδρύσει παλιότερα, ο Βενιζέλος είχε κερδίσει πρωτοφανή πλειοψηφία στις εκλογές του 1928. Έμοιαζε να ελέγχει τις πολιτικές εξελίξεις και να είναι νομιμοποιημένος στη συνείδηση των περισσοτέρων. Όπως και σύγχρονοί μας πολιτικοί, επαγγελλόταν την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα βελτίωναν τη θέση των φτωχότερων όχι με ανακατανομή του πλούτου, αλλά μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας κι επομένως της εθνικής παραγωγής.

Η μοναρχία είχε διωχτεί, ενώ οι οπαδοί της είχαν απομακρυνθεί από τη διοίκηση του στρατού. Ο εξωτερικος δανεισμός παρουσιαζόταν σαν λύση για την ανάκαμψη της οικονομίας μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο, ενώ η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος υποσχόταν να ενσωματώσει την Ελλάδα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές ροές. Οι παραγωγοί της υπαίθρου δεν ζούσαν καλύτερα από πριν, αλλά είχαν κατευναστεί με την αγροτική μεταρρύθμιση που τους υποσχόταν πως θα γίνονταν ιδιοκτήτες της γης τους. Οι εργαζόμενοι καταστέλλονταν μαζικά με το Ιδιώνυμο νομοθέτημα, που θεσμοποιούσε τη δίωξη των αριστερών ιδεών και ακόμη και της συνδικαλιστικής δράσης. Η πολιτική σταθερότητα έμοιαζε εξασφαλισμένη.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1935, και αφού είχε αποτύχει και το δεύτερο στρατιωτικό πραξικόπημα με το οποίο προσπάθησαν οι Φιλελεύθεροι να κρατηθούν στην κυβέρνηση, ο Βενιζέλος είχε διαφύγει ξανά στο εξωτερικό και οι στρατιωτικοί και πολιτικοί υπαρχηγοί του στρατοπέδου του βρίσκονταν υπόδικοι ή φυλακισμένοι, εκτός από μερικούς που είχαν πλέον περάσει στην αντίπαλη παράταξη των αντιβενιζελικών και προσπαθούσαν, πάλι με τη βία, να την κρατήσουν τώρα αυτήν στα πράγματα. Το κράτος είχε χρεοκοπήσει, το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων είχε τσακιστεί, και η αριστερά, παρ’ όλες τις διώξεις, ανέκαμπτε χωρίς να βάζει νερό στο κρασί της. Φασιστικά κινήματα δεν είχαν φτιαχτεί πουθενά αλλού εκτός από τη Θεσσαλονίκη, παρ’ όλες τις ακάματες προσπάθειες και των δύο καπιταλιστικών στρατοπέδων.

Καταλύτης των ανατροπών ήταν βεβαίως η παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού, η οποία υποχρέωσε την ελληνική κυβέρνηση να εγκαταλείψει το «ευρώ» της εποχής, τον λεγόμενο κανόνα χρυσού, και να υποτιμήσει τη δραχμή. Η κρίση έφτασε στην Ελλάδα το 1932, όταν ο Βενιζέλος, που ως τότε στηριζόταν στη μεγέθυνση της οικονομίας μέσα από την άντληση δανείων από το εξωτερικό, απέτυχε να εξασφαλίσει ένα νέο δάνειο. Αυτό συνέβη μολονότι τα δάνεια τότε, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα, στη δική μας εποχή της χρηματιστικοποίησης, κατευθύνονταν σε μεγάλα έργα και σε παραγωγικές επενδύσεις, και όχι στο φούσκωμα του πλασματικού πλούτου ελαχίστων. Η ρευστότητα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις απ’ όπου δανειζόταν η Ελλάδα στέρεψε μετά το 1929, βάζοντας έτσι σε κίνηση μια αλυσίδα χρεοκοπιών.

Το στρατόπεδο του Βενιζέλου αυτοπροσδιοριζόταν ως δημοκρατικοί και Φιλελεύθεροι, ενώ οι αντίπαλοί του, που προσέλκυαν περισσότερα μικροαστικά στρώματα, ονομάζονταν Λαϊκοί και συνταγματικοί. Η κρίση απέδειξε ότι, στην πραγματικότητα, και οι δυο αυτές πλευρές έβαζαν την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, μέσα από την καταστροφική προλεταριοποίηση των πιο αδύναμων, πάνω από το λαό, τα συντάγματα, τις ελευθερίες και τη δημοκρατία. Σε συνθήκες όπου ο καπιταλισμός μόνο θυσίες μπορούσε να υποσχεθεί στους πολλούς, η ρητορική των υποστηρικτών του άλλαξε. Τώρα δηλωμένος σκοπός όλων τους ήταν ν’ αποφύγουν τα χειρότερα, δηλαδή τη δικτατορική επιβολή των αντιπάλων τους. Και οι δύο πλευρές συνέχισαν να χρησιμοποιούν μεγάλες λέξεις, αλλά όποτε τους δινόταν η ευκαιρία άφηναν τον αυταρχισμό τους αχαλίνωτο.

Στυλιανός Γοναράς, Νικόλας Πλαστήρας. Κεντρικοί στύλοι της στρατοκρατικής μερίδας των Φιλελευθέρων. Ο Γονατας ευθυνόταν για το αντισημητικό πογκρόμ του Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη, ο Πλαστήρας οργάνωσε περισσότερα από κάθε άλλον στρατιωτικά κινήματα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, κι επί Κατοχής προώθησε τα Τάγματα Ασφαλείας.

Φιλελεύθερη ρητορική και ακροδεξιά πρακτική των Φιλελευθέρων

Συνολικά ο Βενιζέλος πριν από την κρίση παρουσίαζε μια ρόδινη εκδοχή του κοινωνικού φιλελευθερισμού, η οποία φυσικά απαξίωνε τις αριστερές κριτικές σχετικά με την αστάθεια της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τις περιορισμένες προοπτικές των μεταρρυθμίσεων. Δύσκολα μπορούσε να συνδεθεί το φιλελεύθερο όραμά του με την ωμή πραγματικότητα του ελληνικού φιλελευθερισμού, που οργάνωνε συστηματικά την καταστολή της εργατικής τάξης. Άρρητες προϋποθέσεις του οραματος αυτού ήταν η διεθνής πολιτική σταθερότητα και ο συνεχής μεγάλης κλίμακας εξωτερικός δανεισμός, από τον οποίο αναμενόταν κατά μείζονα λόγο η αύξηση της παραγωγής που θα μετρίαζε εν καιρώ τις κοινωνικές αντιθέσεις.

Μολαταύτα οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου στράφηκαν προς τον αυταρχισμό ενώ ακόμη βρίσκονταν στο απόγειο της δημοτικότητάς τους, και δεν είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τα προβλήματα τα οποία ενοχοποιήθηκαν αργότερα για την αναζωπύρωση του Διχασμού. Μόλις ο Βενιζέλος επέστρεψε στην κυβέρνηση, το 1928, ανέθεσε στον υπουργό του Κωνσταντίνο Ζαβιτσάνο, απροκάλυπτο θαυμαστή του ιταλικού φασισμού, να θεσμοθετήσει τη δίωξη των αριστερών ιδεών και των συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων με το διαβόητο Ιδιώνυμο νομοθέτημα. Οι διώξεις εναντίον της αριστεράς προσέλαβαν πρωτόγνωρη έκταση από τις αρχές του 1930. Τότε διαλύθηκε η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος, και τους επόμενους μήνες την ακολούθησαν η Εργατική Βοήθεια (μια οργάνωση υποστήριξης των θυμάτων των πολιτικών και συνδικαλιστικών διώξεων), το συνδικάτο των καπνεργατών και το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.

Στην τριετία μετά το 1929 φυλακίστηκαν με το Ιδιώνυμο περί τις 12.000 άτομα, ενώ από το 1929 ως το 1937 καταδικάστηκαν αμετάκλητα περίπου 3.000, τα 400 σε ποινές φυλάκισης μεγαλύτερες του έτους. Πολύ περισσότεροι ήταν εκείνοι που υπέστησαν ελαφρότερες διώξεις, ενώ τεράστια ήταν η σημασία του πλήγματος που δόθηκε στη λεγόμενη ελευθερία της συνείδησης. Η γεωγραφία της καταστολής αποτύπωνε την επιρροή της αριστεράς όσο και τον αυταρχισμό των αρχών ή των τοπικών ελίτ: σχεδόν 1.200 καταδικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν στην Αττικοβοιωτία, 300 στη Λάρισα, 250 στη Θεσσαλονίκη, 150 στην Καβάλα, και πολλές άλλες ακόμη στη Δράμα, τη Λέσβο και τη Σάμο. Περίπου έξι στους δέκα ήταν εργάτες κι ένας στους δέκα αγρότης. Στην πραγματικότητα, η συντριπτική τους πλειονότητα καταδικάστηκε απλώς για συμμετοχή σε απεργίες ή άλλου τύπου διεκδικήσεις.

Σ’ όλη την Ευρώπη η παράλυση του πολιτικού συστήματος άνοιγε στην άκρα δεξιά το δρόμο προς την κυβέρνηση. Στην Ελλάδα η επιρροή των φασιστικών συνθημάτων μεταξύ των καπιταλιστών και των μικροαστών ενισχυόταν και στα δύο καπιταλιστικά στρατόπεδα. Κορυφώθηκε μετά την κατάρρευση της δραχμής το 1932, που έφερε μεταξύ των άλλων αναβίωση της εσωτερικής πόλωσης μεταξύ των αστών, τον λεγόμενο «δεύτερο Διχασμό». Τότε οι Φιλελεύθεροι προσπάθησαν να κυριαρχήσουν κινητοποιώντας τον κρατικό μηχανισμό και ιδίως το στρατό. Σ’ αυτό τους μιμήθηκαν και οι αντίπαλοί τους, οι Λαϊκοί. Σε τούτη την επιλογή ακριβώς διέφεραν από τα φασιστικά κόμματα που αναπτύσσονταν σε άλλες χώρες την ίδια εποχή, και τα οποία αντιθέτως κινητοποιούσαν μάζες. Γιατί όμως και οι δύο πλευρές εγκατέλειψαν τον κοινοβουλευτισμό; Η σύντομη απάντηση εδώ είναι πως συνέτρεχαν πολλοί λόγοι, που είχαν να κάνουν όχι μόνο με την αντιμετώπιση των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και με την εσωτερική διαίρεση των αστών.

Ενώ πράγματι υπήρξε σχέση αιτίου και αποτελέσματος ανάμεσα στην οικονομική κρίση και την επακόλουθη όξυνση των κοινωνικών εντάσεων και την κατάλυση της πολιτικής δημοκρατίας, αυτή δεν ήταν άμεση. Η εργατική διαμαρτυρία στη μεσοπολεμική Ελλάδα δεν απείλησε απευθείας το αστικό καθεστώς, αλλά έβαλε σε κίνηση διαδικασίες που επέτρεψαν να ενισχυθεί η άκρα δεξιά τόσο μεταξύ των φιλελεύθερων όσο και των συντηρητικών, και κατέληξαν στην αποσταθεροποίηση του κοινοβουλευτισμού. Καταλυτικό ρόλο σ’ αυτές έπαιξε η κατάρρευση της δραχμής την άνοιξη του 1932, ενώ σημαντικά επέδρασε επίσης η εξάπλωση των φασιστικών αντιλήψεων και ιδίως η πρόσληψη των γερμανικών εξελίξεων του 1933, που ενίσχυσαν τις αυταρχικές και τις φασίζουσες μερίδες των δύο καπιταλιστικών στρατοπέδων.

Μολονότι παρέμεναν κυρίαρχα, τα καπιταλιστικά κόμματα αισθάνονταν πλέον πως οι δημοκρατικές κατακτήσεις λειτουργούσαν εις βάρος τους. Γύρω από κοινωνικά αιτήματα κρυσταλλώνονταν νέα μαζικά και ταξικά κόμματα, κυρίως το Αγροτικό και το Κομμουνιστικό. Την άνοδο της αριστεράς, παρ’ όλες τις διώξεις, αποτύπωναν όχι μόνον τα εκλογικά και απεργιακά δεδομένα, αλλά και η αναδυόμενη ηγεμονία της στο χώρο των λογοτεχνών και των μη ακαδημαϊκών διανοουμένων. Tα καπιταλιστικά κόμματα, αντίθετα, αδυνατούσαν να εκφράσουν τις κοινωνικές διεκδικήσεις που πρόβαλλαν τώρα στο προσκήνιο. Όσο λιγότερο ικανά αισθάνονταν τα στελέχη τους ν’ ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες του πολιτικού ανταγωνισμού, τόσο πιο πρόθυμα συντάσσονταν με εγχειρήματα που αποσκοπούσαν στην κατάργηση της αντιπροσωπευτικής πολιτικής. Το πιο πετυχημένο πρότυπο διεθνώς τούς πρόσφερε η φασιστική Ιταλία. Κάποιοι, και πρώτος ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης, προσπάθησαν να μιμηθούν τον χιτλερικό ναζισμό. Πάντως αυτές οι εξελίξεις δεν ήταν προϊόντα καμιάς αυτόματης νομοτέλειας, αλλά συνδέονταν με τις νέες ιδεολογικές προτιμήσεις και τις πολιτικές επιλογές των ηγεσιών των δυο παρατάξεων και κατεξοχήν των Φιλελευθέρων.

Το 1932 έγινε κυρίαρχο πρόβλημα η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, ένα πολιτικά φορτισμένο ζήτημα, όπου συγκρούονταν οι δύο αστικές παρατάξεις. Με εξαίρεση τις ιδέες κρατικού παρεμβατισμού, που είχε ενστερνιστεί μια αξιόλογη αλλά όχι κυρίαρχη μερίδα στελεχών τους, οι Φιλελεύθεροι και η συντηρητική αντιπολίτευση συμφωνούσαν στις γενικές αρχές της οικονομικής πολιτικής, οι οποίες παρέπεμπαν στον οικονομικό φιλελευθερισμό. Επίσης κανένας τους, ούτε και οι Εργατοαγροτικοί του φιλοβενιζελικού σοσιαλιστή Αλέξανδρου Παπαναστασίου, δεν έθετε ζήτημα μη αποπληρωμής του χρέους. Ωστόσο η κατάρρευση της δραχμής πρόσφερε ελκυστικά πολιτικά επιχειρήματα στους αντιπάλους των Φιλελευθέρων κι επιπλέον επιβεβαίωσε τις συχνές κατηγορίες των αστών, εντός κι εκτός του Λαϊκού Κόμματος, εναντίον των ριψοκίνδυνων οικονομικών επιλογών του Βενιζέλου.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ραγδαίας διάβρωσης της πολιτικής τους υποστήριξης και διεθνούς ανόδου των αυταρχικών καθεστώτων και αντιλήψεων, η φιλοδικτατορική μερίδα των Φιλελευθέρων πρόβαλλε με ολοένα και μεγαλύτερη σαφήνεια την ιδέα να κρατήσουν την κυβέρνηση παραμερίζοντας το σύνταγμα. Έχοντας νωρίτερα καταργήσει στην πράξη τα πολιτικά δικαιώματα της αριστεράς, κι επίσης έχοντας αποδεχτεί από τα πράγματα, μέσα στις συνθήκες της κρίσης, την ανάγκη κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, τώρα οι Φιλελεύθεροι εγκατέλειπαν και την αρχή της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης.

Αλέξανδρος Παπαναστασίου και Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος. Ο δεύτερος ήταν ένας από τους πιο επιφανείς στρατοκράτες του Μεσοπολέμου, και αδερφός του προέδρου του συνδέσμου βιομηχάνων.

Η άκρα δεξιά κυριαρχεί στους Φιλελεύθερους

Ο λεγόμενος φιλελευθερισμός είχε γίνει πλέον νεκρό γράμμα. Το ερώτημα ήταν αν απλώς θ’ αυτοσχεδίαζαν κάποιες αποσπασματικές αυταρχικές εκτροπές ή θ’ άρθρωναν πληρέστερο πολιτικό λόγο στηριγμένο στη νέα πολιτική πρακτική που διεύρυνε δραματικά τα περιθώρια δράσης τους –τον φασισμό– προσπαθώντας να συσπειρώσουν αστούς και μικροαστούς και να κινητοποιήσουν τη μάζα των οπαδών που τούς είχε απομείνει. Μια σημαντική μερίδα των φιλελεύθερων προτίμησε τη δεύτερη λύση. Παρόμοια με τους ιταλούς και γερμανούς φασίστες την ίδια εποχή, βασικό νομιμοποιητικό τους επιχείρημα έκαναν τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Η διαφορά όμως από την Ιταλία και τη Γερμανία ήταν πως στη μεσοπολεμική Ελλάδα, όπως όλοι γνώριζαν, ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» ήταν απλό πρόσχημα. Το επίπεδο της εκλογικής υποστήριξης του ΚΚΕ κυμαινόταν πάντοτε κάτω του 5%, και η οργάνωσή του δεν ήταν ποτέ τέτοια που ν’ απειλεί το καθεστώς.

Οι οπαδοί του Βενιζέλου στράφηκαν κατά του κοινοβουλευτισμού αμέσως μετά την οικονομική κρίση, μόλις έχασαν τη «μάχη της δραχμής» και διαπίστωσαν ότι κινδύνευε η παραμονή τους στην εξουσία. Τον Μάη του 1932, με επίνευση του ίδιου του Βενιζέλου, κατέθεσαν στη βουλή μια πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης, στα ίχνη του διαβόητου Άρθρου 48 του συντάγματος της Βαϊμάρης, που λίγο αργότερα θα διευκόλυνε την πρωθυπουργοποίηση του Χίτλερ. Ζητούσαν να δίνονται δικτατορικές εξουσίες στον πρόεδρο της δημοκρατίας όποτε ο ίδιος πιθανολογούσε «εμφύλιον». Δεν είναι σύμπτωση ότι και στο σημερινό μας Σύνταγμα το Άρθρο 48 προβλέπει την κήρυξη κατάστασης πολιορκίας και την εύκολη αναστολή των δημοκρατικών ελευθεριών.

Τις ίδιες ημέρες οργανώθηκε στην Πάντειο σχολή, δημιούργημα των Φιλελευθέρων και οχυρό τους, μια περίφημη συζήτηση με θέμα την «κρίση του κοινοβουλευτισμού». Η συζήτηση, «εν τω μέσω συρροής καθηγητών, σπουδαστών, πολιτευομένων, κυριών, αξιωματικών, κλπ.», περιστράφηκε γύρω από εύγλωττα ερωτήματα. Ήταν ο κοινοβουλευτισμός πράγματι το καλύτερο πολίτευμα γενικά και για τον ελληνικό λαό ειδικά; Ενδεικνυόταν σε κάποιες περιστάσεις η κατάργησή του; Μπορούσε να τόν αντικαταστήσει η δικτατορία;

Εισηγήσεις έκαναν δημοσιολόγοι που κάλυπταν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα από τους μετριοπαθείς αντιβενιζελικούς ως το Αγροτοεργατικό Κόμμα. Ελάχιστοι τάχθηκαν υπέρ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Χαρακτηριστικό όμως των απόψεων που ακούστηκαν ήταν ότι, αντίθετα από τους σημερινούς συντηρητικούς μελετητές που τονίζουν όσο μπορούν τις διαφορές μεταξύ φασιστικών και συντηρητικών καθεστώτων, εκείνες τόνιζαν τις ομοιότητές τους και υποβάθμιζαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φασισμού.

Όπως συνέβη και στη δική μας εποχή των μνημονίων, η βουλή υποβαθμίστηκε από τις ίδιες τις καπιταλιστικές δυνάμεις που συνήθως την επικαλούνται. Ο καπιταλισμός σε καιρό κρίσης δεν έχει την πολυτέλεια των δημοκρατικών φενακών. Μετά τις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932, που δεν έβγαλαν νικητή αλλά έφεραν στην κυβέρνηση έναν αντιβενιζελικό συνασπισμό, ο Βενιζέλος έδωσε στους αντιπάλους του ευρύτατη νομοθετική εξουσιοδότηση να διακοπεί η λειτουργία του κοινοβουλίου επί οχτώ μήνες. Σ’ όλες τις προηγούμενες βουλευτικές περιόδους η βουλή κανονικά συνεδρίαζε επτά με οχτώ μήνες το χρόνο. Από τις 15 Οκτωβρίου του 1932 όμως ως τις 12 Μαϊου του 1933, δηλαδή το επτάμηνο στο οποίο συνήθως ήταν πιο έντονη η κοινοβουλευτική λειτουργία, δεν έγιναν παρά μόνον έντεκα συνεδριάσεις, ενώ σε καμιά από αυτές δεν ασκήθηκε κοινοβουλευτικός έλεγχος. Οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις, το διάστημα αυτό, παίρνονταν σε πολύ στενούς κύκλους όπου μετείχαν οι ηγεσίες των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων και οικονομικοί και στρατιωτικοί παράγοντες. Η αντιπροσωπευτική πολιτική είχε βραχυκυκλωθεί.

Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ και Ιωάννης Μεταξάς

Οι αντιβενιζελικοί

Στους κόλπους του αντιβενιζελικού στρατοπέδου, τώρα, η επικράτηση της συντηρητικής άκρας δεξιάς, μολονότι αποτελούσε εύλογη έκβαση, με δεδομένες τις συνθήκες της κρίσης, πάντως δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Η ίδια του η δομή το δυσκόλευε ν’ ασκήσει πολιτική πυγμής καθώς δεν είχε τον έλεγχο του κράτους, πόσο μάλλον να μεταφέρει την αντιπαράθεση στο στρατιωτικό πεδίο. Μετά τη δραπέτευση του αυταρχικού βασιλιά Κωνσταντίνου στο εξωτερικό, και την εκτέλεση των Έξι ηγετών του από τους βενιζελικούς, το 1922, είχε μείνει ουσιαστικά ακέφαλο. Ο εξόριστος διεκδικητής του θρόνου Γεώργιος ήταν αντιπαθής ακόμη και στους βασιλόφρονες, ενώ ο επικεφαλής των Λαϊκών, ο Παναγής Τσαλδάρης, δεν βιαζόταν, παρ’ όλη τη φιλοβασιλική του ρητορική, να επαναφέρει τη μοναρχία. Οι περισσότεροι βασιλόφρονες αξιωματικοί είχαν αποταχθεί. Τα πολιτικά στελέχη της παράταξης, πάλι, συσπειρώνονταν γύρω από ηγέτες κατά το μάλλον ή ήττον τοπικής εμβέλειας, που συγκρούονταν μεταξύ τους και πάντως στήριζαν την επιρροή τους σε μηχανισμούς προσανατολισμένους στον κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό.

Η προάσπιση των λαϊκών ελευθεριών και ο συνταγματισμός παρέμεναν κεντρικά συνθήματα των αντιβενιζελικών, που έλπιζαν να προστατευτούν από το πρόγραμμα ενίσχυσης του μεγάλου κεφαλαίου που προωθούσαν οι Φιλελεύθεροι. Για να συσπειρωθούν γύρω από ένα αυταρχικό πρόγραμμα δυναμικής επικράτησης χρειάζονταν πολλά: κατάλληλες ευκαιρίες, αποφασιστική ηγεσία, επαρκώς ισχυρό κίνητρο και ιδεολογική νομιμοποίηση. Μετά το 1932 οι συνθήκες που ανέδειξε η οικονομική κρίση τούς έδωσαν την πρώτη· ο Γεώργιος Γλύξμπουργκ, ο Κονδύλης και ο Ιωάννης Μεταξάς τη δεύτερη· η αυταρχική μετάλλαξη των Φιλελευθέρων και τα δύο πραξικοπήματα του Πλαστήρα το τρίτο· και ο φασισμός και η αυταρχική στροφή των συντηρητικών σε πανευρωπαϊκή κλίμακα την τέταρτη.

Παράλληλα με τις μάχες που έδιναν για να κερδίσουν τις εκλογές, και τα δύο καπιταλιστικά στρατόπεδα προώθησαν τη δημιουργία όχι απλώς συνομωτικών οργανώσεων, αλλά ισχυρών μηχανισμών επικεντρωμένων στο στρατό, ικανών ν’ ασκήσουν οργανωμένη βία. Όλοι οι στρατοκράτες υποστήριζαν αντιδημοκρατικές και αντικοινοβουλευτικές ιδέες, αλλά ο Κονδύλης ήταν ο μόνος μεταξύ τους που προσπάθησε, χρησιμοποιώντας τη θεσμική και παραθεσμική εξουσία του, να οργανώσει ένα κόμμα συγκροτημένο με βάση το φασιστικό πρότυπο μαζικής κινητοποίησης –και ως ένα βαθμό το πέτυχε. Ωστόσο η πολιτική του δεξιότητα, αντίθετα από τις στρατιωτικές του ικανότητες, ήταν μικρή, κι έτσι η δύναμή του έμεινε περιορισμένη. Άλλοι υποψήφιοι δικτάτορες που συζητούνταν, από το βενιζελικό στρατόπεδο, ήταν ο Πάγκαλος, ο Πλαστήρας, και ο Oθωναίος.

Σεραφείμ Μάξιμος

Η κριτική της αριστεράς: Σεραφείμ Μάξιμος

Την εγκατάλειψη του κοινοβουλευτισμού από τα δύο καπιταλιστικά στρατόπεδα διαπίστωσε στο χώρο της αριστεράς, έγκαιρα και με συγκροτημένο τρόπο, ο Σεραφείμ Μάξιμος. Ο Μάξιμος, ένας από τους σημαντικότερους έλληνες διανοούμενους και παλαιότερα επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΚΚΕ, είχε στο μεταξύ μεταπηδήσει στην ηγεσία του Σπάρτακου, μιας ομάδας που αντιπολιτευόταν το ΚΚΕ από τ’ αριστερά. Στόχος της ανάλυσής του, στην μπροσούρα με τίτλο Κοινοβούλιο ή δικτατορία; που εκδόθηκε το 1930, ήταν ν’ ανιχνεύσει «σε ποια σχέσι βρίσκεται η Δικτατορία με το Κοινοβούλιο, η δικτατορική τάσι με την κοινοβουλευτική, αν παλεύουν μεταξύ τους αυτά τα δυο ρεύματα και σε ποιο σημείο βρίσκεται η πάλη αυτή». Το συμπέρασμά του ήταν πως «κοινοβούλιο και δικτατορία δημοκρατία και φασισμός έχουν συναδελφωθή στην υπηρεσία του κεφαλαίου». Αναλυτικότερα, υποστήριζε πως

Κοινοβούλιο και δικτατορία είναι σήμερα συνώνυμα, γιατί εκφράζουνε διαφορετικές μορφές κυριαρχίας της μιας και της ίδιας τάξεως και ο χωρισμός τους είναι αδύνατος στην εποχή μας. Στη γένεσή τους μπορεί να χωρισθούν. Το ένα είναι προϊόν της πιο δημοκρατικής επαναστάσεως, το άλλο φαινόμενο βαθύτερο κοινωνικής αντιδράσεως, μιας τάξεως που καταρρέει. Το πρώτο το έφερε στην επιφάνεια η επαναστατική θέλησι του λαού· το άλλο η αντεπαναστατική διάθεση της μειονοψηφίας.

Στην ανάλυση του Μάξιμου, το κεφάλαιο εγκαταλείπει τον κοινοβουλευτισμό όταν εμφανίζεται κάτι σαν αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε κρίση νομιμοποίησης: «η κοινοβουλευτική μέθοδος καταπιέσεως παύει από του να έχη αξία σε μια δεδομένη στιγμή, οι δεσμοί μεταξύ του “κυριάρχου λαού” και των αντιπροσώπων του διακόπτονται”. Αλλά ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι συνώνυμο της δημοκρατίας: «Μπορεί πολύ θαυμάσια ένα καθεστώς να λέγεται κοινοβουλευτικό, να διατηρή κοινοβούλιο από βουλευτές που τους εκλέγει ο λαός και να μην είναι παρά μια δικτατορία. […] Μια [αβασίλευτη] δημοκρατία μπορεί να λέγεται Δημοκρατία και να μην είναι παρά δικτατορία με τη χειρότερη μορφή. Τέτοιες είναι οι Δημοκρατίες στις βαλτικές χώρες, στην Πολωνία, στην Ελλάδα. Τέτοια είναι γενικά η σύγχρονη αστική δημοκρατία».

Στην Ελλάδα το Κόμμα Φιλελευθέρων ήταν το μόνο που «κατόρθωσε να ενσαρκώση τους εθνικούς σκοπούς του ελληνικού κεφαλαίου και εργάσθηκε για την ολοκλήρωσί τους». Η αποφασιστικότητά του να βάλει τη χώρα στον παγκόσμιο πόλεμο, «η δύναμι και το θάρρος με το οποίο πάλαιψε, το αναδείξανε στην αστική συνείδηση, ενώ το καταρρίψανε στη λαϊκή. Από τότε το κόμμα αυτό προσπαθεί να αντικαταστήση την έλλειψι της λαϊκής εμπιστοσύνης, που μεγάλωνε προοδευτικά με την εμπιστοσύνη των ξένων ιμπεριαλιστών». Οι λαϊκές μάζες αντιδρώντας στον πόλεμο στράφηκαν προς τη μοναρχία. Ο λεγόμενος Διχασμός ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος: «αν στην Ελλάδα η μεγάλη λαϊκή μάζα πολέμησε τους φιλελευθέρους με μοναρχικά σύμβολα, αυτό δε μειώνει καθόλου τη κοινωνική αξία του εσωτερικού αυτού πολέμου».

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ελληνική πρωτοτυπία. Στην ανάλυση του Μαξίμου, «η τάξι που ανατρέπεται, δεν αντιτάσσει τη δημοκρατία στον μπολσεβικισμό. Καταφεύγει στο φασισμό, για να χτυπήση τη προλεταριακή δικτατορία. Όπως η μπολσεβικική επανάστασι είναι το φυσικό αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων στις ανώτερες μοφρές της, ο φασισμός είναι η καταδίκη της αστικής δημοκρατίας από την ίδια την δημοκρατική μπουρζουαζία». Ο Μάξιμος επίσης διέκρινε το στοιχείο της μαζικής κινητοποίησης στον φασισμό: «Η φασιστική δικτατορία είναι, αντίθετα, η -σε μια ωρισμένη κρίσιμη για τον καπιταλισμό στιγμή- βίαιη καταστολή των επαναστατικών συνεπειών της κρίσεως της αστικής οικονομίας, η χρησιμοποίησι της εναντίον του καπιταλισμού δυσφορίας και δυσαρεσκείας των μαζών από τον ίδιο τον καπιταλισμό και προς όφελός του». Το συμπέρασμά του είναι μια από τις πιο εναργείς αναλύσεις της κεντρικής πολιτικής σύγκρουσης της μεσοπολεμικής Ελλάδας:

Φασισμός και μπολσεβικισμός είναι ασυμβίβαστα. Δεν μπορεί να ζήσουν μαζί. Είναι δυο άκρα αντίθετα. Είναι οι δυο τάξεις στην θανάσιμη τελειωτική πάλη τους. Η δημοκρατία όμως συμβιβάζεται με το φασισμό και τον εκφράζει μάλιστα. Το ελληνικό παράδειγμα είναι η τρανότερη απόδειξι. Η ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι συνυφασμένη με τη δικτατορία, με την άρνηση της ελευθερίας, με τη βία. Στηρίχθηκε στη βία και στη δικτατορία. Συντηρητική δεξιά (φιλελεύθεροι) και δημοκρατική αριστερά (δημοκρατικοί [του Παπαναστασίου]) χρησιμοποιήσανε στη χώρα μας με τη σειρά τους το στρατιωτικό παράγοντα, την ένοπλη δύναμι, για να λύσουν, έξω από το κοινοβούλιο και πολλές φορές μέσα σ’ αυτό, την πολιτική κρίσι. […]

Αν η μπουρζουαζία χρησιμοποίησε το στρατιωτικό παράγοντα για να εξασκήση τη κοινωνική δικτατορία της, αν δε χρησιμοποίησε ένοπλα σώματα φασιστών κατά το ιταλικό παράδειγμα, αυτό είναι μια ιδιομορφία που οφείλεται και στην εξαιρετική δύναμι που απόκτησε κατά τη τελευταία περίοδο ο στρατιωτικός παράγοντας, παίρνοντας απ’ ευθείας μέρος στην πολιτική πάλη και στους κομματικούς αγώνας. Το ίδιο το φιλελεύθερο κόμμα αντικατέστησε τη δύναμι των μαζών με τη στρατιωτική δύναμι και χρησιμοποίησε τη στρατιωτική βία για να λύση τις κομματικές και κοινωνικές αντιθέσεις μέσα στη χώρα. Οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι αντιτάξανε τα στρατιωτικά στελέχη τους στον κομματικό εχθρό και τα [παραστρατιωτικά] “σώματα των κυνητών” στην δημοκρατική λαϊκή εξέγερσι.

Πηγή:΅/undebtedworld/post