ΓΝΩΜΕΣ

 

Το πιο σύντομο αντιρατσιστικό κείμενο, από τον Ozdemir Ince

333333

Καλλιτέχνης: Γεώργιος Βακαλό

 

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.

Έ,που να καταλάβω
τούρκικο ήτανε πουλί ή ελληνικό;
Μην κι απ’αλλού ερχότανε
Και ποιά είναι η φυλή του;
Έ πουλί ,του είπα
Ποιοί είναι οι δικοί σου;
Ποιά είναι η χώρα σου;
Γλάρος είμαι,μου’πε
Πόσο χρονώ είμαι;
Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι;
Απ’τη γη,απ’τον ουρανό,απ’τη θάλασσα
Τα σύνορά μου ποιά;
Το χώμα,το νερό,ο αγέρας…

Özdemir İnce «Ένα πουλί» (Βir kuş)

Δημήτρης Συμεωνίδης, Thessaloniki Arts and Culture  http://www.thessalonikiartsandculture.gr

Picture4

Σχόλιο με αφορμή το κινηματογραφικό έργο, «Ο νεαρός Μαρξ/Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς», του Ραούλ Πεκ.

Σκηνή από την ταινία:

Ένας εργάτης: «Μα πάντα θα υπάρχουν αφεντικά κι εργάτες»

Καρλ Μαρξ: «Τίποτα δεν υπάρχει για πάντα»

Ο Καρλ Μαρξ ήταν ο άνθρωπος που πίστεψε όσο κανείς άλλος σ’ αυτό το «Τίποτα δεν υπάρχει για πάντα». Διατυπωμένο αλλιώς «Ό,τι υπάρχει, αξίζει να καταστραφεί», όπως συνόψισε ο Μεφιστοφελής στον «Φάουστ» του Γκαίτε και λάτρευε να υπογραμμίζει ο Μαρξ. Και έθεσε σκοπό στη ζωή του να το αποδείξει. Το φάντασμα που πλανιόταν πάνω απ’ την Ευρώπη απέκτησε όνομα προκαλώντας τρόμο στις αστικές τάξεις: Κομμουνισμός. Κι απ’ ό,τι φαίνεται και από τις κινηματογραφικές κριτικές, συνεχίζει να φέρνει σε αμηχανία τους γραφιάδες της ακόμα και σήμερα. Ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα που θα μπορούσαν να ειπωθούν, άλλωστε, είναι ότι η κριτική είναι αντικειμενική. Ή αθώα. Ή ταξικά αμερόληπτη.

Έχουν γυριστεί ταινίες σχεδόν για κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής. Για μικρά προσωπικά δράματα. Για κοινωνικά προβλήματα, πολέμους, κρίσεις. Έχουν αναταμεί με την κινηματογραφική κάμερα: σίριαλ κίλερς, δικτάτορες, παιδιά, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, άντρες και γυναίκες που άφησαν τα καλλιτεχνικά, επιστημονικά ή πολιτικά ίχνη τους πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη. Μετριούνται όμως στα δάχτυλα (και περισσεύουν μάλιστα και κάποια) οι ταινίες  που αναφέρονται στους διαμορφωτές μιας θεωρίας που άλλαξε ριζικά τα μυαλά και τις συνειδήσεις. Και πατώντας πάνω σ’ αυτή τη θεωρία, μια χούφτα επαναστάτες στη Ρωσία κόντεψαν να αλλάξουν σχήμα στον κόσμο. Αλλά η αφήγηση της Οκτωβριανής είναι μια άλλη ιστορία.

Εδώ βρισκόμαστε ακόμα στη δεκαετία του 1840 σε Αγγλία, Γαλλία και Βέλγιο. Παρακολουθούμε δύο νέους ανθρώπους να ακονίζουν τα μυαλά και τα επιχειρήματά τους, έχοντας εκείνη την ξεχωριστά γοητευτική αναίδεια και το θράσος να τεντωθούν στις μύτες των παπουτσιών τους και να κοιτάξουν πέρα και πάνω από την εποχή τους. Είναι ο Μαρξ και ο Ένγκελς που τολμούν και αντιπαρατίθενται στα άλλα ιερά τέρατα του καιρού, τον Μπακούνιν και τον Προυντόν. Ο τελευταίος για το έργο του «Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας» εισπράττει -ως πληρωμένη απάντηση από το δαιμόνιο δίδυμο- το βιβλίο με τον εμπνευσμένο τίτλο: «Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας». Βλέπουμε τι τους οδηγεί να γράψουν την «Κριτική της Κριτικής Κριτικής» (σε έμπνευση της Τζένης Μαρξ!), που εκδόθηκε αργότερα με τον τίτλο «Αγία Οικογένεια». Τα βάζουν με τον Μπρούνο Μπάουερ, τον Μαξ Στίρνερ και τους άλλους νεοχεγκελιανούς για την αφηρημένη κριτική τους στη θρησκεία. Η ταινία ανοίγει εμβληματικά ως σπουδή πάνω στο πολύ συγκεκριμένο. «Αρκετά πια με την αφηρημένη γενίκευση. Τι έχετε να πείτε, λοιπόν, για τη βαναυσότητα με την οποία κατεστάλησαν οι φτωχοί αγρότες στη Γερμανία, που το μόνο τους έγκλημα ήταν να μαζεύουν τα πεσμένα ξύλα στο δάσος για να τα πουλήσουν;». Είναι ευρηματική η επιλογή του σκηνοθέτη να ξετυλίξει την αφήγησή του από το σημείο αυτό, από το άρθρο-τομή για τη σκέψη και το έργο του Μαρξ. Είναι η αρχή από το κουβάρι, που μέσα από κλιμακώσεις -και κυρίως μέσα από τη συνεργασία του με τον Ένγκελς-, προετοιμάζει σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Λίγες μόνο εβδομάδες πριν ξεσπάσει το ντόμινο των επαναστάσεων του 1848 στην Ευρώπη. Και αυτό, παρά την «πρόβλεψη» του Προυντόν πως ο καιρός των επαναστάσεων έχει παρέλθει οριστικά. 

 

Οι Μαρξ και Ένγκελς δια χειρός Ραούλ Πεκ

Για περισσότερο από ενάμισι αιώνα ο Καρλ Μαρξ και ο Φρήντριχ Ένγκελς είχαν τοποθετηθεί από τη σταλινική γραφειοκρατία σε ένα αναπαυτικό βάθρο, όπου λατρεύονταν σαν αλάνθαστοι θεοί. Αποκομμένοι από οτιδήποτε ανθρώπινο. Η ταινία του Ραούλ Πεκ, του σκηνοθέτη από την Αϊτή με την ξεκάθαρα πολιτική ματιά (Lumumba, I Am Not Your Negro), θα μπορούσε να σταθεί ως μια απόπειρα να τους βγάλει μέσα από τις σκονισμένες κορνίζες τους και να τους παρουσιάσει όπως πραγματικά ήταν. Άνθρωποι που είχαν δυο μάτια για να βλέπουν όλα τα φρικτά που συνέβαιναν γύρω τους και έταξαν τον εαυτό τους στον αγώνα να τα αλλάξουν. Άνθρωποι που μεθούσαν, γελούσαν, έπαιζαν σκάκι κι ερωτεύονταν. Άντρες που είχαν επιλέξει να συντροφεύουν δύο θαυμαστά δυνατές γυναίκες: μια αριστοκράτισσα από τη Γερμανία (Τζένη Μαρξ – την υποδύεται εκπληκτικά η Vicky Krieps σε έναν αβανταδόρικο ρόλο) που πρόδωσε την καταγωγή και την τάξη της κι έκανε δική της υπόθεση το όραμα του συντρόφου της, Μαρξ. Και μια Ιρλανδή εργάτρια, τη Μαίρη Μπερνς, που πήγαινε κόντρα σε κάθε κομφορμισμό της εποχής, αρνούμενη επίμονα να χρησιμοποιεί τα λεφτά του Ένγκελς ή να κάνει παιδιά μαζί του. Ο λόγος: Αυτή η επιπλέον δέσμευση πίστευε πως θα στεκόταν εμπόδιο στον αγώνα της για την αλλαγή του κόσμου.

Κινηματογραφούνται λαμπρές στιγμές έμπνευσης και δημιουργίας. Κινηματογραφούνται όμως και οι άλλες, οι πιο σκοτεινές στιγμές. Ο νεαρός Ένγκελς ταπεινώνεται από τον πατέρα του και φεύγει χτυπώντας την πόρτα πίσω του. Ο νεαρός Μαρξ δεν στέκεται πάντα το ίδιο δυνατός και ετοιμάζεται να εγκαταλείψει την προσπάθεια συγγραφής του Μανιφέστου. Πριν καν ξεκινήσει. «Η υλική ζωή είναι υλιστικά σκληρή» γράφει σε κάποιο σημείο ο Καρλ στην αλληλογραφία προς τον φίλο του. Δεν έχει πληρωθεί ακόμα για τα άρθρα που έστελνε στις εφημερίδες και δεν έχει μία δεκάρα στην τσέπη (έχει όμως μια ωραιότατη καινούρια ιδέα, την οποία θέλει να κάνει βιβλίο!).

Υπάρχουν πολλά ονόματα, ενδεχομένως άγνωστα στο μεγαλύτερο μέρος από το κινηματογραφικό κοινό, αναφορές σε φιλοσοφικές θεωρίες, βιβλία, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Για κάποιους, αυτά είναι «φλυαρίες» και «στείρος ακαδημαϊσμός». Ναι, λοιπόν. Ήταν «φλύαρος» και «ακαδημαϊκός» ο τρόπος που ζούσε τη ζωή του ο Μαρξ. Οι μέρες του ήταν γεμάτες με συναντήσεις με πολιτικούς συντρόφους και αντιπάλους. Οι νύχτες του γεμάτες με διαβάσματα και γραψίματα. Και με το φόβητρο της απέλασης να παραμονεύει έξω από την πόρτα του φτωχικού δωματίου του. Ξανά και ξανά.

Ήρωας δεν είναι αυτός που σκέφτεται ή λέει κάτι. Ήρωας και ηρωίδα είναι αυτός/ή που κάνει κάτι. Που δρα. Είναι αυτός και αυτή που οι πράξεις τους μιλούν πιο πολύ από τα λόγια τους. Τι συνοψίζει, λοιπόν, σε μια μικρή σκηνή ο σκηνοθέτης για να μας δώσει ένα πορτρέτο του ήρωά του; Έχοντας απελαθεί από το Παρίσι, Καρλ και Τζένη ζουν πάμφτωχοι, με τους δοσατζήδες να τους κυνηγούν για να εισπράξουν τα χρωστούμενα. Με τα χρήματα που τους στέλνει ο Ένγκελς για να μπορέσουν να κρατηθούν στη ζωή, ο Μαρξ επιστρέφει σπίτι με ένα τεράστιο καρβέλι ψωμί. Και ένα μπουκέτο λουλούδια για τη Τζένη. Πιθανότατα αυτή η σκηνή δε συνέβη ποτέ. Πιθανότατα είναι εύρημα του Πεκ. Αλλά είναι το εύρημα εκείνο που κάνει τον Μαρξ βαθιά ανθρώπινο, μακριά από τις θορυβώδεις συνελεύσεις και τις στιγμές συγγραφικού οίστρου. Μιλήστε μας λίγο ακόμα για ακαδημαϊσμό, κύριοι κριτικοί.

Αν ξεχωρίζει σε κάτι η ταινία αυτή, δεν είναι μόνο ότι έχει πολιτικό θέμα και στόχευση. Έχει και ξεκάθαρο σκηνοθετικό στίγμα. Κανείς και καμιά από τους κριτικούς δεν έκαναν τον κόπο να αναρωτηθούν σε πόσες «ακαδημαϊκές» ταινίες αυτού του είδους βλέπουν να παίρνει το λόγο ένας μαύρος αντιπρόσωπος (ο σκηνοθέτης είναι μαύρος). Ή εκεί που θα περίμενες να ακούσεις ένα βαρύγδουπο σχόλιο μεταξύ δύο αντρών την ώρα που κατεβαίνουν τα σκαλιά, αυτοί περιορίζονται σε ένα –μάλλον ασήμαντο- σχόλιο για το Πορτ Ο’ Πρενς (ο σκηνοθέτης κατάγεται από την Αϊτή). Όλο αυτό ας το ονομάσουμε κωδικά: «σκηνοθετική υπογραφή».   

 

Αντιπαράθεση δύο κόσμων

Το αλαζονικό αφεντικό Ένγκελς (ο πατέρας) από τη μια και οι εργάτριες στο κλωστήριο του Λονδίνου στήνουν από την αρχή το σκηνικό όπου οι δύο στρατοί έχουν παραταχθεί για μάχη. Και μέσα σ’ αυτό, το βλέμμα ενοχής του νεαρού Φρήντριχ Ένγκελς για τις συνθήκες εργασίας των γυναικών, τα πρόσωπα των ανήλικων κοριτσιών μπροστά στις μηχανές, το μοναχικό ξέσπασμα μιας νεαρής Ιρλανδής εργάτριας, η βουβαμάρα και τα κατεβασμένα κεφάλια που το ακολουθούν. Η συνειδητοποίηση ότι δεν αρκεί μια κίνηση ατομικού θάρρους και προσωπικού ηρωισμού.

Η σκηνή της συνάντησης των αντιπροσώπων της Λίγκας των Δίκαιων από όλο τον κόσμο στέκεται σαν η επιτομή της διάλυσης των αυταπατών για τους εργαζόμενους. Από τη μια, οι φωνές για επικράτηση των αιτημάτων των καταπιεσμένων «με την αδελφοσύνη, την καλοσύνη, την αγαθότητα». Κι από την άλλη, ένας χειμαρρώδης Ένγκελς, που όταν καταφέρνει –μέσα σε σκληρές αντιπαραθέσεις- να πάρει τον λόγο, θα τον συμπυκνώσει στο μεστό: «αγώνας ή αφανισμός». Τα δάκρυα των εργαζομένων δεν αρκούν, γιατί δεν πρόκειται να τους εξασφαλίσουν την εξουσία. Είναι μια κοινή παραδοχή αυτό. Τα δάκρυα δεν σε πηγαίνουν και πολύ μακριά. Από την πλευρά της, η αστική τάξη δεν πρόκειται να χύσει ούτε μισό από δαύτα για τα δεινά αυτών που καταπιέζει.

«Όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέρφια», έγραφε το πανό του Συνδέσμου των Δίκαιων. Αλήθεια, τώρα; Τι κοινό μπορεί να έχει μια εργάτρια που χάνει τα δάχτυλά της σε μια υφαντουργία με αυτόν που βγάζει κέρδος από τα κομμένα της δάχτυλα; Τι κοινό μπορούν να έχουν οι εργαζόμενοι που -χωμένοι μέσα στα εργοστάσια- έχουν ξεχάσει πώς είναι το φως του ήλιου; Τι κοινό μπορούν να έχουν με τα παιδιά των γαντοφορεμένων αστών τα πιτσιρίκια των ανθρώπων της εργατικής τάξης που -μόλις αρχίζουν να περπατούν- τριγυρνούν στους δρόμους, νηστικά και βρώμικα, ζητιανεύοντας λίγες πενταροδεκάρες;

Η σκηνή μέσα από την οποία ο Σύνδεσμος των Δικαίων μετονομάζεται σε Κομμουνιστική Λίγκα και οδηγούμαστε από το «Όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέρφια» στο «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» γραμμένο πάνω στην κόκκινη σημαία, είναι κάτι παραπάνω από μια εμπνευσμένη ομιλία του Ένγκελς. Είναι η εκδίκηση της πραγματικής ζωής. Είναι η εκδίκηση που παίρνει η αθλιότητα της πραγματικής ζωής απέναντι στις ονειροφαντασίες όσων επέμεναν στην αποκήρυξη «της βίας και του αίματος» και στη μεταφυσική επικράτηση «του καλού» στον κόσμο. Σε έναν κόσμο βαθύτατα και ανειρήνευτα χωρισμένο σε τάξεις. Πρέπει να είσαι από πέτρα για να μη νιώσεις εκείνη τη στιγμή τον λαιμό σου γεμάτο κόμπους, κόμπους, κόμπους. Ή να είσαι ταγμένος στο άλλο στρατόπεδο. Αν δεν ανατριχιάζεις με το «νίκη ή αφανισμός», δεν σου φταίει ο ακαδημαϊσμός.

Πόσος ακαδημαϊσμός χωράει, άλλωστε, σε μια ταινία που κλείνει με τους ήχους του «Like Rolling Stone» και τη φωνή του Μπομπ Ντίλαν; Φόρος τιμής στον Μαρξ, σε έναν άνθρωπο που περιπλανιόταν σ’ όλο τον κόσμο «with no direction home» και μόνη του πατρίδα ήταν τα βιβλία, τα χαρτιά και οι σκέψεις του. Μια «πέτρα που κύλησε» από τα μέσα της δεκαετίας του 1840 και παρέσυρε στο πέρασμά της όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Μέχρι σήμερα.  

Εξαιρετική μουσική επιλογή για κλείσιμο, κύριε Πεκ.

Πηγή:https://rproject.gr

Screen Shot 2017-11-12 at 8.29.48 AMτης Νίνας Γεωργιάδου

Στο ζητημα του ρατσισμου, δεν γιναμε ακομα Μισσισσιπης αλλα μαθαινουμε γρηγορα.

Οσο ημασταν μια χωρα εξαγωγης εργατικων χεριων, με σεμνοτυφια, επαιρομασταν πως δεν ειμαστε ρατσιστες.

Υπαρχει κατι το ατοπο και δυσερμηνευτο σ αυτό. Ποσο ρατσιστες θα μπορουσαμε να ειμαστε σ εκεινη τη φαση. Δηλαδη όταν κρεμιομασταν και βαφαμε ολες τις γεφυρες της αμερικανικης επικρατειας και πλυναμε όλα τα πιατα της αμερικανικης γαστριμαργιας, δεν μας ενοχλουσε να κρεμιομαστε μαζι με αλλοθρησκους ουτε να ξεβγαζουμε πιατα που σαπουνιζαν μαυρες πλυστρες. Εκει συνυπηρχαμε, στον πατο της κοινωνικης ιεραρχιας και πιθανον να μοιραζομασταν αισθηματα αλληλεγγυης, όπως οι Καλυμνιοι σφουγγαραδες στο Ταρπον Σπριγκς με τους μαυρους ψαραδες.

img_2385551510060664Ο Αμίρ είναι χαμογελαστός και ντροπαλός με μάτια γεμάτα ζωηράδα. Περπατάει σχεδόν χοροπηδηχτά στον δρόμο. Φοράει ένα μπλε παντελονάκι, άσπρο πουκάμισο, μπλε γραβατούλα και μπλε μάλλινο γιλέκο. Ο Αμίρ φοράει τα ρούχα της παρέλασης, της αιτίας (ή αφορμής;) που κόστισε στον μικρό 11χρονο μαθητή από το Αφγανιστάν και την οικογένειά του μια επίθεση με μπουκάλια και πέτρες την ώρα που κοιμόντουσαν. Ένα περαστικό αυτοκίνητο κόβει ταχύτητα και ένας νεαρός άντρας και μια κοπέλα γυρνάνε προς το μέρος μας και φωνάζουν: «Αμίρ, Αμίρ!», σχηματίζοντας το σήμα της νίκης με τα χέρια τους.

Picture4

Αισθάνεστε ότι ζείτε σε μια χώρα όπου απαγορεύονται οι απεργίες, η κυβέρνηση ρίχνει χρήματα της εκπαίδευσης στις τράπεζες, ενώ το μόνο κομμάτι του πληθυσμού που δείχνει έτοιμο να αντισταθεί παρά τις εσωτερικές προδοσίες είναι οι εκπαιδευτικοί; Τότε μάλλον ζείτε στο Σικάγο της δεκαετίας του ’30.

 Για ορισμένους είναι απλώς η πόλη των ανέμων και για άλλους η πόλη των μπλουζ. Κάποιοι την θυμούνται γιατί εδώ δόθηκαν οι μεγαλύτερες μάχες για την κατάκτηση της 8ωρης εργασίας και άλλοι γιατί στα πανεπιστήμιά της γεννήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός, από ομάδες καθηγητών όπως ο Μίλτον Φρίντμαν. Αυτό που οι περισσότεροι ξεχνάνε είναι ότι το Σικάγο είχε ίσως το ισχυρότερο τοπικό συνδικάτο εκπαιδευτικών, το οποίο συνδιαμόρφωσε όχι μόνο το εργατικό, αλλά και το φεμινιστικό κίνημα των ΗΠΑ.

«Έμαθα να γράφω και να διαβάζω από ένα δάσκαλο στο Σικάγο και γι’ αυτό οι αγώνες τους πάντα με ενέπνεαν» τραγουδούσε το 2012 το συγκρότημα Rebel Diaz. Τραγουδούσαν για την μεγαλύτερη απεργία εκπαιδευτικών που είχαν γνωρίσει οι ΗΠΑ στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, καθώς χιλιάδες δάσκαλοι και καθηγητές βγήκαν στους δρόμους ζητώντας βελτίωση των συνθηκών διδασκαλίας στις πιο φτωχές γειτονιές της πόλης και αποσυμφόρηση των αιθουσών.

«Οι καθηγητές ενώθηκαν και ο δήμαρχος εξοργίστηκε» συνέχιζαν οι Rebel Diaz περιγράφοντας τις προσπάθειες του δημάρχου να επιστρατεύσει τους απεργούς. Το δικαστήριο όμως στο οποίο κατέφυγε ο Ραχμ Εμάνουελ, αρνήθηκε ακόμη και να εξετάσει την υπόθεση για δυο εβδομάδες, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στους απεργούς να συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις τους. Όσο για τις διοικήσεις των συνδικάτων, δεν είχαν ούτε την πρόθεση αλλά ούτε και το δικαίωμα να κάνουν πίσω, αφού οι εκπαιδευτικοί ψήφιζαν για συνέχιση των απεργιών σε ποσοστά που ξεπερνούσαν το 90%.

Η ιστορία που διηγούνται οι Rebel Diaz είναι απλώς η τελευταία σελίδα στο τεράστιο βιβλίο απεργιών των καθηγητών του Σικάγο που ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα. Μητέρα του σημερινού συνδικάτου των εκπαιδευτικών ήταν η Ομοσπονδία Δασκάλων του Σικάγο – μια ένωση γυναικών που συμμετείχε στο κίνημα για την αναγνώριση δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες, τις περίφημες σουφραζέτες.

Το 1900 η ομοσπονδία τοποθετεί ως επικεφαλής την Κάθριν Γκόγκιν και την Μάργκαρετ Χάλει, δυο σουφραζέτες οι οποίες δίνουν τις πρώτες τους μάχες για να εξασφαλίσουν ισότητα στους μισθούς των γυναικών εκπαιδευτικών. Σύντομα όμως προσθέτουν και νέα αιτήματα όταν συνειδητοποιούν ότι μεγάλες εταιρείες του Σικάγου φοροδιαφεύγουν την ίδια στιγμή που η πόλη περικόπτει τους μισθούς των καθηγητών και τις δαπάνες για τα σχολεία. Ύστερα από μάχες χρόνων τελικά κατορθώνουν να εξασφαλίσουν ένα σημαντικό τμήμα αυτών των χρημάτων για τα σχολεία της πόλης και έτσι ανοίγουν το δρόμο για ακόμη πιο μαχητικές κινητοποιήσεις.

Οι καθηγητές ενώθηκαν και ο δήμαρχος εξοργίστηκε. Προωθεί την ατζέντα των εταιρειών. Νεοφιλελευθερε παραβάτη σταματά να μας προσβάλλεις

Rebel Diaz

Στη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του ’30 τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών στο Σικάγο αποτελούν πλέον ένα από τα πιο μαχητικά τμήματα του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ. Εκείνη την εποχή τα σχολεία έχουν μετατραπεί σε γιαπιά. Οι μαθητές στοιβάζονταν στις λιγοστές αίθουσες, οι καθηγητές δεν επαρκούσαν και πολλοί από αυτούς, παρά τους πενιχρούς μισθούς τους, αναγκάζονταν να φέρνουν τρόφιμα από το σπίτι για να βοηθάνε μαθητές που λιποθυμούσαν από την πείνα.

Η πόλη του Σικάγου ήταν υπερχρεωμένη στις τράπεζες, οι οποίες ως αντάλλαγμα έλαβαν ντε φάκτο το δικαίωμα να διαχειρίζονται το εκπαιδευτικό σύστημα ολόκληρης της πολιτείας. Ακολουθώντας όμως το παράδειγμα της Κάθριν Γκόγκιν και την Μάργκαρετ Χάλει, το συνδικάτο έφερε στο φως στοιχεία όχι μόνο για τη φοροδιαφυγή, αλλά και για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με 90 εκατομμύρια δολάρια.

Καθώς όμως οι εκπαιδευτικοί του Σικάγο ετοιμάζονταν για τη μεγάλη μάχη, έχοντας εξασφαλίσει τη συμπαράσταση και των μαθητών, που κατέβαιναν μαζί τους στις διαδηλώσεις, η ηγεσία του συνδικάτου άρχισε να τους καλεί σε αυτοσυγκράτηση και τερματισμό των απεργιών. Τίποτα δεν μπορούσε όμως να σταματήσει εκείνο το ποτάμι της οργής. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν νέα συνδικάτα βάσης τα οποία σε μεταξύ τους συνεννόηση κατάφερναν να οργανώνουν τους απεργούς χωρίς την παρέμβαση της παλιάς συνδικαλιστικής ηγεσίας.

Αποκορύφωμα αυτής της μάχης ήταν η εισβολή των εκπαιδευτικών σε υποκαταστήματα τραπεζών στο κέντρο της πόλης, από τις οποίες απαίτησαν να δώσουν στο δήμο τα εκατομμύρια δολάρια που συγκέντρωναν εκεί οι φοροφυγάδες επιχειρηματίες. Αν και αρκετές από αυτές τις κινητοποιήσεις οδήγησαν σε ανελέητες συγκρούσεις με την αστυνομία πολλές φορές οι αστυνομικοί του Σικάγου, που επίσης είχαν δει τους μισθούς τους να ψαλιδίζονται, έδειχναν μια πρωτόγνωρη ανοχή στις μαχητικές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι τράπεζες αναγκάστηκαν να δώσουν χρήματα στο δήμο αγοράζοντας ουσιαστικά τμήμα του χρέους που προέρχονταν από τη φοροδιαφυγή μεγάλων επιχειρήσεων.

Εκεί βλέπετε ήταν Αμερική. Δεν ήταν Βαλκάνια.

Πηγή:https://info-war.gr

Screen Shot 2017-11-07 at 9.41.59 AMΚωστής Παπαϊωάννου

Στην υπόθεση του μικρού αφγανόπουλου όλα τα γνωρίζαμε πριν συμβούν. Όλα είναι προφανή. Και ως προφανή συχνά είναι και πιο δύσκολα.

Γνωρίζαμε ήδη ότι ο ρατσισμός, ως πολιτισμός των ηλιθίων, γίνεται βίαιος χωρίς όρια και κόκκινες γραμμές. Αργά ή γρήγορα στόχος της βίας θα γινόταν ένα παιδί. Δεν είναι δα η πρώτη φορά.

Γνωρίζαμε ήδη ότι η Αγία ελληνική οικογένεια συχνά γεννά θηρία και αποθηριώνει με τις συμπεριφορές της. Για το «καλό των παιδιών της» μπορεί να κάνει τα χειρότερα εγκλήματα, πρώτα σε βάρος των ίδιων των παιδιών.

1Ολη η διαστροφη ενός «πολιτισμου» που ηδονιζεται ξανα με την πιθανοτητα νεων κρεματοριων, στηνει ηλεκτροφορους συνοριοφυλακες, λιθοβολει παιδια στον υπνο τους όταν αποτυχαινει να τα βομβαρδισει ή να τα πνιξει, βρισκεται σ ένα «σωσιβιο».
Ποσο πιο διεστραμμενος μπορει να είναι ενας νους, απ αυτόν που κατασκευαζει ένα σωσιβιο, με αληθοφανη, όλα τα εξωτερικα χαρακτηριστικα, σχημα, χρωμα, κορδονακια που κρεμονται, με υλικο που μουσκευει και το γεμιζει με υλικο που βαραινει όταν βρεχεται. Και στηνεται ενας μαυρος κυκλος εργασιων , προμηθεια υλικου, κατασκευη, διαθεση προϊοντος, μαρκετινγκ, τζιρος, τιμη, υπεραξια, κερδος, θανατος!
Δεκαδες επιχειρησεις στην «ασφαλη» χωρα, εγιναν μανιφακτουρες θανατου. Και ο κυνισμος δεν εχει πατο. Προσλαμβαναν προσφυγες , πληρωμενους με ψιχουλα κι ένα «σωσιβιο».

Picture13

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη γεννημένη το 1886 στο Ηράκλειο, ξεχώρισε τόσο με τα διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα και θεατρικά της όσο και γιατί ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες κομμουνίστριες συγγραφείς. Τολμηρή και πρωτοπόρα από πολύ μικρή ηλικία δημοσίευε ποιήματα και μεταφράσεις με το ψευδώνυμο Lalo de Castro. Το 1909 το «Ρίντι Παλιάτσο» (Γέλα Παλιάτσο), δημοσιευμένο το 1909 στο περιοδικό «Νουμάς» αποτέλεσε το πρώτο μυθιστόρημά της. Μετά απ’ αυτό ο Ν. Καζαντζάκης έγραψε ότι η Γαλάτεια είναι «μια κατακόκκινη κι αντάρτισσα παραφωνία μέσα στην ασάλευτη σκλαβοπλανταγμένη ατμόσφαιρα της επαρχιώτικης σταχτόχρωμης ζωής.» Δυο χρόνια μετά παντρεύτηκαν για να χωρίσουν το 1926 μετά από μια θυελλώδη σχέση. Η Γαλάτεια σε όλη της τη ζωή και το έργο ήταν «δεμένη» με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος. Μαχητική δημοτικίστρια, συμμετείχε σε όλες τις ιδεολογικοπλιτικές αντιπαραθέσεις των ανθρώπων της γενιάς της έχοντας πολύ συγκεκριμένη και αταλάντευτη άποψη για το ρόλο της διανόησης. Σάρκα από τη σάρκα του λαού, όπως έγραφε και η ίδια έγραφε για τους μόχθους, τις ελπίδες και τον αγώνα της εργατικής τάξης, την αστική παρακμή, τη φθορά της κρατικής γραφειοκρατίας και πάνω απ’ όλα το ρόλο της γυναίκας στη σκληρή ταξική καπιταλιστική κοινωνία.

Το 1957 εκδίδει το μυθιστόρημα «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι». Η ημερομηνία συμπίπτει με το θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη. Όλοι αναγνώρισαν πίσω από τους ήρωες του μυθιστορήματος, της Δανάης Φραντζή και του Αλέξανδρου Αρτάκη, το διάσημο ζεύγος, τη Γαλάτεια και τον Νίκο Καζαντζάκη. Οι κριτικοί σταθηκαν στην πλειοψηφία τους πολύ αυστηρά και σκληρά απέναντι στο έργο κατηγορώντας τη Γαλάτεια ότι προσπαθεί να αποκαθηλώσει τον καζαντζάκειο μύθο. Κι όμως αν διαβάσει κανείς με προσοχή την εποχή στην εξέλιξή της η κριτική τοποθέτηση της Γαλάτειας ήταν δημόσια κατατεθειμένη σε όλη την πορεία της. «Αλιεύσαμε» σήμερα από τα αρχεία της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας και δημοσιεύουμε στη Λέσχη μια επιστολή της που φιλοξενήθηκε στις σελίδες της «Ελευθέρας Γνώμης» στις 26 Ιουλίου 1936. Ο λόγος που δεν είχε εντοπισθεί για πολύ καιρό οφείλεται στη διακοπή της έκδοσης του αριστερού εντύπου από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση. Και η ίδια η Γαλάτεια  άλλωστε λίγο καιρό μετά θα διωχθεί από το μεταξικό καθεστώς. Το κείμενο αποτελεί απάντηση σε κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη που είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Καθημερινή» λίγες μέρες πριν. Πέρα από την ιστορική σημασία αυτού του ιστορικού «Κατηγορώ» κατά του Νίκου Καζαντζάκη, τα λόγια της μεγάλης Γαλάτειας για τον εγωκεντρισμό της ελληνικής διανόησης που μετατρέπει πολλούς σε λακέδες του κεφαλαίου και της άρχουσας τάξης παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρο…

Το κείμενο της Γαλάτειας

Φίλε κ. Διευθυντά,

Η «Ελευθέρα Γνώμη» προ ημερών εκριτικάρισε και εκαυτηρίασε μερικά φαινόμενα του εγωκεντρισμού της ελληνικής διανοήσεως, που κάνουν συχνά μερικούς λογοτέχνες, λακέδες του κεφαλαίου και της «αρχούσης τάξεως».

Στην «Καθημερινή» της περασμένης Δευτέρας δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Ν. Καζαντζάκη, που επιχειρεί να δικαιώσει κι εκείνος και να νομιμοποιήσει μ’ έναν τρόπο τον φασισμό. Νομίζω πως δεν πρέπει να περάσει και το φαινόμενο αυτό ασχολίαστο. Είναι μια άλλη μορφή εγωκεντρισμού, που οδηγεί όμως στα ίδια αποτελέσματα. Στην αντίδραση και στην εξυπηρέτηση των ισχυρών εις βάρος των συμφερόντων του Λαού.

Σε ύφος κηρύγματος και με αμίμητη αυταρέσκεια και κομπορρημοσύνη, αρχίζει πρώτα-πρώτα να βάζει σύνορα μεταξύ του εαυτού του και των πολλών. Ο «σκεπτόμενος όχλος», η «βελάζουσα αυτή μάζα», όπως την ονομάζει, σαν πρωτόγονη και βάρβαρη που είναι, σκέπτεται χονδροειδώς «μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι» ενώ εκείνος σκέπτεται «συνθετικά» και «με αποχρώσεις», δηλαδή σαν υπερπολιτισμένος και ραφινάτος. Τώρα αν παρακάτω βρίσκει πως «πολύ δίκαια» αυτή η βελάζουσα μάζα σκέπτεται και ότι μάλιστα σκέπτεται «πολύ γόνιμα», δεν έχει σημασία. Οι αντιφάσεις είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της σκέψεως του κ. Καζαντζάκη.

Λέει, λοιπόν, πως αν ήταν «άνθρωπος της ενέργειας», θα ήταν με την αριστερή παράταξη, γιατί προς τα εκεί τον σπρώχνει η… ιδιοσυγκρασία του!

Η ίδια όμως ιδιοσυγκρασία του αναγνωρίζει πιο κάτω ότι ο φασισμός και ο χιτλερισμός πηγάζουν από «βαθιές ψυχικές και οικονομικές ανάγκες των λαών» και πως «είναι φαινόμενα άξια του πιο μεγάλου σεβασμού», ο δε Μουσολίνι και ο Χίτλερ μέσα στο δράμα της ζωής «είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές, όπως ο Λένιν ή ο… Γκάντι!».

Για να δικαιώσει τον φασισμό ο… από ιδιοσυγκρασίας αριστερός, επιστρατεύει την παλιά βολική εξήγηση της ιστορίας με την πείνα και τον φόβο.

Ονομάζει λοιπόν τα φασιστικά έθνη, έθνη πεινασμένα και «προλεταριακά» που θέλουν να χορτάσουν! Και ξεχνά πως από την αρπαγή, την κτηνώδη βία, την κυνική περιφρόνηση της διεθνούς ηθικής, που εξασκούν αυτά τα έθνη, και τις κατακτήσεις που επιδιώκουν, οι μόνοι που έχουν να ωφεληθούν είναι βέβαια πάλι οι χορτάτοι κεφαλαιοκράται των λαών αυτών. Ο λαός ο προλετάριος τι θα βάλει στην τσέπη του από τον μαζεμένο πλούτο; Οι αγρότες, οι εργάτες, η μάζα, τι έχει να κερδίσει από τις κατακτήσεις αυτές; Σε τι θ’ αλλάξει η τύχη τους;

Εν τω μεταξύ, αντί να αλλάξουν τύχη οι τάξεις αυτές, το εναντίον, υποδουλώθηκαν και εκμηδενίστηκαν τέλεια στο κεφάλαιο, στους πάντοτες χορτασμένους. Αλλά και σε τι άλλαξε η τύχη των προλεταρίων στα «χορτασμένα κράτη»; Κι εκεί αν είναι κάποιος χορτασμένος είναι πάλι το κεφάλαιο. Ετσι ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι μόνο υποδουλωτές των μαζών και μια εκδήλωση, όχι των πεινασμένων, αλλά των χορτάτων, του αφηνιασμένου κεφαλαίου.

Ο κ. Καζαντζάκης, καθώς βλέπετε, μπερδεύει και συσκοτίζει τα πάντα, γιατί δεν βρίσκεται «στον πρώτο βαθμό της μυήσεως», όπου το καλό και το κακό είναι αμείλικτοι εχθροί, αλλά στον δεύτερο, όπου «το κακό και το καλό συνεργάζονται», ή στον τρίτο βαθμό, όπου «το καλό και το κακό συνταυτίζονται», όπως λέει. Τι καλό, τι κακό; Το ίδιο κάνει. Επομένως, τι αριστερισμός, τι φασισμός. Κι αφού είναι το ίδιο, γιατί ο κ. Καζαντζάκης θέλει να ‘ναι με τους αριστερούς;

Μπορεί περίφημα να είναι με όλα τα κόμματα. Αλλη αντίφαση με τον εαυτό του! Χαίρε λοιπόν οπισθοδρομική διανόηση, που βουλιάζεις ολοένα στη σύγχυση και το μηδέν. Γιατί τι θα πει «το καλό και το κακό είναι ένα»; ‘Η ότι το καλό είναι κακό και το κακό καλό, πράγμα που είναι ολότελα παράλογο, ή ότι και τα δύο είναι μηδέν; Πάντα η βαθυστόχαστη αντιδραστική διανόηση για ν’ αποφύγει τα ενοχλητικά ναι και όχι κατασταλάζει στο χάος και στο μηδέν, όταν δεν οδηγεί στη βαρβαρότητα και στην κτηνωδία.

Ο κ. Καζαντζάκης στο βάθος του, χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν πιστεύει σε τίποτα. Πιστεύει μόνο στον εαυτό του! Είναι το κέντρο του παντός. Ολη η τακτική του είναι εγωκεντρική. Μόνο στα ατομικά του συμφέρονται βρίσκει η ζωή του τη δικαίωσή της. Αυτό το αναφέρομε γιατί είναι γενικό φαινόμενο στους αντιδραστικούς διανοουμένους.

Στον «ερημίτη της Αίγινας» η κατάσταση αυτή του πνευματικού και ηθικού μηδενισμού, επειδή εκφράζεται με εξαιρετικό ναρκισσισμό και φιλαρέσκεια, εκδηλώνεται γι’ αυτό τον λόγο εναργέστερα. Ετσι, μέσα στην αυταρέσκειά του, βρίσκει πως η δράση για τα συμφέροντα της ανθρωπότητος π.χ. είναι πολύ βολική ασχολία και ένας εύκολος ηρωισμός. Μ’ άλλα λόγια, το να πεθαίνει κανείς στις φυλακές και στις εξορίες είναι πολύ βολικό και εύκολο πράμα, εν αντιθέσει με τη δική του ηράκλεια πάλη γύρω από το «εναγώνιο εάν», όπως λέει.

Είναι άθλος ακατόρθωτος πραγματικά να μιλάει κανείς με «αποχρώσεις». Αλλά αυτές τις αποχρώσεις, που τις θεωρεί το αποκορύφωμα της σκέψεως καθώς φαίνεται, ο λαός τις συνόψισε θαυμάσια στο ανέκδοτο του Τούρκου Καδή. Ετσι κι εκείνος, όπως κι ο κ. Καζαντζάκης, έβρισκε πως όλοι έχουν δίκιο. Κι ο φονιάς κι ο σκοτωμένος, κι ο ίδιος που δεν ήξερε τι ν’ αποφασίσει!

Η ληστρική επιχείρηση της Ιταλίας στην Αιθιοπία βρίσκει στη σκέψη του κ. Καζαντζάκη την καλύτερή της δικαίωση. Είναι, λέει, σύμφωνη με τα ανώτερα «συμφέροντα του πνεύματος»!! «Το πνεύμα είναι το πιο σαρκοβόρο όρνεο». «Ακολουθεί απάνθρωπους νόμους!»

Σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, ο ληστής που σκοτώνει και γδύνει τους διαβάτες εξυπηρετεί τα ανώτερα συμφέροντα του πνεύματος. Το καλό και το κακό συνταυτίζονται, και εδώ σύμφωνα με τον τρίτο βαθμό της «μυήσεως».

Ο κ. Καζαντζάκης καυχιέται πως και η δική του σκέψη είναι απάνθρωπη! Δηλαδή δεν είναι πια ανθρώπινη, σαν της Ρόζας Λούξεμπουργκ π.χ. που ήταν γεμάτη τρυφερότητα για τα πάντα. Αλλά είναι υπεράνθρωπη ή θεία, δηλαδή ανήκει στη χώρα των Χιμαιρών.

Ο καθένας βλέπει απ’ αυτά τι πελάγωμα παθαίνει ο διανοούμενος που ενδιαφέρεται προπαντός για την ησυχία του και το λογοτεχνικό του κηπάριο.

Εδιάλεξε το πιο δύσκολο κι αχάριστο έργο και «πληρώνει βαριά», όπως λέει, αυτή του την πνευματική διαύγεια, τη νηφαλιότητά του αυτή! Εν αντιθέσει με τους έξαλλους αριστερούς, που καλοπερνούνε στα μπουντρούμια και στα νησιά του θανάτου. Αυτός δεν ενδιαφέρεται για τη δράση, καθώς λέει. Και τι είναι τότε η «δημοσιολογημένη σκέψη» που με τόση καμποτινίστικη ικανότητα επιδεικνύει κάθε φορά που θα βρει ευκαιρία; Δεν είναι κι αυτή μια μορφή κοινωνικής δράσεως και μάλιστα όχι από τις κατώτερες;

Στη δράση αυτή ο κ. Καζαντζάκης προσφέρει μόνο τη σύγχυση και την αντίδραση, το κήρυγμα της αποχής και της αδιαφορίας για την πάλη του ανθρώπου ν’ αλλάξει η ζωή σύμφωνα με τους ευγενικούς πόθους της καρδιάς του. Εχει δίκιο. Αυτός είναι ο ρόλος των πεινασμένων, κι αυτός θέλει προπαντός να εξασφαλίσει αδιατάρακτο τον ευδαιμονικό του ησυχασμό. Είμαστε βέβαιοι πως ο χαρακτηρισμός του ως ερημίτη της Αίγινας, από τους απλοϊκούς και τους δημοσιογράφους που κυνηγούν τις εντυπώσεις, θα τον εκολάκευσε και θα τον ηυχαρίστησε εξαιρετικά.

Οπωσδήποτε για μας που ανήκομε στη «βελάζουσα μάζα» δεν θα πάψει ποτέ να είναι ο κήρυκας παμπάλαιων αναμασημάτων, που τα χαρακτηρίζει ως σύνθεση πνευματική, ως ένα ανώτερο πνευματικό κοκτέιλ για τους «ραφινάτους και τους εστέτ». Για μας είναι πάντα ένα νεκροταφείο ιδεών. Για μας το πνεύμα του είναι γεμάτο από μούμιες κακά διατηρημένες.

Κάτω από τη μάσκα της δήθεν ανεξαρτησίας και ελευθερίας του κρύβει την πιο μεγάλη πνευματική στειρότητα, και μια τρομακτική ψυχική κενότητα. «Είναι ήσυχος, ασυνείδητος κι ευτυχής».

Η ζωή για τον κ. Καζαντζάκη είναι γεμάτη νεκρά και αφηρημένα σχήματα που καμιά πνοή αισθήματος δεν μπορεί να ζωντανέψει. Γι’ αυτό είναι πέραν της αγάπης και του μίσους, όπως καυχιέται. Είναι πέραν του φασισμού και του κομμουνισμού (είναι μετακομμουνιστής). Είναι πέρα από τα ανθρώπινα (είναι απάνθρωπος), είναι έξω τόπου και χρόνου. Ανήκει κοντολογίς στη χώρα των παραμυθιών και των κολοκυθοκορφάδων!

Φιλικότατα,

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Πηγή:http://www.candianews.gr

Picture5

Για το θέμα της ταυτότητας φύλου συνομίλησε με διεμφυλική το πρωί της Δευτέρας ο Κώστας Αρβανίτης από την εκπομπή «Φυλή των φίλων» και το Ραδιόφωνο 24/7.

Η εν λόγω γυναίκα είχε εκφράσει και στο παρελθόν τις επιφυλάξεις και είχε διατυπώσει τις αντιρρήσεις της αναφορικά με το νομοσχέδιο που πλέον αποτελεί νόμο του κράτους και προκάλεσε πολιτικές συγκρούσεις στη Βουλή. Ωστόσο, η ίδια εκτιμά πως η ψήφισή του είναι μια «καλή εξέλιξη» και σημειώνει τα κενά της νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με διεμφυλικά άτομα που βρίσκονται σε γάμο και έχουν παιδιά.

«Από τα 8 ή 9 έτη μπορεί κάποιος να νιώσει ότι κάτι δεν πάει καλά με το  φύλο του» τονίζει η διεμφυλική στην εκτενή συζήτηση από ραδιοφώνου και σχολιάζει χαρακτηριστικά: «Εάν φτάσει στα 16 ή 17 έτη μπορεί να φτάσει σε κατάθλιψη ή την αυτοκτονία καθώς βρίσκεται σε σώμα που δεν θέλει».

«Το νομοσχέδιο είναι καλή εξέλιξη αλλά υπάρχουν και άλλα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, γιατί αν τα διεμφυλικά άτομα δεν έχουν πρόσβαση στην υγεία και την εργασία τότε θα οδηγηθούν στην εκπόρνευση» προσθέτει.

«Κενό στο νόμο υπάρχει για τα διεμφυλικά άτομα που βρίσκονται σε γάμο και έχουν παιδιά. Με τα σημερινά δεδομένα οδηγούνται στο διαζύγιο. Πολύ σημαντική είναι η στήριξη της οικογένειας. Χωρίς αυτήν υπάρχει περιθωριοποίηση».

Πηγή:http://tvxs.gr

Picture4

Αν δεν έχεις να πεις κάτι, να σιωπάς. Αν έχεις να πεις, να ξέρεις ότι έχεις μεγάλη ευθύνη, γιατί ο κόσμος δίνει μεγάλη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που έχει μια δημοσιότητα και μπορεί και δημοσιοποιεί την άποψή του. Να ξέρεις, λοιπόν, ότι αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο, γιατί μπορείς να τον πάρεις και στο λαιμό σου. Να τον πάρεις στο λαιμό σου και να τον καταστρέψεις! Και να τον καταστρέψεις, και κυριολεκτικά, και μεταφορικά!»

Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος, συγγραφέας και ιδρυτής του θεάτρου ΣτοάΘανάσης Παπαγεωργίου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs με αφορμή την παράσταση «Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης», για την αξία της αυτοβιογραφίας, για τη «Ρεαλιστική υποκριτική» που χάνεται, για τις επιλογές των ανθρώπων, αλλά και για τους νέους που αποφασίζουν να ασχοληθούν με κάθε μορφή τέχνης.

Κύριε Παπαγεωργίου, πώς αποφασίσατε να ανεβάσετε αυτό το έργο; 

Να κλείσω το παράθυρο, μισό λεπτό, γιατί έχει παρέλαση έξω […] Είναι οι πατροπαράδοτες παρελάσεις με τη Σοφία Βέμπο…

Εκεί σταμάτησε η σύγχρονη ιστορία στα δικά μας σχολικά βιβλία: Στο Αλβανικό…
Λοιπόν; Πώς διαλέξατε αυτό το έργο; 

Δεν έχω απάντηση στο γιατί το διάλεξα. Δεν ξέρεις ποτέ γιατί διαλέγεις κάτι. Σου μιλάει, σου λέει κάτι μέσα σου. Είναι σαν το ζωγράφο, που δεν μπορείς να του πεις «γιατί ζωγράφισες αυτό το δέντρο κι όχι μια θάλασσα, εκείνη την ημέρα;».

Μου δόθηκε το κείμενο, μου άρεσε, είδα ότι μπορεί να γίνει κάτι από εκεί μέσα, και το αποφάσισα. Βέβαια, έχω μία αγάπη για το ρεμπέτικο τραγούδι, έχω μεγαλώσει μ’ αυτό –χωρίς να σημαίνει ότι ακούω μόνο ρεμπέτικα- απλώς το αγάπησα γιατί προέρχομαι από προσφυγική οικογένεια, από Κωνσταντινοπολίτες διωγμένους.

Είναι φυσικό, όλα αυτά να με ακουμπάνε περισσότερο. Από κει και πέρα, έχω και γω μία μανία με τις αυτοβιογραφίες, γιατί πιστεύω ότι εκεί μέσα κρύβεται πάρα πολύ μεγάλος θησαυρός. Από τους ανθρώπους που διηγούνται τη ζωή τους βγάζεις πάρα πολλά πράγματα, που δεν τα γράφει η Ιστορία, δεν τα γράφουν οι εφημερίδες και τα περιοδικά, και είναι σπουδαίο πράγμα. Πόσο μάλλον, όταν σου δίνεται η δυνατότητα, να την αφηγηθείς εσύ αυτή την βιογραφία και να την νιώσεις. Να νιώσεις για λίγο ο οποιοσδήποτε που λέει τα πάθη της ψυχής του. Έτσι «συγκινήθηκα» από αυτό το έργο και κατέληξα στην παράσταση αυτή.

Όμως, συμπωματικά, έτυχε να γνωρίσω τον Βαμβακάρη. Την πρώτη φορά, πρέπει να ήταν γύρω στο 1948 με ’50. Ήμουν δέκα, δώδεκα χρονών παιδάκι, που τον γνώρισα χωρίς να το ξέρω, σε μια ταβέρνα στις Τζιτζιφιές. Το πιο εντυπωσιακό σ’ εκείνο όλο το σκηνικό, ήταν ένα βάθρο, σαν κι αυτά που είχε ο δάσκαλος στο σχολείο, που επάνω του ήταν καρέκλες που καθόντουσαν άνθρωποι με όργανα. Κάποιοι στην πρώτη σειρά, κάποιοι σε μια δεύτερη και ένας ή μία με γυρισμένη την πλάτη, στο πιάνο. Έπαιζαν «τα μάγκικα», όπως έλεγε ο μπαμπάς.

Τη δεύτερη φορά, ήμουν 30 χρονών. Ήταν τον Οκτώβριο του 1969, όταν έκανα την πρώτη μου σκηνοθεσία, ανεβάζοντας την «Αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη στην Κοκκινιά, με την πρώτη μορφή του «Θεάτρου Στοά», που ήταν τα «Βήματα». Για μουσική σκέφτηκα, ποιόν άλλον, τον Μάρκο, που έμενε και λίγο πιο κάτω απ” το θέατρο που θα δίναμε παραστάσεις και πάω και τον βρίσκω. Καθόταν σε μια καρέκλα έξω από το σπίτι του. Δέχτηκε ευγενέστατα να μου παραχωρήσει τις μουσικές του, αλλά να παίξει εκείνος δεν θα μπορούσε (τώρα διαβάζω ότι την ίδια ακριβώς εποχή έδινε τις συνεντεύξεις στηνΑγγελική Βέλλου – Κάιλ, για την αυτοβιογραφία του) και θα έστελνε τον Στελλάκη (το γιό του) να μας παίξει στο στούντιο ό,τι θέλαμε. Όπως κι έγινε.

Και η τρίτη φορά, είναι αυτή. Έκανε και η ζωή μου έναν κύκλο, γύρω από τον Μάρκο. 2017, έρχομαι να τον ερμηνεύσω στη σκηνή. Να τον ζωντανέψω. Αυτόν. Τον εφημεριδοπώλη, τον χαμάλη, τον εκδορέα. Τον μάγκα. Τον χασικλή. Τον αλανιάρη. Τον γκομενιάρη. Τον μύθο, τον Πατριάρχη του ρεμπέτικου, τον δάσκαλο. Κάποιον απ’ όλους αυτούς που καθόντουσαν εκεί πάνω στο πάλκο το 1948, εκείνον που πήγα στο σπίτι του για να μου δώσει τη μουσική του το 1969.

Πόσο δύσκολο ήταν για σας, να ανεβείτε στη σκηνή ως Μάρκος Βαμβακάρης; 

Ξέρετε, όλα είναι δύσκολα. Είτε σαν Μάρκος Βαμβακάρης, ανεβαίνεις, είτε σαν Ιούλιος Καίσαρας, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Η δουλειά μας είναι αυτή. Να υποδυόμαστε έναν άλλον άνθρωπο. Τώρα πώς το καταφέρνουμε και πώς το κάνουμε; Άλλος το καταφέρνει εύκολα, άλλος πιο δύσκολα, όπως και να ‘χει το πράγμα ματώνει! Δεν είν’ εύκολο.

Είναι σαν να ανασταίνεις έναν άνθρωπο και να τον φέρνεις στο τώρα, στην πραγματικότητα; Όπωςαυτό που έγραψε ο Κιμούληςγια τη «Ρεαλιστική υποκριτική», αναφερόμενος σε εσάς και στην παράστασή σας; Δεν ξέρω αν θέλετε να πείτε κάτι γι’ αυτό. Δηλαδή, πώς εσείς βλέπετε το θέατρο σήμερα; 

Το θέατρο που υπηρετώ τείνει να χαθεί. Δεν ξέρω πόσοι θεατρίνοι ακόμη το υπηρετούν, με τον τρόπο αυτό. Υπάρχουν. Όχι ότι δεν υπάρχουν. Αλλά δε νομίζω ότι θα προτιμώνται, ή ότι θα εισακούονται. Είναι μία τέχνη που μοιάζει σαν την τέχνη των παλιών κατασκευαστών που χάνεται, εξανεμίζεται. Σαν τους ανθρώπους που δουλεύανε με τα χέρια τους. Ήταν η δουλειά τους χειρωνακτική. Φτιάχνανε ψάθες, ακονίζανε μαχαίρια, φτιάχνανε έπιπλα με το χέρι.

Δεν υπάρχει πια αυτό. Τώρα έχει μπει μια ψευτοθεωρία στα πράγματα, που έχει αλλοιώσει τελείως τον στόχο. Το θέατρο δεν είναι θεωρητική πράξη. Η θεωρία ανήκει στους θεατρολόγους και είναι μια άλλη ιστορία. Άστους αυτούς. Δεν έχουν σχέση με το θέατρο, παρά μόνο θεωρητική.

Εμείς, οι εργάτες του θεάτρου, τα μαστόρια του θεάτρου, παίρνουμε το σφυρί και το καρφί και δουλεύουμε. Δεν γίνεται αλλιώς. Τώρα πια αυτό, τείνει να χαθεί τελείως. Όλα γίνονται στο μυαλό. Όλα κατασκευάζονται θεωρητικά και όλα απευθύνονται σε ένα ανύπαρκτο κοινό, κατά τη δική μου γνώμη. Δεν κακίζω τα παιδιά που κάνουνε αυτή τη δουλειά. Απλώς πιστεύω ότι όντως το κοινό είναι ανύπαρκτο, με την έννοια ότι δεν ξέρει τι θέλει. Δεν ξέρει τι ζητάει. Οπότε, τι να του δώσεις;

Η δουλειά μας είναι μια δουλειά αμφοτερόπλευρη: αν δεν σου δώσει ο θεατής δεν του δίνεις, κι αν του δώσεις, σου δίνει. Λοιπόν, αν δεν υπάρχει αυτό το «παιχνίδι», θέατρο δεν στήνεται στα πόδια του. Συνηθίζω πάντα να λέω, ότι το κάθε κοινό είναι άξιο του ηθοποιού του και ο κάθε ηθοποιός άξιος του κοινού του. Ο διάλογος, δηλαδή, είναι άξιος των ανθρώπων που τον κάνουνε. Όσο αυτοί θέλουν να κάνουν διάλογο μεταξύ τους, θα γίνεται. Όταν δεν θέλουν ή δεν μπορούν ή δεν ξέρουν τι θα πει διάλογος, τότε δεν μπορούν, δεν κάνουν, και δεν ξέρουν.

Πώς καταλήξατε σε αυτόν τον τρόπο θεατρικής δουλειάς; 

Μα αυτό σπούδασα. Δεν κατέληξα, δεν παιδεύτηκα ανάμεσα σε διάφορες μεθόδους και διάλεξα αυτήν. Αυτό το θέατρο έμαθα. Είμαι παλιός ηθοποιός, κάνω κοντά 60 χρόνια θέατρο.

Σπουδάσατε στη Δραματική Σχολή του Χρήστου Βαχλιώτη… 

Ναι, αυτό το θέατρο μάθαμε, αυτό το θέατρο κάναμε, αυτό το θέατρο υπηρετήσαμε. Και δε νομίζω ότι υπήρχε, τότε, άλλο θέατρο. Υπήρχε το θέατρο της αλήθειας. Το θέατρο που ο ηθοποιός έπρεπε να υποδυθεί ένα ρόλο. Το να «υποδυθεί» είχε άλλη ερμηνεία τότε, από ό,τι έχει σήμερα. Το θέατρο είναι μία πράξη σωτήρια για μας. Με το θάνατο τα βάζουμε, με τον άνθρωπο τα βάζουμε, με την ύπαρξη τα βάζουμε. Με τον εαυτό μας τα βάζουμε. Αναμετριόμαστε, θέλω να πω.

Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά… 

Όχι. Μα, είναι πολύ δύσκολη η δουλειά στο θέατρο. Μη κοιτάτε που οι μισοί Έλληνες είναι ηθοποιοί και οι άλλοι μισοί είναι συγγραφείς. Δυστυχώς έχει εξελιχθεί έτσι το πράγμα. Στην πραγματικότητα είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά, μα πάρα πολύ δύσκολη δουλειά. Δυστυχώς όμως έχει γίνει ευτελέστατη, μπορεί να την κάνει ο καθένας, να δηλώσει ηθοποιός, να δηλώσει σκηνοθέτης, να δηλώσει θεατρώνης. Εντάξει. Το κακό είναι να δηλώνει και θεατράνθρωπος.

Εσείς, ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, τόσα χρόνια, έχετε καταθέσει τεράστιο έργο μέσα και από το θέατρο Στοά, έχετε πάρει πολλά βραβεία και έχετε καταθέσει την ψυχή σας, όχι μόνο ως ηθοποιός αλλά και ως συγγραφέας και ως δάσκαλος του θεάτρου. Θα θέλατε να μας πείτε πως φτάσατε ως εδώ;  

Είναι μεγάλη κουβέντα. Πώς έφτασα; Ξέρω ‘γω; Ξεκίνησα, δούλεψα, σπούδασα, διάβασα, μελέτησα, αγωνίστηκα. Δεν φτάνει κανείς στο σημείο που είναι, διά μιας… Ούτε αυτό μπορεί να το περιγράψεις μέσα σε μία ώρα αφήγησης.

Είναι αυτό που λέω για τον Μάρκο. Η ζωή του ολόκληρη γράφτηκε μέσα σε 300 σελίδες βιβλίου. Όμως 6 μήνες κάθισε η Αγγελική μαζί του και μιλάγανε. Ξεκινούσανε κάθε πρωί, πίνανε καφεδάκι και τα λέγανε, για να γραφτεί. Κι εμείς έπρεπε να αποδώσουμε αυτές τις 300 σελίδες, μέσα σε 20-25 σελίδες. Δεν γίνεται. Αυτό που είδατε στην παράσταση, είναι ένα μέρος της ζωής του Μάρκου. Τα σημαντικότερα, ίσως, στοιχεία, ή τουλάχιστον αυτά που σκιαγραφούν έναν άνθρωπο, ένα χαρακτήρα, μία πορεία. Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι σύνθετη.

Πώς είναι να έχετε ένα θέατρο στην Ελλάδα της κρίσης; 

Δύσκολα. Πάντα δύσκολα ήτανε. Όταν θέλεις να κάνεις ένα αληθινό θέατρο, η πορεία είναι δύσκολη, δεν είναι εύκολη. Λοιπόν, περάσαμε αυτά τα 47 χρόνια μέσα στη Στοά, και άλλα 10 χρόνια εκτός Στοάς, πάρα πολύ δύσκολα! Οι επιλογές δυσκολεύουν την πορεία, και δυσκολεύουν τη ζωή σου. Έκαστος «εφ’ ω ετάχθη».

Είχατε δηλαδή πάντα κρίση. Δεν την ανακαλύψατε τα τελευταία χρόνια.  

Το ποιοτικό θέατρο είχε, έχει, και θα έχει πάντα κρίση. Δεν είναι από τις επιλογές του κοινού. Το ευρύ κοινό θέλει να χαχανίσει, θέλει να διασκεδάσει, θέλει να σαχλαμαρίσει, να χαβαλεδιάσει.

Δηλαδή, είναι αυτό που λέγατε πριν για τις επιλογές; Πόσο δύσκολο είναι να είναι κανείς συνεπής με τις επιλογές του; Βλέπουμε και στην παράσταση πόσα πέρασε ο Μάρκος Βαμβακάρης, για να μείνει συνεπής με αυτές. 

Μα, αυτό χαρακτηρίζει τη ζωή του ανθρώπου, η συνέπεια απέναντι στις επιλογές του και τις αξίες του.

Αν ρωτήσουμε πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες για τον Βαμβακάρη, προφανώς θα μιλήσουν με τα καλύτερα λόγια, αλλά πού βρίσκονται οι επιλογές του Βαμβακάρη μέσα στις δικές τους; 

Η άποψή τους και η στάση τους απέναντι στον Βαμβακάρη, είναι μάλλον αυτή που φαίνεται σε κάποιες διασκευές των ρεμπέτικων τραγουδιών, που είναι πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν είναι απλώς ύβρις. Είναι αμάθεια. Μια άγνοια. Είναι προσβολή στο έργο του άλλου.

Για παράδειγμα, η «Φραγκοσυριανή» -λέω και το πιο απλό και το πιο αθώο τραγούδι του Μάρκου- δεν είναι τραγουδάκι που μπορείς να το κάνεις rap. Πόσο μάλλον το «Αργοσβήνεις μόνη», ή το «Τα δυο σου χέρια πήρανε, βεργούλες και με δείρανε». Δεν μπορείς να πάρεις αυτά τα τραγούδια και να τα εκμοντερνίσεις.

Γιατί, κατ’ αρχήν, τι θα πει εκμοντερνίζω; Δηλαδή, να πιάσω τον Βαν Γκόγκ και να τον ζωγραφίσω αλλιώς; Κάν’ το! Αν μπορείς, κάν’ το! Δεν μπορείς! Τι θα κάνεις; Θα αλλάξεις τα χρώματα; Θα αλλάξεις τα πρόσωπα; Πώς μπορείς λοιπόν, να παίρνεις τη μουσική κάποιου και  να της φοράς από κάτω μια μουσική τέκνο, ας πούμε, ή χιπ χοπ, ή δεν ξέρω τι; Με ποιο θράσος το κάνεις αυτό;

Βέβαια, έχει την εξήγησή του, ότι δεν έχεις φαντασία, δεν έχεις έμπνευση, δεν δημιουργείς, κι έτσι γραπώνεσαι από το έργο ενός άλλου, το κακοποιείς και υπάρχεις και συ.  Είναι το ίδιο που γίνεται με τις Αρχαίες Τραγωδίες. Διασκευάζεται πλέον ο Ευριπίδης. Αλλάζουν τα λόγια στον Ευριπίδη. Αυτό δεν λέγεται απλώς ύβρις. Είναι αμάθεια, είναι άγνοια, είναι αμορφωσιά. Δεν έχει όνομα αυτό.

Δηλαδή είναι σαν να θέλουν να πάρουν ατόφιο αυτό που τους έχουν δώσει οι προηγούμενοι, χωρίς όμως να το μεταμορφώνουν σε κάτι άλλο, να το ανανοηματοδοτούν, ώστε να βγει κάτι δικό τους; 

Δεν έχουν να πουν κάτι δικό τους. Αν είχαν να πουν κάτι δικό τους θα το λέγανε. Επειδή δεν έχουν να πουν κάτι δικό τους, παίρνουν το έργο κάποιου, το λένε όπως θέλουν με τα δικά τους τα λόγια. Και κάπως έτσι παίρνουν το έργο του Ευριπίδη και του αλλάζουν το φινάλε. Τι να πεις; Πώς να το χαρακτηρίσεις αυτό; Να το αναλύσεις; Δεν αναλύεται.

Από την άλλη, υπάρχει η άποψη, ότι τραγούδια που δεν ακούγονται, τουλάχιστον τα μαθαίνει η νεολαία με αυτόν τον τρόπο. 

Αυτοί που το λένε αυτό, πέφτουν στην ίδια παγίδα. Αν ζούσατε στο χωριό και βλέπατε Σαίξπηρ από ερασιτεχνικό θίασο, θα είχατε μία άποψη για τον Σαίξπηρ, όποια έχει και ο συγκεκριμένος ερασιτεχνικός θίασος, με τις δυνατότητες που διαθέτει. Και πιθανόν, να μισούσατε τον Σαίξπηρ.
Λοιπόν, όποιος θέλει να ακούσει τα τραγούδια του Βαμβακάρη, παντού υπάρχουν.

Και σε κάποια πανεπιστήμια του εξωτερικού διδάσκουν το ρεμπέτικο τραγούδι, ως το μοναδικό βιωματικό τραγούδι στον κόσμο, και για τους στίχους και για τη μουσική του. 

Μα αυτή η αυτοβιογραφία του Μάρκου, ξεκίνησε από τον άντρα της Βέλλου – Κάιλ, ο οποίος έκανε μελέγη για πανεπιστήμιο της Αμερικής, πάνω στο ρεμπέτικο τραγούδι. Έτσι ήρθαν στην Ελλάδα για να του ζητήσουνε να πάει στην Αμερική να κάνει κάποιες διαλέξεις, αλλά δεν μπορούσε ο Μάρκος γιατί δεν του επιτρεπότανε η έξοδος από τη χώρα, λόγω χασισιού. Αυτό ήταν το έναυσμα για την αυτοβιογραφία του. Έτσι ξεκίνησαν και την έγραψαν. Άλλο αν ο Μάρκος είχε ξεκινήσει από πριν και έγραφε την αυτοβιογραφία του σε ένα τετράδιο. Άλλο αυτό.

Τι θα λέγατε στους νέους καλλιτέχνες και σ” εκείνους που ασχολούνται με τη μουσική αλλά και με το θέατρο; 

Στα νέα παιδιά που ασχολούνται με την Τέχνη, γενικά; Αν δεν έχεις να πεις κάτι, να σιωπάς. Αν έχεις να πεις, να ξέρεις ότι έχεις μεγάλη ευθύνη, γιατί ο κόσμος δίνει μεγάλη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που έχει μια δημοσιότητα και μπορεί και δημοσιοποιεί την άποψή του. Να ξέρεις, λοιπόν, ότι αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο, γιατί μπορείς να τον πάρεις και στο λαιμό σου. Να τον πάρεις στο λαιμό σου και να τον καταστρέψεις! Και να τον καταστρέψεις, και κυριολεκτικά, και μεταφορικά! Τίποτα. Να μιλάς, μόνο όταν έχεις να πεις κάτι. Αυτό έχω να πω, εγώ. Αλλιώς, να το κλείνεις.

Θα επιμείνω και θα σας κάνω πάλι την πρώτη ερώτηση. Πώς, λοιπόν, αποφασίσατε σήμερα να «μιλήσετε» με αυτό το έργο; 

Αυτό το λέει, το μότο που έχουμε ως Θέατρο Στοά, και βρίσκεται πίσω από το πρόγραμμα της παράστασης. Η απάντηση είναι αυτή:
«Κάνουμε θέατρο για να δώσουμε λύση στα προβλήματά μας. Να απαλλαγούμε από τα φαντάσματα που μας περιτριγυρίζουν, να βγούμε από το βούρκο της καθημερινότητας, να γλιτώσουμε από το ψέμα, την υποκρισία και την απάτη του «πολιτισμού». Το θέατρο για μας δεν είναι πρόσχημα, είναι τρόπος ζωής«.

Picture2

«Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης» - Θέατρο Στοά

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου ανεβαίνει στη σκηνή της Στοάς έπειτα από δύο χρόνια, ερμηνεύοντας την θρυλική και πολυαγαπημένη μορφή του ρεμπέτικου τραγουδιού, τον Μάρκο Βαμβακάρη. Η Νάνσυ Τουμπακάρη συνέθεσε έναν τρυφερό μονόλογο με τίτλο «Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης», βασισμένη στη αυτοβιογραφία του συνθέτη, που με τη σειρά της είχε συνθέσει η Βέλιου Κάιλ. Ηθοποιός και συνθέτης θα συναντηθούν στη σκηνή, σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση και ένα ταξίδι στις δύσκολες εκείνες εποχές που έζησε και βίωσε ο Μάρκος Βαμβακάρης.

 

Info: Θέατρο Στοά
Μπισκίνη 55, Ζωγράφου. Τηλ. 210/7702830, theatrostoa@otenet.gr
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00. Κυριακή στις 19.00.
Τιμές εισιτηρίων: Κάθε Παρασκευή γενική είσοδος 10 ευρώ.
Σάββατο και Κυριακή 12 ευρώ.
Συνταξιούχοι, φοιτητές, άνεργοι, Α.Μ.Ε.Α: 10 ευρώ για όλες τις παραστάσεις.
Περισσότερα: http://theatrostoa.gr/

Picture3

Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης» - Αυτοβιογραφία
Αγγελική Βέλλου – Κάιλ – Εκδόσεις Παπαζήση, 1978

»Τράβηξε η καρδιά μου να γράψω την ιστορία μου. Θέλω να την ιδώ γραμμένη και να τη διαβάσω απ” την αρχή ως το τέλος σα να ήταν κάποιου άλλου. Πιστεύω πως έτσι θα ξεθυμάνει το φούσκωμα της καρδιάς που μου σταλάξανε τόσα πολλά και διάφορα, τέτοια που ο καθένας δεν θα ήθελε να τα “χει στη δική του την ιστορία. Έχω σκοπό να τη δημοσιέψω κιόλας την ιστορία μου.

Η χριστιανή που μου κάνει το γραμματικό λέει πως οι πρώτοι χριστιανοί ξεμολογιόντουσαν δυνατά, μπρος σε όλο τον κόσμο, κι όλος ο λαός τους συγχωρούσε και ξαλάφρωναν για καλά. Όμως τώρα ο κόσμος είναι χαλασμένος και ξέρω πως σήμερα θα βρεθούνε πολλοί που θα σκεφτούνε πως έπρεπε να ντραπώ να ομολογήσω πολλά πράματα. Εγώ θα πάρω το θάρρος τους τέτοιους να μη τους λογαριάσω. Ο άνθρωπος για να λέγεται αληθινός άνθρωπος, πρέπει να μπορεί να “ρθει και στη θέση του άλλου, του ομοίου του. Γιατί απ” όσα θα σας πω και τα παθήματα και τα φταιξίματα ίδια είναι. Και τα φταιξίματα είναι κι αυτά παθήματα.

Δεν εγεννήθηκα κακός ούτε σκέφτηκα ποτές μου να φχαριστηθώ άμα λυπηθεί ο άλλος. Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε για να ζήσω τη ζωή μου όπως την έζησα. Και γι” αυτό παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματά μου στον κόσμο. Σε έναν κόσμο που εγώ πρώτος του τραγούδησα τις χαρές και τις λύπες του, τα πλούτη και τη φτώχεια του, την ορφάνια του και την ξενιτιά του.

Αυτός ο κόσμος θέλω να γίνει ο εξομολόγος μου και πιστεύω ότι όλοι αυτοί για τους οποίους έχω γράψει και γράφω μα και θα γράφω εκατοντάδες τραγούδια, θα με συγχωρέσουν, μια και αυτός είναι ο σκοπός της περιγραφής και εξιστορήσεως της ζωής μου, δηλαδή η συγνώμη και η συγχώρεση. Γι” αυτό όσοι θα διαβάσετε την ιστορία μου, φίλοι ή ξένοι, γνωστοί ή άγνωστοι, και μάλιστα οι γνωστοί μου, να “ρθητε να μου σφίξτε το χέρι και να μου πήτε ένα ανοιχτόκαρδο γεια σου. Να μου πείτε πως όλα περάσανε, ότι όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Να μου πείτε πως αν ζούσατε την ίδια ζωή με μένα, τα ίδια θα παθαίνατε και τα ίδια θα κάνατε.

Τώρα όλα αυτά βέβαια ανήκουν στο παρελθόν, και την παλιά μου ζωή τη θυμάμαι σαν ένα κακό όνειρο που όταν θα το ιδείς τινάζεσαι από το κρεβάτι σου. Έτσι περίπου τινάζομαι όταν αναπολώ την περασμένη μου ζωή και θυμηθώ τις κακές στιγμές της. [...]» Μάρκος Βαμβακάρης


Με τις πηγές του στα λιμάνια της Ανατολικές Μεσογείου του 19ου αιώνα, το λαϊκό μας τραγούδι, το τραγούδι της ελληνικής εργατιάς, κάνει την εμφάνισή του στον Πειραιά τα πρώτα τριάντα χρόνια του αιώνα μας, φουντώνει κι ακμάζει απ” το 1930 ως το 1950, κι από κει και πέρα ξεφτίζει.

[...] Μια επαρκής μελέτη της εξέλιξης του λαϊκού τραγουδιού, ή μια σωστή εισαγωγή στη ζωή του Μάρκου, πρέπει να καταπιαστεί με το δύσκολο θέμα της διαλεκτικής σχέσης της δημιουργίας του τραγουδιού και της αποδοχής του και χρήσης του από το κοινό του. Ακόμη και η σκιαγράφηση αυτού του φαινομένου παίρνει τεράστιες διαστάσεις.

Χρειαζόμαστε ιστορικό βάθος. Ποιά ήταν π.χ. η ζωή της ελληνικής και μη ελληνικής εργατιάς στα λιμάνια της Πόλης, της Σμύρνης κλπ.; Χρειαζόμαστε ιστορική και λαογραφική δουλειά, όχι μόνο για τα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και για τα λιμάνια του Ελληνικού κράτους, ιδίως τη Σύρα και τον Πειραιά. Χρειάζεται ειδική μουσικολογική ανάλυση των διαφόρων συνθετών και στυλ καθώς και έρευνα των ανατολικών και δυτικών στοιχείων. Τέλος χρειαζόμαστε μελέτη των συμβόλων και της γλώσσας των τραγουδιών και συσχέτισή τους με την κοινωνική εξέλιξη του λαού μας.

Αν θέλουμε βέβαια να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της εξέλιξης του λαϊκού τραγουδιού από βαρύ ζεμπέκικο σε συρτάκι, κι από τον τεκέ στις αμερικανικού τύπου τηλεοπτικές διαφημίσεις της Ολυμπιακής, θα πρέπει να το μελετήσουμε όχι μόνο σαν την κατ” εξοχήν τέχνη της εργατιάς μας, αλλά σε συσχέτιση με την τέχνη, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του «Έλληνα αστού»· κι αυτά όλα σε σχέση με την ιστορία μας και την θέση μας στην παγκόσμιο σκηνή. [...] Αγγελική Βέλλου – Κάιλ

Πηγή:http://m.tvxs.gr

Screen Shot 2017-10-29 at 9.04.25 AMΤσέχος εθνικιστής, μετανάστης και Οκαμούρα;… | AP Photo/Petr David Jose

 

Αν ένα πράγμα με εκνευρίζει πραγματικά, πραγματικά όμως, είναι τα εξής δύο: η χυδαία ευγένεια και η ακόμη χυδαιότερη οικειότητα. Αυτό, που κάθε τόσο και λιγάκι σκοντάφτω πάνω τους, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Χωρίς να ξέρω το γιατί, έχω μάθει, ωστόσο, για τα καλά το επειδή. Επειδή τις βλέπω, τις αναγνωρίζω, δεν τις προσπερνώ. Ισως, γι” αυτό.