ΜΟΥΣΙΚΗ

«Ο πατέρας μου δεν εφηύρε το rock ‘n’ roll. Η μουσική υπήρχε ήδη – εκείνος ήταν η μαμή στη γέννησή της. Ωστόσο, βοήθησε στο μεγάλωμα του παιδιού και το υπερασπίστηκε. Υπήρξαν πολλοί άνθρωποι που ήθελαν την εξαφάνιση αυτής της μουσικής καθώς γινόταν ολοένα και πιο δημοφιλής. Την αποκαλούσαν μουσική της ζούγκλας. Πολλοί την έβλεπαν σαν απειλή για την Αμερική των λευκών. Ο πατέρας μου, παίζοντας αυτή τη μουσική, βοήθησε να σπάσουν τα φυλετικά εμπόδια που υπήρχαν για πάρα πολύ καιρό. Το κίνητρό του ωστόσο δεν ήταν ποτέ το κέρδος, αλλά η διάδοση του rock’n’roll για να φέρει κοντά διαφορετικές φυλετικές ταυτότητας για ένα και μόνο λόγο: για να απολαύσουν τη μουσική».

Lance Freed, γιός του DJ Alan Freed

Πριν από εξήντα πέντε χρόνια πραγματοποιήθηκε η πρώτη rock συναυλία στο Κλίβελαντ του Οχάιο, οργανωμένη από δυο ανθρώπους με πάθος για μια μουσική που γεφύρωνε το φυλετικό χάσμα σε μια Αμερική όπου το μίσος εναντίον των μαύρων περίσσευε. Η εκδήλωση έλαβε χώρα στο Cleveland Arena, ένα γήπεδο χωρητικότητας δέκα χιλιάδων ατόμων και εμπνευστές της ήταν δυο οραματιστές που τάραζαν τα ραδιοκύματα παρουσιάζοντας ένα νέο επαναστατικό ήχο φέρνοντας κοντά λευκούς και μαύρους νέους.

Ο ένας ήταν ο ραδιοφωνικός παραγωγός Alan Freed, ο άνθρωπος που θεωρείται ότι το 1951 επινόησε τον όρο rock “n” roll (ένα παλιό υπονοούμενο των bluesmen για το σεξ), θέλοντας να περιγράψει το χορευτικό κομμάτι των rhythm “n’ blues δίσκων που έπαιζε στην εκπομπή του The Moondog House και η οποία μεταδιδόταν από τον ραδιοσταθμό WJW της πόλης. Ήξερε ότι στη συντριπτική του πλειοψηφία το κοινό του αποτελούσαν νεαροί Αφροαμερικανοί αλλά αυτό δεν τον ενδιέφερε. Ο δεύτερος ήταν ο Leo Mintz, ιδιοκτήτης του Records Rendezvous, ενός δισκάδικου στις παρυφές της μαύρης κοινότητας του Κλίβελαντ και ο άνθρωπος που είχε πείσει αρχικά τον Freed να προσθέσει το συγκεκριμένο είδος «φυλετικής μουσικής» στο ρεπερτόριό του (μέχρι τότε έπαιζε κλασική μουσική) και έγινε σπόνσορας της εκπομπής του. Πουλώντας δίσκους, είχε διαπιστώσει μια ολοένα και αυξανόμενη πελατεία λευκών νεαρών που εκδήλωναν έντονο ενδιαφέρον για τους μαύρους καλλιτέχνες. Όλα αυτά συνέβαιναν σχεδόν δώδεκα χρόνια πριν τη θέσπιση του νόμου για τα πολιτικά δικαιώματα και, όπως ήταν φυσικό, ο αρχηγός του FBI J Edgar Hoover είχε θέσει τον Freed υπό παρακολούθηση επειδή οι δίσκοι που έπαιζε αποτελούν απειλή για το λευκό κατεστημένο. Ήταν η εποχή του Κόκκινου Φόβου και η Αμερική έψαχνε πάντα για καινούργιους εχθρούς. Το rok “n’ roll ήταν ο σατανάς που έμπαινε στα σπίτια των φιλήσυχων πολιτών.

Η εκπομπή του Freed κέρδιζε συνεχώς νέο ακροατήριο και έτσι οι δυο άντρες αποφάσισαν να κάνουν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει: να οργανώσουν μια χορευτική εκδήλωση με μερικούς καλλιτέχνες που παρουσιάζονταν από την εκπομπή του Freed. Σαν τίτλο σκέφτηκαν το Moondog Coronation Ball και σαν headliners κάλεσαν τον εξηντάχρονο σαξοφωνίστα Paul Williams με την μπάντα του, τους Hucklebuckers, και τους Tiny Grimes Rockin’ Highlanders (ένα συγκρότημα μαύρων μουσικών που φορούσαν σκωτσέζικα κιλτ), ενώ θα εμφανίζονταν και άλλοι καλλιτέχνες. Ήταν λοιπόν επόμενο ότι τα εισιτήρια που κόστιζαν ενάμιση δολάριο εξαντλήθηκαν εν ριπή οφθαλμού, σχεδόν αποκλειστικά από μέλη της μαύρης κοινότητας του Κλίβελαντ. Στις δυο μοναδικές φωτογραφίες που έχουν διασωθεί από την εκδήλωση δεν υπάρχει κανένας λευκός ανάμεσα στο ακροατήριο.

O Alan Freed

Την Παρασκευή 21 Μαρτίου 1952 όλα ήταν έτοιμα για το μεγάλο γεγονός που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως το πρώτο rock ’n’ roll κονσέρτο. Παρά το τσουχτερό κρύο χιλιάδες νέες και νέοι άρχισαν να σχηματίζουν ουρά μπροστά από της πόρτες του Cleveland Arena που δεν άργησε να γεμίσει. Όταν ο Freed ανέβηκε στη σκηνή για να προλογίσει το γεγονός, ο κόσμος τον υποδέχτηκε με ένα αμόκ ενθουσιασμού, καθώς κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο άνθρωπος που μέσω της εκπομπής του τους φιλοδωρούσε με τη δική τους μουσική στην πραγματικότητα ήταν λευκός.

Ωστόσο, ένα μικρό αλλά μοιραίο τυπογραφικό λάθος θα μετέτρεπε την «τρομερότερη χοροεσπερίδα», όπως την είχαν χαρακτηρίσει οι διοργανωτές, σε κανονική εξέγερση. Τη στιγμή που ο Mintz πληροφορήθηκε ότι όλα τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί, ζήτησε να τυπωθούν άλλες 9.950 με σκοπό τη διοργάνωση μιας δεύτερης εκδήλωσης λίγο μετά την πρώτη. Ο τυπογράφος όμως ξέχασε να προσθέσει ημερομηνία στα εισιτήρια της δεύτερης κι έτσι όλοι νόμισαν ότι επρόκειτο για μια και μοναδική εκδήλωση.

Συνολικά, μέσα και έξω από το γήπεδο είχαν συγκεντρωθεί περίπου είκοσι χιλιάδες άτομα αλλά όταν γέμισε ο χώρος και έκλεισαν οι πόρτες οι μισοί έμειναν έξω, παρόλο που είχαν εισιτήριο. Άρχισαν να ωρύονται «αφήστε μας να μπούμε», να κοπανάν τις πόρτες και να σπρώχνουν, προσπαθώντας να τις ανοίξουν. Τελικά, αφού έσπασαν τη τζαμαρία της εισόδου, εκατοντάδες άτομα ξεχύθηκαν στον ήδη κατάμεστο χώρο. Όταν έφτασε η αστυνομία ήδη επικρατούσε πανδαιμόνιο. Δόθηκε αμέσως εντολή στους μουσικούς να σταματήσουν, ενώ χρειάστηκε η παρέμβαση  της πυροσβεστικής που προσπάθησε να απομακρύνει το μαινόμενο πλήθος με τις μάνικες. Το πρώτο rock ‘n’ roll κονσέρτο τελείωσε πριν καν αρχίσει.

Το επόμενο πρωί ολόκληρος ο χώρος του Cleveland Arena ήταν σπαρμένος με μπουκάλια ουίσκι. Μιλώντας το επόμενο βράδυ στον WJW, ο Freed ζήτησε συγγνώμη από τους ακροατές του για τα γεγονότα την προηγούμενης βραδιάς. «Αν κάποιος μας είχε πει ότι είκοσι ή είκοσι πέντε χιλιάδες άνθρωποι θα προσπαθούσαν να εισβάλουν σε μια χοροεσπερίδα, θα γελούσαμε και θα τον λέγαμε τρελό».

O Leo Mintz (δεξιά) στο δισκάδικό του

Ο Freed μόλις και μετά βίας γλίτωσε από την κατηγορία του κακουργήματος, αν και τα δημοσιεύματα του τύπου για τη «χοροεσπερίδα» που είχε οργανώσει τον έφεραν στο προσκήνιο της δημοσιότητας. Ωστόσο, η πτώση του θα ήταν το ίδιο απότομη όσο η άνοδός του. Το 1954 έφυγε εν δόξη από το Κλίβελαντ για τη Νέα Υόρκη και το 1957 η τηλεοπτική εκπομπή του πρωτοπόρου DJ στο κανάλι ABC ματαιώθηκε όταν ένας μαύρος χορευτής χόρεψε στη σκηνή με μια λευκή κοπέλα, ξεσηκώνοντας τη μήνη των μετόχων από το Νότο. Η καριέρα του Freed τελείωσε οριστικά όταν κατηγορήθηκε ότι δωροδοκήθηκε από μάνατζερ για να παίζει δίσκους των καλλιτεχνών τους (κάτι που συνέβαινε και συμβαίνει ευρέως) και το 1962 καταδικάστηκε. Πέθανε από επιπλοκές στο συκώτι εξαιτίας χρόνιου αλκοολισμού τρία χρόνια αργότερα σε ηλικία 43 ετών.

Ο Mintz συνέχισε με το δισκάδικό του, δημιούργησε μια αλυσίδα με άλλα πέντε και τα διατήρησε μέχρι το θάνατό του το 1976.

Το Moondog Coronation Ball μπορεί να ατύχησε αλλά έβαλε τα θεμέλια για όλες τις rock συναυλίες που ακολούθησαν. Το Cleveland Arena κατεδαφίστηκε το 1977 και στη θέση του σήμερα υπάρχουν γραφεία του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού.

Cleveland Arena

 

Από ραδιοφωνική εκπομπή του Alan Freed

 

 


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ” έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin’s Music Box.

Πηγή: http://merlins.gr

1του Μάριου Αυγουστάτου

Μια φορά κι ένα καιρό, στη γειτονιά μας, λίγα χιλιόμετρα μακριά, στη Βοσνία, μια παρέα αποφάσισε να φτιάξει μια μπάντα. Δεν ήταν μια συνηθισμένη μπάντα και δεν δημιουργήθηκε σε συνηθισμένες συνθήκες. Μαζί με τις τοπικές βαλκανικές αποχρώσεις, μουσικές επιρροές ήρθαν από όλο τον κόσμο (ska, punk, reggae, electro, hip-hop).

1Από τη σελίδα των JazzMatazz στο Facebook:

«Ένα μέηλ που στείλαμε στο ΚΟΚΚΙΝΟ.

Προς τη διεύθυνση του ρ/σ “Στο ΚΟΚΚΙΝΟ”,

Έχουμε επίγνωση της πιθανώς σχετικής, μόνο, σημασίας αυτής της ανακοίνωσης για εσάς ή για το ευρύτερο κοινό.
Για μας όμως έχει μεγαλύτερη.

1Θα το πρόσεχες αν έφευγα; Μας ρωτούσε τραγουδώντας η Ντολόρες Ο’ Ρίορνταν στο Daffodil Lament σε ανύποπτο χρόνο.
Το σημερινό μούδιασμα που προκάλεσε ο θάνατός της σε έναν απροσδιόριστο αριθμό ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο, μάλλον απαντάει την ερώτησή της καλύτερα απ’ ό,τι θα φανταζόταν ίσως και η ίδια τότε.
Η Ντολόρες Ο’ Ρίορνταν, μ’ όλες τις αντιφάσεις της, είναι κομμάτι της εφηβείας όσων είμαστε στα συν-πλην 40 μας χρόνια. Ακόμα κι αν κάποιος δεν είχε συγκρατήσει το όνομα, με τη διευκρίνιση “μα, είναι η φωνή των Cranberries!” θα ξεμπέρδευες εύκολα. Στα 18 της –μόλις- χρόνια αναλαμβάνει να σηκώσει στους ώμους της την ιρλανδέζικη μπάντα των Cranberry saw us (πριν μετονομαστεί σε αυτό που όλες και όλοι μάθαμε μετά). Ξεκινούν από το Λίμερικ της Ιρλανδίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 για να φτάσει η μουσική τους σε κάθε γωνιά του πλανήτη με εκατομμύρια πωλήσεις άλμπουμ. Η Ο’ Ρίορνταν γράφει τους στίχους των περισσότερων τραγουδιών και τα ερμηνεύει με εκείνη την πολύ σπάνια, εύθραυστη και ιδιαίτερη φωνή, που αν την ακούσεις μια φορά, δύσκολα την ξεχνάς.

1Οι Panx Romana επιστρέφουν στο Κύτταρο το Σάββατο 13 Ιανουαρίου, με μουσικές από την εποχή της Διατάραξης Κοινής Ησυχίας έως και την Pax Americana. Την βραδιά θα ανοίξει η I Will Never.Again. 
Οι Panx σε συνεργασία με το “Art Asylum” παρουσιάζουν ένα νέο ηχοθέαμα με τίτλο “MonsandoLand – The Final Supper”.
Πρόκειται για ένα μήνυμα αφύπνισης για τον γάμο των τεράτων Monsanto & Bayer με το σκοτεινό παρελθόν και το μελλοντικό μονοπώλιο των γενετικά τροποποιημένων γεωργικών σπόρων 
“Roundup Ready” και τη χημική βιομηχανία.
Με το Agent Orange που κατασκεύασε η Monsanto για τον πόλεμο στο Βιετνάμ και το Zyclon-Β της Bayer για τους θαλάμους αερίων των ναζί, αλλά και την ηρωίνη, τα δύο τέρατα γιγαντώθηκαν με τα κέρδη του θανάτου. Τώρα με βουλιμική διάθεση κέρδους προσπαθούν να ελέγξουν και την τροφή γιατί έτσι πιστεύουν ότι θα ελέγξουν και την ίδια τη ζωή.

1H Νίνα Σιμόν δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για την ιδιαίτερη φωνή της και τα τραγούδια που ερμήνευσε, αλλά και γιατί ήταν ακτιβίστρια υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έδωσε αγώνες για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η καλλιτέχνις, που ηχογράφησε περισσότερα από 40 άλμπουμ από το 1958 έως το 1974, ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά της Mary Kate και του John Divine Waymon, οι οποίοι εργάζονταν σκληρά για να τα μεγαλώσουν. H Eunice Kathleen Waymon, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, άρχισε να παίζει πιάνο από πολύ μικρή, σε ηλικία μόλις τριών χρόνων. Λίγα χρόνια αργότερα έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε γκόσπελ στην τοπική εκκλησία, στην πόλη Τράιον της Νότιας Καρολίνας, όπου ζούσαν οικογενειακώς. Σε ηλικία 12 χρόνων έδωσε το πρώτο της κονσέρτο, όπου σημειώθηκε ένα περιστατικό που έπαιξε ξαθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα ανάμειξή της στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα. Οι γονείς της είχαν καθίσει στην πρώτη σειρά για να απολαύσουν γεμάτοι περηφάνια την κόρη τους, στην πρώτη της παράσταση. Όμως οι υπεύθυνοι του χώρου τους ανάγκασαν να σηκωθούν για να δώσουν τις θέσεις τους σε λευκούς. Οι ίδιοι υποχρεώθηκαν να καθίσουν στις πίσω σειρές.

Screen Shot 2017-12-24 at 8.35.15 AMΤο 1983 ο Νικόλας Άσιμος τραγούδησε τα δικά του Κάλαντα στην ταινία «Τα βαποράκια – Άλλος για τον… Κορυδαλλό» του Παύλου Τάσιου. Οι στίχοι, εκτός των καθιερωμένων, όπως άλλωστε ήταν και ο ίδιος ο Άσιμος.

Καλήν ημέραν άρχοντες κι ανοίχτε τα στραβά σας
Η ιστορία που θα πω να μπει μες στα μυαλά σας

  • 1Η «Αmerika» του Μυστακίδη μάς έκανε να σκεφτούμε

1Ο Tάκης Mπίνης γεννήθηκε το 1923, από γονείς πρόσφυγες, στη Θεσσαλονίκη. Στη δικτατορία του Mεταξά, κρατείται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας του επειδή δεν οργανώθηκαν στην EON (Eθνική Oργάνωση Nέων). Άρχισε την καριέρα του πολύ μικρός, με το μπουζούκι του και σαν τραγουδιστής το 1939 στη Θεσσαλονίκη. Παίζει σε γνωστά περιθωριακά στέκια της πόλης, στου «Kέρκυρα», στου «Kαφαντάρη», στου «Mακρή» στην περιοχή του Bαρδάρι και έτσι συναναστρέφεται με όλους τους μουσικούς της εποχής.