ΕΡΕΥΝΕΣ

Screen Shot 2017-09-22 at 7.08.37 AMΣε 22.500 ανέρχονται οι θάνατοι και οι εξαφανίσεις μεταναστών παγκοσμίως από την αρχή του 2014 ως και τον Ιούνιο του 2017, σύμφωνα με την έκθεση «Fatal Journeys» (ολέθρια ταξίδια) του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ).

Οι περισσότεροι θάνατοι συνεχίζουν να καταγράφονται στη Μεσόγειο, διαπιστώνει η έκθεση, και ανέρχονται σε 14.500 από το 2014 ως και τον Ιούνιο του 2017. Για το 2016 οι εξαφανίσεις και οι θάνατοι στη Μεσόγειο ανέρχονται σε 5.143 και ο αριθμός αυτός είναι ο μεγαλύτερος που έχει καταγραφεί ετησίως από το 2000 ως και σήμερα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2017 έχουν καταγραφεί συνολικά 3.781 θάνατοι και εξαφανίσεις, εκ των οποίων οι 2.200 στην περιοχή της κεντρικής Μεσογείου. Ο αριθμός αυτός είναι συγκριτικά μικρότερος από τους 4.376 θανάτους που καταγράφηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2016, ωστόσο είναι αυξημένος σε σχέση με τις αντίστοιχες περιόδους των ετών 2014-2015.

Picture2

Η πορεία προς τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος Α’

Ο ελληνοτουρκικός πόλεµος του 1919-22, στην Τουρκία γνωστός ως İzmir’in Yunanlar tarafından işgali (ελληνική εισβολή της Σµύρνης) ή Kurtuluş Savaşı Batı Cephesi (Δυτικό Μέτωπο του τουρκικού πολέµου της Ανεξαρτησίας) αποτέλεσε τη µεγαλύτερη ιµπεριαλιστική εκστρατεία του ελληνικού καπιταλισµού στον 20ό αιώνα που ωστόσο κατέληξε σε ήττα. Όσον αφορά τους τακτικούς στρατούς, πολλοί κάνουν λόγο για περίπου 45.000 Έλληνες νεκρούς και αγνοούµενους φαντάρους και 25.000 Τούρκους νεκρούς και αγνοούµενους φαντάρους (ωστόσο οι περισσότερες απώλειες ενόπλων από τουρκικής πλευράς αφορούσε άτακτα σώµατα). Οι νεκροί άµαχοι ανήλθαν σε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες, χωρίς να υπάρχει µέχρι σήµερα ένας ακριβής υπολογισµός. Οι κακουχίες και οι αναγκαστικές µετακινήσεις πληθυσµών που ακολούθησαν εξολόθρευσαν έναν επιπλέον καθόλου ευκαταφρόνητο αριθµό ανθρώπων. Στο άρθρο αυτό αναφερόµαστε στο ιστορικό υπόβαθρο και στην πορεία προς τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέµους

Αν µετά την έκβασή της η Μικρασιατική Εκστρατεία  φαντάζει παράφρων πολεµική περιπέτεια, τότε δεν φάνταζε καθόλου έτσι. Τις παραµονές της εκστρατείας, η Ελλάδα είχε συνέλθει από την ήττα του 1897, είχε αποκτήσει έναν πολύ αξιόλογο στρατό µε βαρύ οπλισµό και, κυρίως, είχε πετύχει συντριπτικές νίκες και στους δύο Βαλκανικούς Πολέµους (1912-13) επεκτείνοντας το έδαφός της κατά 70% και σχεδόν διπλασιάζοντας τον πληθυσµό της (από 2,7 εκατ. σε 4,8 εκατ.).

Όµως το πιο σηµαντικό είναι ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις του Βενιζέλου εντάχθηκαν µε ενθουσιασµό στο ένα από τα δύο µεγάλα ιµπεριαλιστικά στρατόπεδα (όπως εν πολλοίς συµβαίνει και σήµερα όσον αφορά την τακτική της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία).

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα δεν συµµετείχε στα πρώτα χρόνια του µεγάλου ιµπεριαλιστικού σφαγείου, του Α’ Παγκόσµιου Πολέµου. Όπως εξηγούσε εκείνη ακριβώς την εποχή ο Β. Ι. Λένιν, ο καπιταλισµός είχε φτάσει στο ιµπεριαλιστικό του στάδιο, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου, τόνιζε, αποτελούσε η προσπάθεια για ξαναµοίρασµα του κόσµου και των σφαιρών επιρροής µεταξύ των µεγάλων καπιταλιστικών χωρών. Αυτός ήταν ο σκοπός του πολέµου και µετά το τέλος του οι νικητές ήταν αυτοί που θα έπαιρναν τη µερίδα του λέοντος.

Ο Ελ. Βενιζέλος ήταν ο πολιτικός που κατανόησε ότι αν οι Έλληνες αστοί ήθελαν και αυτοί µερίδιο από αυτό το ξαναµοίρασµα του κόσµου, θα έπρεπε να συµµετέχουν στο «παιχνίδι». Επίσης ο Βενιζέλος κατανόησε ότι θα έπρεπε να λυθεί και ένα άλλο «πρόβληµα»: οι πόλεµοι του 1912-13 µπορεί να είχαν αυξήσει τον πληθυσµό και την επικράτεια της χώρας, ωστόσο, για πρώτη φορά από την ίδρυσή της, η Ελλάδα είχε στο έδαφός της µεγάλο αριθµό εθνικών και θρησκευτικών µειονοτήτων (µουσουλµάνων, εβραίων, Τούρκων, Σλάβων). Υπήρχαν δηλ. περιοχές στη Βόρεια Ελλάδα που έπρεπε µε κάποιο τρόπο να… εξελληνιστούν.

Ωστόσο, η άρχουσα τάξη και οι εκπρόσωποί της παρέµεναν διχασµένοι ως προς το µε ποια µεριά θα έπρεπε να βγουν στον πόλεµο: η κυβέρνηση των µοναρχικών και ο ίδιος ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ ήταν σίγουροι ότι οι Κεντρικές Δυνάµεις (Αυστροουγγαρία, Γερµανία) θα ήταν οι νικήτριες του πολέµου, αλλά επειδή αναγνώριζαν την ανωτερότητα του βρετανικού ναυτικού πρόκριναν ως καλύτερη στάση την ουδετερότητα, καθώς η χώρα περιβαλλόταν από θάλασσα.

Οι βενιζελικοί ήθελαν συνεργασία µε την Αντάντ (τους Αγγλογάλλους), καθώς µάλιστα η Οθωµανική Αυτοκρατορία, τα εδάφη της οποίας εποφθαλµιούσε η ελληνική πλευρά, από ένα σηµείο και µετά µπήκε στον πόλεµο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάµεων. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι νικήτρια του πολέµου θα ήταν η Αγγλία και -σε αντίθεση µε τους µοναρχικούς που εξέφραζαν την παλιά αστική τάξη της νότιας Ελλάδας- πίσω του στοίχιζε την αστική τάξη των υπό κατάκτηση περιοχών, καθώς και τη µεσαία ιεραρχία του στρατού που είχε αναδυθεί µετά το κίνηµα στο Γουδή και τους Βαλκανικούς Πολέµους.

Από την πλευρά της η Μ. Βρετανία, διαβλέποντας τις ελληνικές ορέξεις στη Μ. Ασία, εντελώς κυνικά υποσχόταν, µέσω του υπ. Εξωτερικών Γκρέι, την παραχώρηση του βιλαετίου του Αϊδίνιου στην Ελλάδα, αν αυτή έβγαινε στο πόλεµο. Από τη δική του πλευρά, προκειµένου να πείσει και άλλες βαλκανικές χώρες να µπουν στον πόλεµο στο πλευρό της Αντάντ, ο Βενιζέλος πρότεινε –εξίσου κυνικά– ως αντάλλαγµα στη Βουλγαρία την παραχώρηση της Δράµας και της Καβάλας, ενώ ανάλογες παραχωρήσεις έκανε και προς τη Σερβία όσον αφορά τη Δ. Μακεδονία.

Σχίσµα

Ήταν τέτοια η σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνικής άρχουσας τάξης σχετικά µε το ζήτηµα του πολέµου, ώστε το 1916 η χώρα διαιρέθηκε πρακτικά σε δύο κράτη: ένα στην Αθήνα υπό τον βασιλιά, το οποίο έλεγχε την παλιά Ελλάδα, και ένα στη Θεσσαλονίκη υπό την βενιζελική Προσωρινή Κυβέρνηση, το οποίο ήλεγχε τα νησιά και την ελληνική Μακεδονία, έχοντας την υποστήριξη της Στρατιάς της Ανατολής (δηλ. το στρατό της Αντάντ που είχε στρατοπεδεύσει στη Θεσσαλονίκη).

Στη σύγκρουση πήρε µέρος ο Τύπος που αποδύθηκε σε µια ακραία προπαγάνδα κιτρινισµού εκατέρωθεν, καθώς και η Εκκλησία. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος αφόρισε τον Βενιζέλο, ωστόσο αργότερα εκθρονίστηκε και οι βενιζελικοί πήραν τον έλεγχο και στην Εκκλησία.

Είναι προφανές ότι δεν υπήρχαν «καλοί» σε κάποια πλευρά. Δεν υπήρχε κάποια πλευρά που ήταν υπέρ των λαϊκών συµφερόντων, που να λάµβανε υπόψη τις πραγµατικές ανάγκες του πληθυσµού. Δεν υπήρχε αντι-ιµπεριαλιστική πλευρά έστω και σε εθνικιστική βάση: και οι δύο αστικές µερίδες ήταν βαθύτατα αντιδραστικές, φιλοπόλεµες, έτοιµες να συνεργαστούν µε τη µία ή τη άλλη µεγάλη ιµπεριαλιστική δύναµη για να αυξήσουν την επικράτεια την οποία έλεγχαν. Ο Βενιζέλος, π.χ., δεν είχε πρόβληµα όταν, προκειµένου να πειστεί η κυβέρνηση της Αθήνας να βγει στον πόλεµο µε την Αντάντ, αγγλογαλλικά στρατεύµατα αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και ήρθαν σε σύγκρουση µε το στρατό της Αθήνας. Μετά την εκδίωξη αυτού του σώµατος οι µοναρχικοί, από την πλευρά τους, άρχισαν άγριους διωγµούς ενάντια στους βενιζελικούς µε δολοφονίες, συλλήψεις κ.λπ. Συµµετρικά, όταν οι βενιζελικοί επικράτησαν και στην Αθήνα, οι διωγµοί των πολιτικών τους αντιπάλων υπήρξαν εξίσου λυσσαλέοι.

Συµµετοχή στον πόλεµο

Τελικά τον Ιούνη του 1917 τα γαλλικά στρατεύµατα προχωρούν προς το νότο της Ελλάδας καταλαµβάνοντας επιτελικές θέσεις και εξαναγκάζοντας το βασιλιά Κωνσταντίνο σε παραίτηση (ωστόσο άφησε στο… πόδι του τον γιο του –δεν παρατάει κανείς για ψύλλου πήδηµα ένα τέτοιο πόστο). Τον ίδιο µήνα 1917 ο Βενιζέλος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως πρωθυπουργός και οι ηγέτες των µοναρχικών κοµµάτων (ανάµεσά τους και ο πρώην πρωθυπουργός Δ. Γούναρης) στάλθηκαν στην εξορία, είτε στην Κορσική είτε σε ελληνικά νησιά. Απολύθηκαν 9.500 υπάλληλοι και έγιναν εκτεταµένες εκκαθαρίσεις στο στρατό. Στις 28 Ιουνίου του 1917 η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεµο στις Κεντρικές Δυνάµεις. Παρά τις δυσκολίες στρατολογήθηκαν 300.000 άνδρες και στάλθηκαν να ενισχύσουν τη Στρατιά της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη.

Οι µεγαλοϊδεατικές εξορµήσεις έχουν βέβαια ένα πολύ υλικό κόστος που καλείται να το πληρώσει ο φτωχός λαός. Δεν είναι µόνον ο φόρος αίµατος που πρόκειται να δώσει τα επόµενα χρόνια: Το 1917 η Ελλάδα πήρε δάνειο από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία, συνολικού ύψους 100.000.000 φράγκων για την κάλυψη των ελλειµµάτων του προϋπολογισµού υπό δυσµενέστατους όρους και στη συνέχεια συνήφθησαν και άλλα δάνεια ύψους 50.000.000 φράγκων. Παρά το γεγονός ότι τα ποσά αυτά θεωρούνταν ήδη υψηλά για την εποχή, ο δανεισµός της Ελλάδας ξέφυγε κυριολεκτικά αφού το 1918 δανείστηκε άλλα 700.000.000 φράγκα για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών.

Γι’ αυτό οι πολεµικές προετοιµασίες δεν έγιναν δεκτές ούτε µε ενθουσιασµό από την πλευρά πολύ µεγάλου µέρους του λαού ούτε χωρίς αντιστάσεις: Υπάρχουν πολλές µαρτυρίες ότι ήδη, παρά τον εθνικιστικό παροξυσµό, στην τελευταία επιστράτευση που έγινε το 1918 παρουσιάστηκε «αποχή» της τάξης του 48% (βλ. Β. Δάβος: Η Μικρασιατική Εκστρατεία)! Εξάλλου το 1918 ήταν η χρονιά που στην Ελλάδα ιδρύθηκε το ΣΕΚΕ, ο πρόγονος του ΚΚΕ, µε βασική αιχµή του προγράµµατός του την αντίθεση σε κάθε πόλεµο.

Σε κάθε περίπτωση στο εξής ο ελληνικός στρατός µάχεται πλέον µε τις άλλες δυνάµεις της Αντάντ ενάντια στις Κεντρικές Δυνάµεις, κύρια τους Βουλγάρους, ο οποίες αρχίζουν να υποχωρούν. Ήταν στο πλευρό της Αντάντ ο ελληνικός στρατός όταν κινήθηκε και προς τη Θράκη. Ο πόλεµος τελείωσε µε τη συνθηκολόγηση της Αυστροουγγαρίας και της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας το φθινόπωρο του 1918. Η ρωσική επανάσταση είχε φοβίσει τους αστούς ότι µπορεί ένας ατέλειωτος πόλεµος να οδηγήσει και σε άλλες επαναστάσεις (η βουλγαρική συνθηκολόγηση, π.χ., οφειλόταν σε µεγάλο βαθµό σε ανταρσίες των φαντάρων και σε αγροτικές εξεγέρσεις στα µετόπισθεν).

Το τέλος του πολέµου βρήκε την Ελλάδα στο πλευρό των νικητών, όπως ακριβώς σχεδίαζε ο Βενιζέλος, και κατάφερε έτσι να µοιραστεί λάφυρα: µε τη συνθήκη του Νεϊγί προσάρτησε τη Δυτική Θράκη αποσπώντας την από τη Βουλγαρία. Όµως για την ελληνική άρχουσα τάξη η όρεξη είχε ανοίξει και η µεγάλη εξόρµηση για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας (της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών) µόλις ξεκινούσε.

Η αντεπαναστατική εκστρατεία στην Κριµαία

Προκειµένου να πάρουν ακόµη µεγαλύτερα ανταλλάγµατα στη µελλούµενη µοιρασιά της καταρρέουσας Οθωµανικής Αυτοκρατορίας, ο Βενιζέλος και η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισαν (στις αρχές του 1919) την πρώτη ελληνική υπερπόντια εκστρατεία, συµµετέχοντας στην ιµπεριαλιστική επίθεση κατά του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσµο, της επαναστατηµένης Ρωσίας.

Ο «δηµοκράτης» Ε. Βενιζέλος, µόλις πληροφορήθηκε τις διαθέσεις των Γάλλων για την εκστρατεία στην Κριµαία –µια εκστρατεία που σχεδιάστηκε στην προσπάθεια παλινόρθωσης του τσαρικού καθεστώτος που µόλις είχε καταρρεύσει–, έσπευσε αµέσως να χαιρετίσει την ιδέα, προσφέροντας µάλιστα στη διάθεσή τους, αρχικά, ολόκληρη δύναµη Σώµατος Στρατού, αποτελούµενη από τρεις µεραρχίες, δηλαδή µεγαλύτερη δύναµη από εκείνη µε την οποία εκστράτευσαν οι Γάλλοι. Χαρακτηριστικό ήταν το τηλεγράφηµα που έστειλε από το Λονδίνο, όπου βρισκόταν ο Βενιζέλος, στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι: «Παρακαλώ δηλώσατε στον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών ότι ο ελληνικός στρατός είναι στη διάθεσή τους και δύναται να χρησιµοποιηθεί δια κοινό αγώνα πανταχού, όπου η αποστολή του κρίνεται αναγκαία».

Τελικά η ελληνική συµµετοχή ήταν δύο µεραρχίες αλλά δεν αποτέλεσε, όπως πολλοί νοµίζουν, απλώς µια βοηθητική δύναµη στην αντεπαναστατική αυτή εκστρατεία. Αντίθετα αποτέλεσε τον κύριο κορµό της! Να από ποιους αποτελείτο το εκστρατευτικό σώµα: Δύο γαλλικές µεραρχίες, µία πολωνική µεραρχία, τµήµατα του στρατού των Λευκών υπό την ηγεσία του Ντενίκιν και το ελληνικό Α’ Σώµα Στρατού (που συγκροτούνταν από δύο µεραρχίες, τη 2η και τη 13η). Αξιοσηµείωτο από στρατιωτική άποψη ήταν ότι όταν ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις οι παραπάνω δύο γαλλικές µεραρχίες ήταν ήδη «αποσκελετωµένες», καθώς από 15 ηµέρες πριν, µε δεδοµένη την ελληνική συµµετοχή, είχε αρχίσει η αποστράτευση των Γάλλων στρατιωτών και η παράδοση του οπλισµού τους. Έτσι η δύναµή τους είχε περιοριστεί συνολικά σε 12 τάγµατα µε 30 τυφέκια κατά λόχο.

Η επίσηµη οµογένεια έκανε δεκτό τον ελληνικό στρατό µε πανηγυρικό τρόπο: στις 27 Ιανουαρίου 1919 µετά την πανηγυρική δοξολογία στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος, η ελληνική κοινότητα της Οδησσού δεξιώθηκε το επιτελείο του αφιχθέντος ελληνικού συντάγµατος στο Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο που επί τούτου είχε στολιστεί µε ελληνικές σηµαίες και λάβαρα. Στην τελετή παρευρέθηκαν εκπρόσωποι όλης της καλής κοινωνίας. Τον πανηγυρικό εκφώνησε ο τότε πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Ελ. Παυλίδης (µετέπειτα βουλευτής Αθηνών-Πειραιώς). Ωστόσο υπήρχε και η «άλλη» οµογένεια: Οι Έλληνες µπολσεβίκοι της Οδησσού τύπωσαν και κυκλοφόρησαν στην ελληνική γλώσσα εκτενή προκήρυξη προς τους αφιχθέντες Έλληνες στρατιώτες µε την οποία τους καλούσαν στο τέλος να αυτοµολήσουν περνώντας «στην πλευρά εκείνων που έχουν κυβέρνηση εργατών, αγροτών και στρατιωτών».

Έκβαση

Παράλληλα βέβαια και γαλλόφωνοι κοµµουνιστές διέτρεχαν τους συµµαχικούς στρατώνες διαδίδοντας σε στρατιώτες και ναύτες ότι τους έστειλαν εκεί να θυσιαστούν για τα συµφέροντα Γάλλων τραπεζιτών και βιοµηχάνων, υπενθυµίζοντάς τους τη γαλλική επανάσταση. Ο αντίκτυπος αυτής της προπαγανδιστικής δουλειάς άρχισε να παρατηρείται από τις πρώτες συµµαχικές ήττες και γιγαντώθηκε όταν στασίασαν τα πληρώµατα των γαλλικών θωρηκτών, στη διάρκεια της ανακωχής που ακολούθησε, µε συνέπεια το «Γαλλο-ελληνικό επεισόδιο», δηλ. τη σύγκρουση των δύο στρατών εξαιτίας των επαναστατηµένων Γάλλων στρατιωτών.

Στο τέλος ο Κόκκινος Στρατός κατανίκησε τους εισβολείς και στις 20 Μαρτίου του 1919 ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε να εγκαταλείψει την Οδησσό. Ωστόσο, οι ελληνικές µονάδες υποχώρησαν µε υποδειγµατική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταµού Δνείστερου για να «υπερασπίσουν» την περιοχή της Βεσσαραβίας (σηµερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριµαίας παρέµεινε έως τις 14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγµα Πεζικού, που αντιµετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, µε τους οποίους είχαν ταχθεί και Γάλλοι ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τελικά ο ελληνικός στρατός αποχώρησε από την περιοχή τον Ιούνιο του 1919. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώµατος ανήλθαν σε 400 νεκρούς. Φυσικά και οι Έλληνες συνεργάτες των εισβολέων τιµωρήθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό στις περιοχές που ανακατέλαβε.

Ανεξάρτητα όµως από την έκβαση της εκστρατείας στη Νότια Ρωσία, η συµµετοχή του ελληνικού εκστρατευτικού σώµατος σε αυτήν αποτέλεσε και το κυρίαρχο επιχείρηµα του Βενιζέλου υπέρ της «δικαίωσης» των ελληνικών αιτηµάτων στη συνδιάσκεψη Ειρήνης που ακολούθησε και στη Συνθήκη των Σεβρών.

Η εκστρατεία στην Κριµαία αποτέλεσε την τελική πρόβα τζενεράλε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι αµέσως µετά την ήττα και την αποχώρηση από την Κριµαία, το ελληνικό εκστρατευτικό σώµα µεταφέρθηκε κατευθείαν στη Μικρά Ασία για µεταφέρει την «εµπειρία» του ενισχύοντας το µέτωπο της Μικρασιατικής Εκστρατείας που µόλις είχε ξεκινήσει.

Η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία είχε αντλήσει στρατιωτικά µαθήµατα αλλά όχι πολιτικά µαθήµατα: δεν µπορείς να κρατήσεις για πολύ σε κατοχή έναν λαό που σε θεωρεί κατακτητή ούτε µπορείς να πείσεις τους φαντάρους να συνεχίσουν να πολεµούν έναν άδικο πόλεµο, ακόµη κι αν έχεις µε τη µεριά σου όλες τις ιµπεριαλιστικές δυνάµεις του κόσµου. Ειδικά αν έχεις απέναντί σου έναν επαναστατικό στρατό.

Πηγή:https://rproject.gr

Picture4

Τι γίνεται αν δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι άρρωστοι, αλλά ένα σύστημα που βρίσκεται σε αντίθεση με το ποιοι είμαστε ως κοινωνικά όντα;» ρωτάει ο συγγραφέας και ανεξάρτητος εκδότης βιβλίων για την ψυχική υγεία και τη θεραπεία, Rod Tweedy.

Η ψυχική ασθένεια αναγνωρίζεται πλέον ως μία από τις μεγαλύτερες αιτίες ατομικής δυστυχίας στις σύγχρονες κοινωνίες και πόλεις της Δύσης, συγκρίσιμη με τη φτώχεια και την ανεργία. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο ένας στους τέσσερις ενήλικες έχει διαγνωσθεί με ψυχική ασθένεια και τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά κάθε χρόνο. «Ποιό μεγαλύτερο κατηγορητήριο ενός συστήματος θα μπορούσε να υπάρξει από μια επιδημία ψυχικών ασθενειών;», σημειώνει ο ερευνητής, συγγραφέας και αρθρογράφος George Monbiot, σχολιάζοντας τα στοιχεία.

Η συγκλονιστική έκταση αυτής της «επιδημίας» γίνεται όλο και πιο ανησυχητική ενώ ταυτόχρονα γνωρίζουμε ότι μεγάλο μέρος της μπορεί να προληφθεί. Αυτό οφείλεται στην καθοριστική συσχέτιση μεταξύ κοινωνικών – περιβαλλοντικών συνθηκών και των ψυχικών διαταραχών. Ο Richard Bentall, καθηγητής κλινικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, και ο Peter Kinderman, πρόεδρος της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, έχουν γράψει επιτακτικά για αυτήν τη σχέση τα τελευταία χρόνια, δίνοντας μεγάλη προσοχή στους «κοινωνικούς καθοριστικούς παράγοντες της ψυχολογικής μας ευημερίας». «Τα στοιχεία είναι συντριπτικά», σημειώνει ο Kinderman και τονίζει: «δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες, αλλά ότι είναι συντριπτικά σημαντικοί».

Μια άρρωστη κοινωνία

Οι εμπειρίες της κοινωνικής απομόνωσης και αποξένωσης, της ανισότητας, της ιδεολογίας του υλισμού και του ίδιου του νεοφιλελευθερισμού, θεωρούνται σήμερα σημαντικές γενεσιουργές αιτίες για τις ψυχικές διαταραχές κι αυτό αντικατοπτρίζεται στους τίτλους πολλών πρόσφατων άρθρων και ομιλιών επί του θέματος από πολλούς ψυχοθεραπευτές και περιλαμβάνουν συζητήσεις για το αν ο «νεοφιλελευθερισμός είναι επικίνδυνος για την ψυχική υγεία» και αν «είναι ο νεοφιλελευθερισμός που μας κάνει να αρρωστήσουμε»;

Η κλινική ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια Jay Watts παρατηρεί στον Guardian ότι «οι ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες είναι τόσο σημαντικοί και, για πολλούς, η κύρια αιτία του πόνου. Η φτώχεια, η σχετική ανισότητα, η ύπαρξη του ρατσισμού, του σεξισμού, του κοινωνικού εκτοπισμού και μιας ανταγωνιστικής κουλτούρας αυξάνουν την πιθανότητα ψυχικής οδύνης. Οι κυβερνήσεις και οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν ενδιαφέρονται για αυτά τα αποτελέσματα, ρίχνοντας τη χρηματοδότηση σε μελέτες που εξετάζουν τη γενετική και τους φυσικούς βιοδείκτες, σε αντίθεση με τις κοινωνικές αιτίες. Ομοίως, υπάρχει ελάχιστη πολιτική βούληση ώστε να συνδυαστεί η αυξανόμενη ψυχική δυσφορία με τις κοινωνικές ανισότητες, αν και ο συσχετισμός είναι ισχυρός και πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι αυτός θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της τρέχουσας επιδημίας ψυχικών ασθενειών».

Υπάρχουν σαφώς πολύ ισχυρά και εδραιωμένα συμφέροντα, που συνειδητά ή ασυνείδητα ενεργούν για να αποκρύψουν ή να αρνηθούν αυτήν τη σχέση, γεγονός που κάνει πιο έντονη την προθυμία στους ψυχαναλυτές και θεραπευτές να αγκαλιάσουν αυτό το ευρύτερο, συναρπαστικό και μετακινούμενο πλαίσιο. Οι ειδικοί συχνά μιλάνε για την κοινωνία, το κοινωνικό πλαίσιο,  την κυρίαρχη ιδεολογία, τους περιβαλλοντικούς καθοριστικούς παράγοντες σε σχέση με τις ψυχικές διαταραχές και τις ασθένειες, αλλά μπορούμε να καταλάβουμε για ποια πτυχή της κοινωνίας μιλούν κυρίως. Και σε αυτό το πλαίσιο είναι μάλλον καιρός να αναφερθούμε στη λέξη ταμπού – τον καπιταλισμό.

Πολλές από τις σύγχρονες μορφές ψυχικής ασθένειας και ατομικής δυσφορίας που αντιμετωπίζουμε και ασχολούμαστε αποδεικνύεται ότι συσχετίζονται και ενισχύονται από τις διεργασίες και τα υποπροϊόντα του καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να πούμε ότι ο καπιταλισμός είναι από πολλές απόψεις ένα σύστημα που παράγει ψυχική ασθένεια – και αν είμαστε σοβαροί και θέλουμε να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο τις επιπτώσεις της ψυχικής δυσφορίας και της ασθένειας, αλλά και τις αιτίες, πρέπει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά αυτό το σύστημα που λέγεται καπιταλισμός. Ακριβέστερα και πιο αναλυτικά πρέπει να δούμε τη φύση της πολιτικής και οικονομικής μήτρας από την οποία προκύπτουν και πώς η ψυχολογία συνενώνεται βασικά με κάθε πτυχή της μήτρας αυτής.

Πανταχού παρούσα νεύρωση

Ίσως ένα από τα πιο προφανή παραδείγματα αυτής της στενής σχέσης μεταξύ καπιταλισμού και ψυχικής δυσφορίας είναι η επικράτηση της νεύρωσης. Όπως ο Joel Kovel, ψυχίατρος και καθηγητής πολιτικών επιστημών, σημειώνει: «Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της νεύρωσης μέσα στον καπιταλισμό είναι ότι είναι πανταχού παρούσα». Στο κλασικό του δοκίμιο «Θεραπεία στον ύστερο καπιταλισμό», ο Kovel αναφέρεται στο «κολοσσιαίο βάρος της νευρωτικής δυστυχίας στον πληθυσμό, ένα βάρος που συνεχώς και προφανώς προδίδει την καπιταλιστική ιδεολογία, η οποία υποστηρίζει ότι ο πολιτισμός των αγαθών προάγει την ανθρώπινη ευτυχία»:

«Εάν, δεδομένου όλου του εξορθολογισμού, της άνεσης, της διασκέδασης και της επιλογής, οι άνθρωποι εξακολουθούν να είναι άθλια, αδυνατούν να αγαπήσουν, να πιστέψουν ή να αισθανθούν κάποια ακεραιότητα στη ζωή τους, θα μπορούσαν επίσης να αρχίσουν να συνάγουν το συμπέρασμα ότι κάτι ήταν σοβαρό λάθος στην κοινωνική τους τάξη».

Υπήρξε επίσης μια συναρπαστική έρευνα που έγινε πρόσφατα από τον Eli Zaretsky (Political Freud) και τον Bruce Cohen (συγγραφέα της Ψυχιατρικής Ηγεμονίας), που έχουν γράψει και οι δύο για τις σχέσεις μεταξύ της οικογένειας, της σεξουαλικότητας και του καπιταλισμού στη δημιουργία νευρώσεων.

Φυσικά ο Μαρξ ήταν ο σπουδαίος αναλυτής της αλλοτρίωσης, δείχνοντας πώς η καπιταλιστική οικονομία παράγει αλλοτρίωση ως μέρος της ίδιας της δομής της – επισημαίνοντας για παράδειγμα πως η αλλοτρίωση «παγιδεύεται» ενσωματωμένη σε προϊόντα, εμπορεύματα. Όπως επισημαίνει ο Pavon Cuellar, «ο Μαρξ ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε ότι αυτή η αλλοτρίωση παίρνει ουσιαστικά περιεχόμενο και ενσαρκώνεται στα πράγματα – στα «προϊόντα». Αυτά τα αγαθά «φετίχ», όπως προσθέτει, φαίνεται να υπόσχονται να επιστρέψουν, όταν καταναλώνονται, το υποκειμενικό-κοινωνικό κομμάτι που χάνεται από τους αποξενωμένους, ενώ παράγουν: «οι αλλοτριωμένοι έχουν χάσει αυτό που φαντάζονται [ή ελπίζουν] φετίχ».

Αυτή η κατανόηση της αλλοτρίωσης είναι πραγματικά το βασικό ζήτημα για τον Μαρξ. Οι άνθρωποι πιθανώς τον γνωρίζουν σήμερα για τη θεωρία του περί Κεφαλαίου – πώς τα ζητήματα εκμετάλλευσης, κέρδους και ελέγχου συνεχώς χαρακτηρίζουν και επανεμφανίζονται στον καπιταλισμό – αλλά το βασικό μέλημα του Μαρξ και αυτό που παραμελείται ή παρερμηνεύεται συνεχώς είναι η άποψή του για την ανθρώπινη δημιουργικότητα και τη σημασία της – την «κολοσσιαία παραγωγική δύναμη» του ανθρώπου, όπως την ονομάζει -και αλλοτριώνει ο καπιταλισμός. Ο Μαρξ αναφέρει αυτήν την εξαιρετική παγκόσμια μετασχηματιστική ενέργεια ως «ενεργό είδος ζωής», αλλά αυτές οι τεράστιες δημιουργικές ενέργειες και μετασχηματιστικές ικανότητες μετατρέπονται στον καπιταλισμό σε κάτι αλλόκοτο, υποδουλωμένο, φετιχοποιημένο.

Μετασχηματισμός της επιθυμίας

Για τον Μαρξ, είναι η αλλοτρίωση και η βαθιά «εξάρθρωση» του ανθρώπινου πνεύματος που χαρακτηρίζει τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Παρομοιάζοντας την κατάσταση αυτή με μια μητέρα που αφού γεννάει, της αφαιρείται αμέσως το μωρό, το οποίο μετατρέπεται σε κάτι ξένο, αλλότριο, κάτι που μοιάζει με κούκλα – με ένα εμπόρευμα.

Πράγματι, ο καταναλωτισμός και ο υλισμός είναι ευρέως αναγνωρισμένοι σήμερα ως βασικοί μοχλοί μιας σειράς προβλημάτων ψυχικής υγείας, από τον εθισμό έως την κατάθλιψη. Όπως σημειώνει ο George Monbiot, «Η αγορά περισσότερων υλικών αγαθών συνδέεται με την κατάθλιψη, το άγχος και τις δυσλειτουργικές σχέσεις. Είναι κοινωνικά καταστροφικό και αυτοκαταστροφικό». Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια Sue Gerhardt έχει γράψει πολύ εύστοχα για αυτή την σχέση, υποδηλώνοντας ότι στις σύγχρονες κοινωνίες συχνά «συγχέουμε την υλική ευημερία με την ψυχολογική ευημερία». Στο βιβλίο της «Η Εγωιστική Κοινωνία» δείχνει πόσο επιτυχώς και αμείλικτα ο καταναλωτικός καπιταλισμός ανασχηματίζει το μυαλό μας και επαναπροσδιορίζει το νευρικό μας σύστημα με τη δική του εικόνα. Γιατί «θα χάναμε μεγάλο μέρος του τι είναι ο καπιταλισμός», σημειώνει, «εάν παραβλέψουμε τον ρόλο του στην εμπορία της επιθυμίας».

Μια άλλη βασική πτυχή του καπιταλισμού και των επιπτώσεών του στην ψυχική ασθένεια είναι φυσικά η ανισότητα. Όπως αναφέρθηκε στην έκθεση του Royal College of Psychiatrists: «Η ανισότητα είναι ένας βασικός καθοριστικός παράγοντας της ψυχικής ασθένειας: όσο μεγαλύτερο είναι το επίπεδο της ανισότητας, τόσο χειρότερα είναι τα αποτελέσματα της ψυχικής υγείας. Τα παιδιά από τα φτωχότερα νοικοκυριά έχουν τριπλάσιο κίνδυνο ψυχικής κακής υγείας από τα παιδιά από τα πλουσιότερα νοικοκυριά. Η ψυχική ασθένεια συνδέεται σταθερά με τη στέρηση, το χαμηλό εισόδημα, την ανεργία, την κακή εκπαίδευση, τη χειρότερη σωματική υγεία».

Ορισμένοι ειδικοί πρότειναν μάλιστα ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός, ως τρόπος σκέψης ή αντίληψης για τον κόσμο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μάλλον «ψυχοπαθητικό» ή παθολογικό σύστημα. Υπάρχουν σίγουρα κάποιες εντυπωσιακές αντιστοιχίες μεταξύ σύγχρονων χρηματοπιστωτικών και εταιρικών συστημάτων και ατόμων που έχουν διαγνωστεί με κλινική ψυχοπάθεια, όπως διαπίστωσαν ορισμένοι αναλυτές.

Ο Robert Hare, για παράδειγμα, μια από τις κορυφαίες μορφές στην ψυχιατρική στον κόσμο και συντάκτης της ευρέως αποδεκτής «λίστας ελέγχου Hare» που χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει την ψυχοπάθεια, παρατήρησε στον δημοσιογράφο Jon Ronson: «Δεν έπρεπε να έκανα την έρευνά μου μόνο στις φυλακές. Θα έπρεπε να είχα περάσει αρκετό καιρό στο Χρηματιστήριο». «Αλλά σίγουρα οι ψυχοπαθείς των χρηματιστηριακών αγορών δεν μπορούν να είναι τόσο κακοί όσο οι ψυχοπαθείς των κατά συρροή δολοφόνων;» ρωτάει ο δημοσιογράφος. «Οι κατά συρροή δολοφόνοι καταστρέφουν τις οικογένειες. Οι εταιρικοί και πολιτικοί ψυχοπαθητικοί καταστρέφουν τις οικονομίες. Καταστρέφουν τις κοινωνίες» απάντησε.

Παθολογικοί φορείς

Αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως ο Joel Bakan γράφει στο βιβλίο του «The Corporation», είναι κρυπτογραφημένα στην ίδια τη δομή των σύγχρονων εταιρειών – είναι μέρος του βασικού DNA τους και modus operandi. «Η νόμιμα καθορισμένη εντολή της εταιρίας είναι να επιδιώκει, αμείλικτα και χωρίς εξαίρεση, το δικό της συμφέρον, ανεξάρτητα από τις συχνά βλαβερές συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει σε άλλους». Ως εκ τούτου, με τον δικό της νομικό ορισμό, η εταιρία είναι ένας παθολογικός θεσμός και ο Bakan παραθέτει τα διαγνωστικά χαρακτηριστικά της προεπιλεγμένης παθολογίας τους (έλλειψη συμπάθειας, επιδίωξη ιδιοτέλειας, μεγαλοπρέπεια, ρηχή επιρροή, επιθετικότητα, κοινωνική αδιαφορία) για να δείξει ποιος είναι ο αξιόπιστος διαταραγμένος ασθενής.

Γιατί όλες αυτές οι σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές πρακτικές και διαδικασίες δημιουργούν τόσες πολλές ασθένειες, τόσες πολλές διαταραχές; Για να απαντήσουμε σε αυτό, πρέπει να κοιτάξουμε πίσω στο ευρύτερο σχέδιο του Διαφωτισμού και στα ψυχολογικά μοντέλα της ανθρώπινης φύσης από τα οποία προέκυψε. Ο σύγχρονος καπιταλισμός εξελίχθηκε μέσα από ένα στενό, «ορθολογικό» συμφέρον – την έννοια του homo economicus. Όπως τονίζει ο Iain McGilchrist, «Ο καπιταλισμός και ο καταναλωτισμός, και οι ανθρώπινες σχέσεις που παράγουν, βασίζονται στη χρησιμότητα, στην απληστία και τον ανταγωνισμό, και ήρθαν να αντικαταστήσουν αυτές που βασίζονται σε αισθητή σύνδεση και πολιτισμική συνέχεια».

Τώρα γνωρίζουμε πόσο λανθασμένο και καταστροφικό είναι αυτό το μοντέλο του εαυτού. Η πρόσφατη νευροεπιστημονική έρευνα για τον «κοινωνικό εγκέφαλο», μαζί με τις συναρπαστικές εξελίξεις στη θεωρία της σύγχρονης προσκόλλησης, την αναπτυξιακή ψυχολογία και τη διαπροσωπική νευροβιολογία, αναθεωρούν σημαντικά και αναβαθμίζουν αυτήν την μάλλον γραφική παλιομοδίτικη άποψη του απομονωμένου «ορθολογικού» ατόμου, αποκαλύπτοντας μια πολύ πιο πλούσια και πιο εξελιγμένη κατανόηση της ανθρώπινης ανάπτυξης και ταυτότητας, μέσω της αυξημένης γνώσης της ενδοεπιλογής του «δεξιού ημισφαιρίου», των ασυνείδητων διαδικασιών, της συμπεριφοράς των ομάδων, του ρόλου της ενσυναίσθησης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και της σημασίας του πλαισίου και της κοινωνικοποίησης.

Όπως παρατηρεί ο νευροεπιστήμονας David Eagleman, ο ίδιος ο ανθρώπινος εγκέφαλος βασίζεται σε άλλους εγκεφάλους για την ίδια του την ύπαρξη και ανάπτυξη – η έννοια του «εγώ», σημειώνει, εξαρτάται από την πραγματικότητα του «εμείς»: Είμαστε ένας απλός τεράστιος οργανισμός, ένα νευρωνικό δίκτυο ενσωματωμένο σε έναν πολύ μεγαλύτερο ιστό νευρωνικών δικτύων. Οι εγκέφαλοί μας είναι τόσο ριζικά συνδεδεμένοι ώστε να αλληλεπιδρούν, ότι δεν είναι καν σαφές, που ο καθένας από μας αρχίζει και που τελειώνει. Το ποιος είστε εσείς έχει να κάνει με το ποιοι είμαστε εμείς. Η αλήθεια είναι ότι χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον.

«Δεν υπάρχει κανένας μοναδικός εγκέφαλος», παρατηρεί ο Louis Cozolino, «οι εγκέφαλοι υπάρχουν μόνο μέσα σε δίκτυα άλλων εγκεφάλων». Μερικοί μάλιστα έχουν ορίσει αυτή τη νέα νευρολογική και επιστημονική κατανόηση των βαθιών μοτίβων αλληλεξάρτησης, της αμοιβαίας συνεργασίας και του κοινωνικού εγκεφάλου ως «Νευρο-μαρξισμό».

Ο καπιταλισμός φαίνεται να έχει τις ρίζες του σε ένα ριζικά παραμορφωμένο, αφελές και ντεμοντέ μοντέλο του δέκατου έβδομου αιώνα για το ποιοι είμαστε. Προσπαθεί να μας κάνει να σκεφτούμε ότι είμαστε απομονωμένοι, αυτόνομοι, ανταγωνιστικοί, αποσαφηνισμένοι. Η βλάβη που αυτή η άποψη του εαυτού μας έχει κάνει είναι ανυπολόγιστη.

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν και ενθαρρύνονται να πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα και οι διαταραχές – ψύχωση, σχιζοφρένεια, άγχος, κατάθλιψη, αυτοτραυματισμός – αυτά τα συμπτώματα ενός «άρρωστου κόσμου» είναι δικά τους. «Αλλά τι γίνεται αν το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ζούμε σε λανθασμένη κοινωνία;» ρωτά ο Tom Syverson. Ίσως ο Adorno ήταν σωστός όταν είπε, «λάθος ζωή δεν μπορεί να ζήσει σωστά».

Η ρίζα αυτού του «ζει κακώς» φαίνεται να είναι επειδή ζούμε σε ένα κοινωνικό και οικονομικό σύστημα αντίθετο τόσο με την ψυχολογία όσο και με τη νευρολογία μας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο εσωτερικός και ο εξωτερικός μας κόσμος αλληλεπιδρούν διαρκώς και βαθιά μεταξύ τους και ότι, επομένως, αντί να διαχωρίζουμε την κατανόηση των οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών από την κατανόηση της ψυχολογίας και της ανθρώπινης ανάπτυξης, χρειαζόμαστε να τα συσχετίσουμε, να τα ευθυγραμμίσουμε. Και για να συμβεί αυτό, χρειαζόμαστε έναν νέο διάλογο μεταξύ του πολιτικού και του προσωπικού κόσμου, ένα νέο ολοκληρωμένο πρότυπο για την ψυχική υγεία και μια νέα πολιτική.

Πηγή:http://tvxs.gr

Picture2

Την περασμένη Τρίτη η κυρία Βασιλική Αθυρίδου-Αβαροπούλου έκλεισε τα 106 χρόνια. Συμπτωματικά, την ίδια ημέρα έμαθε ότι το παγκόσμιο κέντρο για τη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος Yad Vashem σκοπεύει να τιμήσει την ίδια και τον εκλιπόντα σύζυγό της Κωνσταντίνο Αθυρίδη με τον τίτλο του Δικαίου των Εθνών, γιατί κατά την Κατοχή έκρυψαν μία οικογένεια εβραίων. Η ζωή της διατρέχει την ιστορία της Θεσσαλονίκης από την απελευθέρωση, την πυρκαγιά του 1917 και την Κατοχή μέχρι τα γλέντια των παλαιών Θεσσαλονικέων.

Συνέντευξη στη Σοφία Χριστοφορίδου || Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» 3/9/2017

Η κυρία Βασιλική γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1911, όταν η Θεσσαλονίκη ήταν ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τον Οκτώβριο του 1912, όταν ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη, “η μητέρα μου με πήρε αγκαλιά, μου έβαλε και μία σημαία στο χέρι και πήγαμε να υποδεχτούμε τον ελληνικό στρατό που θα περνούσε, με το βασιλιά και το διάδοχο, κι εγώ, όπως μου έλεγαν, έπαιζα με τη σημαία, χαιρετούσα, ήμουν όλο χαρά”. Ίσως γι’ αυτό στα παιδικά τους παιχνίδια υποστήριζε το βασιλιά, σε αντίθεση με την αδερφή της που “ήταν με τον Βενιζέλο”. Πάντως η οικογένεια διάβαζε καθημερινά τη βενιζελική “Μακεδονία”, μιας και υπήρχαν φιλικές σχέσεις με τον ιδρυτή της εφημερίδας Κωνσταντίνο Βελλίδη.
Η οικογένεια έμενε αρχικά στην Απελλού και αργότερα στην περιοχή του Ιπποδρομίου, ανάμεσα σε μουσουλμάνους και εβραίους. “Ο τούρκος μπακάλης μάς έδινε μπίλιες να παίζουμε. Η μαμά μου, Αντιγόνη, έκανε παρέα με τις Τουρκάλες, έμαθε και τουρκικά. Της έδιναν φρέσκα αυγά για εμάς που ήμασταν μωρά. Το 1921 πήγαμε σε ένα σπίτι στην οδό Μιαούλη, εκεί έμεναν όλο εβραίοι και κάναμε παρέα με εβραιοπούλες, αυτές ήξεραν γαλλικά, εγώ πήγαινα στο γαλλικό σχολείο και έτσι τα βρίσκαμε”.

Η φωτιά του 1917

Θυμάται ακόμα και την ημέρα της μεγάλης πυρκαγιάς του 1917. “Ήμουν έξι χρόνων τότε. Μόλις είχαμε βγει από τα λουτρά Ισλαχανέ, κοντά στου Κεμάλ το σπίτι, είδαμε καπνό και φλόγες κοντά στον Άγιο Δημήτριο. Το βράδυ που κατέβηκε η φωτιά, ο μπαμπάς μου ειδοποίησε και ήρθαν άγγλοι αξιωματικοί της Αντάντ, μας πήραν αγκαλιά και με τις νυχτικιές όπως ήμασταν μας πήγαν στα εβραίικα μνήματα, εκεί που είναι το πανεπιστήμιο τώρα, για να προστατευτούμε. Εκεί κοιμηθήκαμε δυο βραδιές”. Η φωτιά κατέστρεψε το εργοστάσιο ποτοποιίας της οικογένειας Αβαρόπουλου, δίπλα από το μέγαρο Στάιν και η μονάδα μεταφέρθηκε στα Λαδάδικα, κάτω από το ξενοδοχείο “Μινέρβα”.

Η υποδοχή των προσφύγων

Ο πατέρας της Ευστράτιος Αβαρόπουλος είχε γεννηθεί στην Αρετσού της Μικράς Ασίας και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1905, για να ανοίξει ένα παράρτημα του εργοστασίου ποτοποιίας, που διατηρούσε η οικογένεια στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η μητέρα της κατέβαινε κάθε μέρα στο λιμάνι και βοηθούσε τις οικογένειες που έφταναν στη Θεσσαλονίκη να εγκατασταθούν στα σπίτια που άφηναν πίσω τους οι Τούρκοι που εγκατέλειπαν την πόλη, ενώ είχε μετατρέψει τον πρώτο όροφο του δικού της σπιτιού σε ξενώνα προσφύγων. “Μία μέρα, μας είπε η μαμά μου, κατέβηκε μία μητέρα με ένα κοριτσάκι στη δική μου ηλικία και μία κοπελίτσα που σπούδαζε φαρμακοποιός, η οποία πάνω στην απελπισία της βούτηξε στη θάλασσα να πνιγεί. Αμέσως έτρεξαν και έβγαλαν την κοπέλα. Τους φιλοξενήσαμε έναν μήνα μέχρι να βρουν σπίτι. Η μαμά μου γνώριζε τον Πεντζίκη και στο φαρμακείο του έβαλε την κοπελίτσα να δουλέψει, και έτσι βολεύτηκαν”.

Ο πόλεμος και η Κατοχή

“Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, ο άντρας μου πήγε στο μέτωπο και γύρισε έπειτα από έξι μήνες. Μου έστελνε επιστολικά δελτάρια και κάθε φορά κοιτούσα στο χάρτη να δω πού βρισκόταν” θυμάται. H κυρία Βασιλική κατατάχτηκε στους “Φίλους του Στρατού” και γυρνούσε στις γειτονιές καταγράφοντας τις ανάγκες των οικογενειών που άφησαν πίσω τους οι φαντάροι που πολεμούσαν στην Αλβανία. Τις πρώτες ημέρες του πολέμου “ακούγαμε τα ιταλικά αεροπλάνα και τρέχαμε να κρυφτούμε σε ένα όρυγμα που είχαμε στον κήπο, τότε μέναμε στην Κηφισιά. Έπεσαν δύο βόμβες πολύ κοντά μας και τρομοκρατηθήκαμε”.
Ο σύζυγός της επέστρεψε από το μέτωπο και κρύφτηκε στα Κουφάλια, γιατί στο μεταξύ είχαν εισβάλει οι Γερμανοί στην πόλη, και ζήτησε από την οικογένειά του να του φέρει πολιτικά ρούχα, για να μην κινδυνέψει φορώντας τη στολή του στρατιώτη. “Το μαγαζί μας με τα εδώδιμα αποικιακά είχε αδειάσει, κάθε μέρα έπεφτε η αξία των χρημάτων, πήγαμε στην Αθήνα και φορτώσαμε σε καΐκι εμπορεύματα”.
Το σπίτι της στην εξοχή επιτάχθηκε από τους Γερμανούς για να χρησιμοποιηθεί ως αναρρωτήριο. Μια μέρα ήρθαν και την ειδοποίησαν ότι τη νύχτα κάποιοι έβγαλαν τις πόρτες και τα παράθυρα από το σπίτι, θύμωσε ο Γερμανός που ήταν υπεύθυνος και απειλούσε σε αντίποινα να ξεσπιτώσει όσους κατοικούσαν τριγύρω και θα σκότωνε τους δράστες. “Με παρακάλεσαν να μιλήσω στον Γερμανό. Έτρεμα από το φόβο αλλά τον παρακάλεσα, του είπα ότι είμαι η νοικοκυρά του σπιτιού και ότι ίσως ήθελαν να εκδικηθούν εμάς. Ο Θεός τον φώτισε και είπε ότι ‘τους συγχωρώ, έκαναν ζημιά και σε σας, ας μείνουν οι οικογένειες στα σπίτια τους’. Όταν βγήκα έξω με φιλούσαν”.
Για το Μαύρο Σάββατο του 1942, όταν οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους εβραίους της Θεσσαλονίκης στην πλατεία Ελευθερίας, τους βασάνισαν και τους εξευτέλισαν, η κ. Αθυρίδου θυμάται πως “βγήκαν στα μπαλκόνια απέναντι από την πλατεία αυτοί που συμπαθούσαν τους Γερμανούς και οι γυναίκες τους, και κορόιδευαν τους εβραίους”.

Η διάσωση των εβραίων

Ήταν αρχές Φθινοπώρου του 1944, λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών. Η στάση των κατακτητών είχε σκληρύνει πολύ και απειλούσαν με άμεσο τουφεκισμό όποιον έκρυβε εβραίους. Στο σπίτι των Αθυρίδηδων φτάνει ένας εβραίος φίλος της οικογένειας και παρακαλεί να κρύψουν τα δυο του παιδιά. Η μητέρα της κυρίας Βασιλικής είπε “φέρε τα, κάτι θα κάνουμε”. Τα πήγε με το τραμ μέχρι το παλιό σχολείο της κόρης της, το Καλαμαρί και παρακάλεσε τις καλόγριες να κρύψουν τα παιδιά. Εκείνες έβαλαν τον όρο τα παιδιά να γίνουν καθολικά, αλλά δεν μπορούσε μόνη της να πάρει τέτοια απόφαση. Στη συνέχεια συνεννοήθηκε με κάποιον φίλο της οικογένειας, έναν γιατρό ονόματι Τζηρίτη, που έμενε στην Ερμού, ο οποίος έκρυψε τα δύο παιδιά, ώσπου να τελειώσει ο πόλεμος.
“Ένα βράδυ κατά τις 10 ακούμε να μας χτυπούν την πόρτα. Ήταν ο Μάρκος Ασσαέλ με το γιο του, τους ήξερε ο άντρας μου από την αγορά. Του λέει ‘κύριε Κώστα, σε παρακαλώ, μας πρόδωσαν στο σπίτι που κρυβόμασταν, τέσσερις ώρες περπατούμε στα χωράφια, αν μπορείτε να μας δεχτείτε. Βγήκα στο παράθυρο κι εγώ και είπα έλα, κύριε Μάρκο, πες στις γυναίκες να έρθουν. Ήταν πέντε άτομα σε ένα δωμάτιο, είχα και τους γονείς μου και τα παιδιά στο σπίτι. Ο γιος μου ο Γρηγόρης ήταν 10 χρόνων και φοβόμασταν ότι θα του ξέφευγε το μυστικό. Είπε ο άνδρας μου να μην πάει σχολείο, έβαλε τα κλάματα το παιδί και τελικά του είπαμε ότι είναι φίλοι μας, αλλά του κρύψαμε ότι ήταν εβραίοι. Αυτές τις 15 μέρες που έμειναν σε εμάς είχαμε μια αγωνία… Μία μέρα έρχεται χαρούμενος ο άνδρας μου με μία σαμπάνια, λέει ‘έλα, κύριε Μάρκο, να το γιορτάσουμε, ετοιμάσου για το σπίτι του. Μόλις το άκουσε έφυγε κατευθείαν, με τις παντόφλες στα πόδια, πήγε στο σπίτι του, αλλά το σπίτι το είχαν ‘επιτάξει’ κάποιοι και δεν έβγαιναν” θυμάται η κυρία Βασιλική.
Για αυτή τους την πράξη το Yad Vashem τίμησε τη Βασιλική Αθυρίδου και τον εκλιπόντα σύζυγό της Κωνσταντίνο με τον τίτλο “Δίκαιοι των Εθνών”. Η τελετή προγραμματίζεται να γίνει εντός του 2017.

 

 

Η ζωή στην παλιά Θεσσαλονίκη

“Η Θεσσαλονίκη ήταν πολύ όμορφη. Θυμάμαι τους μιναρέδες στην πόλη όπου ανέβαιναν οι Τούρκοι κι έλεγαν προσευχές. Είχε και πολλές συναγωγές” λέει. Η κυρία Βασιλική έχει πολλές εικόνες από την πόλη.

“Πιο κάτω από τον Λευκό Πύργο είχε σκαλοπάτια, νοίκιαζε βαρκούλες ο μπαμπάς μας να μας γυρίζει παντού. Πηγαίναμε στα καφενεδάκια του Καραμπουρνού για καφέ, λουκούμια και βανίλιες”.
“Για μπάνιο υπήρχε το Μπεχτσινάρ, όπου υπήρχε και ένας ωραιότατος κήπος, είχε χώρο για ιππασία για τις κυρίες από τα προξενεία, και τι δεν είχε! Για να κάνουμε μπάνιο υπήρχαν από εδώ παραγκούλες για τις γυναίκες, πιο μακριά για τους άντρες και στη μέση μία βάρκα με έναν ναύτη να σφυρίζει αν κάποιος πήγαινε προς την ‘απαγορευμένη’ πλευρά. Δεν ήταν μιξ το μπάνιο, αλλά καμιά φορά οι τολμηροί πήγαιναν στην πλευρά των κοριτσιών”.
“Στην Αριστοτέλους, εκεί που ήταν η σχολή Αλιάνζ και σήμερα το ξενοδοχείο ‘Ηλέκτρα’, το 1932 είχε 4-5 κινηματογράφους είχε και χώρο για πατινάζ, ήταν πολύ ωραία. Στη Φλέμιγκ υπήρχε ένας πολύ μεγάλος χώρος για θερινό θέατρο και βλέπαμε την Γκόλφω, τη Μέλπω και δεν ξέρω τι άλλο. Εκεί είδα και τη Μαρίκα Νεζερ”. Πηγαίναμε και στο θέατρο του Λευκού Πύργου. Μια φορά, πριν από τη δικτατορία, ήμουν με τον άνδρα μου στη Ροτόντα, τότε δεν είχε γίνει εκκλησία και βλέπαμε θέατρο. Πετιέται ένας κύριος και λέει ‘ντροπή σας στο άγιο αυτό μέρος κάνετε θέατρο; Να διαλυθείτε. Η παράσταση συνεχίστηκε βέβαια, αλλά ντροπιαστήκαμε”.
“Εγώ είμαι πολύ του χορού και του τραγουδιού, έπαιζα και πιάνο. Ευτυχώς αγαπούσε αυτή τη ζωή και ο άντρας μου, αγαπούσε τα ταξίδια, τους χορούς, τις συντροφιές. Πηγαίναμε σε μεγάλους χορούς, στο “Μεντιτερανέ”, στη Λέσχη Συντακτών, στο “Σπλέντιτ πάλας” στην Εθνικής Αμύνης. Ήμασταν όλοι μαζί, τι θα πει χριστιανός και εβραίος; Κάθε Πέμπτη είχε jour fixe στο Λουξεμβούργο, η Τζίλντα έπαιζε το βιολί. Εκεί κι αν δεν χόρεψα βαλς!”
Μία εφημερίδα της εποχής έκανε μία διαφήμιση για την ποτοποιία Αβαρόπουλου, του πάτερα της κυρίας Βασιλικής. Η οδός Καλαποθάκη, όπου βρίσκεται το Μέγαρο Στάιν και τότε βρισκόταν το εργοστάσιό της οικογένειας Άβαροπουλου, τότε λεγόταν Βουλγαροκτόνου. Έλεγε λοιπόν η ρεκλάμα “Στην οδό Βουλγαροκτόνου και στου Στάιν τη σειρά, στους Αφούς Αβαροπούλου, πήγατε καμιά φορά; Κι αν δεν πήγατε, να πάτε, γιατί τρέχουν οι πελάται, σαν τη μέλισσα στο μέλι. Κι αν απ’ τα κρασιά τους πιείτε, έναν αιώνα θε να ζείτε”. Τελικά η κόρη του ποτοποιού απέδειξε ότι η διαφήμιση δεν ήταν καθόλου υπερβολική.

Πηγή:https://sofistories.com

1Στις 9 Απριλίου το 1912, ο Αφροαμερικάνος Thomas Miles από την Λουιζιάνα, λιντσαρίστηκε εξαιτίας της καταγωγής και του χρώματός του.
Τον κρέμασαν σε δέντρο και τον πυροβόλησαν μέχρι να πεθάνει.
Το παράπτωμά του ήταν ότι, τον είδαν να ανταλλάσσει γράμματα με μια λευκή γυναίκα. Μετά το θάνατό του, η σύζυγος και ο γιος του, έφυγαν από την Λουιζιάνα και δεν γύρισαν ποτέ πίσω.
Πολλά χρόνια αργότερα η εγγονή, αποφάσισε να ψάξει στοιχεία για τα γεγονότα του 1912. «Το μόνο που κατάφεραν ήταν να διαλύσουν μια οικογένεια», ανέφερε.

1Συγκριτική έρευνα πέντε δυτικοευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι οι μουσουλμάνοι της Γερμανίας είναι καλύτερα ενσωματωμένοι στην κοινωνία. Ένας στους πέντε πολίτες ωστόσο δεν τους θέλει για γείτονες.

Φρένο στα ισλαμοφοβικά συνθήματα της Εναλλακτικής για τη Γερμανία AfD βάζει συγκριτική έρευνα του γερμανικού Ιδρύματος Bertelsmann για την ενσωμάτωση μουσουλμάνων, που μετανάστευσαν πριν το 2010 στη Γερμανία, την Γαλλία, τη M. Βρετανία, την Αυστρία και την Ελβετία. 

Η έρευνα καταρρίπτει το επιχείρημα ότι οι μουσουλμάνοι μετανάστες δεν είναι «συμβατοί» με τη γερμανική κοινωνία, μιας και δείχνει ότι εντάσσονται καλύτερα σε σχέση με τις άλλες τέσσερεις χώρες στην αγορά εργασίας.

Picture1
Του Γιώργου Αλεξάτου           
 
Ενάμισι εκατομμύριο ήταν οι Αλγερινοί που σκοτώθηκαν από τη δημοκρατική Γαλλία στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού τους αγώνα, 1954-62. Στην τεράστια πλειονότητα άμαχοι. Κάπου διακόσιες χιλιάδες ήταν παιδιά κάτω των δεκαπέντε. 
 
Σε έναν πληθυσμό έντεκα εκατομμυρίων, μιλάμε για έναν νεκρό ανά εφτά ανθρώπους.
 
Πόσο παλιάνθρωπος μπορεί να είναι κάποιος που σωπαίνει γι” αυτό το έγκλημα της αστικής δημοκρατίας και για δεκάδες τέτοια ανάλογα, αλλά αγανακτεί με τα εγκλήματα του κομμουνισμού!

Πηγή: http://anemosantistasis.blogspot.com

1

Η λογοκρισία του Google μειώνει την επισκεψιμότητα ιστοσελίδων αριστερής κατεύθυνσης!

Κέντρο λογοκρισίας – το δεύτερο! – στο Essen της Γερμανίας από το Facebook.

Η γνωστή αμερικανική πολυεθνική εταιρεία Google, δημιουργός της εξαιρετικά δημοφιλούς ομώνυμης μηχανής αναζήτησης στο Διαδίκτυο, ασκεί θεωρητικά κρυφή, στην πράξη όμως ανοιχτή λογοκρισία στους χρήστες του Ίντερνετ. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν, μετά από ενδελεχή έρευνα αρκετών μηνών, δύο επιφανείς Αμερικανοί αριστεροί διανοούμενοι, οι Andre Damon, δημοσιογράφος και αρθρογράφος του World Socialist Web Site (wsws.org) και David North, βετεράνος μαρξιστής θεωρητικός (με τροτσκιστική κατεύθυνση) και εθνικός Πρόεδρος του Κόμματος Σοσιαλιστικής Ισότητας των ΗΠΑ (Socialist Equality Party – SEP).

Όπως μας πληροφορεί σε ρεπορτάζ ειδικού συνεργάτη της η ρωσική αριστερή ιστοσελίδα fondsk.ru, όλα ξεκίνησαν από τις αλλαγές που επέφερε η Google στο σύστημα αναζήτησης, οι οποίες οδήγησαν σε απότομη μείωση της επισκεψιμότητας σελίδων με αριστερή (όλων των αποχρώσεων) και αντιπολεμική κατεύθυνση.

Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή της Google, η οποία εκφράστηκε μέσω ενός εκ των αντιπροέδρων της εταιρείας, του Ben Gomes, οι αλλαγές αυτές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους, είχαν ως στόχο την προστασία των χρηστών του Διαδικτύου από προσβλητικό ή μη έγκυρο περιεχόμενο, όπως και από διαφόρων ειδών «θεωρίες συνωμοσίας», οι οποίες ευδοκιμούν και στον κυβερνοχώρο. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα λεγόμενα του Gomes, η Google «τελειοποίησε τις μεθόδους εκτίμησης και ανανέωσε τους αλγορίθμους αναζήτησης για την παροχή όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστης πληροφόρησης».

Ωστόσο, όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος, η Google δεν επεξεργάστηκε ένα σύστημα προστασίας των χρηστών, αλλά ένα εργαλείο σκληρού ιδεολογικού ελέγχου καιλογοκρισίας, που αποτρέπει ή αποκλείει τους χρήστες από τις χώρες της Δύσης από την ανάγνωση κειμένων με «ανεπιθύμητο», πολιτικά και ιδεολογικά, περιεχόμενο.

Με βάση, λοιπόν, τα στοιχεία της έρευνας των δύο Αμερικανών αριστερών διανοούμενων, η επισκεψιμότητα της σελίδας wsws.org έπεσε κατά 67% μέσα σε διάστημα 3 μηνών! Ίδιο ποσοστό πτώσης της επισκεψιμότητάς της είχε στο ίδιο διάστημα η ιστοσελίδα alternet.org, ενώ η globalresearch.ca, προσωπική ιστοσελίδα του Καναδού πολιτικού επιστήμονα και επικριτή της Ουάσιγκτον Michel Chossudovsky, είχε πτώση κατά 62%.

«Από τον Μάιο του 2017 η επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας Common Dreams μέσω της μηχανής αναζήτησης της Google έπεσε σχεδόν κατά 50%», δήλωσε στον ανταποκριτή της fondsk.ru ο αρχισυντάκτης του site, Aaron Kaufman.

Ανάλογες συνέπειες είχαν και άλλες ιστοσελίδες που τηρούν επικριτική στάση προς την πολιτική των κρατών της Δύσης, τέτοιες όπως οι  consotriumnews.com (μείωση επισκεψιμότητας κατά 47%), socialistworker.org (-47%), wikileaks.org (-30%), truth-out.org (-25%), counterpunch.org (-21%) κ.ά. Τα δεκατρία (13) ενημερωτικά sites που έπαθαν τη μεγαλύτερη ζημιά από τους «νεωτερισμούς» της Google, ήταν όλα, σαν να είχαν επιλεγεί ειδικά, αντικαπιταλιστικής και αντιπολεμικής κατεύθυνσης.

Οι δύο Αμερικανοί ερευνητές τονίζουν, ότι οι ιστοσελίδες που περιέχουν άρθρα με λέξεις όπως «σοσιαλισμός» ή «μαρξισμός» έχουν περισσότερες πιθανότητες να μπουν στη «μαύρη λίστα» της Google, αφού με τους «νεωτερισμούς» της αμερικανικής πολυεθνικής το περιεχόμενό τους θα θεωρηθεί «ανεπιθύμητο» ή «αναξιόπιστο».

Έτσι λοιπόν, η μηχανή αναζήτησης της Google «κουβαλά» επισήμως τις ιδεολογικές προκαταλήψεις των δημιουργών της και, βεβαίως, εμπλέκεται ενεργά σε πολιτικάπαιχνίδια και πραγματοποιεί ανοιχτή και ευθεία επίθεση στην ελευθερία του λόγου των χρηστών του Διαδικτύου.

Και κέντρο λογοκρισίας του Facebook στο Essen της Γερμανίας!

Την ίδια ώρα στο Essen της Γερμανίας το γνωστό σε όλους μας Facebook ανοίγει το δεύτερο, ήδη, κέντρο λογοκρισίας και ελέγχου των πληροφοριών που διακινούνται μέσω του συγκεκριμένου μέσου κοινωνικής δικτύωσης.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δίνει σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στις 11/08 το αμερικανικό αριστερό site wsws.org (στο οποίο αναφερθήκαμε και νωρίτερα), το Facebook ανακοίνωσε την Τετάρτη 09/08 ότι θα ανοίξει ένα νέο κέντρο ελέγχου στο Essen με 500υπαλλήλους. Ως αποτέλεσμα, ο αριθμός των εργαζομένων που είναι υπεύθυνοι για τη λογοκρισία και τον έλεγχο περιεχομένου στη Γερμανία θα διπλασιαστεί. Η εταιρεία είχε μέχρι τώρα μόνο ένα αντίστοιχο κέντρο στο Βερολίνο.

Και συνεχίζει το αμερικανικό site: «Ενώ τα εκπαιδευτικά έγγραφα και οι εσωτερικές οδηγίες για τους εργαζόμενους κρατήθηκαν αυστηρά μυστικές, η εταιρεία οργάνωσε μια περιήγηση στο κέντρο (λογοκρισίας, στγ) του Βερολίνου για επιλεγμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης πριν από ένα μήνα.

Οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί WDRDie Zeit και Spiegel Online είχαν τη δυνατότητα να κοιτάξουν «κλειδωμένες» οθόνες και να θέτουν ερωτήσεις εργαζομένων ειδικά προετοιμασμένων για την περίσταση στα γραφεία της Arvato, θυγατρικής της Bertelsmann, η οποία εκτελεί τις διαγραφές για το Facebook. Και τα τρία μέσα μαζικής ενημέρωσης εστίασαν τις μεταγενέστερες αναφορές τους σχετικά με τις δύσκολες συνθήκες εργασίας των εργαζομένων και τους παρουσίαζαν ως υπεύθυνους απλώς για τη διαγραφή βίντεο βίαιων αποκεφαλισμών και παιδικής πορνογραφίας.

Στην πραγματικότητα, τα εκατομμύρια των χρηστών του Διαδικτύου λογοκρίνονταισυστηματικά μέσα σε ερμητικά κλειστά γραφεία. Οι εκθέσεις σχετικά με τη διαγραφήκρίσιμων θέσεων και την παρεμπόδιση των αριστερών και προοδευτικών αρθρογράφων αυξήθηκαν ραγδαία τους τελευταίους μήνες».

Αναφέρονται, στη συνέχεια, χαρακτηριστικά παραδείγματα «τιμωριών» από το Facebook σε αριστερούς διανοούμενους-χρήστες του συγκεκριμένου μέσου, όπως του Γερμανού σατιρικού συγγραφέα Leo Fischer, του Βερολινέζου blogger Jörg Kantel και της Αυστριακής συγγραφέως Stephanie Sargnagel, μετά από συστηματικές αναφορές ακροδεξιών (φασιστών, νεοναζί, ρατσιστών) χρηστών, την ίδια στιγμή που περιεχόμενο που καλλιεργεί το φυλετικό, εθνοτικό, θρησκευτικό ή σεξουαλικής ταυτότητας μίσος περνάει «απαρατήρητο» από τους λογοκριτές του μέσου. Οι «τιμωρίες» αυτές ξεκινούν από διαγραφή συγκεκριμένων κειμένων και μπορεί να καταλήξουν ακόμη και σε αποκλεισμόαπό την χρήση του Facebook για ορισμένο χρονικό διάστημα (από 1-2 μέρες έως και μήνες ολόκληρους!). Και, βεβαίως, με βάση αυτήν την πρακτική, ο κατάλογος των λογοκρισμένων συγγραφέων θα μπορούσε να επεκταθεί κατά βούληση.

Την ίδια ώρα, ενώ θέσεις μέσα στο Facebook που υπερασπίζονται την ακραία βία και τη βίαιη δολοφονία ή περιέχουν προσβολές κρίνονται συχνά ως «μη προβληματικές», οι υπάλληλοι-λογοκριτές του διατάσσονται να διαγράψουν αμέσως θέσεις όπως πχ «Κάποιος να πυροβολήσει τον Trump», επειδή ως αρχηγός κυβέρνησης, ο Trump ήταν μέρος μιας «προστατευμένης κατηγορίας». Επομένως, κατά την εκδοχή της «ελευθερίας του λόγου» που ισχύει μόνο στο Facebook, απαγορεύεται σε έναν χρήστη να επιτεθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην (οποιανδήποτε) κυβέρνηση, εφόσον η (οποιαδήποτε) κυβέρνηση θεωρείται «προστατευμένη κατηγορία».

Πρόκειται για μια προφανή παραβίαση της ελευθερίας του λόγου, μια σημαντική παράμετρος της οποίας είναι το δικαίωμα των πολιτών να επικρίνουν τις κυβερνήσεις (τους).

Όπως παρατηρεί παρακάτω το wsws.org, «Οι στενές σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης και των μηχανισμών λογοκρισίας των μεγάλων εταιρειών είναι ιδιαίτερα σαφείς στη Γερμανία. Παρά το γεγονός ότι την 1η Ιουλίου μόνο το 1,5% των χρηστών του Facebook προέρχεται από τη Γερμανία, το 16% των 7.500 λογοκριτών του Facebook θα λειτουργήσει στη Γερμανία μέχρι το τέλος του έτους λειτουργίας της νέας εγκατάστασης. Στα τέλη Ιουνίου, το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο (Bundestag) ψήφισε τον λεγόμενο «Νόμο περί επιβολής δικτύων», ο οποίος υποχρεώνει εταιρείες όπως το Facebook να εκπληρώσουν τις ευθύνες ενός λογοκριτή. Χωρίς δικαστική απόφαση, η εταιρεία πρέπει να διαγράψει «προφανώς παράνομο περιεχόμενο» εντός 24 ωρών ή να επιβληθεί πρόστιμο μέχρι 50 εκατ. ευρώ. Οι μεγάλες εταιρείες αφέθηκαν να καθορίσουν τι είναι «προφανώς παράνομο».

Όλα τα παραπάνω αποτελούν ένα μέρος, μόνο, της, οργουελιανής έμπνευσης, «δυστοπίας» που ετοιμάζουν να φορτώσουν στις πλάτες των πολιτών οι κυβερνήσεις και τα παγκόσμια κέντρα πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Και μόνο η άρνηση της αδράνειας, η δραστηριοποίηση και κινητοποίηση των πολιτών, όχι μόνο για την αποτροπή κάθε είδους αντιδημοκρατικής εκτροπής, αλλά και για την δημιουργία ένος νέου κόσμου, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, είναι ικανή να βάλει φρένο στις επιδιώξεις των παγκόσμιων πολιτικών και οικονομικών ελίτ και να τις στείλει μια και καλή στο «χρονοντούλαπο της Ιστορίας»…

*Ο Βασίλης Μακρίδης είναι δημοσιογράφος και μεταφραστής της ρωσικής γλώσσας, απόφοιτος του Κρατικού Πανεπιστημίου του Ροστόβ-να-Ντονού (νυν Νότιο Περιφερειακό Πανεπιστήμιο της Ρωσίας), μέλος του Τμήματος Εξωτερικής Πολιτικής της ΛΑ.Ε.

Πηγή:http://www.iskra.gr

1 «Πορεύτηκα μάλλον έντιμα στη ζωή μου, και στην πολιτική και στην ιδιωτική, και στην επαγγελματική μου ζωή. Και κει ίσως οφείλω ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της σημερινής τοποθέτησης που έχει κάνει ο κόσμος στη δουλειά μου: στην εντιμότητά μου, στο ότι δεν είμαι άνθρωπος των παραχωρήσεων, των υποχωρήσεων…» εγάλος ηθοποιός, υπόδειγμα γενναίου αγωνιστή, συνειδητού κομμουνιστή, ένας μοναδικός, σπουδαίος άνθρωπος που η εικόνα του παραμένει ζωντανή και αναλλοίωτη στο πέρασμα των «κακών» μας καιρών. Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 του Αυγούστου 1908 στο Καστέλι Κισσάμου Κρήτης. Ήρθε στην Αθήνα το 1915. Πρωτοεμφανίστηκε επίσημα στο Θέατρο το 1926, στο έργο «Ερωτόκριτος». Στρατεύτηκε το 1940, πήρε μέρος στην Αντίσταση (ΕΑΜ), ενταγμένος στο ΚΚΕ, διώχτηκε, εξορίστηκε. Το 1981 τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Συμμετείχε στο Εθνικό Θέατρο, στο Λαϊκό Κρατικό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας, στην Αυλαία με τη Μαρίκα Κοτοπούλη κ.ά. Το 1954 εγκαινίασε με την Κυβέλη το Θέατρο Αθηνών. Το 1955 ίδρυσε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο και το 1977 το Μικρό Λαϊκό Θέατρο. Θα γράψει σε πρόγραμμα παράστασης το 1955: «Πριν από τριάντα χρόνια αντίκρισα για πρώτη φορά τα φώτα της ράμπας από τη μικρή κι  αξέχαστη σκηνούλα του θεάτρου των «Νέων του Παγκρατιού». Ήταν μια νύχτα του Ιουνίου  του 1928. Γιάννης Ξανθάκης λεγόταν ο άνθρωπος που με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε στο «Ντελίς», στην πρόβα του θιάσου, που έπαιζε κείνη την εποχή στο Παγκράτι υπό τους Παντόπουλο και Νικολόπουλο. Σήμερα, ύστερα από τρεις δεκαετηρίδες, έχω τη μεγάλη ευτυχία να διευθύνω το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο…». Ο Μάνος Κατράκης συνεργάστηκε με πολλούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς. Στο θέατρο ερμήνευσε ρόλους στα έργα: «Αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Ο μονοσάνδαλος», «Το κορίτσι με το κορδελάκι», «Η Αντιγόνη της Κατοχής», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Ο Καπετάν Μιχάλης», «Ιούλιος Καίσαρ», «Φουέντε Οβεχούνα», «Ενκαρνάδα», «Τέλος του ταξιδιού», «Ηλίθιος», «Χρυσό χάπι», «Οθέλλος», «Δον Κιχώτης», «Οιδίπους Τύραννος», «Προμηθέας Δεσμώτης», «Πέρσες», «Βασιλιάς Ληρ», «Φθινοπωρινό ταξίδι», «Τελευταίοι», «Ντα» κ.ά., ενώ έπαιξε σε δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες. Το 1984 θα παίξει στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα» και στο θέατρο ανεβάζει με τον θίασό του και πρωταγωνιστεί στο «Ταμπού», έργο του Ιταλού συγγραφέα Νικόλα Μπανσάρι. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Πολιτιστική θα μιλήσει για τις δουλειές που έκανε πριν το θέατρο, για το ξεκίνημά του στη σκηνή, για τις αντιζηλίες, τις αυλές, για την αγωνιστική ζωή του, τα κυνηγητά, τις εξορίες, για την πνευμονία που άρπαξε μετά από θητεία δεκαετιών στα υπόγεια θέατρα, για τη θεατρική παιδεία στην Ελλάδα, τους νέους, και τα σχέδιά του. Ο λόγος του είναι χειμαρρώδης, ασυγκράτητος, μα όχι φλύαρος, δομημένος στέρεα, μεστός και ουσιαστικός. Ένας Κατράκης αποκαλυπτικός, διδακτικός και απολαυστικός. Απολαύστε τον και εσείς.

― Είχατε πει παλιότερα ότι δεν σας αρέσουν τα στέρφα λόγια και πως ό,τι είναι να πείτε το λέτε με τη δουλειά σας. Όμως θα ήθελα να μας μιλήσετε για τον άνθρωπο Μάνο Κατράκη.

― Το να μιλάει κανείς για τον εαυτό του είναι δύσκολο. Τι να σας πω; Εγώ είμαι ένα απλό παιδί. Ξεκίνησα απ’ το άκρο δυτικό της Κρήτης: μας έφερε η μάνα μου στην Αθήνα για να μας κάνει ανθρώπους. Πάρα πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες και δυστυχίες και κατατρεγμοί, λόγω της καταγωγής μας, που ’μαστε απ’ την Κρήτη, και με τα βενιζελοβασιλικά που όποιοι ήτανε Κρητικοί ήτανε κόκκινο πανί. Περάσαμε των παθών μας τον τάραχο, εδώ στην Παλιά Ελλάδα, που λέμε. Και καταλαβαίνετε ότι οι δυσκολίες της ζωής ήτανε τεράστιες και για να σπουδάσει κανείς και για να βρει το δρόμο του. Εγώ βέβαια δεν ξεκίνησα για ηθοποιός. Δεν ήξερα καλά-καλά τι θα πει θέατρο. Ξεκίνησα για μια πιο θετική δουλειά. Δηλαδή στην αρχή ήμουνα αφιονισμένος με τη θάλασσα, ήθελα να γίνω ναυτικός. Κάναμε ένα γαμπρό που ανακατευόταν με τις οικοδομές, ήθελε να με κάνει μηχανικό οικοδομών, πήγα στο μικρό Πολυτεχνείο, δεν το τελείωσα, τελικά, συμπτωματικά τελείως, βρέθηκα στο θέατρο. Αυτά σας τα λέω τώρα με άλματα μεγάλα, τεράστια άλματα. Τελείως συμπτωματικά βρέθηκα στο θέατρο, σ’ ένα χώρο που δεν είχα καμιά οικείωση και μπορώ να πω ότι ακόμα δεν την έχω. Θέλω να πω ότι η νοοτροπία του θεάτρου δεν μ’ έχει αιχμαλωτίσει, δεν μ’ έχει πάρει με το μέρος της εντελώς. Όπως είναι οι τρόποι που μεταχειρίζονται οι άνθρωποι στο θέατρο. Όχι ότι είναι τρόποι ανεπίτρεπτοι, όχι, αλλά χρειάζεται κάποια ευελιξία, κάποια ανοχή πολλές φορές, ίσως, κάποια ένταξη σε κάποιο ρεύμα ή σε μια αυλή ενός ισχυρού θεατρικού παράγοντα. Όταν ήμουν στο Εθνικό Θέατρο οι σκηνοθέτες μεταξύ τους είχαν αντιζηλίες, ο ένας είχε τη μία του αυλή, ο άλλος την άλλη του αυλή, οι διευθυντές είχαν τα σαλόνια τους με τις αυλές τους κλπ. Εγώ δεν ήμουνα ποτέ ικανός να ενταχθώ πουθενά. Και καταλαβαίνετε ότι όλη αυτή η ιστορία μου δημιούργησε κάποιες δυσκολίες. Μιλώντας για τον εαυτό μου και συνοψίζοντας αυτά πού σας λέω και με πολλά άλλα γεγονότα που για να τα πούμε χρειάζονται ίσως μέρες και όχι ώρες, εκείνο που μπορώ να πω για τον εαυτό μου υπεύθυνα ―χαίρομαι που είμαι σε θέση στα 75 μου χρόνια να το διαπιστώνω και να το λέω― είναι ότι η ζωή μου υπήρξε μια ζωή φαινομενικά ήρεμη, ουσιαστικά όμως φοβερά ανήσυχη, φαινομενικά ίσως λίγο άτονη, ουσιαστικά φοβερά έντονη και αγωνιστική. Το συμπέρασμά μου είναι ότι πορεύτηκα μάλλον έντιμα στη ζωή μου, και στην πολιτική και στην ιδιωτική, και στην επαγγελματική μου ζωή. Και κει ίσως οφείλω ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της σημερινής τοποθέτησης που έχει κάνει ο κόσμος στη δουλειά μου: στην εντιμότητά μου, στο ότι δεν είμαι άνθρωπος των παραχωρήσεων, των υποχωρήσεων. Παραχωρήσεις βέβαια και ο λεγόμενος «θεός» μπορεί να έχει κάνει, πολλές φορές για χάρη του υιού του Ιησού ή της παρθένου Μαρίας. Φυσικά κι εγώ πιθανόν να έχω κάνει μερικές παραχωρήσεις αλλά τέτοιες: «θεϊκές». Δεν έχω κάνει πολλές παραχωρήσεις. Αυτά μπορώ να σας πω για τον εαυτό μου, συνοψίζοντας τη ζωή μου.

― Πείτε μας για το θέατρο και τη δική σας 55χρονη πορεία στο χώρο του.

― Δύσκολα χρόνια, πολύ δύσκολα. Πέρασα πάρα πολύ δύσκολες στιγμές. Ήρθαν στιγμές που ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω, μάλιστα σε μια περίοδο τελείως καθοριστική της παραπέρα πορείας μου και της εξέλιξής μου. Ήτανε το 1946. Στο θέατρο «Ρεξ» έγινε ένας μικρός πειραματικός θίασος, παράρτημα του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, με την επωνυμία «Αυλαία», και με την εμπνευσμένη διεύθυνση του Τάκη Μουζενίδη, ενός σκηνοθέτη που έμελλε να γίνει ο μόνιμος σχεδόν συνεργάτης μου στα κατοπινά χρόνια, όταν έκαμα το «Λαϊκό Θέατρο». Οφείλω πολλά στη συνεργασία μου, του «Λαϊκού Θεάτρου», με τον Μουζενίδη. Τότε λοιπόν ανεβάσαμε 4 έργα: τον «Δον Κάρλος» του Σίλερ, ένα έργο επαναστατικό, το έργο του Τσβάιχ, «Του φτωχού τ’ αρνί», επίσης προοδευτικό έργο, το επαναστατικό έργο είναι «Άνθρωπος του διαβόλου» του Μπέρναρντ Σω και το κορύφωμα, το επιστέγασμα της χρονιάς εκείνης ήτανε το εγχείρημα να ανεβάσουμε την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ, που περιέχει έναν τεράστιο ρόλο, το ρόλο του Πρόσπερου, που είχε ανατεθεί σε μένα. Εγώ ήμουνα βέβαια το βασικό στέλεχος της δουλειάς αυτής μαζί με άλλα αξιόλογα στελέχη, τον Νίκο Χατζίσκο, τον Νίκο Τζόγια, τον Γιώργο Δρακόπουλο, τον Κώστα Παππά και διάφορους άλλους. Ο ρόλος όμως έσπαγε κόκαλα, ήθελε πολλή πείρα, πολλή ωριμότητα και πολλά άλλα στοιχεία που έπρεπε να έχει ένας ηθοποιός. Με βασάνισε τόσο πολύ που κάποτε ορκίστηκα στον εαυτό μου και στο «θεό του θεάτρου» ―διότι ο «θεός του θεάτρου» είναι ξεχωριστός απ’ τους άλλους θεούς― ότι, αν αποτύχω, θα φύγω απ’ το θέατρο. Και πράγματι, βασανίστηκα πάρα πολύ για να βγάλω τον ρόλο. Το αποτέλεσμα ήταν, δυστυχώς, ευνοϊκό για τις τότε προσδοκίες μου. Γιατί λέω «δυστυχώς»; Είναι άλλο θέμα αυτό, δεν θα επεκταθώ. Θα το εξηγήσω με δυο λόγια μοναχά. Πέτυχα λοιπόν στον Πρόσπερο και φυσικά δεν έφυγα απ’ το θέατρο. Είπα «δυστυχώς» γιατί όταν κανείς δουλεύει όπως δούλεψα εγώ ―και δουλεύουν κι άλλοι άνθρωποι βέβαια, δεν είμαι ο μόνος στο θέατρο― δεν χαίρεται ζωή. Δεν ζεις, δεν έχεις Κυριακή, δεν έχεις σχόλη, δεν έχεις γιορτή, δεν έχεις καθημερινή, δεν έχεις ανάπαυλα, δεν έχεις διακοπές. Η πρώτη φορά που επιχείρησα να κάνω διακοπές στη ζωή μου, πιστέψτε το, είναι τώρα. Κι αν σας πω ότι οι καλύτερες διακοπές μου ήταν η περίοδος της πεντάχρονης εξορίας μου; Παρά τους βασανισμούς, παρά τα μαρτύρια, παρά τις κακουχίες, πιστέψτε με, είχαμε κάποιες στιγμές που αναπνέαμε καθαρό αέρα, με καταλαβαίνεις; Εδώ δεν τις έχουμε ούτε αυτές τις στιγμές. Αυτό που σου λέω είναι γεγονός. Μπορεί στη Μακρόνησο να με λιανίσανε στο ξύλο, αλλά όταν την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα και πήρα μια βαθιά ανάσα, ανάπνευσα ιώδιο, αέρα καθαρό, και ο αέρας ο καθαρός και το ιώδιο, πίστεψέ με, ήταν τα γιατρικά και τα φάρμακά μας την εποχή εκείνη. Το παιδί όταν γεννιέται, και το βάζουν στα μπαμπάκια και το προσέχουν μην κρυώσει και το μπουμπουλώνουνε, γίνεται φιλάσθενο και ασθενικό. Όταν τ’ αφήνουνε στο χώμα γίνεται θηρίο. Θα μου πείτε: τι θες Κατράκη τώρα, να γυρίσουμε πίσω στις πρωτόγονες… Όχι, αλλά ο άνθρωπος προσπαθεί ν’ αποφύγει ό,τι είναι δυνατόν, μπας και κρυώσει μπας και το ’να μπας και τ’ άλλο. Εδώ η φυσικοθεραπεία σήμερα σχεδόν κοντεύει να καταργήσει, ας πούμε, την επιστημονική φαρμακολογία. Δηλαδή όλες αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες τα φάρμακα που υπάρχουν, θα μπορούσαν να είχαν μειωθεί στο ελάχιστο αν ακολουθούσαμε μια φυσική ζωή οι άνθρωποι. Να μάθουμε ν’ αντέχουμε το κρύο, να μαθαίνουμε να περπατάμε, να μαθαίνουμε να γυμναζόμαστε λιγάκι, να μαθαίνουμε να τρώμε και όσπρια, και τη σαρδέλα και το μπιφτέκι, και το φιλέτο, να τρώμε κυρίως φυσικές τροφές, λάχανα, χόρτα, σπόρους. Δεν θα είχαμε τώρα το να περνάει η ζωή μας μέσα από ένα σάντουιτς ή από ένα τοστ με ζαμπόν και φρέσκο βούτυρο και κάτι πασαλειμμένες κονσερβοποιημένες κρέμες, που ποιος ξέρει τι προσθέτουν στον ήδη κλονισμένο οργανισμό μας. Τώρα γιατί σας τα λέω αυτά τα πράγματα. Δεν είμαι γιατρός. Αλλά για να σας δώσω να καταλάβετε τη δίψα μου να ζήσω κι εγώ κάποιες στιγμές όπως ονειρευόμουνα όταν ήμουνα παιδί, που ήμουνα φοβερά ελεύθερο παιδί και με πετροπολέμους και με εκδρομές και με φουτμπόλ και με πορείες και με ορειβασίες… Όταν μπήκα στο θέατρο τα ’χασα όλα αυτά. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Κλείστηκα σ’ ένα κουτί, και μάλιστα αυτά τα τελευταία χρόνια στα υπόγεια αυτά, τα καταραμένα υπόγεια που λέγονται θέατρα, αυτά που θα ’πρεπε να είχαν απαγορευτεί δια νόμου, σαν χώροι που ενσταβλίζονται μέσα χιλιάδες άνθρωποι κάθε βράδυ και αναπνέουν ο ένας τα χνώτα του αλλουνού, χωρίς ούτε εξαερισμό καν. Ξέρετε ότι τα περισσότερα θέατρα, τα υπόγεια, έχουν αυτόματες αντλίες που δουλεύουν νυχθημερόν και βγάζουν τα νερά από κάτω; Εγώ εκεί έπαθα πνευμονία, στο «Μπροντγουαίη», εκεί πήρα πνευμονία. Διότι η αντλία ήτανε δίπλα μου. Αν σταματήσει μια στιγμή, πλημμυρίζει το θέατρο. Είμαστε 30 μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια του εδάφους. Και όλα τα θέατρα. Ποια να πάρουμε; Το «Μπροντγουαίη», του Χατζηχρήστου», το «Άλφα», του «Βεάκη» απέναντι, τα περισσότερα θέατρα είναι υπόγεια. Καταγώγια. Δεν είναι θέατρα αυτά. Εκεί μέσα περνάει η ζωή μας. Σε κάποια καμαρίνια στενά, ανύπαρκτα, με ανύπαρκτες συνθήκες διαβίωσης. Λοιπόν, πώς να μη λαχταράω ν’ αναπνεύσω λίγον αέρα; Δυστυχώς δεν είχα αυτή τη χαρά. Δεν λέω, ορισμένοι συνάδελφοί μου τα καταφέρανε. Αλλά επειδή ήμουνα ίσως λιγάκι πιο ανήσυχος, οι ασχολίες μου ήταν πολύ περισσότερες, επεκτεινόντουσαν και έξω από την επαγγελματική μου ζωή, και στην πολιτική μου ζωή και γενικότερα στα κοινωνικά θέματα. Δεν είχα και θέατρο μόνιμο στην ΑΘήνα, μια στέγη μόνιμη, παρά ήμουνα σαν τον Θέσπη, πότε δω πότε κει, έκανα περισσότερο περιοδείες. Μες στην Αθήνα ελάχιστα έχω δουλέψει συστηματικά, να πω ότι έχω ένα θέατρο δύο τρία χρόνια, τέσσερα χρόνια και κάνω μια δουλειά. Εκτός απ’ τα τελευταία τρία τέσσερα χρόνια, που ήμουνα στο «Μπροντγουαίη» κι ανέβασα τρία τέσσερα έργα, μέσα σ’ αυτά και το «Ντα» και στέργιωσα. Το θέατρο είναι περίεργο: μπορεί να είσαι πρώτης τάξεως θίασος, πρώτης τάξεως ηθοποιός, αλλά άμα δεν το ξέρουν το θέατρο, την πόρτα του θεάτρου, πού να σε βρούνε; Σε ψάχνουν εδώ, σε ψάχνουν εκεί. Όταν είσαι τον ένα χρόνο εδώ, δυο χρόνια δεν παίζεις στην Αθήνα το χειμώνα, μετά πας αλλού, άλλα τρία τέσσερα χρόνια δεν παίζεις, μετά πας αλλού… πού να σε βρούνε; Βλέπετε ο Κώστας Μουσούρης και η Μαρίκα Κοτοπούλη παλιά και η Αλίκη τώρα με το θέατρο που έχει, κι ο Ληναίος, που έχουνε χρόνια το θέατρό τους, έχουνε πλέον πελατεία, δημιουργούν πελατεία. Είναι όπως τα γνωστά μαγαζιά. Καταλάβατε; Είναι τα μαγαζιά. Το μαγαζί. Βέβαια όταν σπιθίσει ένα έργο, όταν είναι ένα έργο που θα κάνει αυτό που λέμε στο θέατρο «μπαμ», τότε στην άκρη τού κόσμου να είναι το θέατρο θα το βρούνε. Δεν θα ’ρθούνε βέβαια όσοι θα ερχόντουσαν αν ήταν σ’ ένα κεντρικό σημείο, αλλά πάντως θα ’ρθούνε. Δεν υπάρχει θέμα. Αλλά αυτό είναι σπάνιο. Δεν συμβαίνει συχνά στο θέατρο το «μπαμ». Μιλάω για το σοβαρό θέατρο, το θέατρο πρόζας. Δεν λέω ότι δεν είναι σοβαρό το λεγόμενο ελαφρό θέατρο, το μιούζικαλ ή η επιθεώρηση. Απεναντίας. Κι αυτό σοβαρότατο θέατρο είναι. Όταν γίνεται σωστά είναι σοβαρότατο, πολλές φορές είναι σοβαρότερο από το λεγόμενο σοβαρά θέατρο. Θέλω να πω ότι έχει ίσως περισσότερες δυσκολίες. Ένα σωστό μουσικό θέατρο, με σωστούς ηθοποιούς του μουσικού θεάτρου. Οι ηθοποιοί αυτοί είναι άξιοι θαυμασμού. Διότι πρέπει να ξέρουν όχι μονάχα να μιλάνε, να αλλάζουν, και γρήγορα μάλιστα, χαρακτήρα και φάτσες, αλλά και να χορεύουν, να τραγουδάνε και χίλια δυο πράγματα να κάνουνε. Πράγματα που εμείς δεν ξέρουμε. Αν μας βάλετε εμάς, τους περισσότερους, να χορεύουμε, να τραγουδάμε, δεν ξέρουμε. Κακώς. Είναι θέμα παιδείας πλέον, θεατρικής παιδείας. Κακώς δεν το ξέρουμε. Εν πάση περιπτώσει έτσι συμβαίνει στην Ελλάδα.

― Ποια είναι η κατάσταση της θεατρικής παιδείας στην Ελλάδα; Πώς βλέπετε τους νέους ανθρώπους του θεάτρου;

— Η θεατρική παιδεία στην Ελλάδα είναι άθλια, σε γενικές γραμμές. Για μένα είναι απαράδεκτη. Και γι’ αυτό ήμουνα κι εναντίον της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού, γιατί από κάθε σχολή, ανεξάρτητα από επάνδρωση ικανή να μορφώσει και να βγάλει σωστούς τεχνίτες του θεάτρου, έβγαινε το κάθε παιδί ηθοποιός. Έπαιρνε ένα χαρτί και σου λέει: γράφει ηθοποιός εδώ. Με το «ό,τι δηλώσεις» του Τσαρούχη γινόσουνα ηθοποιός, κατάλαβες; Λοιπόν, οι άνθρωποι αυτοί ήτανε ατελέστατα μορφωμένοι θεατρικά. Δεν μιλάω για όλες τις σχολές, αλλά για τις περισσότερες, τη συντριπτική πλειοψηφία των σχολών αυτών. Δεν είμαι εναντίον της θεατρικής παιδείας, μη γίνει παρεξήγηση. Απεναντίας μάλιστα. Είμαι υπέρ της θεατρικής παιδείας αλλά είμαι και υπέρ του περιορισμού των σπουδαστών στη θεατρική παιδεία και υπέρ της δυνατότητας της απορρόφησης των πτυχιούχων, αμέσως, σχεδόν, σε διάφορους θιάσους. Γιατί αλλιώτικα δημιουργούμε κηφήνες, ακαμάτες και αργόσχολους. Πώς μπορούν τώρα να δουλέψουν οι κάπου 3.000 ηθοποιοί που υπάρχουν όταν δεν δουλεύουν πάνω από 500; Οι υπόλοιποι τι κάνουν; Δεν ξέρω τι κάνουν. Δεν είναι καλύτερα τα χέρια αυτά να μπουν ας πούμε δημιουργικά σε άλλες δουλειές, σε οποιαδήποτε δουλειά, σε άλλες επιστήμες, σε άλλα επαγγέλματα; Το σανίδι είναι γλυκό, δεν φεύγει κανείς εύκολα από το σανίδι. Δεν φτάνει το ταλέντο για να είσαι καλός ηθοποιός, για να μείνεις καλός ηθοποιός. Δεν λέω να γίνουν όλοι πρωταγωνιστές, δεν γίνονται όλοι. Το θέατρο δεν ζει μόνο με πρωταγωνιστές, ζει και με βοηθητικά πρόσωπα, αλλά τα βοηθητικά πρόσωπα να ξέρουνε τι λένε, να ξέρουνε πού πατάνε, να ξέρουνε πώς τα λένε. Πρώτα πρώτα να ξέρουνε, να μαθαίνουνε την ελληνική γλώσσα. Γιατί σπάνια, λίγοι απ’ αυτούς μιλάνε ελληνικά. Μιλάνε παρεφθαρμένα ελληνικά. Τριάντα σου λέει, φεγγάρι. Δεν είναι ούτε τριά-ντα, ούτε φε-γγάρι. Είναι τριάν-τα και φε(ν)γγάρι. Αυτό το ν, το μικρό αυτό γραμματάκι που λέγεται ν, ενδιάμεσα, στην εκφορά του λόγου, έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη μουσικότητα, για τον ήχο και την αισθητική μιας γλώσσας. Στις ξένες χώρες, πάρτε την αγγλική σχολή ας πούμε, οι απόφοιτοι μαθητές μιας σχολής μιλάνε άπταιστα, αλάθητα τη γλώσσα τους, πολύ ωραία, καταλαβαίνεις τι λένε. Εδώ τρομάζεις να πάρεις μια φράση σωστή απ’ τη σκηνή, από πόσους ανθρώπους να πάρεις σωστή φράση; Πόσοι άνθρωποι μιλάνε σωστά στο ελληνικό θέατρο; Κατά τη γνώμη μου η θεατρική παιδεία είναι ελλειπής. Αν ιδρυθούν ακαδημίες σωστές, επανδρωμένες με σωστά στελέχη, πρέπει οι σχολές αυτές να διαλυθούν. Βέβαια ο ηθοποιός πρέπει να ’ναι ελεύθερος να διαλέγει τη σχολή του και που θα πάει να σπουδάσει. Όσα χρόνια θέλει να σπουδάζει. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να παίρνει δίπλωμα ότι είναι ηθοποιός. Τι δίπλωμα ηθοποιού; Δεν υπάρχει δίπλωμα ηθοποιού. Μπορεί κάποιος να είναι καλύτερος ηθοποιός κι από μένα κι απ’ όλους τους άλλους. Αν του δοθεί η ευκαιρία, να βγει στο σανίδι να τα πει. Αν θέλει από κει και πέρα να σπουδάσει και να προχωρήσει, τότε να πάει να μορφωθεί σε μια σχολή, στο εξωτερικό, όπου θέλει να πάει.

― Τι ετοιμάζετε αυτόν τον καιρό; Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον;

― Για το μέλλον είναι πολλά τα σχέδιά μου. Εξαρτάται πρώτα από την υγεία βέβαια, το κύριο, το βασικό θέμα. Παίζω στην πολυθρύλητη ταινία του Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», που σταμάτησε πέρυσι λόγω καιρικών συνθηκών και μιας αρρώστιας δικής μου, που έτυχε να πάρω μια πνευμονία εκεί πάνω. Παράλληλα παίζω κι ένα μικρό χαρακτηριστικό ρόλο στην ταινία του [Νίκου] Τζίμα «Λευτεριά χωρίς σύνορα» [η ταινία θα βγει στις αίθουσες με τοην ονομασία «Τα χρόνια της θύελλας»]. Ύστερα από μια αποχή θεληματική, εμφανίζομαι σ’ ένα καινούργιο θέατρο. Εγκαινιάζω το «Ελληνικό» με το έργο «Ταμπού» του Ιταλού συγγραφέα Νικόλα Μπανσάρι. Είναι ένα έργο με δυο πρόσωπα, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον. Επίσης το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» θ’ ανεβάσει ένα καινούργιο έργο του Γιώργου Παπακυριάκη, συγγραφέα του «Δατς ωλ». Το θέατρο «Ελληνικό» θα αποτελέσει τη μόνιμη πια στέγη του «Λαϊκού Θεάτρου». Στη συνέχεια θ’ αναγγείλω ίσως ένα ρεπερτόριο για τα δύο πρώτα χρόνια της εγκατάστασής μου στο θέατρο αυτό και τις προθέσεις μου. Επίσης μέσα στα σχέδιά μου τα μελλοντικά είναι η επαναλειτουργία ―λέω επαναλειτουργία γιατί είχε αρχίσει να λειτουργεί― του «Μικρού Λαϊκού» που αποτελεί για μένα ένα πειραματικό παράρτημα του «Λαϊκού Θεάτρου», με αυτόνομη διεύθυνση και οργάνωση. Θα ασχολείται ακριβώς με έρευνες γύρω από τις καινούργιες τάσεις του θεάτρου σε όλους τους τομείς. Και στον καθαρά υποκριτικό και στον συγγραφικό και στον σκηνογραφικό και σ’ όλους τους τομείς του θεάτρου. Πηγή:http://www.katiousa.gr

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ/ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Σάββατο 23/9 Συζητήσεις (θα υπάρχει μετάφραση στη νοηματική) 6:00 μ.μ. Θεματικό εργαστήρι στο χώρο των κινημάτων πόλης & της τοπικής αυτοδιοίκησης:"Kαλοδεχούμενοι οι μετανάστες και οι...