Ο ρατσισμός απέναντι στους μουσουλμάνους και τις μουσουλμάνες στη Γαλλία λαμβάνει σήμερα ακόμα πιο απειλητικές διαστάσεις. Ο Συγγραφέας Νικ Ρίμερ που ζει στο Παρίσι εξηγεί το υπόβαθρο της αυξανόμενης ισλαμοφοβίας και καλεί την Αριστερά να αλλάξει πορεία: Η σοσιαλιστική πολιτική επιτάσσει να υπερασπιστούμε τους μουσουλμάνους, να σταθούμε ενάντια στις διακρίσεις εις βάρος τους.
Η απαγόρευση του Μπουργκίνι στις Κάννες και άλλες 30 πόλεις προς το παρόν αναβλήθηκε από το γαλλικό διοικητικό δικαστήριο, αυτή όμως ήταν μόνο η τελευταία και πιο παράλογη από τις ισλαμοφοβικές επιθέσεις που υφίστανται οι μουσουλμάνοι στη Γαλλία. Το γαλλικό κράτος εδώ και δεκαετίες αδικεί και περιθωριοποιεί τους μουσουλμάνους πολίτες του σε διάφορα επίπεδα.
Η νέα ισλαμοφοβία
Οι τζιχαντιστικές επιθέσεις στο Παρίσι το Γενάρη και τον Νοέμβρη της προηγούμενης χρονιάς όπως και οι επιθέσεις στη Νίκαια και τη Ρουέν έχουν επιδεινώσει την κατάσταση. Από τις 3500 εισβολές σε σπίτια μουσουλμάνων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μόνο 6 βρήκαν στοιχεία που οδήγησαν σε περαιτέρω έρευνες. Το Δεκέμβρη οι αρχές παραδέχτηκαν στο EureundLoire ότι επιχειρούν κατά μουσουλμάνων σε καθαρά «προληπτική» βάση, χωρίς να υπάρχουν καν συγκεκριμένες υποψίες. Τα παιδιά έπρεπε να υποστούν το σοκ να παρακολουθούν τη βαριά οπλισμένη αστυνομία να περνάει χειροπέδες στους γονείς τους ή να τους τραβολογάει από τα κρεβάτια τους.
Μόνο τρεις μήνες μετά την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που το κράτος κήρυξε μετά τις επιθέσεις στο θέατρο Μπατακλάν πέρυσι, 274 άνθρωποι είχαν τεθεί υπό κατ ‘οίκον περιορισμό, ως επί το πλείστον μουσουλμάνοι. Η αστυνομία σήμερα ενεργεί με ακόμα πιο ρατσιστικά κριτήρια από πριν. Εισέβαλε βίαια σε τζαμιά, ταπείνωσε και προσέβαλε τους παρεβρισκομένους, κάποιους τους απείλησε με αστυνομικά σκυλιά. Σε περίπου είκοσι τζαμιά επιβλήθηκε ήδη να κλείσουν, και σύντομα θα ακολουθήσουν κι άλλα.
Επίσης από αυτή την αντιμετώπιση απειλούνται όσες πολιτικές οργανώσεις που συνδέονται με το Ισλάμ: οι διαδηλώσεις, πχ για την Παλαιστίνη απαγορεύονται, το κίνημα BDS (από τα αρχικά που σημαίνουν Μποϊκοτάζ, Απόσυρση Επενδύσεων και Κυρώσεις) ποινικοποιείται. Οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες βρίσκονται σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο, η κυβέρνηση διασπείρει αντι-ισλαμικά συνθήματα, διαλύει καταυλισμούς προσφύγων στο Calais και αλλού. Εν τω μεταξύ, η Γαλλία έχει υπογράψει την προσφυγική συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία, που προβλέπει ότι οι Σύροι πρόσφυγες που φτάνουν με βάρκα στα Ελληνικά Νησιά, θα απελαύνονται στην Τουρκία.
Οι ρίζες της ισλαμοφοβίας
Οι πολιτικοί στη Γαλλία κάνουν αρνείται να δει το γεγονός ότι η μακροχρόνια καλλιεργούμενη εχθρότητα του κράτους προς το Ισλάμ, όπως και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον μουσουλμανικών χωρών θρέφουν τον εξτρεμισμό. Η πολιτική ηγεσία αρνείται να δει ότι η οικονομική και κοινωνική της πολιτική καλλιεργεί αποκλεισμούς και περιθωριοποίηση, εξαιτίας των οποίων μια μειοψηφία μουσουλμάνων ωθείται να ενταχθεί σε τζιχαντιστικές οργανώσεις, όπως το ISIS.
Στο βιβλίο τους «Πώς η γαλλική ελίτ έχει δημιουργήσει το ‘μουσουλμανικό πρόβλημα’ », οι δύο κοινωνιολόγοι Αμπντελαλί Χαγιάτ και Μαρβάν Μωάμεθ περιγράφουν το πώς η ισλαμοφοβική προπαγάνδα κυριάρχησε σε όλους τους τομείς της γαλλικής κουλτούρας και πολιτικής. Σύμφωνα με αυτούς «η κατασκευή του ‘προβλήματος του Ισλάμ’ αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια για τις γαλλικές και ευρωπαϊκές ελίτ ένα από τα μεγαλύτερα κοινά σημεία αναφοράς» σε όλο το πολιτικό φάσμα. Η Ισλαμοφοβία, όπως λένε, είναι «το στοιχείο που θα χαρακτηρίσει δομικά και ιδεολογικά το μέλλον της γαλλικής δεξιάς».
Αλλά όταν πρόκειται για την προστασία των δικαιωμάτων του μουσουλμανικού πληθυσμού στη Γαλλία, ακόμα κι από την αριστερά λίγα λέγονται, ακόμα και από μεγάλο μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η απροθυμία της Αριστεράς να παλέψει για τις θρησκευτικές ελευθερίες των μουσουλμάνων προσφύγων εμποδίζει το χτίσιμο δεσμών αλληλεγγύης μαζί τους, με αποτέλεσμα ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα στην Ευρώπη να παρακάμπτεται από πολλούς αγωνιστές και αγωνίστριες.
Μια βίαιη παράδοση
Σήμερα, ζούνε στη Γαλλία περίπου πέντε εκατομμύρια μουσουλμάνοι , δηλαδή περίπου 7,5 % του πληθυσμού, μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Από αυτούς σήμερα μόνο το ένα τρίτο ασκεί κανονικά τα θρησκευτικά του καθήκοντα, αν και το ποσοστό αυξανόταν τις τελευταίες δεκαετίες. Οι πρώτοι μουσουλμάνοι μετανάστες έφθασαν στη Γαλλία στον απόηχο των βίαιης αποικιοκρατικής γαλλικής πολιτικής στη Βόρεια Αφρική. Η σύγχρονη σχέση μεταξύ του κράτους και του μουσουλμανικού πληθυσμού της, που ως επί το πλείστον ανήκει στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, είναι κυρίως σχέση ιμπεριαλισμού και οικονομικής εκμετάλλευσης.
Σε αντίθεση με άλλες αποικίες, η Αλγερία αποτελούσε επίσημα τμήμα της Γαλλίας, έτσι ώστε οι Αλγερινοί να μπορούν να έρχονται στη Γαλλία χωρίς προβλήματα. Ωστόσο, εδώ τους περίμενε συστηματική καταστολή, και μερικές φορές βάρβαρη. Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση με τους καταπιεσμένους μουσουλμανικούς πληθυσμούς είναι εγγεγραμμένη στην πολιτική δομή της Γαλλίας: Το παρόν Σύνταγμα , που γέννησε η Πέμπτη Δημοκρατία, αποτελούσε μια απάντηση στην πολιτική κρίση που είχε προκαλέσει η αντίσταση στις μουσουλμανικές αποικίες.
Ο στρατηγός Ντε Γκωλ το 1958 ζήτησε τη συνταγματική μεταρρύθμιση για να εξασφαλίσει τις εξουσίες του Προέδρου, που είχαν αποδυναμωθεί μέσα στη δίνη του αλγερινού εθνικοανεξαρτησιακού πολέμου. Το FLN (Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης, σοσιαλιστικού προσανατολισμού) υποχρέωσε το γαλλικό κράτος να υποστεί σημαντικές απώλειες. Το 1958 ανατινάχθηκε μια αποθήκη καυσίμων στη Μασσαλία και η πυρκαγιά κράτησε αρκετές ημέρες.
Απαντώντας, το κράτος αύξησε τα κατασταλτικά μέτρα του. Το 1961 – ένα χρόνο πριν από την ανεξαρτησία της Αλγερίας – έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον εκατό Αλγερινοί από αστυνομική σφαγή, καθώς διαδήλωναν ενάντια στις απαγορεύσεις κυκλοφορίας που τους επιβλήθηκαν. Μια σύγκρουση αυτού του μεγέθους δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί. Μετά την ανεξαρτησία αρκετοί Αλγερινοί και Αλγερινές που ζούσαν στη Γαλλία απέρριψαν τη γαλλική υπηκοότητα, καθώς αυτή ταυτιζόταν με το έθνος που τους καταπίεζε.
Ακόμα και σήμερα υπάρχουν μέσα στη Γαλλική Δεξιά υποστηρικτές της παλιάς αποικιακής πολιτικής. Πολλοί βετεράνοι των αποικιακών πολέμων ζουν στη νοτιοανατολική Γαλλία. Αυτή η περιοχή είναι, καμία έκπληξη, ένα από τα προπύργια της άκρας δεξιάς με μια μακρά παράδοση ρατσιστικών εγκλημάτων βίας. Οι εθνικής εμβέλειας έρευνες έδειξαν ότι στις περιφερειακές εκλογές το 2015 πάνω από πενήντα τοις εκατό της αστυνομίας και του στρατού ψήφισε Εθνικό Μέτωπο, το φιλόδοξο κόμμα της άκρας δεξιάς.
Οι μουσουλμάνοι και το εργατικό κίνημα
Για να κατανοήσουμε την πολιτική ιστορία των μουσουλμάνων στη Γαλλία, πρέπει πέρα από το μετα-αποικιακό πλαίσιο να λάβουμε υπόψη και την οικονομική ανάπτυξη και τη σχέση της με το το εργατικό κίνημα. Το 1904 ήδη πέντε χιλιάδες μουσουλμάνοι εργάζονταν στη γαλλική βιομηχανία και τα ορυχεία. Σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα διευκολύνθηκε η θρησκευτική λατρεία από την κυβέρνηση και αφεντικά, αν και μόλις είχε ολοκληρωθεί ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους.
Το πολιτικό κατεστημένο είδε τη θρησκεία ως ένα χρήσιμο εργαλείο για να βάλει εμπόδια στη δράση των συνδικάτων των Βορειοαφρικανών Εργατών και Εργατριών. Παραχωρήθηκαν κάποιοι χώροι για προσευχή, σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, για να αποφευχθεί η οποιαδήποτε δημόσια έκφραση του Ισλάμ στον ιδιωτικό τομέα και το κράτος.
Το ότι επιτρεπόταν η προσευχή στους μουσουλμάνους εργάτες που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες αποτελούσε μια συμβολική χειρονομία, που δεν κόστιζε πολλά στο κράτος – η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης κερδήθηκε μόνο μέσω μαχητικής αντίστασης.
Στην πραγματικότητα, πολλοί μουσουλμάνοι τη δεκαετία του 1930 υποστήριξαν την αριστερή κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου.
Σήμερα επίσης, πολλοί μουσουλμάνοι έχουν προοδευτικές απόψεις για τα περισσότερα κοινωνικά ζητήματα (υπέρ της κοινωνικής πρόνοιας, υπέρ αναδιανομής πλούτου, κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας) και οι περισσότεροι ψηφίζουν αριστερά. Το 1982 στράφηκαν προς το Ισλάμ, εν μέσω απεργιών ενάντια στις μαζικές απολύσεις στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, που βρισκόταν στο επίκεντρο της γαλλικής πολιτικής σκηνής . Οι εργαζόμενοι μεταναστευτικής προέλευσης συμμετείχαν σε μια μεγάλη σύγκρουση, καθώς τα εργοστάσια της Citroen και Talbot σε Aulnay και Poissy είχαν καταληφθεί, με τη στήριξη περισσότερο ή λιγότερο των συνδικάτων. Οι εργοστασιάρχες πίστευαν ότι οι μετανάστες και μετανάστριες εργαζόμενοι-ες χειραγωγήθηκαν από τα συνδικάτα, κάλεσαν σε αστυνομικές επιχειρήσεις και προχώρησαν σε απολύσεις. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η λέξη «μουσουλμάνος» καθιερώθηκε στο δημόσιο λόγο για μέρος του πληθυσμού, αντικαθιστώντας τους προηγουμένως κοινούς ταξικούς όρους.
Η ισλαμοφοβική στροφή των αστών
Η καθιέρωση αυτή σχετίζεται με την εξάπλωση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ιδεών στη Γαλλία. Κάποιοι λένε ότι η αυξανόμενη έχθρα απέναντι στους μετανάστες οφείλεται στις διαδεδομένες φυλετικές προκαταλήψεις- κι αυτό παρουσιάζεται ως ο λόγος για τις αυξανόμενες εκλογικές επιτυχίες του Εθνικού Μετώπου. Σύμφωνα με τους συγγραφείς Μαρβάν Μοχάμεντ και Αμπντελαλί Χαγιάτ η εξήγηση αυτή δεν ακουμπά τον πυρήνα του προβλήματος. Εξηγούν ότι είναι το ίδιο το κράτος από το οποίο εκπορεύονται οι ισλαμοφοβικές προκαταλήψεις και όχι κάποιες ανεξάρτητες κοινωνικές διεργασίες.
Σαν παράδειγμα χρησιμοποιούν τη μεταναστευτική πολιτική μετά την Αλγερινή ανεξαρτησία: από το 1966 θεσπίστηκε ένα νέο νομικό πλαίσιο- η DPM (Directiondelapopulationetdesmigrations – Διεύθυνση Πληθυσμού και Μετανάστευσης) για τον περιορισμό της μετανάστευσης από την Αλγερία στη Γαλλία, για να μπούνε περιορισμοί στην οικογενειακή επανένωση και να αυξηθεί η γραφειοκρατία που αφορούσε την καταγραφή μεταναστών. Υπό τον Πρόεδρο Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν –που εκλέχτηκε το 1974- απαγορεύτηκε να γίνονται δεκτοί μη Ευρωπαίοι μετανάστες προς τη Γαλλία. Μεταξύ 1978 και 1980 ο Ζισκάρ προσπάθησε επίσης να απαντήσει στην αυξανόμενη ανεργία με απελάσεις Αλγερινών αντρών και γυναικών, ακόμη και τα παιδιά τους – που ήταν Γάλλοι πολίτες. Το κοινοβούλιο μπόρεσε να το μπλοκάρει αυτό.
Οι Χαγιάτ και Μοχάμεντ πιστεύουν «πως αυτή η εχθρική στάση της κυβέρνησης δεν αποτελούσε τόσο μια αντίδραση στην πετρελαϊκή κρίση του 1973. Κυρίως επρόκειτο για το αποτέλεσμα μιας πρωτοβουλίας πολιτικών που είχαν πειστεί ότι η μετανάστευση είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να ελέγχεται … Το σταμάτημα της μετανάστευσης δεν είχε να κάνει κατά κύριο λόγο με την ανεργία ή την οικονομική κατάσταση αλλά με τη δημογραφική ανισορροπία μεταξύ της Γαλλίας και των χωρών του Τρίτου Κόσμου (η γαλλική κοινωνία υποτίθεται πως απειλούνταν από την «αναρχική μετανάστευση» ) και τον δυνητικό κίνδυνο ενός νέου «Μάη του ‘68» που θα στηριζόταν και από μια πληθώρα ξένων εργατών…» Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η αύξηση της ισλαμοφοβίας στη Γαλλία δεν προέρχεται από κάποιον οργανικό ρατσισμό της γαλλικής κοινής γνώμης. Αντίθετα ήταν ένα πολύ γνωστό εργαλείο στήριξης της ανάγκης της αστικής τάξης να ελέγχει την αντίσταση της εργατικής τάξης.
Νομική βάση της ισλαμοφοβίας
Η καταστολή εναντίον των Μουσουλμάνων ντύνεται ιδεολογικά με τρεις έννοιες-κλειδιά: κοσμικότητα , ρεπουμπλικανισμός, φεμινισμός. Η πολιτική κοσμικότητα – κατοχυρώθηκε επίσημα το 1905 με τον περίφημο νόμο διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους – είναι βαθιά ριζωμένη στη γαλλική κοινωνία, πηγάζοντας από την πάλη ενάντια στην αντιδραστική δύναμη του καθολικισμού μετά 1789. Ο αντικληρικαλισμός, αρχικά προσανατολισμένος εναντίον των καθολικών ιερέων, είναι μέρος του γαλλικού πολιτισμού, και τώρα συχνά αξιοποιείται ως μια εν λευκώ εξουσιοδότηση για την αντι-μουσουλμανική συκοφαντική εκστρατεία.
Όταν δημοσιεύτηκαν στο CharlieHebdo οι ρατσιστικές καρικατούρες μουσουλμάνων, όπως συνηθίζεται, το γεγονός δικαιολογήθηκε –και στην πράξη πανηγυρίστηκε- ως νίκη της ιδιαίτερης γαλλικής κοσμικότητας και αντικληρικαλισμού. Το δικαίωμα να γελοιοποιείται το Ισλάμ έχει μετατραπεί σε ένα defacto σύμβολο της ίδιας της Δημοκρατίας.
Η κοσμικότητα πηγαίνει χέρι-χέρι με τον «ρεπουμπλικανισμό», την ιδεολογία της Επανάστασης του 1789 που διεκδικούσε ελευθερία και ισότητα. Σε αντίθεση με άλλες αστικές δημοκρατίες, ο γαλλικός ρεπουμπλικανισμός ως έννοια συνδέεται με ένα ισχυρό συγκεντρωτικό κράτος και εξακολουθεί να αισθάνεται δέσμευση για τα πρωταρχικά ιδανικά της επανάστασης – όταν φυσικά το Ισλάμ δεν δημιουργούσε κάποιο «πολιτικό πρόβλημα».
Όπως το θέτει το σημερινό γαλλικό Σύνταγμα, «η Γαλλία είναι μια αδιαίρετη, κοσμική, δημοκρατική και κοινωνική χώρα. Εγγυάται την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον του νόμου, ανεξάρτητα από την καταγωγή, τη φυλή ή τη θρησκεία τους. Σέβεται όλες τις πεποιθήσεις.» Όταν οι γάλλοι πολιτικοί σήμερα επικαλούνται τον ρεπουμπλικανισμό, συχνά το κάνουν, προκειμένου να τονίσουν την ουδετερότητα του κράτους απέναντι στην ατομική διαφορετικότητα , και να επαναβεβαιώσουν την οικουμενικότητα των ιδανικών της Δημοκρατίας. Αυτή η ουδετερότητα, υποστηρίζουν, σημαίνει ότι όλοι οι πολίτες, άντρες και γυναίκες, χρήζουν ίδιας μεταχείρισης. Στην πράξη, όμως, αυτές οι επικλήσεις στον ρεπουμπλικανισμό μπορούν να συγκαλύπτουν τις κοινωνικές ανισότητες κι έτσι να τις παγιώνουν. Νομιμοποιούν την κυριαρχία της άρχουσας τάξης, παρέχοντας στους αντιπροσώπους της τη δυνατότητα ευελιξίας σε οποιαδήποτε πολιτική απόφαση.
Ο Μανουέλ Βαλς, ο σημερινός πρωθυπουργός, έχει επανειλημμένα αποδειχθεί πρωταθλητής αυτής της μορφής ιδεολογικής χειραγώγησης. Το 2013 ως υπουργός Εσωτερικών επικαλέστηκε το Ρεπουμπλικανισμό για να δικαιολογήσει την καταστροφή οικισμών των Ρομά και την απέλαση χιλιάδων Ρομά. Επίσης, τα δραστικά μέτρα ως απάντηση στις επιθέσεις του Νοεμβρίου δικαιλογήθηκαν με «ρεπουμπλικανιστικά» επιχειρήματα.
Η ανισότητα μπροστά στο νόμο
Το πώς ερμηνεύεται κάθε φορά η κοσμικότητα και ο ρεπουμπλικανισμός, βέβαια, εξαρτάται από την θρησκευτικότητα του κάθε πολίτη. Στο παρελθόν, το κοσμικό κράτος επέτρεψε σε ιερείς να εκλέγονται στη Βουλή και να παρουσιάζονται εκεί με τη θρησκευτική τους ενδυμασία. Στην πραγματικότητα, ως το 1905 που πέρασε ο νόμος, το Κοινοβούλιο καταψήφιζε τις τροπολογίες που απαγόρευαν στους ιερείς να φορούν την ιερατική περιβολή τους σε δημόσιους χώρους.
Τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, το κοσμικό κράτος απέκτησε μια καινούρια, κατασταλτική σημασία: έδωσε το δικαίωμα στο κράτος να αφαιρεί από τους πολίτες τα σύμβολα των πολιτιστικών ή θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Το αποτέλεσμα: οι μουσουλμάνοι πρέπει να αποποιηθούν ένα βασικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, όταν θέλουν να κινούνται σε δημόσιους χώρους.
Η διαμάχη για τη μαντίλα
Ο νόμος που πέρασε το 2004 για την «κοσμικό χαρακτήρα των σχολείων» είναι το πιο γνωστό παράδειγμα αυτού του διαρκούς αποκλεισμού του Ισλάμ. Ο νόμος αυτός απαγορεύει σε μαθητές να φέρουν «επιδεικτικά» θρησκευτικά σύμβολα, αλλά αυτό επιβλήθηκε με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τη θρησκεία. Στην πραγματικότητα, όπως διαβεβαίωνε και ο τότε πρωθυπουργός, Εντουάρ Μπαλαντίρ, αυτός ο νόμος πατούσε σε μια προηγούμενη εκδοχή του 1994 που είχε διαμορφώσει ο γαλλικός εβραϊσμός, για να μην απαγορεύεται στους φοιτητές να φορούν την εβραϊκή Kippa (το εβραϊκό χαρακτηριστικό καπελάκι).
Οι νέες μουσουλμάνες, που δεν μπορούν να φορούν πλέον στο σχολείο μαντίλα στο κεφάλι, θίγονται περισσότερο. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτών των δημόσιων υποχρεωτικών «αποκαλυπτηρίων», θυμίζοντας την εποχή της γαλλικής επέμβασης στην Αλγερία, ήταν ότι 130 περιπτώσεις αποβολής μαθητριών έγιναν γνωστές μέσα στο 2014 , επειδή φορούσαν μαντίλα από το σχολείο. Ακόμη και οι μακριές φούστες ερμηνεύτηκαν ως θρησκευτικά σύμβολα που δικαιολογούν αποβολή από το σχολείο.
Η περιφρόνηση της κοσμικότητας από μέρους του κράτους
Η υποκρισία του παρόντος νόμου και η λειτουργία του ως μέσο καταστολής των μουσουλμάνων είναι προφανείς: Στο ανατολικό τμήμα της Αλσατίας και Moselle, που ανήκει από το 1905 στη Γερμανία, δεν εφαρμόζεται καν ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους. Ραβίνοι, ιερείς και πάστορες πληρώνονται από την κυβέρνηση – αλλά ένας μουσουλμάνος φοιτητής μπορεί να αποβληθεί από το δημόσιο σχολείο από το τι θα επιλέξει να βάλει στο κεφάλι του. Η κυβέρνηση όχι μόνο ανέχεται αυτή την ιδιορρυθμία στην Αλσατία-Moselle, αλλά καμαρώνει κιόλας. Ο Βαλς έχει ανακοινώσει επανειλημμένως ότι «Ο πρόεδρος, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση έχουν δεσμευτεί για την ιδιαιτερότητα των υφιστάμενων κανονισμών στην Αλσατία-Moselle».
Η περιφρόνηση της κοσμικότητας από πλευράς κράτους πηγαίνει και παραπέρα. Το 2013, στο έβδομο δημοτικό διαμέρισμα της μεσογειακής μητρόπολης της Μασσαλίας ο τοπικός δήμαρχος Στεφάν Ραβιέ, από τη δεξιά πτέρυγα του Εθνικού Μετώπου, προκλητικά έστησε μια χριστουγεννιάτικη φάτνη σε δημόσιο κτίριο – ευθεία παραβίαση του νόμου – και έμεινε ατιμώρητος. Μόνο όταν πρόκειται για μουσουλμάνες, φαίνεται, εφαρμόζεται ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους. Ο αρχικός νόμος του 1905 προοριζόταν να εμποδίζει την επιρροή του καθολικισμού στο κράτος. Σήμερα εφαρμόζεται κυρίως στα σχολεία, με τους δασκάλους ως κρατικούς εκπροσώπους να εμποδίζουν τη δημόσια έκφραση της θρησκευτικής ταυτότητας των μαθητών. Με ποιον τρόπο οι μαθήτριες εκπροσωπούν το κράτος και το πώς εκ τούτου η κοσμικότητα απειλείται από τη χρήση της μαντίλας δεν έχει δοθεί ποτέ λογική εξήγηση. Πάντως η ιδέα γι αυτό είναι καινούρια: το 1989 τα δικαστήρια απέρριπταν την απαγόρευση της μαντίλας στα σχολεία. Ο νόμος του 2004 αντιμετωπίζεται συνήθως ως άμεση συνέπεια των επιθέσεων στις ΗΠΑ στις 11 Σεπτεμβρίου και του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Παρά τις πολλές κριτικές που έχει δεχτεί, ο νόμος του 2004 αποκλείει κατά παράδοξο τρόπο, συγκεκριμένα τμήματα των μαθητών – των μουσουλμάνων – από τα δημόσια σχολεία.
Εργαλείο της κρατικής καταστολής
Επιπλέον, η απαγόρευση νομιμοποιεί τη χρήση του εκπαιδευτικού μηχανισμού ως εργαλείο της κρατικής καταστολής. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση μετά τις επιθέσεις στο CharlieHebdo απαγόρευσε στους εκπαιδευτικούς να διδάξουν σε μουσουλμάνους μαθητές που έδειχναν να υποστηρίζουν αυτές τις επιθέσεις και στη συνέχεια οδηγηθήκαμε στην εφαρμογή του νόμου για τη μαντίλα.
Αν το εθνικό σχολικό σύστημα θέλει πραγματικά να αντιμετωπίζει όλους τους νέους ισότιμα, αυτός ο νόμος δεν έχει νόημα. Αντίθετα αποδεικνύει ότι ο πραγματικός ρόλος του σχολικού συστήματος είναι ότι οι μαθητές να αναμορφώνει τους μαθητές, ώστε να προσαρμοστούν στη γαλλική κοινωνία και πολιτισμό.
Με άλλα λόγια, οι αρχές χρησιμοποιούν τον ρεπουμπλικανισμό ως πρότυπο εξισωτισμού με τη γαλλική αστική τάξη – η κίνηση αυτή εξασφαλίζει την ιδεολογική κυριαρχία του κατεστημένου πάνω στην υπόλοιπη, φυσιολογικά ποικιλόμορφη, κοινωνία. Σε αυτή την περίπτωση, τα σχολεία γίνονται σημαντικό εργαλείο κρατικού ελέγχου επί των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτό είναι απλώς ακόμα ένα παράδειγμα της καταπίεσης που από καιρό επιβάλλει το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα με το συγκεντρωτικό και αυταρχικό χαρακτήρα του.
Κανένας από όσους γνωρίζουν καλά τα γαλλικά σχολεία ή πανεπιστήμια δεν θα αρνηθεί το σε ποιο βαθμό επιβάλλουν στους μαθητές –τριες και στους φοιτητές τους αυστηρά πρότυπα. Εδώ υπογραμμίζεται ένα κεντρικό στοιχείο της ρεπουμπλικανιστικής ιδεολογίας: Ότι, με τα λόγια του Joan Wallach Scott, η ισότητα επιτυγχάνεται με την ομοιομορφία. Αντί να ενθαρρύνουν τους μαθητές -τριες να χρησιμοποιούν τις ατομικές τους δεξιότητες για το κοινό καλό, δημιούργησαν ένα γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα που να παράγει αποδεκτούς πολίτες- μια διαδικασία που συχνά καταπιέζει τις κοινωνικές και πνευματικές ικανότητες των νέων ανθρώπων, που υποτίθεται ότι προωθεί. Η ξεδιάντροπη αυτοπεποίθηση αυτής της ιδεολογίας αποτυπώνεται στην ανοιχτή επιστολή της φεμινίστριας Elizabeth Badinter το 1989 στον υπουργό παιδείας, ο οποίος επιμένει οι μαθήτριες στα σχολεία δεν πρέπει να φοράνε μαντίλα:
«Λένε, κύριε Υπουργέ, ότι ο αποκλεισμός [όσων φορούν μαντίλες από το σχολείο] ανθρώπων δεν είναι αποδεκτός . Kατανοούμε την καλοσύνη σας, αλλά απαντάμε ότι αυτή η απαγόρευση είναι αποδεκτή. Ο αποκλεισμός είναι ρατσιστικός μόνο αν στρέφεται απέναντι σε μαθητές που δεν υπακούν στους κανόνες του σχολείου. Αν πρόκειται για έναν μαθητή που παραβιάζει τους κανόνες αυτούς, η απαγόρευση έχει πειθαρχικό χαρακτήρα. Η σημερινή σύγχυση μεταξύ πειθαρχίας και ρατσιστικών διακρίσεων κατέστρεψε την έννοια της πειθαρχίας.
Και αν η πειθαρχία δεν είναι πλέον δυνατή, πώς μπορούν να διδαχθούν οι κανόνες; Εάν ο νόμος ισχύει μόνο για εκείνους που είναι έτοιμοι να συμμορφωθούν, πώς μπορεί ένας δάσκαλος να κάνει τη δουλειά του;»
Για τη Badinter και τους ομοϊδεάτες της ο κρατικός αυταρχισμός και έλεγχος αποτελεί λοιπόν ένα ουσιαστικό μέρος της δημόσιας εκπαίδευσης. Ή ίσως μόνο μια αποτελεσματική συγκάλυψη της μισαλλοδοξίας: τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, δήλωνε η Badinter (στΜ ειρωνικά) ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να φοβούνται για να μη δείχνουν ισλαμοφοβικοί.
Η Αριστερά και η Ισλαμοφοβία
Ίσως δεν είναι τόσο γνωστό ότι ηγετικά στελέχη των κύριων επαναστατικών οργανώσεων της χώρας – Εργατική Πάλη (LO) 20 και Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα (LCR) – έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα γεγονότα που οδήγησαν στο νόμο του 2004. Διότι επίσης υποστήριξαν την αποβολή από το σχολείο των δυο νεαρών ενηλίκων που φορούσαν μαντίλα. Πρέπει να ήταν το πιο σημαντικό πολιτικό γεγονός για το Ισλάμ στη Γαλλία πριν την εμφάνιση του ISIS.
Η περίπτωση των Λεβί και η Αριστερά
Οι Alma και Λίλα Lévy , οι μαθήτριες για τις οποίες γίνεται λόγος, δεν αποτελούσαν τυπικά παραδείγματα στερεοτυπικών προβλημάτων που αφορούν την ενσωμάτωση των μουσουλμάνων στη σύγχρονη Γαλλία, όπως αφέθηκαν να πιστεύουν οι περισσότεροι. Δεν μεγάλωσαν σε μια αυστηρή μουσουλμανική οικογένεια: Η μητέρα τους, δασκάλα, είχε μουσουλμανικό υπόβαθρο αλλά βαφτίστηκε καθολική, ενώ ο πατέρας τους ήταν ένας αριστερός Εβραίος δικηγόρος .
Κανένας από τους γονείς δεν ήταν θρήσκος, και η απόφαση των κοριτσιών να φορούν μαντίλα ήταν προσωπική. Η εθνική διαμάχη που ξέσπασε από την απόφαση με πολλούς τρόπους από πολλές πλευρές αντανακλά στο σήμερα. Όπως και ο πατέρας της, ο LaurentLévy, τόνισε, το ζήτημα της ισλαμοφοβίας και ιδίως η στάση γύρω από τη μαντίλα στο σχολείο, διαπερνά τις συνήθεις πολιτικές διαιρέσεις της αριστεράς. Ακόμη και η κομμουνίστρια δήμαρχος της Aubervilliers, προάστιο του Παρισιού όπου ζούσαν, υποστήριξε την αποβολή των μαθητριών.
Στην πραγματικότητα, η προσπάθεια να μπούνε περιορισμοί στη μουσουλμανική ενδυμασία, αποτελεί πλέον σχεδόν παράδοση στους κομμουνιστικούς κύκλους: Ο νόμος του 2010 που απαγόρευσε το Νικάμπ ( πέπλο που καλύπτει πλήρως το πρόσωπο) σε δημόσια θέα, είχε προταθεί από Κομμουνιστή βουλευτή, τον Αντρέ Γκερίν, από κοινού με ένα άλλο βουλευτή της δεξιάς. Η συζήτηση συνεχίζεται: Στον απόηχο των πρόσφατων επιθέσεων στη Νίκαια, αρκετοί πολιτικοί της δεξιάς «σήκωσαν» το θέμα για την πλήρη απαγόρευση της μαντίλας σε δημόσιο χώρο και την επέκταση της απαγόρευσης στα πανεπιστήμια, και φυσικά υπήρξε πρόσφατα η απαγόρευση του μπουρκίνι σε μερικές γαλλικές παραλίες. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα εξέχοντα μέλη των αριστερών οργανώσεων αντιστάθηκαν στις επιθέσεις κατά της μαντίλας, οι σύντροφοι κι οι συντρόφισσές της κάθε άλλο παρά ομονοούν για το θέμα.
Οι διαμάχες στο NPA
Οι αριστερές οργανώσεις και οι πολιτικές αντιρατσιστικές οργανώσεις έχουν διχαστεί για το ζήτημα. Τον Μάρτιο του 2010, αυτή η διαμάχη έφτασε στο αποκορύφωμα όταν η Ιλχάμ Μουσαίντ κατέβηκε υποψήφια στις περιφερειακές εκλογές με το νεαρό Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα (NPA) – διάδοχο κόμμα της LCR – , φορώντας μαντίλα. Οι διαιρέσεις που αποκάλυψε μέσα στο NPA, η υποψηφιότητα της Μουσαίντ, εξακολουθούν και σήμερα να υφίστανται και αποτέλεσαν έναν σημαντικό – ίσως τον πιο σημαντικό – παράγοντα εξασθένησης του κόμματος σήμερα.
Ένα ηγετικό μέλος, ο Ντενίς Γκοντάρ, επέκρινε την υπερβολική ενασχόληση με το ζήτημα της μαντίλας, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προτιμότερο «η συλλογική ενέργεια του NPA να προσανατολίζεται περισσότερο σε γενικές προγραμματικές συζητήσεις και προπαγανδιστικά μοτίβα προφίλ παρά σε ό,τι αφορά πρακτικές και πολιτικές παρεμβάσεις στην κίνημα.»
Εκείνοι που θα απέκλειαν τις γυναίκες που φορούν μαντίλες από τη συμμετοχή σε ένα επαναστατικό κόμμα, αγνοούν τις αρχές της μαρξιστικής παράδοσης. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα, δήλωσε κατηγορηματικά ότι ο αστικός αντικληρικαλισμός πρέπει να καταπολεμάται, όχι να υποστηρίζεται:
«Οι σοσιαλιστές πρέπει να αγωνιστούνε εναντίον της Εκκλησίας, η οποία είναι αντι-δημοκρατική και αντιδραστική δύναμη, όχι για να ενταχθούν στην αντικληρικοφροσύνη της μεσαίας τάξης, αλλά για να την καταργήσουν. Ο αδιάκοπος ανταρτοπόλεμος, που διεξήχθη κατά την τελευταία δεκαετία κατά των παππάδων είναι για τη γαλλική ρεπουμπλικανική μεσαία τάξη ένα από τα καλύτερα μέσα για να εκτρέψει την προσοχή της εργατικής τάξης από τα κοινωνικά ζητήματα, και έτσι να αποδυναμώσει την ταξική πάλη. »
Οι πολιτικοί της άρχουσας τάξης έχουν προφανώς μελετήσει τη Λούξεμπουργκ καλύτερα από ό, τι κάποιοι επαναστάτες. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν το Ισλάμ για να επιβάλλουν την ατζέντα τους , δια της εκτροπής της προσοχής του κόσμου από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και παρόμοια κρίσιμα θέματα. Ένα παράδειγμα ήταν η υπόθεση της μαντίλας το 2003 που συνδέθηκε με τις αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης του Ζαν-Πιερ Ραφαρέν στο συνταξιοδοτικό νόμο .
Κίνημα NuitDebout: Η χαμένη ευκαιρία
Εάν ακόμη και η μαχόμενη αριστερά στο θέμα της ισλαμοφοβίας παρουσιάζει θλιβερή εικόνα, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα προχωρώντας προς το κέντρο. Η γνωστή αριστερή προσωπικότητα, ο προεδρικός υποψήφιος Ζαν-Λικ Μελανσόν, εκπροσωπεί μια ισχυρή ρεπουμπλικανιστική-εθνικιστική πολιτική άποψη για το θέμα. Το 2011, έφτασε να ζητά την απαγόρευση των προσευχών στο δρόμο. Έτσι στερήθηκε την πολιτική αξιοπιστία ώστε να εναντιωθεί σοβαρά στις αντι-μουσουλμανικές επιθέσεις.
Όσο για το Σοσιαλιστικό Κόμμα, η επικράτηση των αντι-μουσουλμανικών τάσεων αποτελεί μόνο ένα στοιχείο της μακροχρόνιας ιδεολογικής εκφύλισής του. Το επίσημο αντιρατσιστικό κίνημα –σε μεγάλο βαθμό ελέγχεται από τους Σοσιαλιστές- δεν έχει προσφέρει σχεδόν καμία υποστήριξη στους μουσουλμάνους. Οι Φιλελεύθεροι διανοουμένοι έπαιξαν επίσης σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της κρατικής εχθρότητας προς το Ισλάμ στο εσωτερικό και στο εξωτερικό: Μετά την επίθεση το Νοέμβριο του 2015, πολλές συγγραφείς και επιστήμονες που εντάσσονταν στις γραμμές του κόμματος πρόσφεραν την ιδεολογική κάλυψη για τη στρατιωτική απάντηση που επέβαλε η κυβέρνηση.
Το 2003, η δυσαρέσκεια για τον συγκαλυμμένο ρατσισμό της φιλελεύθερης-φεμινιστικής αριστεράς οδήγησε στο σχηματισμό μιας νέας ομάδας, της κίνησης – και αργότερα κόμματος – της Ιθαγενούς Λαϊκής Δημοκρατίας (PIR). Αυτή η κίνηση αγωνίζεται για την «καταπολέμηση όλων των μορφών της ιμπεριαλιστικής, αποικιακής και σιωνιστικής κυριαρχίας στις οποίες βασίζεται η υπεροχή των λευκών στη Γαλλία και σε διεθνές επίπεδο». Ο κύριος στόχος του PIR περιγράφεται ως εξής :
«Η ένωση όλων των χώρων της αντίστασης, αυτών που δημιουργήθηκαν από τους μετανάστες και τα παιδιά τους, με αυτούς των κατοίκων των γειτονιών της εργατικής τάξης, και των πρώτων κατοίκων των εδαφών και των αποικιών σε μια ενιαία αντι-ρατσιστική και αντι-αποικιακή δυναμική. Στόχος μας είναι η δημιουργία μιας αυτόνομης ιθαγενούς πολιτικής δύναμης ικανής να επηρεάζει την εξέλιξη της γαλλικής κοινωνίας και της δημόσιας πολιτικής. »
Η ανεξαρτησία από την υπαρκτή αριστερά είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές της PIR. Η δυσκολία της να επηρεάζει άλλους αριστερούς αγωνιστές φάνηκε καθαρά φέτος στα πλαίσια του κινήματος NuitDebout. Το κίνημα των νυχτερινών συγκεντρώσεων «Nuit Debout» στο Παρίσι και σε όλη τη χώρα αποτέλεσε πόλο έλξης για χιλιάδες ανθρώπους , με δημόσιες συζητήσεις στις οποίες έπαψε η αποξένωση των ανθρώπων από την πολιτική και διεκδικήθηκε ο τερματισμός της επιρροής των μεγάλων εταιρειών στη δημοκρατία. Για μια σύντομη αλλά δυναμική περίοδο, το κίνημα αποτέλεσε μια εξαιρετική αντιπολίτευση τόσο απέναντι στην σοσιαλιστική κυβέρνηση, όσο και απέναντι στο υπόλοιπο πολιτικό κατεστημένο.
Αλλά το γεγονός ότι Nuit Debout δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στο μεταναστευτικό τμήμα του πληθυσμού, που αποτελεί τη βάση της PIR, αναδεικνύει τις πολιτικές διαιρέσεις στη Γαλλία. Η PIR σχολίαζε : «Το κίνημα «Nuit Debout» ζητούσε από τον κόσμο της «περιφέρειας», των «προαστίων» και όσων υφίστανται ρατσιστικές διακρίσεις να ενταχθούν στο κοινωνικό κίνημα. Το Nuit Debout προσπαθούσε να οργανώνει πορείες διαμαρτυρίας στα προάστια, έτσι ώστε τελικά να γίνει πραγματικότητα το όνειρο μιας ένωσης των εργαζομένων και των καταπιεσμένων. Εμείς απαντήσαμε: δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτή η γενική ενότητα, αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν στηρίξουν τον αγώνα μας.»
Ισλαμοφοβία: Η αποτυχία της γαλλικής αριστεράς
Η αποτυχία της γαλλικής αριστεράς να μπει σε αυτήν τη μάχη είναι ιδιαίτερα σοβαρή σε αυτό το πλαίσιο, διότι το Nuit Debout ξεκίνησε ως απάντηση σε ένα νέο αντεργατικό δίκαιο, το οποίο πέραν των άλλων θέτει επίσης στο στόχαστρο τις μουσουλμάνες. Το άρθρο L.1321-2-1 επιτρέπει, για παράδειγμα, στον ιδιωτικό τομέα να εφαρμόζει πρακτικές διακρίσεων, όπως την απαγόρευση της μαντίλας στο προσωπικό του.
Μετά την ψήφιση του νόμου, η ισλαμοφοβική καταπίεση κλιμακώθηκε περαιτέρω: Τον Ιούλιο ο δήμαρχος των Καννών απαγόρευσε το μπουρκίνι στις παραλίες της πόλης του. Ακολούθως την ίδια απόφαση πήραν άλλες περίπου τριάντα πόλεις, κυρίως στο νότο, και την υπερασπίστηκε με πάθος ο Πρωθυπουργός, πριν το Διοικητικό Πρωτοδικείο στις 26 Αυγούστου την κυρήξει παράνομη. Τόσο το Ensemble , ένας συνασπισμός του Αριστερού Μετώπου με μια σειρά από επαναστάτες ακτιβιστές και ακτιβίστριες όσο και το NPA είχαν καταδικάσει την απαγόρευση αμέσως.
Το πόσο πιο μακριά θα φτάσουν οι επιθέσεις της γαλλικής ελίτ μένει να φανεί. Όπως σημειώνεται από πολλές πλευρές πάντως, είναι επιτακτική ανάγκη για την Αριστερά να παίρνει σαφή θέση στο θέμα της αντι-μουσουλμανικής καταπίεσης για να μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση.
Μετάφραση: Λιοσάτος Αλέξης






