ΕΡΕΥΝΕΣ

1• Η Διεθνής Αμνηστία δημοσιεύει την ετήσια έκθεσή της σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο για το 2017-2018

• «Την περασμένη χρονιά, ο κόσμος μας βυθίστηκε σε ανθρωπιστικές κρίσεις, με τους παγκόσμιους ηγέτες να μας προσφέρουν εφιαλτικά οράματα μιας κοινωνίας τυφλωμένης από το φόβο και το μίσος. Αυτό όπλισε όσους ενθαρρύνουν το ρατσισμό και μισαλλοδοξία αλλά ενέπνευσε πολλούς περισσότερους ανθρώπους να αντισταθούν για ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον», δήλωσε ο Salil Shetty, Γενικός Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας.

Η Διεθνής Αμνηστία δημοσιεύει σήμερα την ετήσια ανασκόπηση της για τα ανθρώπινα δικαιώματα και προειδοποιεί πως παγκόσμια, οι κοινωνίες βιώνουν τις τρομακτικές συνέπειες μιας φοβερής ρητορικής μίσους που απειλεί να κανονικοποιήσει τις συστηματικές διακρίσεις ενάντιων περιθωριοποιημένων ομάδων.

1Και όμως. Οι πρώτοι Βρετανοί ήταν μαύροι και γαλανομάτηδες, σύμφωνα με νέα έρευνα

Το βρετανικό Channel 4 παρουσίασε το ντοκιμαντέρ «The First Brit: Secrets of the 10,000 Year Old Man» που παρουσιάζει τα ευρήματα από την ανάλυση DNA στα οστά του λεγόμενου «Cheddar Man».

Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα που παρουσιάστηκαν στο εν λόγω ντοκιμαντέρ, οι «αρχαίοι Βρετανοί» είχαν μαύρο δέρμα, σκουρόχρωμα κατσαρά μαλλιά και καταγάλανα μάτια.

Picture1

Οι αμερικανικές αρχές απήγγειλαν κατηγορίες σε βάρος τριών εργαζομένων σε φυλακή που κατηγορούνται ότι εμπλέκονται στο θάνατο από αφυδάτωση ενός κρατουμένου. Οι αρχές της φυλακής φέρονται να έκοψαν επί επτά ημέρες το νερό στο κελί του Τέριλ Τόμας, ο οποίος έπασχε από διπολικές διαταραχές και εξέπνευσε στο κελί του τον Απρίλη του 2016 αφού είχε χάσει 16 κιλά.

Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του κρατούμενου Τέριλ Τόμας σε φυλακή της κομητείας του Μιλγουόκι, της μεγαλύτερης πόλης της Πολιτείας του Ουισκόνσι απαγγέλθηκαν τη Δευτέρα ποινικές κατηγορίες από τον σερίφη και τον εισαγγελέα της περιφέρειας.
Μεταξύ των τριών κατηγορουμένων ιεραρχικά υπεύθυνη είναι η Νάνσι Έβανς, η οποία κατηγορείται ότι είπε ψέματα και απέκρυψε εσκεμμένα εικόνες βίντεο από το κελί του Τόμας, στο οποίο είχε κοπεί το νερό. Η Έβανς απειλείται με ποινή φυλάκισης άνω των τεσσάρων ετών. Οι δεσμοφύλακες Κάσκα Μίντορς και Τζέιμς Ράμσει-Γκάι μπορεί να καταδικασθούν σε ποινές φυλάκισης άνω των τριών ετών επειδή εν γνώσει τους εγκατέλειψαν τον κρατούμενο.
«Είναι εξαιρετικά σπάνιο να ασκούνται ποινικές διώξεις σε βάρος κρατικών υπαλλήλων έπειτα από τον θάνατο ενός κρατουμένου. Το γεγονός ότι ασκήθηκαν αυτές οι διώξεις φανερώνει το μέγεθος της βαρβαρότητας που υπήρξε», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Έρικ Χιπτ, ο δικηγόρος της οικογένειας του κρατουμένου.
Σύμφωνα με τη μήνυση που έχει κατατεθεί, το μέτρο αντιποίνων στη φυλακή αυτή ήταν να κόβεται το νερό στους κρατουμένους, κάτι που αποτελούσε συνήθη πρακτική και ήταν εν γνώσει του τότε σερίφη και των υπευθύνων του ιδρύματος.
Πηγή:https://www.thepressproject.gr

1Περισσότερα παιδιά παρά ποτέ ζουν σήμερα σε εμπόλεμες ζώνες και διατρέχουν κίνδυνο να χάσουν τη ζωή τους ή να υποστούν ακραία βία, τονίζει σε έκθεσή της που δίνει στη δημοσιότητα σήμερα η μη κυβερνητική οργάνωση Σώστε τα Παιδιά (Save the Children), που χαρακτηρίζει τη Συρία, το Αφγανιστάν και τη Σομαλία τις πιο επικίνδυνες χώρες για τους νέους ανθρώπους και τα παιδιά.

Στην έκθεσή της, η ΜΚΟ υπογραμμίζει ότι τουλάχιστον 357 εκατομμύρια παιδιά –δηλαδή το ένα στα έξι παγκοσμίως– ζουν σε περιοχές όπου μαίνονται ένοπλες συρράξεις, ένας αριθμός αυξημένος κατά 75% σε σύγκριση με αυτόν που καταγραφόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Picture3
Σε συνέχεια της αποστολής της Διεθνούς Αμνηστίας στη Χίο και στη Λέσβο την περασμένη εβδομάδα, στο πλαίσιο της εκστρατείας της οργάνωσης για την άρση του γεωγραφικού περιορισμού για τους αιτούντες άσυλο και τη βελτίωση των συνθηκών υποδοχής, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, Διευθυντής της Διεθνούς Αμνηστίας Ελλάδας δήλωσε:

«Οι συνθήκες διαμονής των αιτούντων άσυλο στην Μόρια και τη ΒΙΑΛ αποτελούν ανοιχτή πληγή για την Ελλάδα και την Ευρώπη και για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι ζωές των ανθρώπων αυτών έχουν τεθεί σε αναμονή για διάστημα που φτάνει μέχρι και τα δύο χρόνια με αποτέλεσμα να πληθαίνουν τα κρούσματα απόγνωσης και ψυχικών διαταραχών. Οι άνθρωποι αυτοί μαζί με τις οικογένειες τους εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους και τις ζωές τους κατατρεγμένοι και κυνηγημένοι για να ζήσουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Η υποδοχή που τους επιφύλαξε η Ευρώπη μέσω της Ελλάδας ήταν να τους περιορίσει στα νησιά του Αιγαίου, τα οποία έχουνε μετατραπεί από νησιά αλληλεγγύης σε ανοιχτές φυλακές με βάση τη Συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας.

Αυτό που ζητάμε ως Διεθνής Αμνηστία από την ελληνική κυβέρνηση είναι να αρθεί ο απαράδεκτος γεωγραφικός περιορισμός των ανθρώπων αυτών στα νησιά και να μεταφερθούν άμεσα στην ηπειρωτική Ελλάδα ώστε να καταγραφούν, να τους εξασφαλισθεί η κατάλληλη υποδοχή και διαμονή και να εξετασθούν οι αιτήσεις ασύλου τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια».

Εκπρόσωποι του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας επισκέφτηκαν τους καταυλισμούς της ΒΙΑΛ στην Χίο και της Μόριας στη Λέσβο, συνομίλησαν με δεκάδες πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, κατέγραψαν τις συνθήκες διαμονής τους και ενημερώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές. Επιπλέον, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης συναντήθηκε με το Δήμαρχο Λέσβου, Σπύρο Γαληνό καθώς και με εκπροσώπους της δημοτικής αρχής Χίου με σκοπό τόσο την ενημέρωσή τους για την εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας όσο και την πληροφόρηση της οργάνωσης για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι τοπικές κοινωνίες. Τέλος, εκπρόσωποι της οργάνωσης ήρθαν σε επαφή με τοπικές συλλογικότητες αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και τους μετανάστες με σκοπό να συντονιστούν οι δράσεις θεσμικής πίεσης.

Πηγή:http://altpressfthiotida.com

Picture2 Γιορτή στο χωριό Νίκη (πρώην Negochani) της Δυτικής Μακεδονίας το 1917. Φωτ. Егејскиот дел на Македонија – Aegean part of Macedonia 

 

Οι μνήμες του Πέτρου Γ. Βότση από τα παιδικά του χρόνια στη Σέτινα (νυν Σκοπό) Η μνήμη ανασταίνει τη γνώση κι εξυψώνει το είναι μας   Οι πρώτες μου μνήμες με φέρνουν στο χωριό μου, τη Σέτινα (μετονομάστηκε σε Σκοπό), ένα ορεινό χωριό της Φλώρινας στα ριζά του Καϊμακτσαλάν, όπου όλοι μας συνεννοούμασταν σε μία γλώσσα, τη «δική μας», όπως τη λέγαμε μεταξύ μας, ενώ για τους άλλους ήταν τα μακεδονικά. Μέχρι τον Εμφύλιο νόμιζα πως δεν υπάρχει άλλη γλώσσα, κι όταν πρωτάκουσα τα ελληνικά, φαντάστηκα πως δεν ήταν γλώσσα, αλλά ένα παιχνίδι των μεγάλων γλωσσικό, αν ήθελαν να μιλήσουν, χωρίς να λένε τίποτε. Με τις εκκαθαρίσεις του Παπάγου και τις μετακινήσεις μας προς τα αστικά κέντρα ή σε μέρη ελεγχόμενα από τον Εθνικό Στρατό, κατάλαβα πως και τα ελληνικά ήταν μια γλώσσα σαν τη δική μας και πως έπρεπε να τη μάθω για να καταλαβαίνω αυτά που μου “λεγε η δασκάλα μου.

Δεν θα ξεχάσω βέβαια πως την πρώτη μέρα στο σχολείο (Νηπιαγωγείο Μελίτης Φλώρινας) όπου είχαμε μετακινηθεί έμαθα τα πρώτα και μοναδικά εκείνη τη στιγμή ελληνικά μου: «εμένα με λένε Πέτρο». Σαν βγήκαμε στην αυλή του σχολείου, αρχίσαμε να μιλάμε τα «δικά μας». Τότε μας πλησίασε ένας βλοσυρός δάσκαλος κι άρχισε να μας μιλάει ελληνικά, σε τόνο αυστηρό και, κάνοντας αρχή από τους άλλους, ζητούσε να ανοίξουμε την παλάμη μας για να μας χτυπήσει δυνατά με μια χοντρή βέργα. Όταν ήρθε η σειρά μου του είπα τα μοναδικά ελληνικά που ήξερα, «εμένα με λένε Πέτρο», αλλά η γνώση αυτή δεν μ” έσωσε. Τότε κατάλαβα πως ήταν κακό να μιλάω τα «δικά μας», γιατί στο σπίτι μου “λεγαν πως ο δάσκαλος δέρνει όταν δεν ξέρεις το μάθημά σου ή όταν κάνεις κάτι κακό. Έλα όμως που δεν ήξερα τα ελληνικά! Μέχρι να τα μάθω πέρασα ένα στάδιο αλαλίας, γιατί και φοβόμουν μη φάω ξύλο και πίστευα ότι ο τρόπος που θα μιλούσα θα “φερνε το γέλιο. Αυτή ήταν η πρώτη μου διαφορετικότητα που ένιωσα. Δεν ήμουν λοιπόν σαν τον δάσκαλο, τον χωροφύλακα και μερικούς άλλους. Είχα μόνιμα όμως στο μυαλό μου την απορία: γιατί αυτοί που ήταν τόσο λίγοι να μη μάθουν τα «δικά μας» κι έπρεπε εμείς να μάθουμε ελληνικά;

Οι δικοί μου έλεγαν πως «έτσι πρέπει». Τι ήμουν όμως, αφού δεν ήμουν σαν τους άλλους; Πάντα όταν έβλεπα κάποιον να με πλησιάζει, μικρός ή μεγάλος, έκανα αμέσως τη σκέψη αν ήταν δικός μας ή από τους άλλους. Η κάθοδός μας στη Σαλονίκη επιτάχυνε τη μάθηση της ελληνικής γλώσσας κι εμπλούτισε τις γνώσεις μου γύρω από τις γλώσσες, αφού ανακάλυψα τα γαλλικά, μια και ο πατέρας μου δούλευε στο Καλαμαρί (Γαλλικό Σχολείο). Άρχισα τότε να ρωτώ αν υπάρχουν κι άλλες γλώσσες και ο πατέρας μου είπε πως υπήρχαν χιλιάδες. Θα έπρεπε άραγε να τις μάθω όλες; Ακολούθησε η άνοδός μου πάλι στο χωριό, όπου και ανακάλυψα πως υπήρχαν τα αρβανίτικα και τα βλάχικα. Τελείωσα το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό, πάντα κάτω από την απειλή του δασκάλου μου να μη μιλάω αυτά τα ακαταλαβίστικα, γιατί με μπλέκουν, δεν θα μάθω ποτέ ελληνικά και πώς θα σπουδάσω! Αν παραβίαζα τις εντολές του, με χειροτονούσε με τη βέργα. Όταν πήγα στο Γυμνάσιο είδα πως όλοι μας μιλούσαμε ελληνικά, αλλά πάντα είχα την αγωνία της «ανίχνευσης» των άλλων. «Να “ναι δικός μας ή από τους άλλους;». Οι άλλοι στη Φλώρινα ανακάλυψα ότι αποκαλούνταν Έλληνες, Βλάχοι, Αρβανίτες, Πόντιοι και Τσιγγάνοι. Όταν κάποια μέρα πρωτοβρέθηκα στο παζάρι της Φλώρινας, άκουσα να λαλούνται όλες οι γλώσσες, πότε «καθαρές» και πότε ανακατεμένες. «Ε», σκέφτηκα, «αυτοί είναι μεγάλοι και δεν μπορεί να τους δείρει ο δάσκαλος».

Η αλήθεια είναι ότι οι καθηγητές μας δεν είχαν το πρόβλημα των δασκάλων, αφού όλοι μας ξέραμε ελληνικά και σπάνια υπήρχε η ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε κάποια δική μας λέξη, μια και το λεξιλόγιό μας είχε εμπλουτιστεί. Θυμάμαι έναν συμμαθητή μου, «δικό μας», που ήρθε σ” ένα διάλειμμα και με ρώτησε γεμάτος περιέργεια: «πώς άραγε να λέγονται στα δικά μας το τρίγωνο και ο κύκλος;». Δεν μπόρεσα, δυστυχώς, να τον διαφωτίσω. Είχαμε συνειδητοποιήσει πια, θέλαμε δεν θέλαμε, ότι εμείς ήμασταν οι «Νεσνάμηδες» (από το ne znam = δεν ξέρω), υπήρχαν οι Έλληνες, οι «Αβούτηδες» (από το αβούτον = αυτό), οι Αρβανίτες και οι Βλάχοι. Είχαμε και τους Τσιγγάνους στην άκρη της πόλης (Τσιφλίκι), αλλά αυτοί δεν έρχονταν στο Γυμνάσιο και οι γονείς τους ήταν «πολύγλωσσοι» και ανταποκρίνονταν θαρραλέα σ” όλες τις γλώσσες. Στους γάμους, τα πανηγύρια και τις έντονες συγκινήσεις (χαρά, λύπη κ.ά.) η γλώσσα που μας έβγαινε ήταν η δική μας.

Θυμάμαι πως και ο πιο φανατικός Έλληνας (γραικομάνο τον λέγαμε εμείς), σαν πέθανε η γυναίκα του τη μοιρολόγησε στη δική μας γλώσσα.Τα τραγούδια που συνόδευαν τα τραπέζια μας και τις χαρές μας ήταν ελληνικά καταρχήν, μα σαν προχωρούσε το γλέντι και το οινόπνευμα εξαφάνιζε τις αναστολές, τους ενδοιασμούς και τους φόβους, τότε ακούγονταν τα δικά μας τραγούδια κι έβλεπες με τι έκφραση και πάθος αποδίδονταν τα μελαγχολικά μας τραγούδια, με συμμετοχή όλων. Αν όμως στο τραπέζι παραβρισκόταν χωροφύλακας, τότε σίγουρα δεν ακουγόταν κανένα δικό μας τραγούδι. Οι χοροί μας, μια κι ακουγόταν μόνο μουσική, χορεύονταν και μάλιστα ο καθαρά τοπικός χορός μας, η πουστσένα (λυτός), με μια έκσταση που φαινόταν τόσο στην κίνηση του σώματος όσο και στα βλέμματα και την έκφραση των προσώπων, χώρια που ξεσηκώνονταν όλοι. Μας έμαθαν πως αυτά που μιλούσαμε δεν ήταν γλώσσα, αλλά ένα νόθο ιδίωμα κι αυτό όχι με επιχειρηματολογία, αλλά έτσι δογματικά. Μας χλεύαζαν όταν κάποιοι από εμάς μιλούσαν φανερά τα δικά μας και ήθελαν να μας πείσουν πως οι μελωδίες που χορεύαμε δεν έχουν λόγια. Ακόμη και σήμερα, όταν μιλάμε τη γλώσσα μας σε καφενεία, υπαίθριους χώρους και αλλού, όταν πλησιάσει κάποιος άγνωστος, αλλάζουμε λαλιά κι όχι από ευγένεια αλλά από φόβο. Έχει μεταβιβαστεί επίκτητα ο φόβος κι αυτό εξηγείται με τη συμπεριφορά της πολιτείας στο παρελθόν.

Το διαφορετικό δεν είναι κακό, κι αυτό το δέχονται όλοι, όμως το να προσπαθούν να σε πείσουν ότι ειδικά από τη δική σου διαφορετικότητα κινδυνεύει η πολιτεία, να σε υποχρεώνουν να μιλάς μια γλώσσα που δεν ξέρεις και να γελοιοποιείσαι, να σ” αναγκάζουν να φτύνεις το γάλα της μάνας σου, αυτό σίγουρα προκαλεί πικρία, κατάθλιψη και αναπαράγει τη μελαγχολία μας… Στο Πανεπιστήμιο (Αθήνα) η εξομοίωση ήταν πλήρης. Κανένας δεν με ρώτησε από ποιους ήμουν και σε εμένα σχεδόν εξαλείφτηκε εκείνη η αγωνία και η περιέργεια της ανίχνευσης των άλλων, αν είναι δικοί μας ή από τους άλλους. Πέρασαν χρόνια, βρίσκομαι στην 7η δεκαετία της ζωής μου, ποτέ δεν έπαψα να νιώθω αυτό που είμαι και ποτέ δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τους λυγμούς και την οργή μου σαν θυμάμαι: – Το χωροφύλακα να συνοδεύει τον πατέρα μου για την υποδοχή της βασίλισσας Φρειδερίκης. – Τις απανωτές μηνύσεις για την κοπριά στις αυλές μας. – Τη μη χορήγηση άδειας για καλλιέργεια καπνού. – Τις παρατηρήσεις για την ποιότητα της σημαίας που αναρτούσαμε στις εθνικές επετείους. – Τις εξορίσεις και τις φυλακίσεις των δικών μας με την κατηγορία «δωσιλόγων» και με μόνη κολάσιμη πράξη τη χρήση της ντοπιολαλιάς. – Την αποπομπή και μη εξυπηρέτηση των δικών μας από τις δημόσιες υπηρεσίες, με τη δικαιολογία ότι μιλούσαν «βουλγάρικα» και δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. – Την απαγόρευση της γλώσσας μας επί Μεταξά με χρηματικό πρόστιμο σε όποιον τη μιλούσε. – Την αλλαγή των ονομάτων και των επιθέτων μας. – Την αλλαγή τοπωνυμίων και ονομάτων των χωριών μας. – Την απαγόρευση του φυσικού δικαιώματος των συγχωριανών μου να πεθάνουν στον τόπο τους, αφού «απώλεσαν» την ιθαγένεια. – Την προσφυγή στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, για να επιτραπεί η ίδρυση του συλλόγου «Μακεδονικό Σπίτι». – Την ερήμωση των χωριών μας (βλέπε Πρέσπα, Πρώτη, Ακρίτας κ.ά.) από τη μετανάστευση, ως μόνη λύση για επιβίωση, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ισχυρών κοινοτήτων σήμερα στον Καναδά, την Αυστραλία και αλλού και, τέλος, – Να σε τιμωρούν άμεσα και έμμεσα και να σε κατηγορούν ως διαφορετικό, αλλά να μη σου αναγνωρίζουν τη διαφορετικότητά σου.  

 

Πέτρος Γ.Βότσης

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή (03.07.2005)  

Ο Πέτρος Γ. Βότσης γεννήθηκε στο Σκοπό-Σέτινα της Φλώρινας-Λέριν το 1943. Το 1948 το χωριό του εκκενώθηκε από τον εθνικό στρατό και αναγκαστικά παρέμεινε σε παρακείμενο χωριό, το Οβτσσάρανι-Μελίτη, όπου και είχε την πρώτη επαφή με την ελληνική γλώσσα και την εκπαίδευση στο νηπιοτροφείο. Από το Οβτσσάρανι βρέθηκε στο Σόλουν – Θεσσαλονίκη για δύο χρόνια. Το 1950 επέστρεψε με τους γονείς του στο διπλανό χωριό από το δικό του, το Κρουσσόραντι-Αχλάδα κι έμεινε για δύο χρόνια, όπου και τελείωσε την Α΄και Β΄τάξη του Δημοτικού σχολείου.

Τη Γ΄τάξη, από την αρχή του σχολικού έτους μέχρι το Φεβρουάριο την παρακολούθησε στο Κρουσσόραντι, όπου μόνος του και πεζός πήγαινε κάθε πρωί για να επιστρέψει το βράδυ, αφού εν τω μεταξύ είχαν εγκατασταθεί στο χωριό τους το φθινόπωρο του 1952. Το Φεβρουάριο του 1953 λειτούργησε το σχολείο του χωριού του, όπου και τελείωσε το Δημοτικό. Από το 1956 φοίτησε στο Γυμνάσιο Αρρένων Φλώρινας. Τα καλοκαίρια και τις γιορτές (διακοπές) δούλευε στα χωράφια και έβοσκε τα ζώα. Αποφοίτησε από το Φυσιογνωστικό τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας.

Από το 1970 μέχρι το 2008 εργάστηκε στην Ιδιωτική Εκπαίδευση στην Αθήνα. Έχει συγγράψει σχολικά, φροντιστηριακά βιβλία, δεκάδες άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, ενώ από το 1990 δοκιμάζεται στην πεζογραφία και ιδιαίτερα στη διηγηματογραφία. (novazora.gr)

 

Πηγή: www.lifo.gr

Picture1 Οι συμμετέχοντες ψήφισαν «όχι» στην πλειοψηφία τους στο Δημοψήφισμα του 2015 ενώ εμπιστεύονται στρατό και Εκκλησία και καθόλου Κοινοβούλιο και πολιτικά κόμματα – Σύγκριση με τους Αγανακτισμένους του 2011   Πολύ ενδιαφέροντα είναι τα ευρήματα της έρευνας που πραγματοποίησε η ΚΑΠΑ Research στην ευρύτερη περιοχή της πλατείας Συντάγματος την Κυριακή 4 Φεβρουαρίου κατά τη διάρκεια του συλλαλητηρίου για το Μακεδονικό καθώς και η σύγκριση αυτών με αυτά αντίστοιχης έρευνας για τους Αγανακτισμένους της πλατείας το 2011 για το «Βήμα» και είχε δημοσιευτεί τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς.

Τα ευρήματα δείχνουν ένα δεξιόστροφο πλήθος το οποίο συγκεντρώθηκε στο Σύνταγμα για να διαδηλώσει κατά του ονόματος «Μακεδονία» με οποιαδήποτε μορφή, στο νέο όνομα της πΓΔΜ, που μπορεί να προκύψει από την διαπραγμάτευση της κυβέρνησης της Αθήνας με αυτή των Σκοπίων υπό την εποπτεία του ειδικού διαμεσολαβητή του ΟΗΕ κ. Νίμιτς. 

Από την έρευνα συμπεραίνεται ότι η μεγάλη πλειοψηφία όσων πήραν μέρος στο συλλαλητήριο κατοικεί στον νομό Αττικής (83%), το 5% στην Κεντρική Μακεδονία, το 4% στην Στερεά Ελλάδα, το 2% στη Θεσσαλία ενώ το υπόλοιπο ποσοστό προέρχεται από τα υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας.

Ως προς το φύλλο το 77% ήταν άνδρες και το 23% γυναίκες, ενώ οι συμμετέχοντες στους Αγανακτισμένους το 2011 η αναλογία ήταν 55,5% άνδρες και 44,5% γυναίκες.

Στο Σύνταγμα την Κυριακή 4 Φεβρουαρίου το μεγαλύτερο ποσοστό 72% ήταν πάνω από 45 ετών. Το (28%) ήταν ηλικίας 45-54 ετών και ακολουθούν οι ηλικίες 55-64 (25%), οι άνω των 65 (19%) και οι 35-44 (14%). Τα αντίστοιχα ποσοστά στους Αγανακτισμένους ήταν το 39% πάνω από 45 ετών (16% 45-54, 12% 55-64, 11% άνω των 65) ενώ το 25% ήταν 25-34, το 22% 45-44, 11% 17-24 και το 3% έως 16 ετών.

Στην πολιτική τους τοποθέτησή η πλειοψηφία των συμετασχόντων βρίσκεται κατά 54% προς τα δεξιά της κλίμακας αριστερά-δεξιά (στους Αγανακτισμένους 13%), το 21% στο κέντρο (26% στους Αγανακτισμένους), το 15% προς τα αριστερά (45% στους Αγανακτισμένους) ενώ 10% δεν απάντησε (16% στους Αγανακτισμένους).

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απάντηση των ερωτηθέντων για τι ψήφισαν στο Δημοψήφισμα του 2015. Το 52% απαντά ότι ψήφισε «όχι» και μόλις το 24% «ναι». 

Μάλιστα οι συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο της περασμένης Κυριακής το θεωρούν ως μια ειρηνική κινητοποίηση διαμαρτυρίας κατά 65% και ως κινητοποίηση ανατροπής του συστήματος κατά 29%, ενώ αντίστοιχα το 2011 τα ποσοστά παρουσιάζονται τελείως διαφορετικά καθώς είναι αντίστοιχα 49% και 46%.

Για τον ποιό Θεσμό εμπιστεύονται περισσότερο, ο στρατός έχει την τιμητική του καθώς κυριαρχεί με 64% των ερωτωμένων να απαντούν «πολύ ή αρκετά», η Εκκλησία έχει την εμπιστοσύνη του 55%, ενώ το Κοινοβούλιο και τα πολιτικά κόμματα βρίσκονται πολύ χαμηλά στην εκτίμησή τους με τις αρνητικές απαντήσεις να είναι αντίστοιχα 85% και 93%.

 

Πηγή:http://www.tovima.gr

1Τι κάνεις όταν ο πατέρας των ιδιωτικοποιήσεων, Μίλτον Φρίντμαν, σου λέει ότι οι αυτοκινητόδρομοι πρέπει να μένουν πάντα υπό δημόσιο έλεγχο; Στις παραδοσιακές μητροπόλεις του καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Γερμανία, τον υπάκουσαν. Σε κάποιες οικονομικές αποικίες τον αποκάλεσαν «σοσιαλιστή των δρόμων».

Πλησιάζει μισός αιώνας από την εποχή που το γερμανικό συγκρότημα Kraftwerk παρουσίασε το θρυλικό άλμπουμ Autobahn, εμπνευσμένο σύμφωνα με αρκετούς μουσικοκριτικούς από τον περίφημο αυτοκινητόδρομο Α555.

Picture1

Έ​ργο συγκλονιστικό «Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη, αφήνει βαθιά τα ίχνη της στην ψυχή και τη σκέψη του αναγνώστη. Σε όποια ηλικία κι αν συναντηθεί μαζί της. Να συμπεριλαμβάνεται άραγε στα ίχνη αυτά και η αφήγηση που ξετυλίγουν τα «Χειρόγραφα που βρέθηκαν μες στο γελιό του λοχία Αντώνη Κωστούλα» (αυτός, θυμίζω, είναι ο υπότιτλος του βιβλίου) για τη φιλοξενία του αυτοϊστορούμενου ήρωα στο ταπεινό σπίτι κάποιου «μακεδονίτικου χωριού», όπου και ανάρρωσε; Φοβάμαι πως όχι. Αν η μνήμη των μισών έστω αναγνωστών (και τη «Ζωή εν τάφω» την έχουν διαβάσει εκατοντάδες χιλιάδες) είχε συγκρατήσει κάτι από τις συγκεκριμένες σελίδες, ίσως δεν θα ήταν τόσο εύκολο στους κάπηλους του πατριωτισμού –ιεράρχες, κομματάρχες, τέως στρατάρχες κ.ο.κ.– να διακινούν και να επιβάλλουν μαζικά τα ανιστόρητα κλισέ τους για τους «γυφτοσκοπιανούς» που, όπως απεφάνθη τουιτερικώς και τρανό στέλεχος της ΟΝΝΕΔ, «όταν εμείς κάναμε εγκαίνια στην Ακρόπολη, αυτοί είχαν ουρά και πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο». Το μόνο που δεν πρόσθεσε είναι ότι τα «εγκαίνια» ξεκίνησαν με τον Βασίλη Καρρά να τραγουδάει το «Μακεδονία ξακουστή». Αρκέστηκε να διαβεβαιώσει πως «οι κρεμάλες στο Σύνταγμα για τους εθνοπροδότες είναι έτοιμες και περιμένουν». Αν ήταν εφικτός ο απαγχονισμός φαντασμάτων, δεν θα τη γλίτωνε ο Μυριβήλης. Αλλά μπορούμε πάντα να κάψουμε τη «Ζωή εν τάφω». Εχει ξαναγίνει. Επί Μεταξά.

Είμαστε λοιπόν στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Πανευρωπαϊκό τον ονομάζει –ευλόγως– ο Μυριβήλης, μάχιμος στα χαρακώματα του μακεδονικού μετώπου από τον Μάιο του 1917 έως τον Απρίλιο του 1918. Το «μακεδονίτικο χωριό», όπου έμεινε για να αναρρώσει ο λοχίας Κωστούλας, η Βελούσινα (Βελούζινα στο βιβλίο) βρίσκεται στην ΠΓΔΜ, πολύ κοντά στα σύνορά της με την Ελλάδα, χρωστάει δε το όνομά της στη Βέλικα Ελεούσα, τον ναό της Θεοτόκου Μεγάλης Ελεούσας, που χτίστηκε τον 4ο-5ο αιώνα, επί Θεοδοσίου του Β΄. Παραθέτω τις κρίσιμες παραγράφους του αντιμιλιταριστικού πεζογραφήματος όπως απαντούν στην πρώτη έκδοση, που κυκλοφόρησε στη Μυτιλήνη το 1924. Η έκδοση αυτή, μαζί με τη δεύτερη, του 1930, τυπώθηκαν για πρώτη φορά σε έναν τόμο από την «Εστία» το 2016, με φιλολογική επιμέλεια, πρόλογο και επίμετρο της Νίκης Λυκούργου.

Αντλώ λοιπόν από την πρόσφατη έκδοση της «Εστίας», με την οποία παραδίδεται το κείμενο χωρίς απαλοιφές ή προσαρμογές στις απαιτήσεις της «εθνικής ορθότητας», οι οποίες επιβλήθηκαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν τη συγγραφή και τις πρώτες εκδόσεις της «Ζωής», απαλοιφές που επέτρεψαν στους μάστορες της εθνικόφρονης ψευδολογίας να διατείνονται ότι ουδέποτε έγραψε τέτοια πράγματα ο Μυριβήλης. Τα έγραψε όμως (σ. 95 κ.ε.):

«Από προχτές βρίσκουμαι κάτου από στέγη. Ανάμεσα πια σ’ αθρώπους που δε ζούνε ξυλιασμένοι κάτου απ’ την ψυχρή πνοή της στρατιωτικής πειθαρχίας. Ο γιατρός δήλωσε πως για να μου περάσει το πόδι πρέπει πρώτα απ’ όλα να σηκωθώ απ’ το χώμα κι απ’ την υγρασία τ’ αντίσκηνου. Και επειδής δε δέχτηκα με κανέναν τρόπο να πάω στο Νοσοκομείο, ο λοχαγός μου φρόντισε και μ’ έβαλε εδώ, σ’ ένα σπίτι του κοντινού χωριού. [...] Οι χωριάτες με δέχτηκαν ανοιχτόκαρδα κι απλά. Και σαν απόμεινα ολομόναχος μαζί τους, άρχεψαν να μου μιλάνε σχεδόν όλοι μαζί, με τη γλώσσα τους που δεν την καταλάβαινα. [...] Μα καταλάβαινα πολύ ξάστερα πως ήτανε ένας κόσμος απλός και δουλευτής. Ενας κόσμος ίσιος. Και τα λόγια τους ήτανε όλα λόγια αγαθά, άδολα σαν το ψωμί τους και μοσκοβολισμένα από συμπάθεια και συμπόνεση. [...]

»Η μάννα τους δουλεύει στον αργαλειό. Τα μεγάλα της τ’ άσπρα πόδια ανεβοκατεβαίνουν γυμνά πάνου στις πατήτρες, και συχνά μαλώνει γελώντας τις μικρές μου φιλενάδες, που κάνουν ολάκερη συνδιάσκεψη, σοβαρή και φωνακλάδικη, συζητώντας γύρου στο εθνόσημο του κασκέτου μου. Είναι Γκρρτς ή Σρρπ. Ρωμέικο για Σέρβικο. Κι η μάννα τους φαίνεται τους λέει πως είμαι ένας “Γκρρτς”, ένας “ντόμπρο Γκρρτς”, ένας “ντόμπρο κριστιάν” και… να προσέχουν το πονεμένο πόδι μου. [...] Η βαθιά ανάγκη που με σπρώχνει να επικοινωνήσω πιο καλά με την πρωτόγονη ψυχήν αυτονών των ανθρώπων, μ’ έκανε να πολεμώ πεισμωμένα να μπω μες στο νόημα του γλωσσικού τους ιδιώματος. Είναι ένα σλαβικό παρακλάδι με πολλά τούρκικα και ρωμέικα στοιχεία. [...] Αυτοί εδώ οι χωριάτες, που τη γλώσσα τους την καταλαβαίνουν περίφημα κι οι Βουργάροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούνε τους πρώτους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζουνται για Βουργάρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του “Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης”. Γιατί η ιδέα του απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη μέσα σε μια θαμπή μυστικοπάθεια πολύ παράξενη, πάνου σ’ αυτό τον απλοϊκό χριστιανικό κόσμο. Επειτα οι τάφοι των παλιώ τους προεστών έχουνε πάνω στις πέτρες σκαλισμένα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα που ’ναι γραμμένα πάνου στα σκεβρωμένα κονίσματά τους, και στα παλιά εκκλησιαστικά βιβλία των εκκλησιώ τους. Ωστόσο, δε θέλουν να ’ναι μήτε “Μπουλγκάρ”, μήτε “Σρρπ”, μήτε “Γκρρτς”. Μοναχά “Μακεντόν ορτοντόξ”».

Υπάρχουν κάποιες μικροδιαφορές στη β΄ έκδοση, του 1930, η οποία, σημειώνει η Λυκούργου, «αποτέλεσε και τη βάση για την έβδομη και οριστική έκδοση του βιβλίου το 1955». Μια και η επανάληψη φημίζεται σαν μήτηρ μαθήσεως, δίνω την τελευταία ξαναπλασμένη παράγραφο (σ. 304-305): «Υστερα είναι και οι τάφοι των προεστών και των παπάδων τους που ’ναι σκαλισμένοι με τα ιερά και μυστηριώδικα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα είναι γραμμένα πάνου στα παλιά σκεβρωμένα κονίσματά τους, γύρω απ’ τ’ άγρια ασκητικά κεφάλια των αγίων του Βυζαντίου, και μέσα στα κιτρινιασμένα Βαγγέλια. Αυτά όλα μάς κάνουν προνομιούχους αντίκρυ στα μάτια τους. Μολαταύτα δε θέλουν να ’ναι μήτε Μ π ο υ λ γ κ ά ρ μήτε Σ ρ ρ π μήτε Γ κ ρ ρ τ ς. Μ ο ν ά χ α Μ α κ ε ν τ ώ ν ο ρ τ ο ν τ ό ξ». Η αραίωση είναι του πρωτοτύπου.

Καμία επιστήμη ή τέχνη δεν είναι άμοιρη ιδεολογίας. Η φιλολογία, η γλωσσολογία, η αρχαιολογία και η ιστοριογραφία, και η λογοτεχνία βέβαια, έχουν συρθεί πάμπολλες φορές και σε πάμπολλες χώρες (ανάμεσά τους και η Ελλάδα και η FYROM) για να υπηρετήσουν τα «δίκαια» που κάθε λαός διδάσκεται να τα θεωρεί αυτονόητα και αναμφισβήτητα, αν όχι θεοπροστάτευτα, εξού και οι εθνικισμοί, οι αλυτρωτισμοί, οι πόλεμοι. Η «Ζωή εν τάφω», έργο μη αριστερού, γκρεμίζει εξαρχής τον σημερινό δογματισμό μας, αφού μας πληροφορεί για κάποιους γείτονές μας που μιλούν το δικό τους «ιδίωμα», μας συμπαθούν, και «μολαταύτα» δεν θέλουν να είναι Ελληνες, ούτε Σέρβοι ή Βούλγαροι. Από το «μολαταύτα» θα ’πρεπε να ξεκινάει η συζήτηση.

Πηγή:http://www.kathimerini.gr