Αν σας φέρει ο δρόμος σας από τη γωνία Αγίου Δημητρίου και Ειρήνης, σταματήστε και αγοράστε ένα σακί πατάτες

Αν σας φέρει ο δρόμος σας από τη γωνία Αγίου Δημητρίου και Ειρήνης, σταματήστε και αγοράστε ένα σακί πατάτες

Screen Shot 2014-10-12 at 10.17.00 PMΤο μεσημέρι, στην αρχή της Αγίου Δημητρίου ένα ζευγάρι Ρομά, όχι πάνω από τα είκοσι, δίπλα στην ξέχειλη καρότσα ενός σαράβαλου ημιφορτηγού, πουλούσαν την πραμάτεια τους. Μαζί τους κι ένα μικρό κοριτσάκι, γύρω στα δύο, όμορφο σαν αγγελούδι.
«Πατάτεεες, Νευροκοπίουουου! Δυο σακιά ένα τάλιροοο.» φώναζε ο πατέρας κι ήταν η φωνή του, αντίθετα με τα συνήθη, χαμηλής έντασης που τέλειωνε θαρρείς μ΄έναν λυγμό. Αναμενόμενο, αφού η απείραχτη στοίβα του εμπορεύματος μαρτυρούσε πως μάλλον, δεν είχαν κάνει χερικό ακόμα.
Γυρνούσα από ένα σουπερμάρκετ στο Βαρδάρη που είχε δελεαστικές για το βαλάντιο μου, προσφορές στα τυριά και άλλα τρόφιμα. Πατάτες είχα άλλωστε, άσε που το σπίτι μου απείχε πολύ ακόμη κι εγώ δεν έχω τα κουράγια που είχα άλλοτε.
Ο φθινοπωρινός ήλιος, αν και σπανός, έκαιγε. Απίθωσα τα ψώνια μου στο πέτρινο, αρχαίο βυζαντινό πεζούλι κι έβγαλα το μπουκαλάκι για να πιω νερό. Η μικρή το κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που μηχανικά το κατέβασα πριν φτάσει στο στόμα μου και της το πρόσφερα. Μιλάμε για νερό, όχι για κάποια λιχουδιά, νερό! Το πήρε και ήπιε λαίμαργα, πριν προλάβει η μαμά της να την τραβήξει μακριά μου. Την καθησύχασα μ΄ένα χαμόγελο.
«Πες στην κυρία ευχαριστώ»
Το ζουζούνι έκανε μισή στροφή προς το μέρος μου με μια εντελώς θεατρική κίνηση, έφερε το χεράκι της στο στήθος και ψέλλισε: «Ευχαλιστώ»
Μου άρεσε αυτό το ζευγάρι, έσπαζε όλα τα στερεότυπα που μας έμαθαν για τους «γύφτους», απέπνεαν πολιτισμό κι αξιοπρέπεια.
-Έρχεστε συχνά εδώ;
-Κάθε μέρα
-Η μικρή δεν κουράζεται;
– Αυτή είναι η μεγάλη, την πήραμε σήμερα μαζί μας, επειδή η μικρή έχει πυρετό, για να μην κολλήσει.
-Τουλάχιστον βγαίνει το μεροκάματο;
Μου έδειξε, έτοιμη να κλάψει, την ανέγγιχτη στοίβα
-Δεν έχει ο κόσμος λεφτά κυρία.
-Από που είστε;
-Από τα Διαβατά.
-Καλό μεσημέρι.
-Δεν θα πάρετε;
– Μένω μακρυά, δυο τετράγωνα πιο πέρα.
-Δεν πειράζει, θα σας τις κουβαλήσω εγώ
Τα μάτια της είχαν τόση ικεσία, που έψαξα ψηλαφητά τα ψιλά μέσα στην τσέπη μου. Κίνηση που παρεξηγήθηκε από τον άντρα της.
-Μην μας πληρώνετε τώρα. Να δώσετε τα λεφτά στην Μαρία, μόλις φτάσετε στο σπίτι σας.
Καταντράπηκα. Πίστεψε πως δεν τους εμπιστευόμουν, δεν του πέρασε καν απ΄το μυαλό πως ήτανε τα τελευταία μου χρήματα. Τον πλήρωσα και ξεκινήσαμε. Εκείνη με τα δυο σακιά στα χέρια κι εγώ με το κοριτσάκι αγκαλιά. Στο δρόμο είπαμε πολλά, για την οικογένεια της, για τα όνειρα να σπουδάσουν τα παιδιά της. Μεροδούλι, μεροφάι, όπως όλοι μας κι αυτοί από πάνω να εισπράττουν και τον ρατσισμό.
Αν σας φέρει ο δρόμος σας από τη γωνία Αγίου Δημητρίου και Ειρήνης, σταματήστε και αγοράστε ένα σακί πατάτες, είναι πολύ καλής ποιότητας κι αξίζει τον κόπο.

Πηγη: fb Niki Vikou

116