ΕΡΕΥΝΕΣ

Από διαμαρτυρία στη Μινεάπολη στις 28 Μαΐου

της Λ.Κυριακίδη

Την ώρα που η εξέγερση στις ΗΠΑ μπαίνει στην τρίτη εβδομάδα, αυξάνεται η ανησυχία ότι τακτικές της αστυνομίας θα μπορούσαν να προκαλέσουν επιδείνωση της πανδημίας του νέου κοροονοϊού, η οποία έχει ήδη άνισο αντίκτυπο μεταξύ Αφροαμερικανών και λευκών.

Σχεδόν 1.300 γιατροί, νοσοκόμοι και εμπειρογνώμονες της δημόσιας υγείας προειδοποιούν ότι η χρήση δακρυγόνων και σπρέι πιπεριού θα επιταχύνει την εξάπλωση του Covid-19, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις κατά της αστυνομικής βαρβαρότητας και του ρατσισμού συνεχίζουν αμείωτες, μετά τη δολοφονία του Τζοτζ Φλόιντ.

Με αναφορά που έστειλαν μέσα στην εβδομάδα στις αρμόδιες αρχές ζητούν να σταματήσουν οι αστυνομικοί τη ρίψη χημικών, στην οποία προχώρησαν επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα προκειμένου να διαλύσουν τα πλήθη των διαδηλωτών στη Μινεάπολη, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια και πολλές άλλες αμερικανικές πόλεις.

Σε ανοιχτή επιστολή οι υπογράφοντες τονίζουν πως το πρώτο μέλημα οφείλει να είναι η σταθερή στήριξη όσων προσπαθούν ναννα ξεριζώσουν τον ρατσισμό από τους θεσμούς και προτείνουν συγκεκριμένες οδηγίες για τη στήριξη της δημόσιας υγείας, επειδή ο Covid-19 εξαπλώνεται μέσω σταγονιδίων σάλιου ή βλέννας.

Τα δακρυγόνα και το σπρέι πιπεριού εκτός από βήχα, φέρνουν επίσης δάκρυα, παραγωγή σάλιου και εκροή βλέννας, επισημαίνει ο καθηγητής Πίτερ Τσιν-Χονγκ, που συμμετείχε στην σύνταξη της αναφοράς.

Εκτός από τον κίνδυνο πολλαπλασιασμού του ιού λόγω των παραπάνω παραγόντων ο γιατρός προσθέτει πως τα χημικά μπορεί να ερεθίσουν τη μύτη, το στόμα και τους πνεύμονες, προκαλώντας φλεγμονή, η οποία ενδέχεται να αποδυναμώσει την ικανότητα του ανθρώπινου οργανισμού να αντιστέκεται στη μόλυνση.

Διαδηλωτές ρίχνουν γάλα στα μάτια μιας γυναίκας στις 25 Μαΐου / Αp photo

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η μεγάλη και βαθιά ανησυχητική χρήση χημικών εναντίον πολιτών σε όλη τη χώρα φαίνεται να είναι άνευ προηγουμένου, αλλά επισημαίνουν την ανάγκη να μην διαλύονται οι «διαμαρτυρίες υπό το πρόσχημα της διατήρησης της δημόσιας υγείας».

Στην Ουάσιγκτον, οι αρχές παραδέχτηκαν πως εξαπέλυσαν «μπάλες πιπεριού» κατά ειρηνικών διαδηλωτών, ώστε να «ανοίξουν» το δρόμο για τον Ντόναλντ Τραμπ, ώστε να ποζάρει για φωτογραφίες μπροστά από μια εκκλησία, δίπλα στον Λευκό Οίκο.

Δημοσιογράφοι ανακάλυψαν ένα χρησιμοποιημένο άδειο κάνιστρο με ελαιορητίνης (OC), που προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα. Σε πολλά άλλα περιστατικά ανά την χώρα, αστυνομικοί χρησιμοποίησαν oρθοχλωροβενζαμαλονονιτρίλη (CS).

Σύμφωνα με τον καθηγητή αναισθησιολογίας, Έρικ Τζορντ, οι ουσίες OC και CS και οι «μπάλες πιπεριού», που δεν προορίζονται για θανατηφόρα πυρομαχικά, έχουν σχεδιαστεί για να χρησιμοποιούνται με φειδώ, σε ανοιχτούς ανοιχτούς χώρους, και «μόνο αν οι διαδηλωτές έχουν έναν τρόπο να φύγουν». «Εκθέτουν τους ανθρώπους σε πολύ υψηλότερα επίπεδα αυτών των χημικών ουσιών από το προβλεπόμενο και δεν είναι σαφές ποιες είναι οι συνέπειες στην υγεία», υπογραμμίζει ο ίδιος.

Δύο κοπέλες δεν μπορούν να αναπνεύσουν σε πορεία στις 30 Μαΐου / Ap photo

Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Αραβικής Άνοιξης το 2010, οι διαδηλωτές ανέφεραν τραυματισμούς στους πνεύμονες, αφού εκτέθηκαν σε υψηλές ποσότητες δακρυγόνων. Μικρές μελέτες στη Χιλή και το Μπαχρέιν συνέδεσαν την έκθεση σε χημικά με αποβολές εμβρύων. Επίσης, έρευνα του 2014 διαπίστωσε ότι οι στρατιωτικοί που είχαν εκτεθεί στην CS είχαν υψηλότερο κίνδυνο να προσβληθούν από αναπνευστικές ασθένειες, όπως η γρίπη και η πνευμονία.

«Ο ψεκασμός με δακρυγόνα είναι σαν κάποιος να καπνίζει στους πνεύμονές σου. Είναι όπως οποιαδήποτε άλλη ρύπανση, που μπορεί να αυξήσει τους κινδύνους των αναπνευστικών ασθενειών», δηλώνει ο Τζον ΧονγκσΧονγκ Guardian.

Στην ανοιχτή επιστολή τους οι ειδικοί προτρέπουν την αστυνομία να αποφεύγει τη σύλληψη και την κράτηση διαδηλωτών σε περιορισμένους χώρους, όπως φυλακές και αστυνομικά φορτηγά, όπου ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού είναι υψηλότερος.

Καπνός από δακρυγόνα στη Μινεάπολη στις 31 Μαΐου / Ap photo

Ο Τσιν-Χονγκ σημειώνει πως ο ίδιος και οι συνάδελφοί του γνωρίζουν καλά ότι θύματα του νέου κορονοϊού πέφτουν δυσανάλογα οι μη λευκοί. «Οι ίδιες κοινότητες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να πεθάνουν από τον ιό διατρέχουν επίσης μεγαλύτερο κίνδυνο να πεθάνουν στα χέρια αστυνομικών». «Ο ρατσισμός είναι μια μολυσματική ασθένεια. Ο ρατσισμός είναι απειλή για τη δημόσια υγεία », λέει.

Ειδικοί δημόσιας υγείας και υπερασπιστές των πολιτικών δικαιωμάτων έχουν ταχθεί εδώ και πολύ καιρό κατά της χρήσης δακρυγόνων, που μπορούν να αποβούν θανατηφόρα, ειδικά για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με υποκείμενα νοσήματα, όπως το άσθμα. Άλλωστε, διάφορες διεθνείς συνθήκες και η Σύμβαση της Γενεύης έχουν απαγορεύσει τη χρήση τους σε διεθνείς πολεμικές επιχειρήσεις.

Αξιωματούχοι σε ορισμένες πόλεις των ΗΠΑ συμφώνησαν να περιορίσουν τη χρήση. Την Παρασκευή, ο δήμαρχος του Σιάτλ ανακοίνωσε μορατόριουμ 30 ημερών σχετικά με τη ρίψη δακρυγόνων κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων. Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, ζήτησε νέα πρότυπα σε επίπεδο πολιτείας για τον έλεγχο του πλήθους από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου. Τέλος, ομοσπονδιακός δικαστής στο Ντένβερ εξέδωσε εντολή για τον περιορισμό της χρήσης χημικών από την αστυνομία σε βάρος ειρηνικών διαδηλωτών.

Κατά τη διάρκεια κινητοποίησης στη Μινεάπολη στις 31 Μαΐου / Ap photoΠηγή:https://www.efsyn.gr

Με μια απίστευτης αλαζονείας και απύθμενου πολιτικού θράσους απόφασή της, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη διόρισε στην θέση του προϊσταμένου διεύθυνσης της νεοσύστατης Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ένα πρόσωπο που κατηγορείται για πέντε κακουργηματικές πράξεις.

Συγκεκριμένα, με υπουργική απόφαση της 29ης Μαΐου 2020, η Λίνα Μενδώνη διορίζει προϊστάμενο στην νευραλγική και ευαίσθητη αυτή θέση τον Κωνσταντίνο Κίσσα, ένα από τα 17 στο σύνολό τους πρόσωπα σε βάρος των οποίων η Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς έχει ασκήσει ποινικές διώξεις σε βαθμό κακουργήματος για πέντε αδικήματα: της πλαστογραφίας, της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, της απιστίας, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα μαύρου χρήματος) και της εγκληματικής οργάνωσης.

Πρόκειται για μία από τις πολλές δικαστικές εκκρεμότητες γύρω από την πολύκροτη υπόθεση του “αμαρτωλού” Ταμείου Αλληλοβοήθειας Υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο νεοδιορισθείς πλέον προϊστάμενος της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού, φέρονται να ενέχονται σε υπόθεση με πλαστογραφημένες αιτήσεις για δάνεια και οικονομικά βοηθήματα, χωρίς σχετικές αιτήσεις των δικαιούχων, με αποτέλεσμα, κατά το κατηγορητήριο, τα χρήματα να τα καρπώνονται οι ποινικά ελεγχόμενοι.

Αξίζει να σημειωθεί, πως τέσσερεις μόνο ημέρες πριν από τον επίμαχο διορισμό, η Λίνα Μενδώνη είχε υποχρεωθεί να απαντήσει στη Βουλή σε ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Χριστόφορου Βερναρδάκη γιατί δεν έχει ακόμη προχωρήσει, ως πειθαρχικώς προϊσταμένη τους, στην άσκηση πειθαρχικών διώξεων κατά των 17 υπαλλήλων, όπως επιτάσσει το άρθρο 114 παρ. 6 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα.

Η υπεκφυγή της υπουργού, όχι απλώς στη απάντηση της προς τον ερωτώντα βουλευτή αλλά και ως προς την ουσία της μη άσκησης των πειθαρχικών της καθηκόντων, με πρόσχημα την μη ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας για την υπόθεση, λαμβάνει πλέον άλλες διαστάσεις. Διότι, γίνεται φανερό πως όταν έδινε την απάντησή της η Λίνα Μενδώνη είχε είδε δρομολογήσει τον διορισμό του ενός από τους κατηγορουμένους στην θέση του προϊσταμένου διεύθυνσης της νεοσύστατης Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Ακόμη και αν δεχτεί κανείς την επιχειρηματολογία της υπουργού για την μη παραπομπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ακόμη και προσμετρώντας κανείς πως προφανώς ισχύει και για το εν λόγω πρόσωπο, όπως και για κάθε κατηγορούμενο, το τεκμήριο της αθωότητας, είναι δυνατόν να μην γίνεται αντιληπτό ότι πολιτικά είναι ανεπίτρεπτος ένας τέτοιος διορισμός; Ποιο είναι το μήνυμα που στέλνει εντός και εκτός υπουργείου Πολιτισμού η Λίνα Μενδώνη με την ενέργειά της αυτή;

Μάλιστα, λίγες ημέρες νωρίτερα, με άλλη της αιφνιδιαστική απόφαση, που συζητήθηκε λόγω της απομάκρυνσης από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο του μοναδικού εναπομείναντος μέλους που είχε καταψηφίσει την απόφαση απόσπασης των αρχαιοτήτων στο σταθμό Βενιζέλου της Θεσσαλονίκης, η Λίνα Μενδώνη διόρισε τον Κωνσταντίνο Κίσσα και μέλος του ανώτερου συμβουλευτικού οργάνου του υπουργείου Πολιτισμού!

Είναι απορίας άξιον αν αυτές οι κινήσεις της κ. Μενδώνη είναι σε γνώση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, που το τελευταίο διάστημα δείχνει να έχει επιστρατευτεί και ο ίδιος στην εντατική επικοινωνιακή προσπάθεια ανασυγκρότησης της δημόσιας εικόνας της υπουργού του, συνοδεύοντας της τόσο στην επίσκεψη στο εργοτάξιο της Εθνικής Πινακοθήκης, όσο και στην πρώτη μετά την καραντίνα πρόβα του Εθνικού Θεάτρου.

Όπως είναι άξιον απορίας και το αν ο συγκεκριμένος διορισμός τελεί σε γνώση του διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, Άγγελου Μπίνη, στον οποίο δεν κοινοποιείται το έγγραφο διορισμού, αλλά με τον οποίο η υπουργός Πολιτισμού συνυπέγραψε μόλις στις 21 Μαΐου 2020 την υπ. αριθμ. ΥΠΠΟΑ/ΓΡΥΠ/237518/6051 απόφαση σύστασης της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΦΕΚ 2024/Β΄/26.05.2020).

Ας σημειωθεί εδώ πως το πρώτο δελτίο τύπου που εξέδωσε η Εθνική Αρχή Διαφάνειας υπό την διοίκηση του Άγγελου Μπίνη, τον Οκτώβριο του 2019, αφορούσε ακριβώς την υπόθεση των διώξεων για την υπόθεση του Ταμείου Αλληλοβοήθειας των Υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού. “Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας”, σημειωνόταν εκεί, “διασφαλίζει τη θεσμική συνέχεια της διοίκησης και ενισχύει τη δημόσια λογοδοσία ενδυναμώνοντας τον ελεγκτικό μηχανισμό με διευρυμένο πλαίσιο αρμοδιοτήτων και καινοτόμες μεθοδολογίες ελέγχων και ερευνών”, ενώ τα δημοσιεύματα της περιόδου έκαναν λόγο για συμβολική κίνηση “επικύρωσης” των διώξεων και κατάρριψης του ισχυρισμού περί “πολιτικών σκοπιμοτήτων”, ισχυρισμό που επαναλαμβάνουν έως σήμερα όχι μόνο τα εμπλεκόμενα στελέχη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στο Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και η ίδια η Λίνα Μενδώνη.

Πηγή:https://kosmodromio.gr

Φωτογραφία Αρχείου Eurokinissi

Τη στιγμή που η κυβέρνηση αυτοαποθεώνεται για τη διαχείριση του προσφυγικού και απορρίπτει τις όποιες μαρτυρίες και στοιχεία ως «τουρκική προπαγάνδα», διεθνή ΜΜΕ δημοσιεύουν μαρτυρίες θυμάτων που αποδομούν το αφήγημα του Μαξίμου και του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.

Νέα στοιχεία καταγράφουν ότι οι ελληνικές αρχές απελαύνουν παράνομα πρόσφυγες στα τουρκικά σύνορα. Η Deutsche Welle, μαζί με διεθνή ομάδα ερευνητών, ταυτοποίησε και συνάντησε ορισμένα από τα θύματα που εξαναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Τουρκία.

Ο προσφυγικός καταυλισμός Μακρονήσου (τέλη 1922-αρχές 1923)
NATIONAL GEOGRAPHIC 

Χιλιάδες Πόντιοι βρήκαν τον θάνατο τη δεκαετία του 1920 στα «λοιμοκαθαρτήρια» και τα ξερονήσια της Ελλάδας. Επισήμως προσμετρώνται στα θύματα της «γενοκτονίας» που η πολιτεία θα γιορτάσει, όπως κάθε χρόνο, την ερχόμενη Τρίτη. Στην πραγματικότητα, θύτης τους υπήρξε ο ελληνικός ρατσισμός – και η Μακρόνησος του 1922, η πρώτη Αμυγδαλέζα.

Δεν χρειάζεται βέβαια να δεχτεί κανείς το νεοπαγές θεώρημα περί «γενοκτονίας» για να διαπιστώσει πως ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός του Πόντου υπέφερε πολλά στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου και του μικρασιατικού πολέμου.

Από τους 400.000 Ρωμιούς που κατέγραψαν στην περιοχή η απόρρητη υπηρεσιακή στατιστική των ελληνικών προξενείων το 1910-12 και η επίσημη «Μαύρη Βίβλος» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, περίπου το ένα τέταρτο χάθηκε μέσα σε μια δεκαετία ως αποτέλεσμα των σφαγών, των βασανιστικών εκτοπίσεων, της πολύνεκρης επιδημίας ισπανικής γρίπης που σάρωσε όλη την Ευρώπη (και τον Πόντο) το 1918, αλλά και των δραματικών συνθηκών της προσφυγιάς και της εγκατάστασής τους στη νέα πατρίδα.

Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans

Αναμφισβήτητα τραυματική, αυτή η εμπειρία κάθε άλλο παρά ενιαία υπήρξε για όλο τον ποντιακό πληθυσμό.

Οι διαθέσιμες αφηγήσεις της πρώτης προσφυγικής γενιάς φιλοτεχνούν αντίθετα μια αρκετά αντιφατική εικόνα: σε αντίθεση με τη γενικευμένη εξολόθρευση των Αρμενίων, η μοίρα των Ελληνοποντίων ποίκιλλε σημαντικά από περιοχή σε περιοχή και συχνά καθορίστηκε από την κοινωνική τάξη, τις οικονομικές δυνατότητες ή τις επαγγελματικές δεξιότητες καθενός ξεχωριστά.

Μια Αμυγδαλέζα για τους Ποντίους

Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans
Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans

Το αυθαίρετο τσουβάλιασμα αυτών των βιωμάτων σ’ ένα (δημοφιλές αλλά παραπειστικό) ενιαίο σχήμα συνέβαλε βέβαια καθοριστικά στην εξάλειψη του παραδοσιακού διάχυτου ρατσισμού σε βάρος των Ποντίων, μέσω της ανάδειξης των τελευταίων σε κατεξοχήν «μαρτυρική» υποομάδα του νεοελληνικού έθνους, ελάχιστα όμως εξυπηρετεί την ουσιαστική γνώση του συλλογικού μας παρελθόντος.

Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans

Σκηνές από τη διαβίωση των Ποντίων προσφύγων στη Μακρόνησο, λίγους μήνες μετά τις πρώτες εκατόμβες: οικογενειακή μπουγάδα, ζύγισμα της καθημερινής μερίδας σιτηρών, ενθουσιασμός για μια μπουκάλα πόσιμο νερό, συνωστισμός για την παραλαβή τροφίμων από αμερικανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις. Οι κηδείες φίλων και συγγενών και το αυτοσχέδιο νεκροταφείο του νησιού αποτελούσαν την άλλη όψη της «εξυγίανσης»

Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η συστηματική αποσιώπηση μιας κρίσιμης πτυχής της ποντιακής τραγωδίας: της εκατόμβης των προσφύγων μετά την άφιξή τους στην ελληνική επικράτεια, εκατόμβης που προκλήθηκε από έναν συνδυασμό παραγόντων (άθλιες συνθήκες διαβίωσης, μαζικός στρατωνισμός αρρώστων και μη σε «λοιμοκαθαρτήρια», εγκληματική εκμετάλλευση των προσφύγων από μερίδα της γηγενούς κοινωνίας, αδιαφορία ή και ανοιχτή εχθρότητα των τοπικών αρχών και κοινωνιών) με κοινή συνισταμένη την ξενοφοβία και τον ρατσισμό.

Η λήθη αυτή δεν υπήρξε καθόλου τυχαία. Ενώ οι σφαγές και οι εκτοπίσεις που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο του ελληνοτουρκικού και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εύκολα εγγράφονται σ’ ένα μαρτυρολογικό εθνικό αφήγημα, όπου οι «κακοί» βρίσκονται στην αντίπερα εθνική όχθη, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα πολυάριθμα θύματα της αδιαφορίας, της αναλγησίας ή της εχθρότητας του ελληνικού κράτους και των τότε υπηκόων του απέναντι στους νεοφερμένους «τουρκόσπορους».

Πόσο μάλλον αφού, όπως διαπιστώνουμε από τις εφημερίδες των ημερών, η στάση της ελλαδίτικης κοινωνίας απέναντι στους μελλοντικούς συμπολίτες της δεν διέφερε καθόλου από τη σημερινή ρατσιστική τρομολαγνεία γύρω από την (κοινωνική ή/και υγειονομική) «επικινδυνότητα» των κυνηγημένων προσφύγων που οι συρράξεις της Εγγύς Ανατολής ξεβράζουν στα ακρογιάλια του Αιγαίου.

Ενας λόγος παραπάνω λοιπόν να θυμίζουμε σήμερα πώς ακριβώς έγιναν δεκτοί οι κυνηγημένοι Πόντιοι «αδελφοί» στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 1920. Χάρη στο αναντικατάστατο έργο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, διαθέτουμε άλλωστε μια πρώτης τάξης πηγή πληροφόρησης γι’ αυτή την υποδοχή: τον πιο πρόσφατο τόμο της μνημειώδους σειράς «Εξοδος», που εκδόθηκε προ διετίας και περιλαμβάνει αυτοβιογραφικές αφηγήσεις προσφύγων από την ενδοχώρα του Πόντου, όπως αυτές καταγράφηκαν από τους ερευνητές του ΚΜΣ κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Το ταξίδι του θανάτου

Το πρώτο δεδομένο είναι πως η περιπέτεια των προσφύγων κάθε άλλο παρά τέλειωνε με την απομάκρυνσή τους από την εμπόλεμη ζώνη. Το μαρτυρούν οι περιγραφές για μαζικούς θανάτους εν πλω, αλλά και στις ενδιάμεσες υποχρεωτικές επισταθμίες.

Το ταξίδι από τη Σαμψούντα μέχρι την Πόλη, αφηγείται π.χ. η Σοφία Χατζίδου από το Χατζίκιοϊ του Μπακίρ-Μαντέν, «διήρκεσε πέντε μέρες. Σ’ όλο αυτό το διάστημα μας θέριζε η δίψα. Τραβούσαμε νερό από τη θάλασσα και το βράζαμε για να πιούμε. Συνέχεια πέθαιναν στο βαπόρι, τους ρίχνανε στη θάλασσα τους πεθαμένους» (σ. 95). «Χριστούγεννα του 1922 και Φώτα του 1923 ήμαστε στο Τιρέμπουλους της Συρίας, παραλιακή πόλη», θυμάται πάλι ο Αναστάσιος Βαρυτιμίδης από το Εντιρέκ της Νεοκαισάρειας. «Μας θέριζε η αρρώστια. Είχε πέσει τύφος και χολέρα. Μας βάλανε όλους σ’ ένα πλοίο και μας κρατήσανε στη θάλασσα σαράντα μέρες καραντίνα. Από κει μας πήγανε στο Μπαϋρούτ. Μάιος του 1923 ήτανε, μπήκαμε σ’ ελληνικό πλοίο και ήρθαμε Ελλάδα» (σ. 287). Κατά την ίδια διαδρομή, συμπληρώνει ο Ηλίας Μωυσιάδης από το Αλτίνογλου Τσιφλίκ, «στο πλοίο μέσα πεθαίνανε οι άρρωστοι και τους ρίχνανε στη θάλασσα» (σ. 353).

Μαζικοί θάνατοι αποδεκάτιζαν τους πρόσφυγες και κατά τον μεταβατικό στρατωνισμό τους στο Σελιμιέ της Κωνσταντινούπολης: «Για καραντίνα το είχανε, ένας μεγάλος κισλάς [στρατώνας] ήτανε. Τι είδανε τα μάτια μας εκεί μέσα και πώς βγήκαμε ζωντανοί! Το συσσίτιο ήτανε ένα μαύρο ζουμί με μαϊμούδια μέσα και καμιά φορά έβλεπες και κανένα φασόλι. Η αρρώστια κι ο θάνατος δε λέγονταν. Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι, χάμω στις πλάκες, μ’ ανθρώπους που πεθαίνανε. Τους πεθαμένους κάθε μέρα πενηνταριές και κατοσταριές τους βγάζανε με καροτσάκι και τους ρίχνανε σ’ ένα μεγάλο λάκκο σε μια ερημιά. Ο Θεός έβαλε το χέρι του και βγήκαμε ζωντανοί, όσοι γλιτώσαμε» (σ. 270, μαρτυρία του Ιπποκράτη Πετρίδη, από τη Νεοκαισάρεια). Παρόμοιες περιγραφές συναντάμε και στις καταθέσεις άλλων επιζώντων (σ. 55, 57, 307 & 363).

Καραντίνα και κρεματόρια

Αλλά και μετά την αποβίβασή τους στο ελληνικό έδαφος, νέες δοκιμασίες απομόνωσης και θανατικού περίμεναν τις καραβιές των ξεριζωμένων. Επίσημη αιτιολογία, η ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας από τις αρρώστιες που ενδεχομένως μετέφεραν οι επήλυδες. Δεν επρόκειτο βέβαια για ελληνική ευρεσιτεχνία, αλλά για προληπτικό μέτρο με διεθνή εφαρμογή, που εκείνη την εποχή ρυθμιζόταν από τη σχετική Σύμβαση του Παρισιού (17.1.1912). Οι συνθήκες όμως της έμπρακτης υλοποίησής του, στην Ελλάδα του 1922-23, οδήγησαν σε πραγματικές εκατόμβες.

«Ηρθαμε στη Θεσσαλονίκη, στο Καραμπουρνού», αφηγείται χαρακτηριστικά η Ευρυδίκη Γαλανού, από τα Ιμερα της Τραπεζούντας. «Ενα μήνα μείναμε στην καραντίνα. Υποφέραμε από αρρώστιες. Κάθε μέρα κάποιον έθαβαν. Μια μάνα έθαψε έξι παιδιά της» (σ. 406). Ο συντοπίτης της Χαράλαμπος Τσαχουρίδης, που έζησε τρεις μήνες στον ίδιο χώρο, συμπληρώνει ότι «πολλοί πέθαιναν από τύφο, λόγω του υπάρχοντος συνωστισμού. Εις όλο το διάστημα της λειτουργίας της καραντίνας απέθανον περί τις είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες. Την ημέρα πέθαιναν ογδόντα έως εκατό» (σ. 408). Τα ίδια και στο λοιμοκαθαρτήριο του Αϊ-Γιώργη, στο Κερατσίνι: «Μας κουρέψανε όλους, άντρες, γυναίκες και παιδιά και περάσανε τα ρούχα μας από τον κλίβανο. Κι άλλοι πεθάνανε εκεί» (σ. 353).

Διαφωτιστικότερη απ’ αυτές τις λακωνικές αναφορές αποδεικνύεται η διήγηση του Ιωάννη Παναγιωτίδη από το Γαριπάντων της Αργυρούπολης, που δεν διστάζει να θίξει δύο θέματα ταμπού – τη ληστρική συμπεριφορά των ντόπιων απέναντι στους πρόσφυγες και, κυρίως, την εξευτελιστική μεταχείριση των πτωμάτων τους, που μετατράπηκαν σε καύσιμη ύλη:

«Στον Αγιο Γεώργιο, που υπηρέτησα ως υπάλληλος, πολλοί κλέφτες από τον Πειραιά έρχονταν με καΐκια στην καραντίνα και έκλεβαν ρουχισμό και άλλα πράγματα. Ανοιγαν στα απολυμαντήρια τα δέματα κι έκλεβαν μηχανές, χαλιά και άλλα. Ερχόταν ένα βαπόρι φορτωμένο με πρόσφυγες και πράγματα. Κατέβαζαν τους ανθρώπους και τους οδηγούσαν αμέσως στα απολυμαντήρια: κόψιμο τα μαλλιά αντρών και γυναικών και ίδια για τα λουτρά. Τα πράματα έμεναν. Τα κατέβαζαν και τα στοίβαζαν κάτω από μια στέγη του απολυμαντηρίου και τα απολύμαιναν.

Το πλοίο »Θέμις» που έφερε τέσσερις χιλιάδες Ποντίους απ’ τον Καύκασο, όλοι πέθαναν. Από αρρώστιες πέθαναν. Και εξόν που πέθαναν, ο Αγιος Γεώργιος είχε γεμίσει και δε μπορούσαν να τους κατεβάσουν. Τους είχαν μέσα στο πλοίο. Οσοι πέθαιναν δεν τους κατέβαζαν. Τους έκαιγαν στο φούρνο για κάρβουνο. Οσοι απόμειναν τους κατέβασαν. Τρεις μήνες στάθηκε το »Θέμις» και δεν τους κατέβασαν. Ο Αϊ-Γιώργης ήταν γεμάτος, η Μακρόνησος γεμάτη» (σ. 395-6).

Ενα αποκαλυπτικό δημοσίευμα των ημερών επιβεβαιώνει την έκταση του θανατικού: «Οι μέχρι σήμερον μεταναστεύσαντες πρόσφυγες» μέσω Ρωσίας, διαβάζουμε, «ανέρχονται εις 14 χιλιάδας περίπου. Εκ τούτων οι επί του ατμοπλοίου »Κίος» αφιχθέντες απεστάλησαν εις την Μακρόνησον, ένθα εγένοντο αι απαιτούμεναι εγκαταστάσεις. Οι δε εκ των πρώτων αφίξεων 8.600 κρατούνται εν τω λοιμοκαθαρτηρίω του Αγ. Γεωργίου και επί ατμοπλοίων. Επειδή δεν ελήφθησαν εγκαίρως τα απαιτούμενα υγειονομικά μέτρα της αραιώσεως, της απομονώσεως, της επιβαλλομένης καθαριότητος και διαίτης, επί των 8.600 προσφύγων ήδη έχουσιν αποθάνει περί τους χιλίους διακοσίους εντός πεντήκοντα μόνον ημερών» («Εμπρός», 21.7.1922, σ. 2).

Η προσπάθεια διαφυγής από αυτήν την κόλαση εξελισσόταν συνήθως σε φαύλο κύκλο, όπως εξηγεί ο Αλκιβιάδης Αφεντουλίδης από το Παρασκευάντων της Αργυρούπολης: «Φέρνουν [στη Μακρόνησο] ένα ρωσικό πλοίο, το »Βίτιμ». Μας φορτώνουν σ’ αυτό, χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, και μας φέρνουν στην Αλεξανδρούπολη. Στην Αλεξανδρούπολη ήρθε ένας γιατρός και δεν άφησε να αποβιβαστούμε. Είπε να ρίξουμε άγκυρα στα βαθιά. Τέσσερις μέρες μείναμε εκεί. Φωνάζαμε. Ηρθαμε στην ανάγκη να κάψουμε τα σανίδια απ’ τ’ αμπάρι για να βράσουμε στα σαμοβάρια μας τσάι, να βράσουμε στις χύτρες φασόλια. Οσοι πέθαιναν τους καίγαμε κάτω στα καζάνια για να μη δίνουμε ντόρο και μας κάνουν καραντίνα. Την Πέμπτη μέρα γύρισε πίσω στον Πειραιά το καράβι. Αλλοι διακόσιοι πενήντα άνθρωποι πέθαναν. Τους μισούς τους κάψαμε και τους άλλους τους ρίξαμε στη θάλασσα! […] Μωρά δεν έμειναν. Πέθαναν σχεδόν όλα. Με καΐκι μάς έφεραν φαγητό απ’ τη Σαλαμίνα. Ορμούσαμε πάνω στο φαγητό σαν άγριοι» (σ. 486-7).

Οι ανεπιθύμητοι

Η δεύτερη εικόνα που προκύπτει από τις αφηγήσεις των προσφύγων και τα δημοσιεύματα των ημερών είναι η εχθρική αντιμετώπισή τους από μεγάλη μερίδα των τοπικών κοινωνιών. «Σ’ όλα τα μέρη δυσκολία βρίσκαμε. Ασκημα και ξένα μας φαίνονταν. Μιλούσαμε τούρκικα, δεν μας καταλαβαίνανε και μας βρίζανε κιόλας, οι ντόπιοι», θυμάται χαρακτηριστικά ο Αναστάσιος Καραγκιαούρογλου από την περιοχή του Λαντίκ (σ. 147), ενώ η Σοφία Χατζίδου από το Χατζίκιοϊ του Γκιουμούς Μαντέν επισημαίνει την υλική βάση αυτής της δυσφορίας: «Η πρώτη σκάλα που πιάσαμε στην Ελλάδα ήταν η Λευκάδα.

Δε μας χώνευαν καθόλου εκεί. Λέγανε: –»Δε βούλιαζε καλύτερα το πλοίο σας να πνιγείτε κι εσείς μαζί! Τρώτε το ψωμί μας». Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε λιγοστό ψωμί. Το μοιράζανε με δελτίο. Μπορεί να είχαν δίκιο. Είχαμε όμως κι εμείς δίκιο. Στον τόπο μας δε μας έλειπε τίποτε. Γιατί να υποφέρουμε τώρα;» (σ. 95).

Τη στάση των ντόπιων επηρέαζαν όχι μόνο υλικοί παράγοντες, αλλά και ιδεολογικοί. Χαρακτηριστική η διάκριση των χωριών της Κεφαλονιάς που συναντάμε στην αφήγηση του Σταύρου Λαζαρίδη από το Σουλεϊμάνκιοϊ του Βεζίρ Κιοπρού: «Το μεν Φισκάρδο, ως κέντρον φιλελευθέρων πολιτών, μας υποδέχτηκε, μαζί με τα χωριά, και μας εφιλοξένησαν στα σπίτια τους μέχρι της φυγής μας από κει για τη Μακεδονία. Τουναντίον δε η Σάμη και δη στην Αγία Ευθυμία (Πηλάρο) ήσαν μισοπρόσφυγες [κατά το »μισέλληνες»]. Μας αποκαλούσαν τουρκόσπορους και όταν αποβιβαστήκαμε στη Σάμη άλλους ύβρισαν και άλλους εχλεύασαν. Τον δε εφοπλιστή Βερωτή που μας έφερε τον ύβρισαν κι αυτόν που μας έφερε» (σ. 110).

Πάνω απ’ όλα όμως, η έλευση των βασανισμένων Ποντίων εκλαμβανόταν ως υγειονομική απειλή. Αποκαλυπτική η στιχομυθία τής 22.6.1922 στη Βουλή, όπως καταγράφεται στο «Εμπρός» της επομένης, με τίτλο «Ο κίνδυνος εκ των πασχόντων προσφύγων»:

«Ο κ. Τσουκαλάς ερωτά την Κυβέρνησιν τίνα μέτρα έλαβε διά το ζήτημα των εν Λοιμοκαθαρτηρίω Αγίου Γεωργίου της Σαλαμίνος προσφύγων εκ Ρωσσίας, εφ’ όσον πρόκειται περί της υγείας των κατοίκων της πόλεως της Σαλαμίνος και απάσης της Ελλάδος, γνωστού όντως ότι υπάρχουσι πολλοί πάσχοντες και θνήσκοντες εκ χολέρας και εξανθηματικού τύφου. Επομένως απόλυτος και επίγουσα ανάγκη επιβάλλει την λήψιν άμεσων μέτρων και δήλωσιν της Κυβερνήσεως ίνα καθησυχάσει το δημόσιον φρόνημα.

Ο κ. Αναστασόπουλος λέγει ότι, ως πληροφορείται, ο κ. υπουργός των Εσωτερικών λαμβάνει η έλαβεν μέτρα σύντονα προς άρσιν του κινδύνου κατά της υγείας των Σαλαμινίων αλλά και κατά της υγείας των πόλεων Πειραιώς και Αθηνών. Η ανακοίνωσις των μέτρων του κ. Υπουργού ίσως θα μας απαλλάξη της περαιτέρω συζητήσεως.

Ο [υπουργός Εσωτερικών] κ. Στράτος λέγει ότι η Κυβέρνησις ευρέθη προ ημερών απέναντι ενός αληθούς αιφνιδιασμού όταν ήρχισαν να καταπλέουν εκ του Ευξείνου ατμόπλοια κομίζοντα πρόσφυγας Ελληνας εκ Ρωσσίας οι οποίοι ουδόλως ανεμένοντο. Οι πρόσφυγες αυτοί ανήλθον εις 8.600 περίπου. […]

Εκ των ελθόντων ζώντων εις το λοιμοκαθαρτήριον προσφύγων 466 ήσαν ασθενείς, εξ ων 80 ύποπτοι χολέρας και 136 εκ δυσεντερίας, τα άλλα ήσαν συνήθη νοσήματα. Εκείνα τα νοσήματα τα οποία ήσαν τα επικίνδυνα ήτο η χολέρα και ο εξανθηματικός τύφος, και κατεβλήθη μεγάλη προσοχή ίνα μη μεταδοθούν. Και ευτυχώς δύναμαι να καυχηθώ ότι, παρ’ όλον τον φόβον των περιοίκων, ουδέν συνέβη. […] Ολα τα μέτρα της απομονώσεως ελήφθησαν μετά πάσης αυστηρότητος. Οτι δε επέτυχον τα μέτρα ταύτα, απόδειξις είναι ότι ουδέν συνέβη το δυσάρεστον εις όλην την περιοχήν».

«Ουδέν το δυσάρεστον» –για τους ντόπιους, φυσικά. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες, όπως έχουμε ήδη δει, αποδεκατίζονταν από τις αρρώστιες. Οπως όμως συμβαίνει και με τους σημερινούς ομολόγους τους, η δική τους μοίρα άφηνε αδιάφορη την ελληνική κοινωνία.

Επιστέγασμα των μέτρων που πάρθηκαν για την «προστασία» των ντόπιων από τους πρόσφυγες υπήρξε η νομοθετική απαγόρευση της εισόδου των τελευταίων στην Ελλάδα. Με τον Ν.2870 της 18/20.7.1922, που θεσπίστηκε ένα μήνα πριν από την αναμενόμενη κατάρρευση του μετώπου, απαγορεύτηκε ρητά «η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφόσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων» κι προβλέφθηκαν βαριές ποινές για τους «λαθροδιακινητάς». Το ελληνικό κράτος και οι εθνικιστές του παρέδωσαν έτσι τους ελληνορθόδοξους Μικρασιάτες στο μαχαίρι των κεμαλικών, εξίσου κυνικά όπως η σημερινή ισλαμόφοβη Ευρώπη ρίχνει τους απελπισμένους Ιρακινούς και Σύρους πρόσφυγες βορά στους φονταμενταλιστές του ISIS.

Η άλλη Μακρόνησος

Ως λύση για τη διαχείριση της προσφυγικής «απειλής», η κυβέρνηση Γούναρη θα μετατρέψει σε ειδικό «χώρο υποδοχής» τη Μακρόνησο. Το ξερονήσι, που έγινε αργότερα θλιβερά διάσημο ως τόπος βίαιης «αναμόρφωσης» των πολιτικών κρατουμένων, είχε ήδη άσχημη προϊστορία. Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο του 1912-13 είχε χρησιμοποιηθεί ως στρατόπεδο συγκέντρωσης Τούρκων αιχμαλώτων, πολλές εκατοντάδες από τους οποίους άφησαν τα κόκαλά τους εκεί, αποδεκατισμένοι από τον τύφο.

Λίγο αργότερα μετατράπηκε από τους Αγγλο-Γάλλους συμμάχους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σε χώρο εκτόπισης Ρώσων φαντάρων που θεωρούνταν ύποπτοι για μπολσεβικισμό. Με ειδική απόφαση του υπουργικού συμβουλίου (9.6.1922) για «το ζήτημα της εγκαταστάσεως των προσφύγων, απεφασίσθη όπως εγκατασταθούν όλοι εις Μακρόνησον» και, «μετά την απολύμανσίν των και την εξυγίανσιν [να] τοποθετηθούν εις διάφορα μέρη» («Εμπρός», 10.6.1922).

Η επιλογή δεν ήταν καθόλου τυχαία. Οπως επισημαίνει στις αναμνήσεις της μια Αμερικανίδα γιατρός που εργάστηκε εκεί για την περίθαλψη των προσφύγων το 1923, το Μακρονήσι «είχε μόνο ένα σημείο υπέρ αυτού ως σταθμός καραντίνας: δίχως εξωτερική συνεργασία, ήταν αδύνατο να το σκάσει οποιοσδήποτε ήταν ανίκανος να κολυμπήσει οκτώ μίλια» (Esther Pohl Lovejoy, «Certain Samaritans», Ν. Υόρκη 1927, σ. 196).

Για τους νέους τροφίμους αυτής της ανοιχτής φυλακής, η «εξυγίανσις» ισοδυναμούσε με την τελική φάση του δράματος:

► «Μας κατέβασαν στη Μακρόνησο, Αύγουστο μήνα. Μείναμε σαράντα μέρες στην καραντίνα. Ηταν επιδημία. Το βράδυ δεν είχες τίποτα και το πρωί σηκωνόσουν άρρωστος. Πέθαινε κόσμος. Μερικοί που μπαίναν στο νοσοκομείο γινόταν καλά και όταν βγαίναν έξω δεν είχαν να φάνε και πέθαιναν» (σ. 384, Σοφία Παντελίδου από την Αστρα της Αργυρούπολης).

► «Μόλις πλησιάσαμε τη Σαλαμίνα, μαζί με πέντε-έξι πλοία φορτωμένα, απ’ τη Σαλαμίνα μας φώναξαν: -»Εϊ! Πού έρθετε! Εμείς εχάθαμε!». Μας εσήκωσαν απ’ τη Σαλαμίνα. Δεν μας ξεφόρτωσαν. Μας έφεραν στη Μακρόνησο. Μας έβαλαν σε κάτι θάμνους μέσα, με τα πράματά μας. Σκάψαμε κάτι έρημα μέρη, στήσαμε τέντες. Εστησαν κάτι σανίδια, μας έλουσαν, μας κούρεψαν. […] Νερό δεν είχαμε. Ξερό είναι το νησί. Τα παιδιά φώναζαν. Ζητούσαν νερό. Βρήκαμε κάτι γλυφές πηγές. Μας τροφοδοτούσε ο Γιαννουλάτος. Ανέλαβε και έστησε σκηνές, μαγειρεία. Από εφτάμιση χιλιάδες άτομα πέθαναν οχτακόσιοι από πείνα και αρρώστειες. Χολέρα, τι ήταν, δεν ξέρω. Μας τάισαν κατσικίσιο κρέας και αρρωστήσαμε. Μια γυναίκα βγήκε απ’ τον τάφο, όπου τη θάψανε. Δεν είχε πεθάνει» (σ. 486, Αλκιβιάδης Αφεντουλίδης απ’ το Παρασκευάντων της Αργυρούπολης).

Θησείο ,1924NATIONAL GEOGRAPHIC

►«Την αρρώστια στη Μακρόνησο την αποχτήσαμε. Ζούσαμε μες στη βρώμα, στην πείνα και τη δίψα. Νερό δεν υπήρχε στάλα στο νησί. Μια μαούνα μάς έφερνε από το Λαύριο νερό κι εκείνο γλυφό και λιγοστό. Μας τάιζαν βρωμερά μακαρόνια, ελιές σκουλικιασμένες, χαλασμένες ρέγγες κι έπεσε τύφος. Και νερό πουθενά. Κάποτε έκανε τρεις μέρες η μαούνα να φέρει νερό. Λιποθυμούσε ο κόσμος απ’ τη δίψα. Μας τάιζαν και αλμυρές ρέγγες, χαλασμένες και… καταλαβαίνεις. Οι εργολάβοι που μας τροφοδοτούσαν μας έφερναν αυτές τις χαλασμένες τροφές και έπιασε τον κόσμο τύφος. Η διοίκηση της καραντίνας τα έβλεπε αυτά αλλά δεν μιλούσε, ούτε συνελάμβανε τους εγκληματίες εργολάβους τροφοδότες. Εκείνοι πλούτισαν εις βάρος χιλιάδων ανθρώπων. Πάτησαν πάνω στα πτώματά τους. […] Ξέχασα να σου πω ότι κάπου-κάπου έρχονταν έμποροι με ιστιοφόρα και πουλούσαν λαθραία σε μας ψωμί. Σπείρα σωστή ήταν. Ενα ψωμί το πουλούσαν μια λίρα χρυσή, ένα δαχτυλίδι χρυσό, ένα ρολόι» (σ. 371, Ιγνάτιος Ορφανίδης από τον Αϊ-Εννες της Νίβενας).

Το ύστατο μέσο

Για να γλιτώσουν απ’ αυτή την κόλαση, οι έγκλειστοι της Μακρονήσου κατέφυγαν τελικά στο ύστατο μέσο κάθε απελπισμένου – την εξέγερση: «Μια ομάδα νέων, μαζί και γω, δημιουργήσαμε μια επιτροπή. Πήγαμε στον Ελευθεριάδη, τον διευθυντή του λοιμοκαθαρτηρίου, και παρουσιαστήκαμε μπροστά του. Ζητήσαμε να βγούμε ανεξάρτητοι. Ανεξάρτητος είναι όποιος βγει απ’ το λοιμοκαθαρτήριο με δικά του έξοδα και η κυβέρνηση δε θα είχε καμιά υποχρέωση απέναντί του. Ο πρόσφυγας πάλι δεν θα είχε κανένα δικαίωμα. Πολλοί, για να σωθούν, ζητούσαν να βγουν ανεξάρτητοι, αλλά η διοίκηση και πάλι δεν άφηνε. Ηθελαν σου λέω να μας εξοντώσουν.

Αλλά εμείς, η νεολαία του Πόντου και του Καυκάσου, πήραμε πέτρες και ξύλα και φοβερίσαμε ότι θα κάψουμε το λοιμοκαθαρτήριο. »Ή θα τα κάψουμε όλα ή θα μας δώσετε χαρτιά να πάμε έξω», του είπαμε. Ετσι αναγκάστηκε να μας δώσει άδεια εξόδου» (σ. 371-2).

Εχοντες και διαφεύγοντες

Τα κολαστήρια του Καραμπουρνού, του Αϊ-Γιώργη και της Μακρονήσου δεν ήταν για όλους τους Ποντίους. «Μεταβαίνοντες εις Ελλάδα», διαβάζουμε στις χειρόγραφες αναμνήσεις του Ιωάννη Αβραμίδη από την Ατρα της Αργυρούπολης (1935), «εγνωρίζομεν εκ των προτέρων ότι η Ελλάς είναι μικρόν κράτος και δεν θα αντεπεκρίνετο εις την συντήρησιν των πολλών προσφύγων, οι οποίοι συνέρρευσαν εκεί. Δεν είχομεν τα απαιτούμενα διά να μεταβαίνομεν εις άλλας πλουσίας χώρας, όπως έκαμαν πολλοί και μετέβησαν άλλοι εις Γαλλίαν και άλλοι εις Αμερικήν» («Εξοδος». τ. Γ’, σ. 391).

Λίγο νωρίτερα, ο ίδιος αναφέρει ότι κατά την εκτόπιση του 1921 οι φάλαγγες των εκτοπισμένων συμπατριωτών του βάδιζαν «χωρίς φορτηγά ζώα (εκτός τινών πλουσίων)» (σ. 387).

Διαβάστε:

► Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Εξοδος. Τόμος Γ’. Μαρτυρίες από τις επαρχίες του μεσόγειου Πόντου (Αθήνα 2013). Το τρίτο μέρος της συγκλονιστικής συλλογής προσφυγικών μαρτυριών που κατέγραψαν οι ερευνητές του Κέντρου κατά τις πρώτες κυρίως μεταπολεμικές δεκαετίες, υπό την καθοδήγηση της εθνολόγου Μέλπως Μερλιέ. Οι προηγούμενοι τόμοι περιέλαβαν μαρτυρίες από τα παράλια της Ιωνίας (1980) και τη μικρασιατική ενδοχώρα (1982). Αναμένονται άλλοι δύο, με υλικό από τα παράλια του Πόντου.

►  Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans (Ν. Υόρκη 1927, εκδ. The Macmillan Company). Απομνημονεύματα μιας Αμερικανίδας γιατρού που εργάστηκε για την περίθαλψη των προσφύγων της Μακρονήσου. Ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό από το «νησί της καραντίνας» εν έτει 1922.

► Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και εθνοκάθαρση. Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, 1912-1922 (Αθήνα 2007, εκδ. Βιβλιόραμα). Η βίαιη διαμόρφωση των σύγχρονων «εθνικά αμιγών» κρατών της Βαλκανικής και της Μικρασίας. Ειδικό κεφάλαιο για τα γεγονότα του Πόντου και τη σχετική δημόσια συζήτηση των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα.

Πηγή:https://www.efsyn.gr

Το κείμενο αποτελεί συλλογική προσπάθεια μερίδας των μεταπτυχιακών φοιτητών και φοιτητριών του ΠΜΣ της Ειδικής Αγωγής του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ως προς την αντανακλαστική κατανόηση και έκφραση της τρέχουσας επικαιρότητας.

 Τα κίνητρά μας απορρέουν από τους γενικότερους προβληματισμούς για τη συνθήκη της εκπαίδευσης και της υγείας, μέσα από το πρίσμα της ολικής απόρριψης των θετικιστικών παραδειγμάτων αναφορικά με την προσέγγιση αμιγώς κοινωνικών ζητημάτων.

Δημοσιεύουμε διασκευή άρθρου του σ. Κριστιάν Πιστόρ, μέλους του «Σοσιαλιστικού Κόμματος του Αγώνα» (PSL-LSP) ­– αδελφής οργάνωσης του «Ξ» στο Βέλγιο, από το σάιτ της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής – ISA.

Η καραντίνα που επιβλήθηκε στα μέσα Μάρτη στον Λίβανο σταμάτησε ένα κύμα μαζικών διαδηλώσεων που είχε ξεκινήσει τον περασμένο Οκτώβρη και είχε πυροδοτηθεί από μια σειρά νέων φόρων που αποτελούσαν μέρος ενός μεγάλου πακέτου μέτρων λιτότητας.

Οι κινητοποιήσεις ήταν εξαιρετικά μαζικές, καθώς υπολογίζεται ότι σε κάποια φάση σχεδόν 2 εκατομμύρια άνθρωποι –περίπου το 30% του πληθυσμού της χώρας– ήταν στους δρόμους. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το κίνημα κατάφερε να βάλει στην άκρη τους διαχωρισμούς ανάμεσα στις διάφορες θρησκευτικές ομάδες (Χριστιανούς και Μουσουλμάνους και τις διάφορες υποδιαιρέσεις τους).

Καθώς το κίνημα εξελίσσονταν και μαζικοποιούνταν, τα αιτήματά των διαδηλωτών γίνονταν πιο αιχμηρά, απαιτώντας την πτώση της κυβέρνησης και αναγκάζοντας τελικά τον πρωθυπουργό σε παραίτηση. Ο ρόλος της νεολαίας ήταν καταλυτικός, καθώς με τη δυναμική της κρατούσε το κίνημα ζωντανό και μαχητικό. Ωστόσο, η έλλειψη δομών και ηγεσίας από πλευράς κινήματος, όπως και η απουσία μαχητικών και ανεξάρτητων από το κατεστημένο οργανώσεων της εργατικής τάξης, ήταν οι βασικοί παράγοντες που δεν επέτρεψαν στο κίνημα να κάνει πιο αποφασιστικά βήματα.

Η οικονομική κρίση βαθαίνει

Απ’ τον Νοέμβρη του 2019, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμούσε ότι το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε συνθήκες φτώχειας θα αυξηθεί από το 30% στο 50% μέσα στο 2020. Στις αρχές του χρόνου η ανεργία έφτανε το 46%, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Λιβάνου, ενώ 2 στους 3 εργαζόμενους ήταν χαμηλόμισθοι.

Όλα αυτά συνέβαιναν πριν το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού και την καραντίνα, η οποία επιδείνωσε την κατάσταση.

Ο Λίβανος έχει την υψηλότερη αναλογία προσφύγων στον κόσμο, σε σχέση με τον πληθυσμό του, με τους Σύριους πρόσφυγες να αποτελούν το ένα τέταρτο των περίπου 6 εκατομμυρίων κατοίκων της χώρας. Το 97% των προσφύγων εργάζονται «μαύρα», ενώ αυτή η «ανεπίσημη οικονομία» υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί στο 55% της οικονομίας του Λιβάνου. Αυτό το γεγονός καθιστά τους πρόσφυγες εξαιρετικά εκτεθειμένους στην φτώχεια, την πείνα και βέβαια στον ιό.

Στο τραπεζικό τομέα η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλύτερη, καθώς δισεκατομμύρια δολάρια των πλουσίων έχουν «φύγει» για το εξωτερικό παρά τους ελέγχους συναλλάγματος (capital controls) με τους φτωχούς να μην έχουν πρόσβαση στις μικρο-καταθέσεις τους σε συνάλλαγμα και τη λιβανέζικη λίρα να πέφτει λόγω του πληθωρισμού. Αυτές οι συνθήκες έχουν προκαλέσει την οργή του κόσμου ενάντια στις τράπεζες, όπως θα δούμε και παρακάτω.

Με το δημόσιο χρέος να έχει φτάσει στο 170% του ΑΕΠ –ένα από τα υψηλότερα του κόσμου– στις 9Μάρτη η κυβέρνηση του Λιβάνου δήλωσε αδυναμία να ξεπληρώσει ένα δάνειο ύψους 1,2 δισ. δολαρίων.

Το ΔΝΤ εκτιμάει ότι η οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 12% το 2020, ενώ το 2019 έκλεισε επίσης με ύφεση 6,5%. Με την πανδημία και την καραντίνα, απλά επιδεινώθηκε η ήδη πολύ κακή κατάσταση της οικονομίας.

Τους τελευταίους μήνες η λιβανέζικη λίρα έχασε τα δύο τρίτα της αξίας της. Αυτό οδήγησε σε έκρηξη των τιμών των αγαθών (καθώς η οικονομία του Λιβάνου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, βλ. «παράρτημα»), με αποτέλεσμα μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα μένοντας χωρίς εισόδημα λόγω της καραντίνας.

Η καραντίνα

Στις 15 Μάρτη ξεκίνησε η «καραντίνα». Απαγορεύτηκαν οι συγκεντρώσεις, η κυκλοφορία τη νύχτα και έκλεισαν οι επιχειρήσεις που δεν ήταν απαραίτητη η λειτουργία τους. Στις 23 Απρίλη άνοιξαν κάποια μαγαζιά ενώ η κυβέρνηση συμβούλεψε τους πολίτες να παραμείνουν σπίτι μέχρι τα μέσα Μάη.

Παρ’ όλο που τα επίσημα στοιχεία για 911 κρούσματα και 26 θανάτους παραμένουν σχετικά χαμηλά, η πραγματική εξάπλωση του κορονοϊού εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγαλύτερη, καθώς δεν γίνονται επαρκείς έλεγχοι.

Η κυβερνητική υπόσχεση για βοήθεια στις φτωχές οικογένειες δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ούτε πάρθηκαν μέτρα ενάντια στις εξώσεις. Το μόνο μέτρο που πάρθηκε ήταν αυτό της αναστολής πληρωμής φόρων. Οπότε απέμεινε στις κοινωνικές οργανώσεις που βασίζονται σε δωρεές να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια.

Μέχρι τα τέλη Απρίλη υπολογίζονταν από την κυβέρνηση ότι το 75% του πληθυσμού είχε ανάγκη από βοήθεια (σε τρόφιμα και άλλα αγαθά) για να επιβιώσει, ενώ το ποσοστό αυτό για τους πρόσφυγες έφτανε στο 90%.

Η κατάσταση αυτή οδήγησε αρκετούς ανθρώπους σε πράξεις απελπισίας, καθώς καταγράφηκαν απόπειρες αυτοκτονίας ενώ στα τέλη Μάρτη έγινε viral η εικόνα ενός οικοδόμου ο οποίος ήθελε να πουλήσει τον νεφρό του για να μην πετάξουν την οικογένειά του στο δρόμο.

Η επανεμφάνιση της εξέγερσης

Τα πρώτα στοιχεία της επανεμφάνισης του κινήματος διαμαρτυρίας φάνηκαν στις 21 Απρίλη, με ειρηνικές διαμαρτυρίες-αυτοκινητοπομπές που διοργανώθηκαν σε όλη τη χώρα, οι οποίες τηρούσαν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης.

Το σκηνικό της 26ης Απρίλη όμως ήταν εντελώς διαφορετικό, όταν μερικές εκατοντάδες νέοι και νέες κατέβηκαν στους δρόμους της Τρίπολης, της 2ης μεγαλύτερης πόλης του Λιβάνου. Ήταν μια κινητοποίηση που πρακτικά «έσπασε» την απαγόρευση κυκλοφορίας, κάτι που προκάλεσε την επίθεση της αστυνομίας και συγκρούσεις με τους διαδηλωτές.

Η αστυνομία πέρα από ξύλο και χημικά, έκανε και χρήση πραγματικών πυρών, με αποτέλεσμα ένας 26χρονος να σκοτωθεί.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιος κόσμος που παρακολουθούσε τα γεγονότα από τα μπαλκόνια του, ήταν με τις κατσαρόλες στο χέρι, σε ένδειξη στήριξης της νεολαίας.

Τα βασικά αιτήματα των διαδηλωτών έχουν να κάνουν με την φτώχεια και την πείνα, το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και την πτώση της κυβέρνησης, ενώ στρέφονται και ενάντια στις τράπεζες.

Μετά από τέσσερεις μέρες συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και των δυνάμεων ασφαλείας, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να υιοθετήσει ένα οικονομικό σχέδιο διάσωσης. Ελπίζει να εξασφαλίσει ένα δάνειο 10 δισ. δολαρίων από το ΔΝΤ, παράλληλα με την αποδέσμευση των 11 δισ. που υπάρχουν ως υπόσχεση από το 2018. Αυτό βέβαια δεν πρόκειται να συμβεί πριν ληφθούν σημαντικά οικονομικά μέτρα.

Οι μεταρρυθμίσεις που απαιτεί το ΔΝΤ, δεν είναι προφανώς προς το συμφέρον της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας. Για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ένα από τα μέτρα αφορά στην καθιέρωση σταθερής ισοτιμίας της λιβανέζικης λίρας με το δολάριο, η οποία θα έχει σαν αποτέλεσμα να διατηρήσει τις τιμές των αγαθών στα σημερινά εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Το ΔΝΤ βέβαια δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι είναι ακριβώς αυτή η τεράστια αύξηση των τιμών που έχει γίνει ζήτημα ζωής και θανάτου για την πλειοψηφία του πληθυσμού!

Ένα σημάδι απ’ το μέλλον;

Ακόμα και πριν το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού, η παγκόσμια οικονομία ήταν ήδη σε κρίσιμο σημείο και όλοι οι οικονομικοί αναλυτές συμφωνούσαν ότι επίκειται μια νέα διεθνής ύφεση. Αυτό το οποίο δεν ήταν σίγουρο, ήταν η αφορμή. Η πανδημία πυροδοτεί αυτές τις εξελίξεις, αλλά προκαλεί και νέους τριγμούς στην οικονομία ως, τέτοια.

Ο Λίβανος ήταν μια από τις σχεδόν 20 χώρες που στο δεύτερο μισό του 2019 συγκλονίστηκαν από μαζικά κινήματα διαμαρτυρίας και εξεγέρσεις. Χιλή, Γαλλία, Χονγκ Κονγκ, Ιράκ ήταν μόνο μερικές από αυτές. Η πανδημία του κορονοϊού αφενός έβαλε ένα «φρένο» σε αυτήν την ορμή, αφετέρου συνετέλεσε στο να χειροτερεύσουν ακόμα περισσότερο οι συνθήκες για τις οποίες βγήκε ο κόσμος μαζικά στους δρόμους και η οικονομική ύφεση η οποία έχει ήδη ξεκινήσει αναμένεται να κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα.

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να αναμένουμε μία «γραμμική» εξέλιξη των πραγμάτων (δηλαδή ότι η κρίση και τα αναμενόμενα μέτρα λιτότητας θα σημαίνουν αυτόματα την εμφάνιση εξεγέρσεων) όμως το γεγονός ότι το «μέτωπο» του Λιβάνου παραμένει ενεργό, αποτελεί μια «ένδειξη».

Κινητοποιήσεις υπάρχουν και σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής αυτήν την περίοδο, όπως για παράδειγμα η απεργία 3.500 ανθρακωρύχων στο Ιράν για αύξηση μισθών και ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των ορυχείων.

Σε όλες τις χώρες, αλλά ιδιαίτερα στις χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως ο Λίβανος, είναι επιτακτική ανάγκη να χτιστούν ανεξάρτητες οργανώσεις της εργατικής τάξης, σωματεία κλπ, οι οποίες να ενώνουν όλα τα κομμάτια του πληθυσμού, ανεξάρτητα από θρησκευτικούς ή εθνικούς διαχωρισμούς και να παίξουν ηγετικό ρόλο στα κινήματα που αναπτύσσονται. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι και η κοινωνία χρειάζονται τις δικές τους πολιτικές οργανώσεις, εξοπλισμένες με ένα επαναστατικό πρόγραμμα για την ανατροπή των επιθέσεων λιτότητας και τελικά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών και το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Πηγή:http://net.xekinima.org

Σε πολλές χώρες η πανδημία του κορονοϊού COVID–19 ανέδειξε με τον πιο χειροπιαστό τρόπο προβλήματα χρόνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ελλάδα, όπου οι συνέπειες των διαστρωματικού χαρακτήρα εσωτερικών ανισοτήτων, σε συνδυασμό με την εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων της περιοχής και μια σειρά από αποτυχημένες και ατελέσφορες πολιτικές του παρελθόντος, γίνονται όλο και πιο αισθητές σήμερα. Στις προσφυγικές δομές εκτυλίσσεται σήμερα μια ανθρωπιστική κρίση, ως επακόλουθο χρόνιων ανεπαρκειών του δημόσιου συστήματος υγείας και  αναποτελεσματικών εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών διαχείρισης της μετανάστευσης, ενώ η πανδημική κρίση του κορονοϊού αναμένεται μόνο να επιδεινώσει την κατάσταση.

Ήταν Απρίλιος του 1937 όταν τα γερμανικά βομβαρδιστικά εμφανίστηκαν στον Ισπανικό ουρανό, πάνω από την Γκουέρνικα. Μέσα σε λίγη ώρα πάνω από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν, η πόλη ισοπεδώθηκε και  ταυτόχρονα μετατράπηκε σε ένα σύμβολο της θηριωδίας του πολέμου. (Διαβάστε επίσης: Guernica: Ένα έγκλημα πολέμου και ένα αριστούργημα)

Η επίθεση πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου, μεταξύ των δυνάμεων του δικτάτορα Φράνκο και των δημοκρατικών δυνάμεων. Ο ισπανικός βορράς των Βάσκων αποτελούσε πεδίο σθεναρής αντίστασης ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις και η κατάληψη της πόλης Μπιλμπάο είχε χαρακτηριστεί στρατηγικής σημασίας.

Στα σχέδια του Φράνκο βρισκόταν και η μικρή κωμόπολη, με μόλις 5.000 κατοίκους, Γκουέρνικα. Οι δικτατορικές εθνικιστικές δυνάμεις υποστηρίζονταν και από τη ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ κυρίως μέσω της Luftwaffe.

Για τη Luftwaffe η επίθεση στην Γκουέρνικα αποτελούσε και μία ευκαιρία για τελειοποίηση των αεροπορικών επιθέσεων, λίγο πριν την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων Hermann Goering κατά τη διάρκεια της δίκης του μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ανέφερε: «Ο ισπανικός εμφύλιος μας έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε νέες τακτικές για τις αεροπορικές επιθέσεις μας, αλλά και να αποκτήσουμε τις απαραίτητες εμπειρίες».

Η επίθεση στην Γκουέρνικα ήταν μία δοκιμή για τις ναζιστικές δυνάμεις και ονομάστηκε «Επιχείρηση Έκπληξη». Ο βομβαρδισμός πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου, 1937, από τις 16:30 έως τις 19:00 και στην επιχείρηση συμμετείχαν 20 γερμανικά μαχητικά και 3 ιταλικά.

Ένας από τους πρώτους ανταποκριτές του εμφυλίου πολέμου που φτάνει στην κατεστραμμένη πόλη μετά τον βομβαρδισμό ήταν ο Noel Monk, της London Daily Express:

«Ήμασταν περίπου δεκαοκτώ μίλια ανατολικά της Γκουέρνικα όταν ο Άντον σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και άρχισε να φωνάζει. Έδειξε μπροστά και η ανάσα μου κόπηκε αντικρίζοντας την εικόνα. Πάνω από την κορυφή των λόφων εμφανίστηκε ένα σμήνος αεροπλάνων. Περίπου δώδεκα βομβαρδιστικά πετούσαν ψηλά στον ουρανό και χαμηλότερα συνοδευόντουσαν από έξι μαχητικά Heinkel 52. Τα βομβαρδιστικά πετούσαν προς την Γκουέρνικα, ενώ τα μαχητικά πέταξαν χαμηλά πάνω από το αυτοκίνητό μας.

Ο Άντον και εγώ πηδήξαμε σε μία τρύπα, που είχε δημιουργηθεί από βομβαρδισμό, η οποία ήταν γεμάτη με νερό και λάσπη. Κοιτάξαμε βιαστικά τα μαχητικά και μετά κατεβάσαμε τα κεφάλια μας. Δεν σηκώσαμε το βλέμμα μας μέχρι να φύγουν τα Heinkel. Μας φάνηκαν ώρες, αλλά ήταν μόλις 20 λεπτά. Τα μαχητικά πυροβολούσαν στο δρόμο όσο πετούσαν από πάνω μας. Άρχισα να τρέμω από τον φόβο μου.

Όταν τα Heinkel αποχώρησαν μαζί με τον Άντον τρέξαμε στο αυτοκίνητο. Σε μικρή απόσταση ένα στρατιωτικό όχημα είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να μεταφέρουμε τους δύο νεκρούς στην άκρη του δρόμου. Έτρεμα ολόκληρος ήταν η πρώτη φορά που είχα φοβηθεί τόσο. Ο ουρανός είχε γίνει κόκκινος από τις φωτιές στην Γκουέρνικα»

Ο Noel Monk και ο συνάδελφός του πλησίασαν με το αυτοκίνητό τους στη Γκουέρνικα σε τέτοιο σημείο, όπου άκουγαν τους ήχους από τον βομβαρδισμό. Συνέχισαν την πορεία τους για την Μπιλμπάο, όπου ο Monk ολοκλήρωσε το κείμενό του για την εφημερίδα και γευμάτισε.

Η μαρτυρία του συνεχίζεται από το σημείο που το γεύμα τους διακόπτεται από την είδηση για τον βομβαρδισμό της Γκουέρνικα.

«Ένα υπάλληλος της κυβέρνησης με δάκρυα στα μάτια μπήκε μέσα στην τραπεζαρία και φώναξε: Η Γκουέρνικα καταστράφηκε. Οι Γερμανοί βομβάρδιζαν και βομβάρδιζαν και βομβάρδιζαν.

Η ώρα ήταν περίπου 21.30 και ο στρατηγός Roberts χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, ‘καταραμένα γουρούνια’. Πέντε λεπτά αργότερα κατευθυνόμασταν προς την Γκουέρνικα. Ήμασταν περίπου σε απόσταση δέκα μιλίων από την κωμόπολη όταν είδα τον κόκκινο ουρανό από τις φλόγες. Πλησιάζοντας στη Γκουέρνικα έβλεπα παιδιά, γυναίκες και άνδρες στην άκρη του δρόμου να κάθονται σαστισμένοι. Εκεί ήταν και ένας ιερέας. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και πήγα προς το μέρος του.

Τι συνέβη; τον ρώτησα Το πρόσωπο του ήταν μαυρισμένο, τα ρούχα του σκισμένα και δεν μπορούσε να μιλήσει, απλά μου έδειχνε τις φωτιές, περίπου 4 μίλια μακριά. Μετά ψιθύρισε: ‘Aviones. . . bombas. . . mucho, mucho’.

Ήμουν ο πρώτος ανταποκριτής που έφτασε στην Γκουέρνικα και βοήθησα ορισμένους στρατιώτες να μαζέψουν απανθρακωμένα πτώματα. Μερικοί στρατιώτες έκλαιγαν με λυγμούς σαν μικρά παιδιά. Υπήρχαν παντού φωτιές και καπνοί και η μυρωδιά από την καμένη σάρκα ήταν ανυπόφορη. Σπίτια κατέρρεαν.

Στην κεντρική πλατεία, που περιβαλλόταν από έναν τοίχο φωτιάς, βρισκόντουσαν περίπου 100 άνθρωποι. Ένας θρήνος είχε απλωθεί σε όλη την περιοχή. Ένας άνδρας που μιλούσε αγγλικά μου είπε: ‘Στις τέσσερις, πριν ακόμα κλείσει η αγορά, ήρθαν πολλά αεροπλάνα. Πέταξαν βόμβες. Κάποια πετούσαν χαμηλά και πυροβολούσαν στον δρόμο. Ο πατέρας Aroriategui προσευχόταν μαζί με άλλους ανθρώπους στην πλατεία ενώ οι βόμβες έπεφταν’.

Τα μόνα που δεν είχαν καταρρεύσει ήταν η εκκλησία, ένα ιερό δένδρο, σύμβολο των Βάσκων, και ένα μικρό εργοστάσιο πυρομαχικών λίγο έξω από την πόλη. Στην πόλη δεν υπήρχαν αντιαεροπορικά. Ήταν μία επιδρομή φωτιάς.

Ένα θέαμα που με έχει στοιχειώσει ήταν τα απανθρακωμένα πτώματα πολλών γυναικών και παιδιών που τα είχαν μαζέψει στην αποθήκη ενός σπιτιού».

*Φωτόγραφία, ο πίνακας του Pablo Picasso  «Guernica»

Πηγή:https://m.tvxs.gr

Του Βαγγέλη Παπαμιχαήλ

Σαν σήμερα στις 20 Απριλίου 2015 ξεκινά η δική της Χρυσής Αυγής, με περίπου 70 κατηγορούμενους και δεκάδες κατηγορίες, όπως η σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, η δολοφονία του Παύλου Φυσσα και οι επιθέσεις στα μέλη του ΠΑΜΕ και στους Αιγύπτιους αλιεργάτες στο Πέραμα. Ανάμεσα στους κατηγορούμενους βρίσκονται η ηγεσία και σχεδόν όλη η κοινοβουλευτική ομάδα του ναζιστικού μορφώματος.

Η δίκη της Χρυσής Αυγής είναι ιστορικά η πρώτη δίκη τόσο μεγάλου αριθμού νεο-ναζιστών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και γι’αυτό ακριβώς έχει θεωρηθεί τόσο σημαντική.

Όποιος παρακολουθεί συστηματικά την δίκη εδώ και 5 χρόνια,η διαβάζει τα πρακτικά της δίκης μέσα από σελίδες όπως η σελίδα Golden Dawn Watch, έχει καταλάβει αυτό που φώναζαν όλοι πως η Χ.Α δεν είναι κόμμα αλλά εγκληματική οργάνωση με στρατιωτική δομή, εκπαίδευση και πειθαρχία.

Φυσικά για την ιστορία και επειδή η δίκη αφορά ξεκάθαρα ποινικές πράξεις, να αναφέρουμε πως δεν μπορούσε ο οποιοσδήποτε να μπει σε αυτό το “επίλεκτο” σώμα της Χ.Α, δηλαδή στα τάγματα εφόδου. Στη βάση υπήρχαν τα απλά μέλη – υποστηρικτικές που παρουσίαζαν την εικόνα “πολιτικού κόμματος”, αλλά μέσα από εκεί όταν κάποιος ξεχώριζε για την βιαιότητα του, η τις ακραίες ιδέες του όπως έχει δείξει η ιστορία, τότε κάποιοι άλλοι, που βρίσκονταν λίγο πάνω από αυτόν ιεραρχικά και αφού είχαν εξασφαλίσει πως θα ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης η απόλυτα ελεγχόμενος, τον έκαναν δόκιμο μέλος. Και τότε ξεκινούσε η εκπαίδευση…

Η εκπαίδευση περιελάμβανε ό,τι ακριβώς και μια στρατιωτική: Mάχες σώμα με σώμα, εκπαίδευση με όπλα και με το αγαπημένο “αξεσουάρ” κάθε χρυσαυγίτη το μαχαίρι.

Μόλις τελείωναν την εκπαίδευση εντάσσονταν και επίσημα στα τάγματα εφόδου και από εκεί περνούσαν στην ενεργό δράση: Περιφρουρήσεις, επιθέσεις -ενίοτε μαζί με βουλευτές- και προσωπικές επιθέσεις μετά από στοχοποιήσεις. Με εξαίρεση πάντα κάποιους “σκληρούς” που προχώρησαν σε δολοφονίες όπως του Παύλου Φύσσα
από τον Γ.Ρουπακιά ο οποίος ήταν και ιεραρχικά ανώτερος σε αντίθεση με τους δολοφόνους του Σαχζάτ Λουκμάν.

Κάπως έτσι λοιπόν λειτουργεί η Χ.Α μέχρι και σήμερα, καθώς ποτέ δεν σταμάτησαν, ακόμα και μέσα σε αυτά τα 5 χρόνια που βρίσκεται σε εξέλιξη η δίκη οι αιματηρές επιθέσεις -συνήθως στοχευμένες – από μέλη και υποστηρικτές του νεοναζιστικού μορφώματος που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν θαύμα που δεν θρηνήσαμε ξανά θύματα από τα χέρια τους.

Αυτή η δίκη λοιπόν μετά από 5 χρόνια που την έχουν παρακολουθήσει εκατοντάδες άνθρωποι, από απλούς παρατηρητές μέχρι και εκπρόσωποι της Ε.Ε, που έχουν καταθέσει δεκάδες μάρτυρες κατηγορίας και που έχουν καταρριφθεί όλα τα πυροτεχνήματα της υπεράσπισης ένα προς ένα θα έφτανε επιτέλους στο τέλος. Δυστυχώς αυτό το τέλος εξαιτίας της πανδημίας θα αργήσει και άλλο, αλλά αυτό δεν μας πειράζει και τόσο, γιατί όπως και να έχει σε λίγο όλο αυτό θα τελειώσει.

Όλες αυτές οι δύσκολες μέρες που πέρασαν αυτά τα χρόνια, με συνεχόμενες επιθέσεις και τραμπουκισμούς – εντός εκτός δικαστηρίου- θα τελειώσουν, αλλά το ερώτημα είναι πώς θα τελειώσουν;

Θα τελειώσουν με μια καταδίκη της Χ.Α, που συνεπάγεται τη δικαίωση τόσων ανθρώπων ή θα εισακουστεί η εισαγγελική πρόταση που απαλλάσσει πολλούς από τους κατηγορούμενους -μαζί και την ηγεσία της οργάνωσης- η οποία είναι το λιγότερο προσβλητική για τη μνήμη των θυμάτων της Χ.Α, αλλά και για όσους κατάφεραν να επιζήσουν από τα τάγματα εφόδου;

Αυτό είναι λοιπόν το μεγάλο ερώτημα αυτών των ημερών, μετά από 5 ολόκληρα χρόνια -νικηφόρων αγώνων της πολιτικής αγωγής.

Πηγή:https://3pointmagazine.gr

Οι εικόνες από τους καταυλισμούς Ρομά και η εμπειρία που αποκόμισα στο σύντομο χρονικό διάστημα που διετέλεσα Ειδική Γραμματέας Κοινωνικής Ένταξης των Ρομά (Νοέμβριο του 2016 έως τον Ιούλιο του 2019) με ωθούν, ειδικότερα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, να θέσω στη δημόσια σφαίρα τους προβληματισμούς και τις απόψεις μου για ένα θέμα βαθιά ανθρωπιστικό αλλά με διαστάσεις υγειονομικού περιεχομένου.

Τον Νοέμβριο του 2018 αντιμέτωπη με τα ακραία προβλήματα σε κάποιους καταυλισμούς και την απροθυμία των δήμων να ανταποκριθούν σε δράσεις βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης, δημοσίευσα σχετικό άρθρο (βλ. «Ευπαθείς Ομάδες, δημόσιο συμφέρον, ευθύνες δημόσιων αρχών και πολιτών», 1.11.2018) για τους κινδύνους της δημόσιας υγείας που ελλοχεύουν στους καταυλισμούς Ρομά καθώς είχαν εντοπιστεί κρούσματα ελονοσίας. Παράλληλα, αυτοψίες στους καταυλισμούς σε ακραίες συνθήκες εξαθλίωσης, με παραπήγματα αντί για σπίτια, με πλήρης έλλειψη βασικών αγαθών όπως υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, αποχετευτικό σύστημα με ύπαρξη τρωκτικών και συσσώρευση σκουπιδιών, επιβεβαίωναν ότι η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου και ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι τόσο για την υγεία των ανθρώπων που διαμένουν στους καταυλισμούς όσο και για την δημόσια υγεία γενικότερα. Παρά το γεγονός ότι η Ειδική Γραμματεία ανέπτυξε ένα ευρύ πλαίσιο παρεμβάσεων, προέβη στις κατάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις και εξασφάλισε τους αναγκαίους πόρους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και από τα Ευρωπαϊκά κονδύλια οι Δήμοι, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, δεν έδραξαν την ευκαιρία να μπουν στην διαδικασία επίλυσης ενός μακροχρόνιου κοινωνικού και υγειονομικού προβλήματος.