ΜΕΛΕΤΕΣ - ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η Σόντος μόλις 28 χρόνων, που εκτοπισμένη ζούσε σε προσφυγικό καταυλισμό, αγκάλιασε χθες τα τρία της παιδιά, μέσα στην σκηνή και έβαλε φωτιά. Ούτε οι κραυγές τού μόλις ενός μηνός βρέφους της, στάθηκαν ικανές να την σταματήσουν. Είχαν μείνει όλοι τους, τρεις μέρες, χωρίς φαγητό και δύο κοριτσάκια δίπλα τους, είχαν πεθάνει από το κρύο, πριν από δύο ημέρες.

Ποια να ήταν άραγε η τελευταία σκέψη της, πριν καεί ζωντανή μαζί με τα παιδιά της;

Ίσως, να σκέφτηκε ότι τελικά θα πεθάνουν σύντομα ούτως ή άλλως, γιατί να παρατείνουν τα βάσανα και τη δυστυχία τους; Ή, ίσως, να σκέφτηκε ότι ο Θεός είναι πιο φιλεύσπλαχνος από τον ΟΗΕ, τη συριακή κυβέρνηση, τους Ρώσους, τους Αμερικανούς, τους Ιρανούς και τους Ιορδανούς, που περιβάλλουν αυτό το άθλιο στρατόπεδο προσφύγων Ρούκμπαν στη νότια Συρία με τα όπλα και τις στρατιωτικές τους βάσεις;

Μπορεί και να είχε χάσει τα λογικά της. Αλλά, πόσο λογικός μπορεί να είναι οποιοσδήποτε στην περιοχή αυτή, η οποία επιπλέει σε μια θάλασσα αίματος; Τι χρειάζεται κάποιος ώστε να παραμείνει λογικός στη μέση αυτής της τρέλας;

Γιατί πρέπει, όμως, να κατηγορήσει κάποιος την Σάντος ως υπαίτια της ανείπωτης τραγωδίας και να μην στραφεί προς τις υπηρεσίες του ΟΗΕ που υποτίθεται ότι προσφέρουν στους πρόσφυγες τροφή, καύσιμα για θέρμανση, καταλύματα και ιατρική περίθαλψη; Γιατί να μην κατηγορηθούν και οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις που περιβάλλουν το στρατόπεδο και άφησαν ελεύθερους τους μαυραγορίτες να ανεβάσουν την τιμή των τροφίμων και των καυσίμων τέσσερις φορές πάνω από την τιμή που έχουν, σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Συρίας;

Γιατί να μην κατηγορηθεί και ο αμερικανικός στρατός, ο οποίος είναι έτοιμος να δαπανήσει τρισεκατομμύρια δολάρια σε πολέμους εκτός συνόρων αλλά, όταν απειλείται η ανθρώπινη ζωή και η αξιοπρέπεια, κλείνει τα μάτια του;

Δεν έχουν όλοι αυτοί κάποιο μερίδιο ευθύνης για την αυτοκτονία της Σάντος Φατουλάχ, που κάηκε μαζί με τα τρία της παιδιά από δυσβάσταχτη απελπισία;

Τουλάχιστον η Σόντος σκόπευε να σκοτώσει το σώμα της για να διατηρήσει την ψυχή της, αλλά οι υπόλοιποι, όλοι εκείνοι που στέκονταν άπραγοι, παρακολουθώντας το πόνο της, δεν είναι συνεργοί ή ίσως ακόμη και ηθικοί αυτουργοί;

Γιατί κάποιος δεν σταματά αυτή την τραγωδία που συνεχίζεται εδώ και οκτώ χρόνια; Δεκαπέντε εκατομμύρια άνθρωποι είναι είτε πρόσφυγες είτε εκτοπισμένοι και πάνω από μισό εκατομμύριο έχουν χάσει τη ζωή τους. Τα πάντα καταστρέφονται γύρω τους. Πόσο ακόμη περισσότερο πρέπει να πληρώσει ο συριακός λαός;

Δεν έχουν δικαίωμα αυτοί οι άνθρωποι να ζήσουν σε ασφαλές περιβάλλον, να ξαναφτιάξουν τα σπίτια τους και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους; Δεν μπορούν να έχουν, επιτέλους, μια αξιοπρεπή ζωή;

Πόσοι πρόσφυγες, όπως η Σόντος πρέπει να καούν; Πόσοι νέοι άνδρες και γυναίκες πρέπει να πνιγούν στη Μεσόγειο για μια ασφαλή ζωή στην Ευρώπη; Πόσοι άνθρωποι, ακόμη, πρέπει να χάσουν τη ζωή τους στα πεδία της μάχης και κάτω από τα ερείπια των σπιτιών τους; Ο συριακός λαός δεν αποτελείται από εγκληματίες και τρομοκράτες – όλοι, όπως η Σόντος, θέλουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια ή να πεθάνουν ζητώντας δικαιοσύνη για τη ζωή που κάποιοι τους στέρησαν.

 Πηγή:http://insideoutborders.com

της Νίνας Γεωργιάδου

Όταν ο χρυσός της Μακεδονίας, ξεπουλήθηκε στην Eldorado για ένα κομμάτι ψωμί, μαζί με την περιβαλλοντική ανασκολόπηση της Χαλκιδικής, πόσο μία και πόσο ελληνική ήταν η Μακεδονία;
Όταν οι ΜΑΤατζήδες σακάτευαν γέρους στις Σκουριές και μπούκαραν στα σπίτια, σαν στρατός κατοχής, πού είχες κρύψει τη σάρισα;

Η Ειρήνη Γκίνη (ή Μίρκα Γκίνοβα)* γεννήθηκε το 1916 (αλλού αναφέρεται ως ημερομηνία γέννησής της, το 1923) στο χωριό Ξανθόγεια (Ρουσίλοβο) του νομού Πέλλας. Ο πατέρας της, Κονσταντίν Γκίνοβ, είχε λάβει μέρος στην αντι-οθωμανική εξέγερση του Ίλιντεν των Σλάβων της Μακεδονίας, το 1903.
Η ίδια μεγάλωσε μέσα σε δύσκολες συνθήκες, ορφανή από μητέρα από πολύ μικρή ηλικία, αλλά κατάφερε να σπουδάσει στο διδασκαλείο νηπιαγωγών της Καστοριάς και να γίνει νηπιαγωγός/δασκάλα. Αν και για χρόνια δεν διοριζόταν σε σχολεία λόγω καταγωγής, από το φασιστικό καθεστώς Μεταξά, τελικά τα κατάφερε να διοριστεί κατά το σχολικό έτος ακριβώς πριν το ξέσπασμα του ελληνο-ιταλικού πολέμου. Έτσι, δίδαξε σε χωριά του νομού Πέλλας.

του Βασίλη Παπαστεργίου

Φυσικά και δεν θα κατέβω στο συλλαλητήριο. Όχι μόνο γιατί δεν μου αρέσει να συγχρωτίζομαι με χρυσαυγίτες ούτε γιατί δεν θέλω να τεθώ υπό την περιφρούρηση της “Πατριωτικής Ένωσης Ελληνική Λαϊκή Συσπείρωσις-ΕΛ.ΛΑ.Σ.” του κ. Οδυσσέα Τηλιγάδα, αν και νομίζω ότι αυτοί θα ήταν ήδη επαρκείς λόγοι για κάθε εχέφρονα άνθρωπο.

Εγώ δεν θα πάω για ένα άλλο λόγο. Γιατί δεν συμφωνώ με το αίτημά του.
Είμαι δηλαδή υπέρ της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας με το όνομα Μακεδονία ή με μια σύνθετη ονομασία που θα περιέχει αυτό τον όρο.

Η Ζάχρα | Φωτογραφία: Αγγελική Σταματάκη

Η «Εφ.Συν.» αναδημοσιεύει σε τακτικά διαστήματα από το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων ιστορίες προσφύγων και μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα και, με όλες τις ευκολίες και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, έχουν καταφέρει να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία.

Σαφάρ στα φαρσί σημαίνει ταξίδι. Είναι η λέξη που στην παρακάτω ιστορία είχε τις περισσότερες αναφορές. Η Ζάχρα, 35 ετών, και ο Αλί, 38, είναι ζευγάρι και έχουν ένα παιδί, τον 7χρονο Αχούρα.

Ήρθαν από το Ιράν στην Ελλάδα το 2016 – 2017. Ταξίδεψαν χωριστά, έφτασαν όμως στον ίδιο προορισμό. Πρώτος ο Αλί έφτασε στη Λέσβο και στη Μόρια τον Οκτώβριο του 2016. Μετά από ένα διάστημα δέκα μηνών έφτασε και η Ζάχρα με τον γιο τους.

Ταξίδι στο άγνωστο

Αλί: «Η Ελλάδα δεν ήταν πράγματι η πρώτη επιλογή μας. Αυτά που μαθαίναμε στις ειδήσεις για τη χώρα ήταν τρομερά. Ειδικά για την οικονομική κρίση. Η προσαρμογή στην Αθήνα ήταν απροσδόκητα εύκολη. Τα δέντρα, τα κτίρια, η αρχιτεκτονική, η αισθητική πόλης μοιάζει πολύ στην πόλη του Σεράζ.

»Έχω διαβάσει πολύ για την ελληνική ιστορία και μπορώ να βρω αρκετές συνδέσεις με το Ιράν. Ο ελληνικός πολιτισμός επέδρασε στην παγκόσμια ιστορία. Στη φιλοσοφία, στις επιστήμες, σε όλα τα πολιτισμικά πεδία. Ακόμα και ο πόλεμος με την Ελλάδα (σ.σ. αναφέρεται στους περσικούς πολέμους) συνετέλεσε στην αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο πολιτισμών.

»Στην οικογένειά μου λέω πως εδώ (σ.σ. η Αθήνα) είναι σαν το Σεράζ (σ.σ. η πόλη του Ιράν από όπου έρχονται). Δεν ξέρω εάν η Ελλάδα θα παραμείνει πατρίδα μου, όμως οπουδήποτε στον κόσμο και εάν ταξιδέψω θα νιώθω ότι είναι κομμάτι μου.

»Έχω κάνει πολλά ταξίδια. Αυτό το ταξίδι δεν ήταν κάτι που ήθελα να κάνω. Αναγκάστηκα. Και δεν ήταν οργανωμένο. Ήθελα να φύγουμε. Και φύγαμε όπως όπως. Φτάσαμε με βάρκα στη Λέσβο…»

Το συνειδητό ρίσκο του ταξιδιού και η επιβίωση στις δομές φιλοξενίας

Αλί: «Όταν μπαίνεις στη βάρκα γνωρίζεις πως ή θα πεθάνεις ή θα ζήσεις. Μπορεί να σε σκοτώσει ο διακινητής, μπορεί να σε πνίξει η θάλασσα. Είναι ένα ταξίδι με ρίσκο. Κι είναι μία πραγματικότητα την οποία αντιμετωπίσαμε.

»Οι στιγμές που μας καθήλωσαν, όμως, ήταν κατά την εμπειρία μας στη Μόρια. Εκεί δεν ήταν το μαχαίρι του διακινητή ο κίνδυνος. Εκεί ο θάνατος ήταν πιο αργός. Ο φόβος που νιώθαμε ήταν πολύ χειρότερος από αυτόν που νιώθαμε στη θάλασσα. Το βράδυ πέφταμε για ύπνο με τη σκέψη ότι θα ξυπνήσουμε το πρωί από φωτιά στη σκηνή. Το είδα με τα μάτια μου.

»Ένα βράδυ ξύπνησα από τις φωνές. Η διπλανή σκηνή είχε πάρει φωτιά. Εκεί ζούσε μία οικογένεια με μικρά παιδιά. Είδα παιδιά να έχουν πάρει φωτιά. Σηκώθηκα αμέσως για να μαζέψω και να διπλώσω τη σκηνή μου μην πιάσει και τον παραδίπλα. Από τότε κάθε φορά που έπεφτα για ύπνο σκεφτόμουν ότι το επόμενο πρωινό μπορεί και να μην ξυπνήσω. Αυτό το αίσθημα είχα συνέχεια στη Μόρια…

»Εκεί έμεινα για 10 μήνες. Εγώ ταξίδεψα μόνος. Η Ζάχρα και ο γιος μας, ο Αχούρα, ταξίδεψαν μετά από εμένα. Όλοι μαζί στη Μόρια μείναμε για έναν μήνα και μετά για πέντε μήνες στο Καρά Τεπέ.»

Ζάχρα: «Στο Καρά Τεπέ είχαμε ασφάλεια. Εκεί τα προβλήματα ήταν άλλα. Δεν είχαμε ηλεκτροδότηση, υπήρχε ακραία υγρασία και γενικότερα, όταν έκανε κρύο ή ζέστη, αυτό το ζούσαμε στον υπέρτατο βαθμό. Έπειτα ήρθαμε στη Μαλακάσα και στην Αθήνα.

»Στη δομή της Μαλακάσας μείναμε για τρεις μήνες. Εκεί ήταν συγκριτικά καλύτερα. Το να έχεις δικό σου μπάνιο, δική σου τουαλέτα, ζεστό νερό, ρεύμα για να μπορέσεις να μαγειρέψεις, είναι μια πολυτέλεια που σε κάνει να χαμογελάς. Όμως, εκεί δεν υπήρχε ασφάλεια. Όποιος ήθελε έμπαινε κι όποιος ήθελε έβγαινε.

»Κάποια στιγμή έπιασε φωτιά σε ένα κοντέινερ. Η πυροσβεστική ήρθε, αλλά παρέμεινε απ’ έξω από τη δομή. Και πιάσαμε εμείς τους κουβάδες να τη σβήσουμε…

»Το άλλο πρόβλημα ήταν η διαχείριση του camp. Δεν υπήρχε κανείς. Οι άνθρωποι ήμασταν μόνοι μας. Υπήρχαν Άραβες, Ιρανοί, Αφγανοί που δεν καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο. Και είναι λογικό. Τόσοι διαφορετικοί πολιτισμοί και λαοί. Αυτή η συνθήκη δημιουργούσε εντάσεις μεταξύ των ανθρώπων. Και οι εντάσεις μάς προξενούσαν μεγάλη ανασφάλεια.»

Η πρωτότυπη ασχολία

Η Ζάχρα και ο Αλί φτιάχνουν τσάντες, θήκες τηλεφώνου και διάφορα άλλα πράγματα χρησιμοποιώντας για υλικό σωσίβιες λέμβους από τη Λέσβο. Παραδέχονται ότι αυτή η ασχολία λειτουργεί αγχολυτικά για εκείνους.

Ζάχρα: «Το επάγγελμα του Αλί πίσω στο Ιράν ήταν ηλεκτρολόγος. Εγώ έχω τελειώσει ψυχολογία. Είχαμε αυτήν την ιδέα. Να ασχολούμαστε με κάτι που μας αποφορτίζει. Το ύφασμα το παίρνουμε από τις σωσίβιες λέμβους στα νησιά. Φτιάχνουμε σακίδια, θήκες τηλεφώνων, αξιοποιούμε όπως μπορούμε το υλικό που προμηθευόμαστε. Είναι κρίμα όλο αυτό το πλαστικό να μείνει στη θάλασσα.

»Όταν δουλεύουμε πάνω σε αυτά τα αντικείμενα (σ.σ. σωσίβιες λέμβοι), τότε φέρνω στο μυαλό μου τις εικόνες από το ταξίδι. Είναι χαραγμένο μέσα μας. Προσπαθούμε να κρατήσουμε κάτι θετικό από όλο αυτό. Αυτό το υλικό που δουλεύουμε σήμερα, κάποτε μας έσωσε. Και σήμερα βγάζουμε κάτι θετικό από όλη αυτήν την ιστορία. »

Μακριά από ένα καθεστώς καταπίεσης

Η οικογένεια σήμερα ζει ήσυχα στην πόλη. Η Ζάχρα έχει απομακρύνει τη μαντήλα από τη στιγμή που άφησε την πατρίδα της. Όπως λένε και οι δύο, προσπαθούν να χτίσουν προοπτική για την οικογένειά τους μακριά από ένα καταπιεστικό καθεστώς.

Αλί: «Στο Ιράν δεν υπάρχει ο πόλεμος που υπάρχει στη Συρία ή στο Αφγανιστάν. Αλλά κάθε μέρα εκεί μοιάζει σαν αγώνας για επιβίωση. Ο κόσμος είναι μόνιμα σε ένταση με το κράτος και τους αυταρχικούς νόμους.

»Το κράτος λειτουργεί με αφόρητη καταπίεση. Το κράτος αποφασίζει τι θα φορέσεις, τι θα πιστεύεις και τι θα σκεφτείς. Εάν η οικογένεια έχει ασπαστεί τη θρησκεία, εσύ δεν έχεις άλλη επιλογή. Εάν ένας άνθρωπος απαρνηθεί τη θρησκεία, τότε η ποινή από το Ιράν είναι θάνατος.»

Ζάχρα: «Σήμερα ζούμε λίγο μακριά από το κέντρο, αλλά η γειτονιά είναι πολύ φιλική. Το παιδί μας έχει γραφτεί στην Α’ Δημοτικού μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά της περιοχής. Οι δάσκαλοί του το φροντίζουν, είναι κοντά του και το μαθαίνουν. Όλοι είναι Έλληνες στην τάξη. Εκτός από τον Αχούρα που είναι φαρσόφωνος και ένα παιδί που είναι αραβόφωνο (σ.σ. ο μικρός κοκκινίζει αντιλαμβανόμενος πως μιλάμε για εκείνον) .

»Ο Αχούρα κάθεται με τις ώρες και μαθαίνει ελληνικά τραγούδια και μετά τα τραγουδάει σπίτι. Τα Χριστούγεννα, μάλιστα, συμμετείχε και στη θεατρική ομάδα της τάξης του. Όταν ο μικρός είναι σχολείο, εμείς πηγαίνουμε για μαθήματα ελληνικών. Το μεσημέρι, όμως, θα είμαστε στο σχολείο για να τον πάρουμε και να πάμε σπίτι.»

Αλί: «Μου λείπει η πόλη μου, η πατρίδα μου. Αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω ποτέ όσο είναι αυτή η κυβέρνηση εκεί. Μακάρι να επιστρέψω κάποτε στην πατρίδα μου και να ζήσω εκεί ελεύθερος. Αυτό είναι το όνειρό μου.

»Εδώ έχουμε ελευθερία. Εγώ πιστεύω ό,τι θέλω, η γυναίκα μου δεν υποχρεώνεται σε τίποτα, φοράει ό,τι θέλει, ζούμε όπως θέλουμε. Αλλά δεν έχουμε βρει τη θέση μας σε αυτήν την κοινωνία. Δεν έχουμε, ακόμη, κάποια δουλειά και εάν δεν είχαμε το σπίτι θα ήμασταν στο δρόμο. Ακόμα δεν νιώθουμε σίγουροι.

»Το παιδί μου δεν θα μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου θα του επιβάλουν έναν τρόπο ζωής. Το παιδί μου θα ζήσει ελεύθερα. Θα σκέφτεται ελεύθερα. Αυτή είναι η μεγάλη μου χαρά.»

ΥΓ.: Ο Αλί δεν εμφανίζεται στη φωτογραφία για λόγους προστασίας της ιδιωτικότητας του

Πηγή:http://www.efsyn.gr

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του 20ου αιώνα. Ήταν μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού. Τα τραγούδια του ταξίδεψαν τη λαϊκή ψυχή στα μονοπάτια του πόνου, της χαράς, της ξενιτιάς, της λύπης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Συννεφιασμένη Κυριακή».

Όπως γράφει η Νίτσα Λουλέ – Θεοδωράκη (Μύθος Ρεμπέτικος, Βασίλης Τσιτσάνης – Εκδόσεις Τεγόπουλος) η περίοδος της κατοχής ήταν, όπως έγραψαν αργότερα αναλυτές για το λαϊκό τραγούδι, η μαύρη περίοδος για αυτό. Από κει που βγήκε στο φως ξαναμπαίνει στα καταγώγια και μεταβάλλεται και πάλι σε μουσική έκφραση του υποκόσμου. Τα κέντρα διασκέδασης λειτουργούν αποκλειστικά για αυτόν τον σκοπό και κάπου είναι φυσικό αφού η συντριπτική πλειοψηφία του λαού, πολεμάει στον δρόμο στις γραμμές της αντίστασης. Ωστόσο, σε αυτή τη μαύρη εποχή το ρεμπέτικο υπηρετεί και την αντίσταση.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, στα κέντρα της Κοκκινιάς τραγουδούν ρεμπέτικα με υπαινικτικούς βέβαια στίχους ενώ στα λεωφορεία μικρά παιδιά λένε ρεμπέτικα με αντιστασιακούς στίχους έναντι μιας δεκάρας.

Και για τον Τσιτσάνη τα χρόνια της Κατοχής περνούν δύσκολα. Τα βιώνει και τα μεταφέρει στο χαρτί του. Βάζει λόγια και νότες που σημαδεύουν αργότερα την καριέρα του. Εκεί σε αυτό το μαγαζί, στο Ουζερί του Τσιτσάνη, γράφει την χιλιοτραγουδισμένη Συννεφιασμένη Κυριακή.

Όπως ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε ήθελε μέσα από αυτούς τους στίχους να μεταφέρει τα όσα συνέβαιναν στον τόπο. Την πείνα, τη δυστυχία, τις εκτελέσεις, την απελπισία που έδερνε τους Έλληνες.

«Ήταν ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη μια βαριά χειμωνιάτικη νύχτα Κυριακή. Είδα με τα μάτια μου τον θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου. Πήρα ένα χαρτί και έβγαλα από μέσα μου αυτό που με έπνιγε. Ένοιωσα ιδιαίτερα περήφανος όταν είδα με πόση αγάπη αγκάλιασε ο κόσμος αργότερα το τραγούδι».

Όσα έγραψε ο Τσιτσάνης εκείνη την περίοδο, έγιναν γνωστά μετά την απελευθέρωση όταν άνοιξαν και πάλι οι εταιρίες. Μέχρι τότε, μόνο οι θαμώνες του μαγαζιού τους τα ψιθύριζαν και αυτοί με τη σειρά τους τα μετέφεραν στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις.

Πηγή:http://3pointmagazine.gr

Δεν μπορεί να γίνει σοβαρός λόγος για παιδικό θέατρο στα χρόνια της Κατοχής. Το παιδί γευόταν και προσπαθούσε να μερώσει τη σχετική αισθητική του πείνα — πλάι στην άλλη πείνα, την πραγματική — από τα ψίχουλα που έπεφταν απ’ το τραπέζι, το σπάνια γεμάτο, τον καιρό αυτό, των μεγάλων. Κι ήταν οι δυσκολίες, για να στρωθεί και να γεμίσει αυτό το τραπέζι, έστω και με τα στοιχειώδη, τεράστιες.

Τα χημικά όπλα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκαν κατά κύριο λόγο για να σπάσουν το ηθικό, να τραυματίσουν και να σκοτώσουν παγιωμένους υπερασπιστές, κατά των οποίων η αδιάκριτη και γενικά αργή κίνηση ή στατική φύση των νεφών αερίου θα ήταν πιο αποτελεσματική.