ΜΕΛΕΤΕΣ - ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Screen Shot 2017-09-22 at 7.08.37 AMΣε 22.500 ανέρχονται οι θάνατοι και οι εξαφανίσεις μεταναστών παγκοσμίως από την αρχή του 2014 ως και τον Ιούνιο του 2017, σύμφωνα με την έκθεση «Fatal Journeys» (ολέθρια ταξίδια) του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ).

Οι περισσότεροι θάνατοι συνεχίζουν να καταγράφονται στη Μεσόγειο, διαπιστώνει η έκθεση, και ανέρχονται σε 14.500 από το 2014 ως και τον Ιούνιο του 2017. Για το 2016 οι εξαφανίσεις και οι θάνατοι στη Μεσόγειο ανέρχονται σε 5.143 και ο αριθμός αυτός είναι ο μεγαλύτερος που έχει καταγραφεί ετησίως από το 2000 ως και σήμερα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2017 έχουν καταγραφεί συνολικά 3.781 θάνατοι και εξαφανίσεις, εκ των οποίων οι 2.200 στην περιοχή της κεντρικής Μεσογείου. Ο αριθμός αυτός είναι συγκριτικά μικρότερος από τους 4.376 θανάτους που καταγράφηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2016, ωστόσο είναι αυξημένος σε σχέση με τις αντίστοιχες περιόδους των ετών 2014-2015.

Screen Shot 2017-09-18 at 7.08.54 AM«Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση, όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα».

Δεν πρωτοτύπησε φυσικά ο Μητσοτάκης λέγοντας τα παραπάνω -αυτή είναι η, κοινότυπη, κυρίαρχη προπαγάνδα. Δεν είναι απλά μια αντίληψη που δικαιολογεί την κοινωνική ανισότητα και την άρνηση κάθε προσπάθειας καταπολέμησής της. Είναι μια αντίληψη που υμνεί και δικαιώνει την απανθρωπιά, την αντίληψη ότι ΑΝ ΔΕΝ ΘΕΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΘΥΜΑ, ΓΙΝΕ ΘΥΤΗΣ. Κάθε winner αυτής της κοινωνίας, όχι απλά μπορεί να κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέφτη έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του, αλλά πρέπει να νοιώθει και περήφανος για τους loosers που πάτησε κάτω για να “ανέβει”. Όχι απλά δεν πρέπει να στενοχωριέται για τα θύματά του αλλά πρέπει να νοιώθει υπερήφανος για την αναλγησία του: ειναι δείγμα της “ανθρώπινης φύσης” του, της “ανθρωπιάς” του δηλαδή, και ταυτόχρονα υπηρετεί “κοινωνικό έργο” εμπεδώνοντας τη «δημοκρατία» και οδηγώντας την ανθρωπότητα στην “πρόοδο”!
Ο μπάτσος που κράταγε σήμερα τον 16χρονο αιμόφυρτο με χειροπέδες και χωρίς νερό σωριασμένο στο δρόμο, ο φασίστας που πνίγει τον πρόσφυγα στη θάλασσα, ο βιαστής που ηδονίζεται με το θύμα του να υποφέρει, δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αντιγράφουν στην μικροκλίμακά τους, αυτό που κάνει ο βιομήχανος όταν σκοτώνει τους εργάτες στα “ατυχήματα”, ο τραπεζίτης που πετάει οικογένειες με μικρά παιδιά στο δρόμο για να πάρει τα “δανεικά του”, ο στρατηγός που με μια διαταγή του βομβαρδίζει και αφανίζει από το χάρτη πολεις ολόκληρες.
Μια άνιση κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι και απάνθρωπη ταυτόχρονα. Όποιος ψάχνει να βρει ανθρώπους και ανθρωπιά σε μια τέτοια κοινωνία, θα τη βρει μόνο εν δυνάμει και μόνο στα χαμηλότερα στρώμματα. Όσο πιο ψηλά σηκώνουμε το μάτι δεν βλέπουμε ανθρωπιά, οι πλούσιοι και οι ισχυροί αυτής της κοινωνίας δεν είναι άνθρωποι, είναι απλά πλούσιοι και ισχυροί.

1Βρέθηκα και σήμερα στην τελετή έναρξης της σχολικής χρονιάς στο 132ο Δημοτικό Σχολείο της Γκράβας. «Παράδοση» πάει να γίνει πια για μένα αυτή η επίσκεψη.

Όμως, αν παλαιότερα η παρουσία μου εκεί αποτελούσε δημόσια εκδήλωση εκτίμησης, σεβασμού και αγάπης στις/στους εκπαιδευτικούς του συγκεκριμένου σχολείου, που μόχθησαν, αγωνίστηκαν και συγκρούστηκαν για να κτίσουν και να υπερασπιστούν ένα δημοκρατικό και ανθρώπινο σχολείο σε χώρους όπου προηγουμένως η σχολική αποτυχία φαινόταν να είναι φυσικό φαινόμενο, σήμερα ήμουν εκεί από προσωπική ανάγκη: την ανάγκη ν’ αγκαλιάσω με τα μάτια μου και να χαρώ μια κοινότητα χαρούμενων παιδιών, που, αν και οι γονείς τους έλκουν την καταγωγή τους από πολλά μέρη του κόσμου και βρέθηκαν σ’ αυτή τη χώρα ως φτωχοί μετανάστες και ξεριζωμένοι πρόσφυγες, αυτά θα ζήσουν μαζί μέσα στο σχολείο, θα μάθουν μαζί, θα παίξουν μαζί, θα φάνε μαζί, θα μορφωθούν μαζί, θα ονειρευτούν μαζί το μέλλον τους – ένα καλύτερο μέλλον από το παρελθόν και το παρόν που επιφύλαξε αυτός ο κόσμος στους γονείς τους. Και πράγματι χάρηκα αυτά τα παιδιά και τους γονείς τους. Από την Ελλάδα, από άλλες χώρες της Ευρώπης, από την Αφρική, από την Ασία. Με περίπλοκα χτενίσματα τα παιδιά και με μαντήλα κάποιες μητέρες. Ζωηρά τα παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων, σοβαρά αλλά όχι φοβισμένα τα πρωτάκια. Ένας όμορφος κόσμος!

1της Κατερίνας Παρδάλη

Στις 11 Σεπτέμβρη του 1973, στη Χιλή, η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ. Ο Αλιέντε πέθανε «με το όπλο στο χέρι» και μια απίστευτη κτηνωδία ξετυλίχτηκε ενάντια στο λαό της Χιλής.

Χι­λιά­δες άν­θρω­ποι βα­σα­νί­στη­καν, βιά­στη­καν, δο­λο­φο­νή­θη­καν, ακρω­τη­ριά­στη­καν. Μόνο τους πρώ­τους μήνες της χού­ντας πάνω από 30.000 άν­θρω­ποι εξο­ντώ­θη­καν, ενώ δε­κά­δες χι­λιά­δες εξο­ρί­στη­καν ή «εξα­φα­νί­στη­καν». Το τρί­χρο­νο πεί­ρα­μα του πε­ρά­σμα­τος στο σο­σια­λι­σμό, μέσα από τον κοι­νο­βου­λευ­τι­κό δρόμο, είχε τρα­γι­κό τέλος.

1

Ο κόσμος δεν είναι πια ίδιος, είναι πολύ χειρότερος

Γράφει η Ελένη Μαυρούλη

Η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους είναι, πια, σαφές ότι είναι η ιστορική εκείνη στιγμή που δρομολογήθηκε μια νέα πραγματικότητα εντός και εκτός ΗΠΑ. ‘Όταν την Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2001, ένα αεροπλάνο έπεφτε σε έναν από τους Δίδυμους Πύργους στην Νέα Υόρκη κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τις συνέπειες για όλους τους λαούς του πλανήτη.

Ο φριχτός θάνατος του παιδιού των 2,5 ετών στο ίδρυμα του «Χαμόγελου του Παιδιού» από πνιγμό σε βόθρο(!), η ποινή κάθειρξης του «ισόβιου» προέδρου Κ. Λαλαούνη για κακοποίηση των ανηλίκων, που υποτίθεται πως προστάτευε στο ίδρυμα που διατηρούσε, ο τρις βιασμός του 7χρονου παιδιού στο Παπάφειο Ίδρυμα από συντρόφιμό του και όλα τα περιστατικά που δεν ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, αφού αυτός είναι ο κανόνας –να μένουν στο σκοτάδι δεκάδες ή εκατοντάδες περιπτώσεις ενδοϊδρυματικής βίας και κακοποίησης κάθε μορφής– αποτελούν πια τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι με τον τρόπο λειτουργίας των ιδρυμάτων και την αδιαφορία της Πολιτείας στην εφαρμογή του θεσμού της αναδοχής ανηλίκων.

Picture2

Η πορεία προς τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος Α’

Ο ελληνοτουρκικός πόλεµος του 1919-22, στην Τουρκία γνωστός ως İzmir’in Yunanlar tarafından işgali (ελληνική εισβολή της Σµύρνης) ή Kurtuluş Savaşı Batı Cephesi (Δυτικό Μέτωπο του τουρκικού πολέµου της Ανεξαρτησίας) αποτέλεσε τη µεγαλύτερη ιµπεριαλιστική εκστρατεία του ελληνικού καπιταλισµού στον 20ό αιώνα που ωστόσο κατέληξε σε ήττα. Όσον αφορά τους τακτικούς στρατούς, πολλοί κάνουν λόγο για περίπου 45.000 Έλληνες νεκρούς και αγνοούµενους φαντάρους και 25.000 Τούρκους νεκρούς και αγνοούµενους φαντάρους (ωστόσο οι περισσότερες απώλειες ενόπλων από τουρκικής πλευράς αφορούσε άτακτα σώµατα). Οι νεκροί άµαχοι ανήλθαν σε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες, χωρίς να υπάρχει µέχρι σήµερα ένας ακριβής υπολογισµός. Οι κακουχίες και οι αναγκαστικές µετακινήσεις πληθυσµών που ακολούθησαν εξολόθρευσαν έναν επιπλέον καθόλου ευκαταφρόνητο αριθµό ανθρώπων. Στο άρθρο αυτό αναφερόµαστε στο ιστορικό υπόβαθρο και στην πορεία προς τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέµους

Αν µετά την έκβασή της η Μικρασιατική Εκστρατεία  φαντάζει παράφρων πολεµική περιπέτεια, τότε δεν φάνταζε καθόλου έτσι. Τις παραµονές της εκστρατείας, η Ελλάδα είχε συνέλθει από την ήττα του 1897, είχε αποκτήσει έναν πολύ αξιόλογο στρατό µε βαρύ οπλισµό και, κυρίως, είχε πετύχει συντριπτικές νίκες και στους δύο Βαλκανικούς Πολέµους (1912-13) επεκτείνοντας το έδαφός της κατά 70% και σχεδόν διπλασιάζοντας τον πληθυσµό της (από 2,7 εκατ. σε 4,8 εκατ.).

Όµως το πιο σηµαντικό είναι ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις του Βενιζέλου εντάχθηκαν µε ενθουσιασµό στο ένα από τα δύο µεγάλα ιµπεριαλιστικά στρατόπεδα (όπως εν πολλοίς συµβαίνει και σήµερα όσον αφορά την τακτική της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία).

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα δεν συµµετείχε στα πρώτα χρόνια του µεγάλου ιµπεριαλιστικού σφαγείου, του Α’ Παγκόσµιου Πολέµου. Όπως εξηγούσε εκείνη ακριβώς την εποχή ο Β. Ι. Λένιν, ο καπιταλισµός είχε φτάσει στο ιµπεριαλιστικό του στάδιο, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου, τόνιζε, αποτελούσε η προσπάθεια για ξαναµοίρασµα του κόσµου και των σφαιρών επιρροής µεταξύ των µεγάλων καπιταλιστικών χωρών. Αυτός ήταν ο σκοπός του πολέµου και µετά το τέλος του οι νικητές ήταν αυτοί που θα έπαιρναν τη µερίδα του λέοντος.

Ο Ελ. Βενιζέλος ήταν ο πολιτικός που κατανόησε ότι αν οι Έλληνες αστοί ήθελαν και αυτοί µερίδιο από αυτό το ξαναµοίρασµα του κόσµου, θα έπρεπε να συµµετέχουν στο «παιχνίδι». Επίσης ο Βενιζέλος κατανόησε ότι θα έπρεπε να λυθεί και ένα άλλο «πρόβληµα»: οι πόλεµοι του 1912-13 µπορεί να είχαν αυξήσει τον πληθυσµό και την επικράτεια της χώρας, ωστόσο, για πρώτη φορά από την ίδρυσή της, η Ελλάδα είχε στο έδαφός της µεγάλο αριθµό εθνικών και θρησκευτικών µειονοτήτων (µουσουλµάνων, εβραίων, Τούρκων, Σλάβων). Υπήρχαν δηλ. περιοχές στη Βόρεια Ελλάδα που έπρεπε µε κάποιο τρόπο να… εξελληνιστούν.

Ωστόσο, η άρχουσα τάξη και οι εκπρόσωποί της παρέµεναν διχασµένοι ως προς το µε ποια µεριά θα έπρεπε να βγουν στον πόλεµο: η κυβέρνηση των µοναρχικών και ο ίδιος ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ ήταν σίγουροι ότι οι Κεντρικές Δυνάµεις (Αυστροουγγαρία, Γερµανία) θα ήταν οι νικήτριες του πολέµου, αλλά επειδή αναγνώριζαν την ανωτερότητα του βρετανικού ναυτικού πρόκριναν ως καλύτερη στάση την ουδετερότητα, καθώς η χώρα περιβαλλόταν από θάλασσα.

Οι βενιζελικοί ήθελαν συνεργασία µε την Αντάντ (τους Αγγλογάλλους), καθώς µάλιστα η Οθωµανική Αυτοκρατορία, τα εδάφη της οποίας εποφθαλµιούσε η ελληνική πλευρά, από ένα σηµείο και µετά µπήκε στον πόλεµο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάµεων. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι νικήτρια του πολέµου θα ήταν η Αγγλία και -σε αντίθεση µε τους µοναρχικούς που εξέφραζαν την παλιά αστική τάξη της νότιας Ελλάδας- πίσω του στοίχιζε την αστική τάξη των υπό κατάκτηση περιοχών, καθώς και τη µεσαία ιεραρχία του στρατού που είχε αναδυθεί µετά το κίνηµα στο Γουδή και τους Βαλκανικούς Πολέµους.

Από την πλευρά της η Μ. Βρετανία, διαβλέποντας τις ελληνικές ορέξεις στη Μ. Ασία, εντελώς κυνικά υποσχόταν, µέσω του υπ. Εξωτερικών Γκρέι, την παραχώρηση του βιλαετίου του Αϊδίνιου στην Ελλάδα, αν αυτή έβγαινε στο πόλεµο. Από τη δική του πλευρά, προκειµένου να πείσει και άλλες βαλκανικές χώρες να µπουν στον πόλεµο στο πλευρό της Αντάντ, ο Βενιζέλος πρότεινε –εξίσου κυνικά– ως αντάλλαγµα στη Βουλγαρία την παραχώρηση της Δράµας και της Καβάλας, ενώ ανάλογες παραχωρήσεις έκανε και προς τη Σερβία όσον αφορά τη Δ. Μακεδονία.

Σχίσµα

Ήταν τέτοια η σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνικής άρχουσας τάξης σχετικά µε το ζήτηµα του πολέµου, ώστε το 1916 η χώρα διαιρέθηκε πρακτικά σε δύο κράτη: ένα στην Αθήνα υπό τον βασιλιά, το οποίο έλεγχε την παλιά Ελλάδα, και ένα στη Θεσσαλονίκη υπό την βενιζελική Προσωρινή Κυβέρνηση, το οποίο ήλεγχε τα νησιά και την ελληνική Μακεδονία, έχοντας την υποστήριξη της Στρατιάς της Ανατολής (δηλ. το στρατό της Αντάντ που είχε στρατοπεδεύσει στη Θεσσαλονίκη).

Στη σύγκρουση πήρε µέρος ο Τύπος που αποδύθηκε σε µια ακραία προπαγάνδα κιτρινισµού εκατέρωθεν, καθώς και η Εκκλησία. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος αφόρισε τον Βενιζέλο, ωστόσο αργότερα εκθρονίστηκε και οι βενιζελικοί πήραν τον έλεγχο και στην Εκκλησία.

Είναι προφανές ότι δεν υπήρχαν «καλοί» σε κάποια πλευρά. Δεν υπήρχε κάποια πλευρά που ήταν υπέρ των λαϊκών συµφερόντων, που να λάµβανε υπόψη τις πραγµατικές ανάγκες του πληθυσµού. Δεν υπήρχε αντι-ιµπεριαλιστική πλευρά έστω και σε εθνικιστική βάση: και οι δύο αστικές µερίδες ήταν βαθύτατα αντιδραστικές, φιλοπόλεµες, έτοιµες να συνεργαστούν µε τη µία ή τη άλλη µεγάλη ιµπεριαλιστική δύναµη για να αυξήσουν την επικράτεια την οποία έλεγχαν. Ο Βενιζέλος, π.χ., δεν είχε πρόβληµα όταν, προκειµένου να πειστεί η κυβέρνηση της Αθήνας να βγει στον πόλεµο µε την Αντάντ, αγγλογαλλικά στρατεύµατα αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και ήρθαν σε σύγκρουση µε το στρατό της Αθήνας. Μετά την εκδίωξη αυτού του σώµατος οι µοναρχικοί, από την πλευρά τους, άρχισαν άγριους διωγµούς ενάντια στους βενιζελικούς µε δολοφονίες, συλλήψεις κ.λπ. Συµµετρικά, όταν οι βενιζελικοί επικράτησαν και στην Αθήνα, οι διωγµοί των πολιτικών τους αντιπάλων υπήρξαν εξίσου λυσσαλέοι.

Συµµετοχή στον πόλεµο

Τελικά τον Ιούνη του 1917 τα γαλλικά στρατεύµατα προχωρούν προς το νότο της Ελλάδας καταλαµβάνοντας επιτελικές θέσεις και εξαναγκάζοντας το βασιλιά Κωνσταντίνο σε παραίτηση (ωστόσο άφησε στο… πόδι του τον γιο του –δεν παρατάει κανείς για ψύλλου πήδηµα ένα τέτοιο πόστο). Τον ίδιο µήνα 1917 ο Βενιζέλος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως πρωθυπουργός και οι ηγέτες των µοναρχικών κοµµάτων (ανάµεσά τους και ο πρώην πρωθυπουργός Δ. Γούναρης) στάλθηκαν στην εξορία, είτε στην Κορσική είτε σε ελληνικά νησιά. Απολύθηκαν 9.500 υπάλληλοι και έγιναν εκτεταµένες εκκαθαρίσεις στο στρατό. Στις 28 Ιουνίου του 1917 η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεµο στις Κεντρικές Δυνάµεις. Παρά τις δυσκολίες στρατολογήθηκαν 300.000 άνδρες και στάλθηκαν να ενισχύσουν τη Στρατιά της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη.

Οι µεγαλοϊδεατικές εξορµήσεις έχουν βέβαια ένα πολύ υλικό κόστος που καλείται να το πληρώσει ο φτωχός λαός. Δεν είναι µόνον ο φόρος αίµατος που πρόκειται να δώσει τα επόµενα χρόνια: Το 1917 η Ελλάδα πήρε δάνειο από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία, συνολικού ύψους 100.000.000 φράγκων για την κάλυψη των ελλειµµάτων του προϋπολογισµού υπό δυσµενέστατους όρους και στη συνέχεια συνήφθησαν και άλλα δάνεια ύψους 50.000.000 φράγκων. Παρά το γεγονός ότι τα ποσά αυτά θεωρούνταν ήδη υψηλά για την εποχή, ο δανεισµός της Ελλάδας ξέφυγε κυριολεκτικά αφού το 1918 δανείστηκε άλλα 700.000.000 φράγκα για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών.

Γι’ αυτό οι πολεµικές προετοιµασίες δεν έγιναν δεκτές ούτε µε ενθουσιασµό από την πλευρά πολύ µεγάλου µέρους του λαού ούτε χωρίς αντιστάσεις: Υπάρχουν πολλές µαρτυρίες ότι ήδη, παρά τον εθνικιστικό παροξυσµό, στην τελευταία επιστράτευση που έγινε το 1918 παρουσιάστηκε «αποχή» της τάξης του 48% (βλ. Β. Δάβος: Η Μικρασιατική Εκστρατεία)! Εξάλλου το 1918 ήταν η χρονιά που στην Ελλάδα ιδρύθηκε το ΣΕΚΕ, ο πρόγονος του ΚΚΕ, µε βασική αιχµή του προγράµµατός του την αντίθεση σε κάθε πόλεµο.

Σε κάθε περίπτωση στο εξής ο ελληνικός στρατός µάχεται πλέον µε τις άλλες δυνάµεις της Αντάντ ενάντια στις Κεντρικές Δυνάµεις, κύρια τους Βουλγάρους, ο οποίες αρχίζουν να υποχωρούν. Ήταν στο πλευρό της Αντάντ ο ελληνικός στρατός όταν κινήθηκε και προς τη Θράκη. Ο πόλεµος τελείωσε µε τη συνθηκολόγηση της Αυστροουγγαρίας και της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας το φθινόπωρο του 1918. Η ρωσική επανάσταση είχε φοβίσει τους αστούς ότι µπορεί ένας ατέλειωτος πόλεµος να οδηγήσει και σε άλλες επαναστάσεις (η βουλγαρική συνθηκολόγηση, π.χ., οφειλόταν σε µεγάλο βαθµό σε ανταρσίες των φαντάρων και σε αγροτικές εξεγέρσεις στα µετόπισθεν).

Το τέλος του πολέµου βρήκε την Ελλάδα στο πλευρό των νικητών, όπως ακριβώς σχεδίαζε ο Βενιζέλος, και κατάφερε έτσι να µοιραστεί λάφυρα: µε τη συνθήκη του Νεϊγί προσάρτησε τη Δυτική Θράκη αποσπώντας την από τη Βουλγαρία. Όµως για την ελληνική άρχουσα τάξη η όρεξη είχε ανοίξει και η µεγάλη εξόρµηση για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας (της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών) µόλις ξεκινούσε.

Η αντεπαναστατική εκστρατεία στην Κριµαία

Προκειµένου να πάρουν ακόµη µεγαλύτερα ανταλλάγµατα στη µελλούµενη µοιρασιά της καταρρέουσας Οθωµανικής Αυτοκρατορίας, ο Βενιζέλος και η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισαν (στις αρχές του 1919) την πρώτη ελληνική υπερπόντια εκστρατεία, συµµετέχοντας στην ιµπεριαλιστική επίθεση κατά του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσµο, της επαναστατηµένης Ρωσίας.

Ο «δηµοκράτης» Ε. Βενιζέλος, µόλις πληροφορήθηκε τις διαθέσεις των Γάλλων για την εκστρατεία στην Κριµαία –µια εκστρατεία που σχεδιάστηκε στην προσπάθεια παλινόρθωσης του τσαρικού καθεστώτος που µόλις είχε καταρρεύσει–, έσπευσε αµέσως να χαιρετίσει την ιδέα, προσφέροντας µάλιστα στη διάθεσή τους, αρχικά, ολόκληρη δύναµη Σώµατος Στρατού, αποτελούµενη από τρεις µεραρχίες, δηλαδή µεγαλύτερη δύναµη από εκείνη µε την οποία εκστράτευσαν οι Γάλλοι. Χαρακτηριστικό ήταν το τηλεγράφηµα που έστειλε από το Λονδίνο, όπου βρισκόταν ο Βενιζέλος, στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι: «Παρακαλώ δηλώσατε στον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών ότι ο ελληνικός στρατός είναι στη διάθεσή τους και δύναται να χρησιµοποιηθεί δια κοινό αγώνα πανταχού, όπου η αποστολή του κρίνεται αναγκαία».

Τελικά η ελληνική συµµετοχή ήταν δύο µεραρχίες αλλά δεν αποτέλεσε, όπως πολλοί νοµίζουν, απλώς µια βοηθητική δύναµη στην αντεπαναστατική αυτή εκστρατεία. Αντίθετα αποτέλεσε τον κύριο κορµό της! Να από ποιους αποτελείτο το εκστρατευτικό σώµα: Δύο γαλλικές µεραρχίες, µία πολωνική µεραρχία, τµήµατα του στρατού των Λευκών υπό την ηγεσία του Ντενίκιν και το ελληνικό Α’ Σώµα Στρατού (που συγκροτούνταν από δύο µεραρχίες, τη 2η και τη 13η). Αξιοσηµείωτο από στρατιωτική άποψη ήταν ότι όταν ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις οι παραπάνω δύο γαλλικές µεραρχίες ήταν ήδη «αποσκελετωµένες», καθώς από 15 ηµέρες πριν, µε δεδοµένη την ελληνική συµµετοχή, είχε αρχίσει η αποστράτευση των Γάλλων στρατιωτών και η παράδοση του οπλισµού τους. Έτσι η δύναµή τους είχε περιοριστεί συνολικά σε 12 τάγµατα µε 30 τυφέκια κατά λόχο.

Η επίσηµη οµογένεια έκανε δεκτό τον ελληνικό στρατό µε πανηγυρικό τρόπο: στις 27 Ιανουαρίου 1919 µετά την πανηγυρική δοξολογία στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος, η ελληνική κοινότητα της Οδησσού δεξιώθηκε το επιτελείο του αφιχθέντος ελληνικού συντάγµατος στο Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο που επί τούτου είχε στολιστεί µε ελληνικές σηµαίες και λάβαρα. Στην τελετή παρευρέθηκαν εκπρόσωποι όλης της καλής κοινωνίας. Τον πανηγυρικό εκφώνησε ο τότε πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Ελ. Παυλίδης (µετέπειτα βουλευτής Αθηνών-Πειραιώς). Ωστόσο υπήρχε και η «άλλη» οµογένεια: Οι Έλληνες µπολσεβίκοι της Οδησσού τύπωσαν και κυκλοφόρησαν στην ελληνική γλώσσα εκτενή προκήρυξη προς τους αφιχθέντες Έλληνες στρατιώτες µε την οποία τους καλούσαν στο τέλος να αυτοµολήσουν περνώντας «στην πλευρά εκείνων που έχουν κυβέρνηση εργατών, αγροτών και στρατιωτών».

Έκβαση

Παράλληλα βέβαια και γαλλόφωνοι κοµµουνιστές διέτρεχαν τους συµµαχικούς στρατώνες διαδίδοντας σε στρατιώτες και ναύτες ότι τους έστειλαν εκεί να θυσιαστούν για τα συµφέροντα Γάλλων τραπεζιτών και βιοµηχάνων, υπενθυµίζοντάς τους τη γαλλική επανάσταση. Ο αντίκτυπος αυτής της προπαγανδιστικής δουλειάς άρχισε να παρατηρείται από τις πρώτες συµµαχικές ήττες και γιγαντώθηκε όταν στασίασαν τα πληρώµατα των γαλλικών θωρηκτών, στη διάρκεια της ανακωχής που ακολούθησε, µε συνέπεια το «Γαλλο-ελληνικό επεισόδιο», δηλ. τη σύγκρουση των δύο στρατών εξαιτίας των επαναστατηµένων Γάλλων στρατιωτών.

Στο τέλος ο Κόκκινος Στρατός κατανίκησε τους εισβολείς και στις 20 Μαρτίου του 1919 ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε να εγκαταλείψει την Οδησσό. Ωστόσο, οι ελληνικές µονάδες υποχώρησαν µε υποδειγµατική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταµού Δνείστερου για να «υπερασπίσουν» την περιοχή της Βεσσαραβίας (σηµερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριµαίας παρέµεινε έως τις 14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγµα Πεζικού, που αντιµετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, µε τους οποίους είχαν ταχθεί και Γάλλοι ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τελικά ο ελληνικός στρατός αποχώρησε από την περιοχή τον Ιούνιο του 1919. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώµατος ανήλθαν σε 400 νεκρούς. Φυσικά και οι Έλληνες συνεργάτες των εισβολέων τιµωρήθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό στις περιοχές που ανακατέλαβε.

Ανεξάρτητα όµως από την έκβαση της εκστρατείας στη Νότια Ρωσία, η συµµετοχή του ελληνικού εκστρατευτικού σώµατος σε αυτήν αποτέλεσε και το κυρίαρχο επιχείρηµα του Βενιζέλου υπέρ της «δικαίωσης» των ελληνικών αιτηµάτων στη συνδιάσκεψη Ειρήνης που ακολούθησε και στη Συνθήκη των Σεβρών.

Η εκστρατεία στην Κριµαία αποτέλεσε την τελική πρόβα τζενεράλε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι αµέσως µετά την ήττα και την αποχώρηση από την Κριµαία, το ελληνικό εκστρατευτικό σώµα µεταφέρθηκε κατευθείαν στη Μικρά Ασία για µεταφέρει την «εµπειρία» του ενισχύοντας το µέτωπο της Μικρασιατικής Εκστρατείας που µόλις είχε ξεκινήσει.

Η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία είχε αντλήσει στρατιωτικά µαθήµατα αλλά όχι πολιτικά µαθήµατα: δεν µπορείς να κρατήσεις για πολύ σε κατοχή έναν λαό που σε θεωρεί κατακτητή ούτε µπορείς να πείσεις τους φαντάρους να συνεχίσουν να πολεµούν έναν άδικο πόλεµο, ακόµη κι αν έχεις µε τη µεριά σου όλες τις ιµπεριαλιστικές δυνάµεις του κόσµου. Ειδικά αν έχεις απέναντί σου έναν επαναστατικό στρατό.

Πηγή:https://rproject.gr

Picture4

Τι γίνεται αν δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι άρρωστοι, αλλά ένα σύστημα που βρίσκεται σε αντίθεση με το ποιοι είμαστε ως κοινωνικά όντα;» ρωτάει ο συγγραφέας και ανεξάρτητος εκδότης βιβλίων για την ψυχική υγεία και τη θεραπεία, Rod Tweedy.

Η ψυχική ασθένεια αναγνωρίζεται πλέον ως μία από τις μεγαλύτερες αιτίες ατομικής δυστυχίας στις σύγχρονες κοινωνίες και πόλεις της Δύσης, συγκρίσιμη με τη φτώχεια και την ανεργία. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο ένας στους τέσσερις ενήλικες έχει διαγνωσθεί με ψυχική ασθένεια και τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά κάθε χρόνο. «Ποιό μεγαλύτερο κατηγορητήριο ενός συστήματος θα μπορούσε να υπάρξει από μια επιδημία ψυχικών ασθενειών;», σημειώνει ο ερευνητής, συγγραφέας και αρθρογράφος George Monbiot, σχολιάζοντας τα στοιχεία.

Η συγκλονιστική έκταση αυτής της «επιδημίας» γίνεται όλο και πιο ανησυχητική ενώ ταυτόχρονα γνωρίζουμε ότι μεγάλο μέρος της μπορεί να προληφθεί. Αυτό οφείλεται στην καθοριστική συσχέτιση μεταξύ κοινωνικών – περιβαλλοντικών συνθηκών και των ψυχικών διαταραχών. Ο Richard Bentall, καθηγητής κλινικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, και ο Peter Kinderman, πρόεδρος της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, έχουν γράψει επιτακτικά για αυτήν τη σχέση τα τελευταία χρόνια, δίνοντας μεγάλη προσοχή στους «κοινωνικούς καθοριστικούς παράγοντες της ψυχολογικής μας ευημερίας». «Τα στοιχεία είναι συντριπτικά», σημειώνει ο Kinderman και τονίζει: «δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες, αλλά ότι είναι συντριπτικά σημαντικοί».

Μια άρρωστη κοινωνία

Οι εμπειρίες της κοινωνικής απομόνωσης και αποξένωσης, της ανισότητας, της ιδεολογίας του υλισμού και του ίδιου του νεοφιλελευθερισμού, θεωρούνται σήμερα σημαντικές γενεσιουργές αιτίες για τις ψυχικές διαταραχές κι αυτό αντικατοπτρίζεται στους τίτλους πολλών πρόσφατων άρθρων και ομιλιών επί του θέματος από πολλούς ψυχοθεραπευτές και περιλαμβάνουν συζητήσεις για το αν ο «νεοφιλελευθερισμός είναι επικίνδυνος για την ψυχική υγεία» και αν «είναι ο νεοφιλελευθερισμός που μας κάνει να αρρωστήσουμε»;

Η κλινική ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια Jay Watts παρατηρεί στον Guardian ότι «οι ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες είναι τόσο σημαντικοί και, για πολλούς, η κύρια αιτία του πόνου. Η φτώχεια, η σχετική ανισότητα, η ύπαρξη του ρατσισμού, του σεξισμού, του κοινωνικού εκτοπισμού και μιας ανταγωνιστικής κουλτούρας αυξάνουν την πιθανότητα ψυχικής οδύνης. Οι κυβερνήσεις και οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν ενδιαφέρονται για αυτά τα αποτελέσματα, ρίχνοντας τη χρηματοδότηση σε μελέτες που εξετάζουν τη γενετική και τους φυσικούς βιοδείκτες, σε αντίθεση με τις κοινωνικές αιτίες. Ομοίως, υπάρχει ελάχιστη πολιτική βούληση ώστε να συνδυαστεί η αυξανόμενη ψυχική δυσφορία με τις κοινωνικές ανισότητες, αν και ο συσχετισμός είναι ισχυρός και πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι αυτός θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της τρέχουσας επιδημίας ψυχικών ασθενειών».

Υπάρχουν σαφώς πολύ ισχυρά και εδραιωμένα συμφέροντα, που συνειδητά ή ασυνείδητα ενεργούν για να αποκρύψουν ή να αρνηθούν αυτήν τη σχέση, γεγονός που κάνει πιο έντονη την προθυμία στους ψυχαναλυτές και θεραπευτές να αγκαλιάσουν αυτό το ευρύτερο, συναρπαστικό και μετακινούμενο πλαίσιο. Οι ειδικοί συχνά μιλάνε για την κοινωνία, το κοινωνικό πλαίσιο,  την κυρίαρχη ιδεολογία, τους περιβαλλοντικούς καθοριστικούς παράγοντες σε σχέση με τις ψυχικές διαταραχές και τις ασθένειες, αλλά μπορούμε να καταλάβουμε για ποια πτυχή της κοινωνίας μιλούν κυρίως. Και σε αυτό το πλαίσιο είναι μάλλον καιρός να αναφερθούμε στη λέξη ταμπού – τον καπιταλισμό.

Πολλές από τις σύγχρονες μορφές ψυχικής ασθένειας και ατομικής δυσφορίας που αντιμετωπίζουμε και ασχολούμαστε αποδεικνύεται ότι συσχετίζονται και ενισχύονται από τις διεργασίες και τα υποπροϊόντα του καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να πούμε ότι ο καπιταλισμός είναι από πολλές απόψεις ένα σύστημα που παράγει ψυχική ασθένεια – και αν είμαστε σοβαροί και θέλουμε να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο τις επιπτώσεις της ψυχικής δυσφορίας και της ασθένειας, αλλά και τις αιτίες, πρέπει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά αυτό το σύστημα που λέγεται καπιταλισμός. Ακριβέστερα και πιο αναλυτικά πρέπει να δούμε τη φύση της πολιτικής και οικονομικής μήτρας από την οποία προκύπτουν και πώς η ψυχολογία συνενώνεται βασικά με κάθε πτυχή της μήτρας αυτής.

Πανταχού παρούσα νεύρωση

Ίσως ένα από τα πιο προφανή παραδείγματα αυτής της στενής σχέσης μεταξύ καπιταλισμού και ψυχικής δυσφορίας είναι η επικράτηση της νεύρωσης. Όπως ο Joel Kovel, ψυχίατρος και καθηγητής πολιτικών επιστημών, σημειώνει: «Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της νεύρωσης μέσα στον καπιταλισμό είναι ότι είναι πανταχού παρούσα». Στο κλασικό του δοκίμιο «Θεραπεία στον ύστερο καπιταλισμό», ο Kovel αναφέρεται στο «κολοσσιαίο βάρος της νευρωτικής δυστυχίας στον πληθυσμό, ένα βάρος που συνεχώς και προφανώς προδίδει την καπιταλιστική ιδεολογία, η οποία υποστηρίζει ότι ο πολιτισμός των αγαθών προάγει την ανθρώπινη ευτυχία»:

«Εάν, δεδομένου όλου του εξορθολογισμού, της άνεσης, της διασκέδασης και της επιλογής, οι άνθρωποι εξακολουθούν να είναι άθλια, αδυνατούν να αγαπήσουν, να πιστέψουν ή να αισθανθούν κάποια ακεραιότητα στη ζωή τους, θα μπορούσαν επίσης να αρχίσουν να συνάγουν το συμπέρασμα ότι κάτι ήταν σοβαρό λάθος στην κοινωνική τους τάξη».

Υπήρξε επίσης μια συναρπαστική έρευνα που έγινε πρόσφατα από τον Eli Zaretsky (Political Freud) και τον Bruce Cohen (συγγραφέα της Ψυχιατρικής Ηγεμονίας), που έχουν γράψει και οι δύο για τις σχέσεις μεταξύ της οικογένειας, της σεξουαλικότητας και του καπιταλισμού στη δημιουργία νευρώσεων.

Φυσικά ο Μαρξ ήταν ο σπουδαίος αναλυτής της αλλοτρίωσης, δείχνοντας πώς η καπιταλιστική οικονομία παράγει αλλοτρίωση ως μέρος της ίδιας της δομής της – επισημαίνοντας για παράδειγμα πως η αλλοτρίωση «παγιδεύεται» ενσωματωμένη σε προϊόντα, εμπορεύματα. Όπως επισημαίνει ο Pavon Cuellar, «ο Μαρξ ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε ότι αυτή η αλλοτρίωση παίρνει ουσιαστικά περιεχόμενο και ενσαρκώνεται στα πράγματα – στα «προϊόντα». Αυτά τα αγαθά «φετίχ», όπως προσθέτει, φαίνεται να υπόσχονται να επιστρέψουν, όταν καταναλώνονται, το υποκειμενικό-κοινωνικό κομμάτι που χάνεται από τους αποξενωμένους, ενώ παράγουν: «οι αλλοτριωμένοι έχουν χάσει αυτό που φαντάζονται [ή ελπίζουν] φετίχ».

Αυτή η κατανόηση της αλλοτρίωσης είναι πραγματικά το βασικό ζήτημα για τον Μαρξ. Οι άνθρωποι πιθανώς τον γνωρίζουν σήμερα για τη θεωρία του περί Κεφαλαίου – πώς τα ζητήματα εκμετάλλευσης, κέρδους και ελέγχου συνεχώς χαρακτηρίζουν και επανεμφανίζονται στον καπιταλισμό – αλλά το βασικό μέλημα του Μαρξ και αυτό που παραμελείται ή παρερμηνεύεται συνεχώς είναι η άποψή του για την ανθρώπινη δημιουργικότητα και τη σημασία της – την «κολοσσιαία παραγωγική δύναμη» του ανθρώπου, όπως την ονομάζει -και αλλοτριώνει ο καπιταλισμός. Ο Μαρξ αναφέρει αυτήν την εξαιρετική παγκόσμια μετασχηματιστική ενέργεια ως «ενεργό είδος ζωής», αλλά αυτές οι τεράστιες δημιουργικές ενέργειες και μετασχηματιστικές ικανότητες μετατρέπονται στον καπιταλισμό σε κάτι αλλόκοτο, υποδουλωμένο, φετιχοποιημένο.

Μετασχηματισμός της επιθυμίας

Για τον Μαρξ, είναι η αλλοτρίωση και η βαθιά «εξάρθρωση» του ανθρώπινου πνεύματος που χαρακτηρίζει τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Παρομοιάζοντας την κατάσταση αυτή με μια μητέρα που αφού γεννάει, της αφαιρείται αμέσως το μωρό, το οποίο μετατρέπεται σε κάτι ξένο, αλλότριο, κάτι που μοιάζει με κούκλα – με ένα εμπόρευμα.

Πράγματι, ο καταναλωτισμός και ο υλισμός είναι ευρέως αναγνωρισμένοι σήμερα ως βασικοί μοχλοί μιας σειράς προβλημάτων ψυχικής υγείας, από τον εθισμό έως την κατάθλιψη. Όπως σημειώνει ο George Monbiot, «Η αγορά περισσότερων υλικών αγαθών συνδέεται με την κατάθλιψη, το άγχος και τις δυσλειτουργικές σχέσεις. Είναι κοινωνικά καταστροφικό και αυτοκαταστροφικό». Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια Sue Gerhardt έχει γράψει πολύ εύστοχα για αυτή την σχέση, υποδηλώνοντας ότι στις σύγχρονες κοινωνίες συχνά «συγχέουμε την υλική ευημερία με την ψυχολογική ευημερία». Στο βιβλίο της «Η Εγωιστική Κοινωνία» δείχνει πόσο επιτυχώς και αμείλικτα ο καταναλωτικός καπιταλισμός ανασχηματίζει το μυαλό μας και επαναπροσδιορίζει το νευρικό μας σύστημα με τη δική του εικόνα. Γιατί «θα χάναμε μεγάλο μέρος του τι είναι ο καπιταλισμός», σημειώνει, «εάν παραβλέψουμε τον ρόλο του στην εμπορία της επιθυμίας».

Μια άλλη βασική πτυχή του καπιταλισμού και των επιπτώσεών του στην ψυχική ασθένεια είναι φυσικά η ανισότητα. Όπως αναφέρθηκε στην έκθεση του Royal College of Psychiatrists: «Η ανισότητα είναι ένας βασικός καθοριστικός παράγοντας της ψυχικής ασθένειας: όσο μεγαλύτερο είναι το επίπεδο της ανισότητας, τόσο χειρότερα είναι τα αποτελέσματα της ψυχικής υγείας. Τα παιδιά από τα φτωχότερα νοικοκυριά έχουν τριπλάσιο κίνδυνο ψυχικής κακής υγείας από τα παιδιά από τα πλουσιότερα νοικοκυριά. Η ψυχική ασθένεια συνδέεται σταθερά με τη στέρηση, το χαμηλό εισόδημα, την ανεργία, την κακή εκπαίδευση, τη χειρότερη σωματική υγεία».

Ορισμένοι ειδικοί πρότειναν μάλιστα ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός, ως τρόπος σκέψης ή αντίληψης για τον κόσμο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μάλλον «ψυχοπαθητικό» ή παθολογικό σύστημα. Υπάρχουν σίγουρα κάποιες εντυπωσιακές αντιστοιχίες μεταξύ σύγχρονων χρηματοπιστωτικών και εταιρικών συστημάτων και ατόμων που έχουν διαγνωστεί με κλινική ψυχοπάθεια, όπως διαπίστωσαν ορισμένοι αναλυτές.

Ο Robert Hare, για παράδειγμα, μια από τις κορυφαίες μορφές στην ψυχιατρική στον κόσμο και συντάκτης της ευρέως αποδεκτής «λίστας ελέγχου Hare» που χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει την ψυχοπάθεια, παρατήρησε στον δημοσιογράφο Jon Ronson: «Δεν έπρεπε να έκανα την έρευνά μου μόνο στις φυλακές. Θα έπρεπε να είχα περάσει αρκετό καιρό στο Χρηματιστήριο». «Αλλά σίγουρα οι ψυχοπαθείς των χρηματιστηριακών αγορών δεν μπορούν να είναι τόσο κακοί όσο οι ψυχοπαθείς των κατά συρροή δολοφόνων;» ρωτάει ο δημοσιογράφος. «Οι κατά συρροή δολοφόνοι καταστρέφουν τις οικογένειες. Οι εταιρικοί και πολιτικοί ψυχοπαθητικοί καταστρέφουν τις οικονομίες. Καταστρέφουν τις κοινωνίες» απάντησε.

Παθολογικοί φορείς

Αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως ο Joel Bakan γράφει στο βιβλίο του «The Corporation», είναι κρυπτογραφημένα στην ίδια τη δομή των σύγχρονων εταιρειών – είναι μέρος του βασικού DNA τους και modus operandi. «Η νόμιμα καθορισμένη εντολή της εταιρίας είναι να επιδιώκει, αμείλικτα και χωρίς εξαίρεση, το δικό της συμφέρον, ανεξάρτητα από τις συχνά βλαβερές συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει σε άλλους». Ως εκ τούτου, με τον δικό της νομικό ορισμό, η εταιρία είναι ένας παθολογικός θεσμός και ο Bakan παραθέτει τα διαγνωστικά χαρακτηριστικά της προεπιλεγμένης παθολογίας τους (έλλειψη συμπάθειας, επιδίωξη ιδιοτέλειας, μεγαλοπρέπεια, ρηχή επιρροή, επιθετικότητα, κοινωνική αδιαφορία) για να δείξει ποιος είναι ο αξιόπιστος διαταραγμένος ασθενής.

Γιατί όλες αυτές οι σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές πρακτικές και διαδικασίες δημιουργούν τόσες πολλές ασθένειες, τόσες πολλές διαταραχές; Για να απαντήσουμε σε αυτό, πρέπει να κοιτάξουμε πίσω στο ευρύτερο σχέδιο του Διαφωτισμού και στα ψυχολογικά μοντέλα της ανθρώπινης φύσης από τα οποία προέκυψε. Ο σύγχρονος καπιταλισμός εξελίχθηκε μέσα από ένα στενό, «ορθολογικό» συμφέρον – την έννοια του homo economicus. Όπως τονίζει ο Iain McGilchrist, «Ο καπιταλισμός και ο καταναλωτισμός, και οι ανθρώπινες σχέσεις που παράγουν, βασίζονται στη χρησιμότητα, στην απληστία και τον ανταγωνισμό, και ήρθαν να αντικαταστήσουν αυτές που βασίζονται σε αισθητή σύνδεση και πολιτισμική συνέχεια».

Τώρα γνωρίζουμε πόσο λανθασμένο και καταστροφικό είναι αυτό το μοντέλο του εαυτού. Η πρόσφατη νευροεπιστημονική έρευνα για τον «κοινωνικό εγκέφαλο», μαζί με τις συναρπαστικές εξελίξεις στη θεωρία της σύγχρονης προσκόλλησης, την αναπτυξιακή ψυχολογία και τη διαπροσωπική νευροβιολογία, αναθεωρούν σημαντικά και αναβαθμίζουν αυτήν την μάλλον γραφική παλιομοδίτικη άποψη του απομονωμένου «ορθολογικού» ατόμου, αποκαλύπτοντας μια πολύ πιο πλούσια και πιο εξελιγμένη κατανόηση της ανθρώπινης ανάπτυξης και ταυτότητας, μέσω της αυξημένης γνώσης της ενδοεπιλογής του «δεξιού ημισφαιρίου», των ασυνείδητων διαδικασιών, της συμπεριφοράς των ομάδων, του ρόλου της ενσυναίσθησης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και της σημασίας του πλαισίου και της κοινωνικοποίησης.

Όπως παρατηρεί ο νευροεπιστήμονας David Eagleman, ο ίδιος ο ανθρώπινος εγκέφαλος βασίζεται σε άλλους εγκεφάλους για την ίδια του την ύπαρξη και ανάπτυξη – η έννοια του «εγώ», σημειώνει, εξαρτάται από την πραγματικότητα του «εμείς»: Είμαστε ένας απλός τεράστιος οργανισμός, ένα νευρωνικό δίκτυο ενσωματωμένο σε έναν πολύ μεγαλύτερο ιστό νευρωνικών δικτύων. Οι εγκέφαλοί μας είναι τόσο ριζικά συνδεδεμένοι ώστε να αλληλεπιδρούν, ότι δεν είναι καν σαφές, που ο καθένας από μας αρχίζει και που τελειώνει. Το ποιος είστε εσείς έχει να κάνει με το ποιοι είμαστε εμείς. Η αλήθεια είναι ότι χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον.

«Δεν υπάρχει κανένας μοναδικός εγκέφαλος», παρατηρεί ο Louis Cozolino, «οι εγκέφαλοι υπάρχουν μόνο μέσα σε δίκτυα άλλων εγκεφάλων». Μερικοί μάλιστα έχουν ορίσει αυτή τη νέα νευρολογική και επιστημονική κατανόηση των βαθιών μοτίβων αλληλεξάρτησης, της αμοιβαίας συνεργασίας και του κοινωνικού εγκεφάλου ως «Νευρο-μαρξισμό».

Ο καπιταλισμός φαίνεται να έχει τις ρίζες του σε ένα ριζικά παραμορφωμένο, αφελές και ντεμοντέ μοντέλο του δέκατου έβδομου αιώνα για το ποιοι είμαστε. Προσπαθεί να μας κάνει να σκεφτούμε ότι είμαστε απομονωμένοι, αυτόνομοι, ανταγωνιστικοί, αποσαφηνισμένοι. Η βλάβη που αυτή η άποψη του εαυτού μας έχει κάνει είναι ανυπολόγιστη.

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν και ενθαρρύνονται να πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα και οι διαταραχές – ψύχωση, σχιζοφρένεια, άγχος, κατάθλιψη, αυτοτραυματισμός – αυτά τα συμπτώματα ενός «άρρωστου κόσμου» είναι δικά τους. «Αλλά τι γίνεται αν το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ζούμε σε λανθασμένη κοινωνία;» ρωτά ο Tom Syverson. Ίσως ο Adorno ήταν σωστός όταν είπε, «λάθος ζωή δεν μπορεί να ζήσει σωστά».

Η ρίζα αυτού του «ζει κακώς» φαίνεται να είναι επειδή ζούμε σε ένα κοινωνικό και οικονομικό σύστημα αντίθετο τόσο με την ψυχολογία όσο και με τη νευρολογία μας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο εσωτερικός και ο εξωτερικός μας κόσμος αλληλεπιδρούν διαρκώς και βαθιά μεταξύ τους και ότι, επομένως, αντί να διαχωρίζουμε την κατανόηση των οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών από την κατανόηση της ψυχολογίας και της ανθρώπινης ανάπτυξης, χρειαζόμαστε να τα συσχετίσουμε, να τα ευθυγραμμίσουμε. Και για να συμβεί αυτό, χρειαζόμαστε έναν νέο διάλογο μεταξύ του πολιτικού και του προσωπικού κόσμου, ένα νέο ολοκληρωμένο πρότυπο για την ψυχική υγεία και μια νέα πολιτική.

Πηγή:http://tvxs.gr

Picture2

Την περασμένη Τρίτη η κυρία Βασιλική Αθυρίδου-Αβαροπούλου έκλεισε τα 106 χρόνια. Συμπτωματικά, την ίδια ημέρα έμαθε ότι το παγκόσμιο κέντρο για τη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος Yad Vashem σκοπεύει να τιμήσει την ίδια και τον εκλιπόντα σύζυγό της Κωνσταντίνο Αθυρίδη με τον τίτλο του Δικαίου των Εθνών, γιατί κατά την Κατοχή έκρυψαν μία οικογένεια εβραίων. Η ζωή της διατρέχει την ιστορία της Θεσσαλονίκης από την απελευθέρωση, την πυρκαγιά του 1917 και την Κατοχή μέχρι τα γλέντια των παλαιών Θεσσαλονικέων.

Συνέντευξη στη Σοφία Χριστοφορίδου || Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» 3/9/2017

Η κυρία Βασιλική γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1911, όταν η Θεσσαλονίκη ήταν ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τον Οκτώβριο του 1912, όταν ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη, “η μητέρα μου με πήρε αγκαλιά, μου έβαλε και μία σημαία στο χέρι και πήγαμε να υποδεχτούμε τον ελληνικό στρατό που θα περνούσε, με το βασιλιά και το διάδοχο, κι εγώ, όπως μου έλεγαν, έπαιζα με τη σημαία, χαιρετούσα, ήμουν όλο χαρά”. Ίσως γι’ αυτό στα παιδικά τους παιχνίδια υποστήριζε το βασιλιά, σε αντίθεση με την αδερφή της που “ήταν με τον Βενιζέλο”. Πάντως η οικογένεια διάβαζε καθημερινά τη βενιζελική “Μακεδονία”, μιας και υπήρχαν φιλικές σχέσεις με τον ιδρυτή της εφημερίδας Κωνσταντίνο Βελλίδη.
Η οικογένεια έμενε αρχικά στην Απελλού και αργότερα στην περιοχή του Ιπποδρομίου, ανάμεσα σε μουσουλμάνους και εβραίους. “Ο τούρκος μπακάλης μάς έδινε μπίλιες να παίζουμε. Η μαμά μου, Αντιγόνη, έκανε παρέα με τις Τουρκάλες, έμαθε και τουρκικά. Της έδιναν φρέσκα αυγά για εμάς που ήμασταν μωρά. Το 1921 πήγαμε σε ένα σπίτι στην οδό Μιαούλη, εκεί έμεναν όλο εβραίοι και κάναμε παρέα με εβραιοπούλες, αυτές ήξεραν γαλλικά, εγώ πήγαινα στο γαλλικό σχολείο και έτσι τα βρίσκαμε”.

Η φωτιά του 1917

Θυμάται ακόμα και την ημέρα της μεγάλης πυρκαγιάς του 1917. “Ήμουν έξι χρόνων τότε. Μόλις είχαμε βγει από τα λουτρά Ισλαχανέ, κοντά στου Κεμάλ το σπίτι, είδαμε καπνό και φλόγες κοντά στον Άγιο Δημήτριο. Το βράδυ που κατέβηκε η φωτιά, ο μπαμπάς μου ειδοποίησε και ήρθαν άγγλοι αξιωματικοί της Αντάντ, μας πήραν αγκαλιά και με τις νυχτικιές όπως ήμασταν μας πήγαν στα εβραίικα μνήματα, εκεί που είναι το πανεπιστήμιο τώρα, για να προστατευτούμε. Εκεί κοιμηθήκαμε δυο βραδιές”. Η φωτιά κατέστρεψε το εργοστάσιο ποτοποιίας της οικογένειας Αβαρόπουλου, δίπλα από το μέγαρο Στάιν και η μονάδα μεταφέρθηκε στα Λαδάδικα, κάτω από το ξενοδοχείο “Μινέρβα”.

Η υποδοχή των προσφύγων

Ο πατέρας της Ευστράτιος Αβαρόπουλος είχε γεννηθεί στην Αρετσού της Μικράς Ασίας και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1905, για να ανοίξει ένα παράρτημα του εργοστασίου ποτοποιίας, που διατηρούσε η οικογένεια στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η μητέρα της κατέβαινε κάθε μέρα στο λιμάνι και βοηθούσε τις οικογένειες που έφταναν στη Θεσσαλονίκη να εγκατασταθούν στα σπίτια που άφηναν πίσω τους οι Τούρκοι που εγκατέλειπαν την πόλη, ενώ είχε μετατρέψει τον πρώτο όροφο του δικού της σπιτιού σε ξενώνα προσφύγων. “Μία μέρα, μας είπε η μαμά μου, κατέβηκε μία μητέρα με ένα κοριτσάκι στη δική μου ηλικία και μία κοπελίτσα που σπούδαζε φαρμακοποιός, η οποία πάνω στην απελπισία της βούτηξε στη θάλασσα να πνιγεί. Αμέσως έτρεξαν και έβγαλαν την κοπέλα. Τους φιλοξενήσαμε έναν μήνα μέχρι να βρουν σπίτι. Η μαμά μου γνώριζε τον Πεντζίκη και στο φαρμακείο του έβαλε την κοπελίτσα να δουλέψει, και έτσι βολεύτηκαν”.

Ο πόλεμος και η Κατοχή

“Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, ο άντρας μου πήγε στο μέτωπο και γύρισε έπειτα από έξι μήνες. Μου έστελνε επιστολικά δελτάρια και κάθε φορά κοιτούσα στο χάρτη να δω πού βρισκόταν” θυμάται. H κυρία Βασιλική κατατάχτηκε στους “Φίλους του Στρατού” και γυρνούσε στις γειτονιές καταγράφοντας τις ανάγκες των οικογενειών που άφησαν πίσω τους οι φαντάροι που πολεμούσαν στην Αλβανία. Τις πρώτες ημέρες του πολέμου “ακούγαμε τα ιταλικά αεροπλάνα και τρέχαμε να κρυφτούμε σε ένα όρυγμα που είχαμε στον κήπο, τότε μέναμε στην Κηφισιά. Έπεσαν δύο βόμβες πολύ κοντά μας και τρομοκρατηθήκαμε”.
Ο σύζυγός της επέστρεψε από το μέτωπο και κρύφτηκε στα Κουφάλια, γιατί στο μεταξύ είχαν εισβάλει οι Γερμανοί στην πόλη, και ζήτησε από την οικογένειά του να του φέρει πολιτικά ρούχα, για να μην κινδυνέψει φορώντας τη στολή του στρατιώτη. “Το μαγαζί μας με τα εδώδιμα αποικιακά είχε αδειάσει, κάθε μέρα έπεφτε η αξία των χρημάτων, πήγαμε στην Αθήνα και φορτώσαμε σε καΐκι εμπορεύματα”.
Το σπίτι της στην εξοχή επιτάχθηκε από τους Γερμανούς για να χρησιμοποιηθεί ως αναρρωτήριο. Μια μέρα ήρθαν και την ειδοποίησαν ότι τη νύχτα κάποιοι έβγαλαν τις πόρτες και τα παράθυρα από το σπίτι, θύμωσε ο Γερμανός που ήταν υπεύθυνος και απειλούσε σε αντίποινα να ξεσπιτώσει όσους κατοικούσαν τριγύρω και θα σκότωνε τους δράστες. “Με παρακάλεσαν να μιλήσω στον Γερμανό. Έτρεμα από το φόβο αλλά τον παρακάλεσα, του είπα ότι είμαι η νοικοκυρά του σπιτιού και ότι ίσως ήθελαν να εκδικηθούν εμάς. Ο Θεός τον φώτισε και είπε ότι ‘τους συγχωρώ, έκαναν ζημιά και σε σας, ας μείνουν οι οικογένειες στα σπίτια τους’. Όταν βγήκα έξω με φιλούσαν”.
Για το Μαύρο Σάββατο του 1942, όταν οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους εβραίους της Θεσσαλονίκης στην πλατεία Ελευθερίας, τους βασάνισαν και τους εξευτέλισαν, η κ. Αθυρίδου θυμάται πως “βγήκαν στα μπαλκόνια απέναντι από την πλατεία αυτοί που συμπαθούσαν τους Γερμανούς και οι γυναίκες τους, και κορόιδευαν τους εβραίους”.

Η διάσωση των εβραίων

Ήταν αρχές Φθινοπώρου του 1944, λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών. Η στάση των κατακτητών είχε σκληρύνει πολύ και απειλούσαν με άμεσο τουφεκισμό όποιον έκρυβε εβραίους. Στο σπίτι των Αθυρίδηδων φτάνει ένας εβραίος φίλος της οικογένειας και παρακαλεί να κρύψουν τα δυο του παιδιά. Η μητέρα της κυρίας Βασιλικής είπε “φέρε τα, κάτι θα κάνουμε”. Τα πήγε με το τραμ μέχρι το παλιό σχολείο της κόρης της, το Καλαμαρί και παρακάλεσε τις καλόγριες να κρύψουν τα παιδιά. Εκείνες έβαλαν τον όρο τα παιδιά να γίνουν καθολικά, αλλά δεν μπορούσε μόνη της να πάρει τέτοια απόφαση. Στη συνέχεια συνεννοήθηκε με κάποιον φίλο της οικογένειας, έναν γιατρό ονόματι Τζηρίτη, που έμενε στην Ερμού, ο οποίος έκρυψε τα δύο παιδιά, ώσπου να τελειώσει ο πόλεμος.
“Ένα βράδυ κατά τις 10 ακούμε να μας χτυπούν την πόρτα. Ήταν ο Μάρκος Ασσαέλ με το γιο του, τους ήξερε ο άντρας μου από την αγορά. Του λέει ‘κύριε Κώστα, σε παρακαλώ, μας πρόδωσαν στο σπίτι που κρυβόμασταν, τέσσερις ώρες περπατούμε στα χωράφια, αν μπορείτε να μας δεχτείτε. Βγήκα στο παράθυρο κι εγώ και είπα έλα, κύριε Μάρκο, πες στις γυναίκες να έρθουν. Ήταν πέντε άτομα σε ένα δωμάτιο, είχα και τους γονείς μου και τα παιδιά στο σπίτι. Ο γιος μου ο Γρηγόρης ήταν 10 χρόνων και φοβόμασταν ότι θα του ξέφευγε το μυστικό. Είπε ο άνδρας μου να μην πάει σχολείο, έβαλε τα κλάματα το παιδί και τελικά του είπαμε ότι είναι φίλοι μας, αλλά του κρύψαμε ότι ήταν εβραίοι. Αυτές τις 15 μέρες που έμειναν σε εμάς είχαμε μια αγωνία… Μία μέρα έρχεται χαρούμενος ο άνδρας μου με μία σαμπάνια, λέει ‘έλα, κύριε Μάρκο, να το γιορτάσουμε, ετοιμάσου για το σπίτι του. Μόλις το άκουσε έφυγε κατευθείαν, με τις παντόφλες στα πόδια, πήγε στο σπίτι του, αλλά το σπίτι το είχαν ‘επιτάξει’ κάποιοι και δεν έβγαιναν” θυμάται η κυρία Βασιλική.
Για αυτή τους την πράξη το Yad Vashem τίμησε τη Βασιλική Αθυρίδου και τον εκλιπόντα σύζυγό της Κωνσταντίνο με τον τίτλο “Δίκαιοι των Εθνών”. Η τελετή προγραμματίζεται να γίνει εντός του 2017.

 

 

Η ζωή στην παλιά Θεσσαλονίκη

“Η Θεσσαλονίκη ήταν πολύ όμορφη. Θυμάμαι τους μιναρέδες στην πόλη όπου ανέβαιναν οι Τούρκοι κι έλεγαν προσευχές. Είχε και πολλές συναγωγές” λέει. Η κυρία Βασιλική έχει πολλές εικόνες από την πόλη.

“Πιο κάτω από τον Λευκό Πύργο είχε σκαλοπάτια, νοίκιαζε βαρκούλες ο μπαμπάς μας να μας γυρίζει παντού. Πηγαίναμε στα καφενεδάκια του Καραμπουρνού για καφέ, λουκούμια και βανίλιες”.
“Για μπάνιο υπήρχε το Μπεχτσινάρ, όπου υπήρχε και ένας ωραιότατος κήπος, είχε χώρο για ιππασία για τις κυρίες από τα προξενεία, και τι δεν είχε! Για να κάνουμε μπάνιο υπήρχαν από εδώ παραγκούλες για τις γυναίκες, πιο μακριά για τους άντρες και στη μέση μία βάρκα με έναν ναύτη να σφυρίζει αν κάποιος πήγαινε προς την ‘απαγορευμένη’ πλευρά. Δεν ήταν μιξ το μπάνιο, αλλά καμιά φορά οι τολμηροί πήγαιναν στην πλευρά των κοριτσιών”.
“Στην Αριστοτέλους, εκεί που ήταν η σχολή Αλιάνζ και σήμερα το ξενοδοχείο ‘Ηλέκτρα’, το 1932 είχε 4-5 κινηματογράφους είχε και χώρο για πατινάζ, ήταν πολύ ωραία. Στη Φλέμιγκ υπήρχε ένας πολύ μεγάλος χώρος για θερινό θέατρο και βλέπαμε την Γκόλφω, τη Μέλπω και δεν ξέρω τι άλλο. Εκεί είδα και τη Μαρίκα Νεζερ”. Πηγαίναμε και στο θέατρο του Λευκού Πύργου. Μια φορά, πριν από τη δικτατορία, ήμουν με τον άνδρα μου στη Ροτόντα, τότε δεν είχε γίνει εκκλησία και βλέπαμε θέατρο. Πετιέται ένας κύριος και λέει ‘ντροπή σας στο άγιο αυτό μέρος κάνετε θέατρο; Να διαλυθείτε. Η παράσταση συνεχίστηκε βέβαια, αλλά ντροπιαστήκαμε”.
“Εγώ είμαι πολύ του χορού και του τραγουδιού, έπαιζα και πιάνο. Ευτυχώς αγαπούσε αυτή τη ζωή και ο άντρας μου, αγαπούσε τα ταξίδια, τους χορούς, τις συντροφιές. Πηγαίναμε σε μεγάλους χορούς, στο “Μεντιτερανέ”, στη Λέσχη Συντακτών, στο “Σπλέντιτ πάλας” στην Εθνικής Αμύνης. Ήμασταν όλοι μαζί, τι θα πει χριστιανός και εβραίος; Κάθε Πέμπτη είχε jour fixe στο Λουξεμβούργο, η Τζίλντα έπαιζε το βιολί. Εκεί κι αν δεν χόρεψα βαλς!”
Μία εφημερίδα της εποχής έκανε μία διαφήμιση για την ποτοποιία Αβαρόπουλου, του πάτερα της κυρίας Βασιλικής. Η οδός Καλαποθάκη, όπου βρίσκεται το Μέγαρο Στάιν και τότε βρισκόταν το εργοστάσιό της οικογένειας Άβαροπουλου, τότε λεγόταν Βουλγαροκτόνου. Έλεγε λοιπόν η ρεκλάμα “Στην οδό Βουλγαροκτόνου και στου Στάιν τη σειρά, στους Αφούς Αβαροπούλου, πήγατε καμιά φορά; Κι αν δεν πήγατε, να πάτε, γιατί τρέχουν οι πελάται, σαν τη μέλισσα στο μέλι. Κι αν απ’ τα κρασιά τους πιείτε, έναν αιώνα θε να ζείτε”. Τελικά η κόρη του ποτοποιού απέδειξε ότι η διαφήμιση δεν ήταν καθόλου υπερβολική.

Πηγή:https://sofistories.com

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ/ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Σάββατο 23/9 Συζητήσεις (θα υπάρχει μετάφραση στη νοηματική) 6:00 μ.μ. Θεματικό εργαστήρι στο χώρο των κινημάτων πόλης & της τοπικής αυτοδιοίκησης:"Kαλοδεχούμενοι οι μετανάστες και οι...