ΤΑΙΝΙΕΣ

«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε μια χώρα που ζει με έναν δικτάτορα επί 45 χρόνια. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα από τη μία μέρα στην άλλη. Η επανάσταση δεν αλλάζει τα πράγματα έτσι μαγικά. Χρειάζεται πολύς χρόνος. […] ‘Εχω δύο όνειρα: το πρώτο είναι να γίνω ένας καλός αρχιτέκτονας και μία μέρα να γυρίσω στο σπίτι μου και να ξαναχτίσω την πατρίδα μου. Έχω όμως και ένα ακόμη πιο σημαντικό όνειρο. Μία μέρα η χώρα μου να έχει ειρήνη. Να μην υπάρχει πια πόλεμος»

Μέχρι τον Απρίλιο του 2020 εκτιμάται πως περισσότεροι από 5,6 εκατομμύρια Σύριοι πολίτες έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την Συρία από την αρχή του πολέμου το 2011 και πως περίπου 6,5 εκατομμύρια είναι εκτοπισμένοι στο εσωτερικό της Συρίας. Υπολογίζεται πως από το σύνολο των 12 εκατομμυρίων περίπου το μισό είναι παιδιά. Περίπου 1 εκατομμύριο βρίσκεται στην Ευρώπη και μεγάλο ποσοστό Σύρων προσφύγων/προσφυγισσών κατανέμεται στις ακόλουθες χώρες: Αίγυπτο, Ιράκ, Ιορδανία, Λίβανο και Τουρκία.

Μετά την αναγκαστική παύση των δραστηριοτήτων της λόγω των περιοριστικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας από την πανδημία η Κινηματογραφική Λέσχη Καισαριανής «Σκοπευτήριο» επανέρχεται δυναμικά με ένα 2ήμερο προβολών ενάντια στο ρατσισμό.

Σας παρουσιάζουμε την ταινία «Black Panthers», ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους του 1968 από την Agnès Varda*. Η ταινία γυρίστηκε στο Oakland της California κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών για τη σύλληψη του Huey P. Newton, συνιδρυτή των Μαύρων Πανθήρων.

Το καλοκαίρι του 1968, φτάνουν πολλοί και πολλές στο Oakland για να διαμαρτυρηθούν για τη σύλληψη του Huey P. Newton. Ο ίδιος ο Newton μιλά στην κάμερα για την κακή του μεταχείριση στις φυλακές και επίσης μιλά για τα ιδανικά των Μαύρων Πανθήρων, που περιλαμβάνουν την προστασία της μαύρης κοινότητας από την αστυνομία, την ενημέρωσή τους για τα δικαιώματά τους και τους καθημερινούς αγώνες.

Η Ava DuVernay μέσα σε 100′ μας δείχνει πως ο ρατσισμός στις ΗΠΑ μεταλλάχθηκε και προσαρμόστηκε τα τελευταία 160 χρόνια. Συνδυάζοντας ιστορικό υλικό αρχείου με μαρτυρίες ακτιβιστών/τριών και ερευνητών, θεωρούμε πως είναι η πιο ολοκληρωμένη δουλειά της.

“Στην κοιλάδα της βαθιάς σκιάς”, είναι ο τίτλος μιας ταινίας μικρού μήκους που ολοκληρώθηκε στην εποχή του κορονοϊού, σ’ αυτές τις 42 ημέρες, τις 1008 ώρες της απομόνωσής μου.
Κυκλοφορεί ελεύθερη στο διαδίκτυο καλώντας με την προβολή της μαζί και την ενσυναίσθηση όλων μας για μια ενεργή συνάντηση στους δρόμους της ζωής.
Τα γυρίσματα έγιναν στην βαθιά σκιά της Ειδομένης, στα Ελληνικά σύνορα, τον χειμώνα του 2016 κάτω από ακραίες συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων που εκεί αναζητούσαν το πέρασμα σ’ ένα καλύτερο μέλλον, ένα σπίτι, μια φωλιά κι ένα πιάτο στο τραπέζι.
Το μάθημα ζωής που αποκόμισα εκεί έχει διαχρονική αξία και περιέχει αλήθειες και πώς να τις αρνηθείς; Αλήθειες που με έκαναν να επαναστατήσω όταν ακούστηκε πως “απέναντι στον κορονοϊό, είμαστε όλοι ίσοι”. Αλήθειες που λένε ότι, στο παιγνίδι της ζωής, στη “Μονόπολη, δεν παίζουμε όλοι με τους ίδιους κανόνες”.

Η ταινία μικρού μήκους «Η Προσφυγιά, χθες και σήμερα», δημιουργήθηκε από τους μαθητές του ΣΤ2 του 6ου Δημοτικού σχολείου Μυτιλήνης (http://6dim-mytil.les.sch.gr/) για τη συμμετοχή τους στον 10ο Διεθνή Μαθητικό Διαγωνισμό Ταινιών Μικρού Μήκους «Cinema… διάβασες;» στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος «Νοιάζομαι και Δρω». Η ταινία δημιουργήθηκε με την επιμέλεια και αρωγή του δασκάλου τους, κου Νικολάου Καλίτσα, της μουσικού κας Ταμπάκη Αικατερίνης και της καθηγήτριας Αγγλικών κας Φιλιανού Αικατερίνης.

Πηγή:https://www.lesvosnews.net

Aνήμερα της 11ης Επετείου της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, την ίδια ώρα (λίγο πριν τις 9 το βράδυ) που η σφαίρα του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα τον βρήκε στην καρδιά, αφαιρώντας του τη ζωή δημοσιεύτηκε η ταινία «ΝΕΚΡΟΣ ΑΔΕΡΦΟΣ», του Μάνου Τσίζεκ, βασισμένη στα ντοκουμέντα της δικογραφίας. Μεταξύ άλλων, στην ταινία περιλαμβάνονται το βίντεο – ντοκουμένο της δολοφονίας, αποσπάσματα από τις πραγματικές επικοινωνίες ασυρμάτου της αστυνομίας εκείνο το βράδυ, αποσπάσματα από τις σχολικές εκθέσεις του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, λίγους μήνες πριν τον σκοτώσουν, και από το δημοτικό τραγούδι «Του Νεκρού Αδερφού», για το οποίο έγραψε μια από τις τελευταίες του εκθέσεις.

«Un Condor» ένα ντοκυμαντέρ παραγωγής 2015 για τη Χιλή, που με τα τελευταία γεγονότα γίνεται πολύ επίκαιρο. Ένα ταξίδι επιστροφής στην άκρη του κόσμου. Η αιώνια ιστορία ανθρώπων που αναγκάζονται να φύγουν από τα σπίτια τους.

Η ταινία «Παράσιτα» είναι κι αυτή πολύ καλή. Άλλη μια για τις ταξικές ανισότητες. Ξεκινά σαν καλή κωμωδία και συνεχίζει έτσι το μεγαλύτερο μέρος, περνά στην τραγωδία και σβήνει σε μελαγχολικό αδιέξοδο. Μιμείται την πραγματικότητα όπου όσο αισιόδοξα και αν παρακολουθείς την αδικία και τον αγώνα των ατόμων για επιβίωση, δεν μπορείς να αναμένεις πολύ ευχάριστο τέλος. Οι φτωχοί θέλουν μόνο να επιβιώσουν, αρχίζουν με καλές προθέσεις και αγαθή πονηριά, φτάνουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για μια θέση στον ήλιο, μετά στο ξέσπασμα και την οριστική απώλεια. Οι πλούσιοι δεν παίρνουν χαμπάρι γιατί η μυρωδιά των φτωχών είναι τόσο δυσάρεστη μέχρι που να είναι αργά, υφίστανται στο τέλος τις συνέπειες των πράξεων ή της άγνοιάς τους. Οι πλούσιοι αλλάζουν στο πολυτελές σπίτι, περνούν και χάνονται. Αλλά το σπίτι, η δομή, το σύστημα, όπου κατοικούν μένει αναλλοίωτο. Πολύ μεγάλο, ωραίο, ευρύχωρο παλάτι. Τα άτομα αλέθονται, αυτό αντέχει. Οι φτωχοί μπορούν μόνο να το ονειρεύονται, αυτό παραμένει άπαρτο φρούριο. Είναι σπάνιο να έχεις μια ταινία που δεν θέλεις να τελειώσει (επειδή είναι όμορφη), όντως να μην τελειώνει (πάνω από 2 ώρες) και στο τέλος να νιώθεις ότι σου έδωσε ό,τι ήταν να σου δώσει. Ικανοποίηση; Όχι, επειδή σε οδηγεί να σκεφτείς το παραέξω. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κοινωνική αδικία και οι ανισότητες παγκόσμια είναι μεγαλύτερες από ποτέ άλλοτε. Ένα ελάχιστο ψήγμα από αυτό περνά προφανώς και στο σινεμά που βλέπουμε. Τα πράγματα είναι 500 φορές χειρότερα βέβαια. Το σινεμά δεν αλλάζει τον κόσμο, αλλά ο κόσμος αλλάζοντας αντικατοπτρίζεται και στο σινεμά. Πού πάμε; Ποια τέρατα θα βγουν από το υπόγειο και πότε; Ας δούμε άλλη μια καλή ταινία περιμένοντας;

 

Του Βασίλη Μορελλα

Και όχι δεν είναι ο Τζόκερ ο «κακός», είναι ο καπιταλισμός

του Μάριου Αυγουστάτου

Ο Τοντ Φίλιπς με το αριστούργημά του το «Τζόκερ», φέρνει τον πυρήνα της πολιτικής στο προσκήνιο.
Για το κινηματογραφικό-σκηνοθετικό κλπ κομμάτι τα έχουν πει πολλοί, όπως για την απίστευτη ερμηνεία του Joaquin Phoenix. Πολλοί εστίασαν στα καθαρά προσωπικά χαρακτηριστικά του Τζόκερ και (καλώς) έκαναν κριτική ότι είναι στερεοτυπικά λάθος ο συσχετισμός ψυχικών νοσημάτων – βίας: παιδική κακοποίηση, ψυχικές διαταραχές, επαγγελματικό αδιέξοδο.

Προσωπικά χαρακτηριστικά όμως που είναι αποτέλεσμα -σε μεγάλο βαθμό- των κοινωνικών συνθηκών:
– Ολοένα συρρικνούμενο κράτος πρόνοιας (που στην περίπτωσή του παύει να χορηγεί ψυχολογική υποστήριξη και φάρμακα, όπως λέει η κοινωνική λειτουργός: «και εσένα και εμένα μας έχουν χεσμένους»)…
– Μια ολοένα πιο φτωχοποιημένη πλειοψηφία καταδικασμένη να ζει στερούμενη ακόμα και τα βασικά (που εναποθέτει τις ελπίδες της στον Χ Ψ μεγαλοσχήμονα, εδώ στον υποψ. δήμαρχο Τόμας Γουέιν). Κι απέναντι μια ολοένα πλουσιότερη μειοψηφία που ζει εις βάρος της πλειοψηφίας…
– Η ξεδιάντροπη αλητεία των χρυσοπληρωμένων golden boys που αρχικά επιδίδονται σε σεξιστική επίθεση σε μια μόναχική κοπέλα στο μετρό κι αμέσως μετά επιτίθενται στον Τζόκερ, βλέποντας στο πρόσωπό της την πειθήνια-γυναίκα-που-υπηρετεί-τον-αφέντη-άντρα και το «σκουπίδι», που έλεγε κι ο αρχιμπάτσος εδώ πρόσφατα…
– Οι «συνάδελφοι», που επιδίδονται σε λυσσαλέο ανταγωνισμό, πισώπλατα μαχαιρώματα κλπ κλπ, για δύο ψίχουλα παραπάνω από το αφεντικό…
– Τα μέσα μαζικής «ενημέρωσης», που απ’τη μία διασύρουν τους απεργούς στην καθαριότητα: από αστειάκια (ο γιος μου με ρώτησε «τώρα που έχουν απεργία από που θα παίρνουμε σκουπίδια;»), μέχρι την επίκληση του φόβου και των υγειονομικών βομβών. Κι απ’την άλλη κατασκευάζουν τηλεστέρες-τέρατα και γελοιοποιούν δημόσια ανθρώπους, καταστρέφοντάς τους με -κατά παραγγελία της φωτεινής επιγραφής- γέλια και χειροκροτήματα, προς τέρψιν και αποβλάκωση του φιλοθεάμονος κοινού που οι ίδιοι διαμορφώνουν…

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι εξαιρετική η απεικόνιση των ταξικών αντιθέσεων: απ’τη μία τα φτωχικά διαμερίσματα (του Άρθουρ Φλεκ και όχι μόνο) και απ’την άλλη το παλάτι-φρούριο του καπιταλιστή Τόμας Γουέιν. Απ’τη μία οι δρόμοι με τις εξαθλιωμένες μάζες κι απ’την άλλη η γκλαμουράτη αίθουσα συναυλιών με τους κουστουμάτους…

Ο κυνισμός της ταξικής μονομέρειας των από πάνω συμπυκνώνεται στο λόγο του Τόμας Γουέιν: «για μένα όλοι αυτοί δεν είναι παρά κλόουν, οι άτυχοι της ζωής. Τι να κάνουμε, εμείς είμαστε οι τυχεροί». Όπως είπε και κάποιος εγχώριος εκπρόσωπος των από πάνω: «ε δεν είμαστε και όλοι ίσοι πως να το κάνουμε;». Η λογική των «αρίστων», που για να αιτιολογήσουν το κοινωνικό τους στάτους, που για να διατηρήσει και να αυξήσει τα υπερκέρδη της πίνει το αίμα τον πολλών, βρίσκουν ένα σωρό αφηγήματα και δίπολα (τυχεροί-άτυχοι, άριστοι-μη άριστοι) για να γίνουν πειστικοί.

Το πόσο «εύκολα» πυροδοτήθηκε η εξέγερση δείχνει πόσο εύθραυστο είναι το σύστημα και κατ’επέκταση ο καπιταλισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι το FBI τοποθέτησε σε αίθουσες πράκτορές του για να προλάβει και να καταστείλει αντιδράσεις του κοινού, που θα εμπνευστούν απ’ όσα δείχνει η ταινία.

Είναι η τυφλή «εκδικητική» βία η πολιτική απάντηση;
Ο ίδιος ο Τζόκερ όταν τον ρωτάνε για το κίνημα που είχε ξεσπάσει απαντάει: «δε με ενδιαφέρει η πολιτική». Ένας άνθρωπος απομονωμένος σε μεγάλο βαθμό (οι παραισθήσεις κοινωνικότητας που έχει το ενισχύουν αυτό) είναι δύσκολο να δει τη «μεγάλη εικόνα». Η δική του εικόνα του όμως, το ματοβαμένο χαμόγελό του γίνεται η σπίθα που πυροδοτεί τα πάντα. Οι εξαθλιωμένες μάζες που επιδίδονται σε μπάχαλα, βλέποντας το περιπολικό πχ σαν εκπρόσωπο του «κακού» είναι απόλυτα δικαιολογημένες.

Όπως και να το κατονομάσει κανείς, ζούμε ένα ταξικό πόλεμο σε εξέλιξη. Η συσσωρευμένη οργή απέναντι στο σύστημα μπορεί να γίνει απλά ένα βίαιο ξέσπασμα των εξαθλιωμένων και καταπιεσμένων που γρήγορα θα ξεφουσκώσει -λειτουργώντας σαν μια βαλβίδα διαφυγής σε μια χύτρα που βράζει- ή μαζική κοινωνική επανάσταση. Ο ρόλος των οργανωμένων δυνάμεων, των οργανώσεων και συλλογικότητων που αντιστέκονται στην επέλαση του απάνθρωπου καπιταλισμού (δεν είναι τυχαίο που ο Φίλιπς την τοποθετεί στη δεκαετία του 80, του νεοφιλελέ Ρήγκαν) είναι κομβικότατος, να ωθήσει το ποτάμι της οργής στο να γυρίσουν όλα πραγματικά τούμπα.