Η ΡΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΟΚΡΑΤΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ. ΟΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥΣ.
1. Η ΡΗΣΗ.
«Τοσοῦτον δ’ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ’ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.»
«Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας (η Αθήνα) τους υπόλοιπους ανθρώπους στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων, και το όνομα των Ελλήνων το έχει κάνει να θεωρείται δηλωτικό όχι πλέον τη φυλής αλλά της διανοίας, με αποτέλεσμα να αποκαλούνται Έλληνες περισσότερο αυτοί που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά αυτοί που μετέχουν στην κοινή καταγωγή.»
2. ΟΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ.
Διάφοροι εθνικιστές έχουν προβάλει αντιρρήσεις σ’ αυτή την ερμηνεία της ρήσης. Οι βασικές τους αντιρρήσεις είναι οι εξής:
α) Το «πεποίηκε» εδώ δεν σημαίνει απλά «έκανε», αλλά «δημιούργησε την πλαστή εντύπωση».
β) Το «πεποίηκε δοκείν είναι» σημαίνει «το έκανε να φαίνεται» (ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι).
γ) Ο Ισοκράτης δεν αναφέρεται εδώ σε όλους τους ανθρώπους, αλλά αποκλειστικά στους Έλληνες στην καταγωγή – και εννοεί ότι, αποκλειστικά γι’ αυτούς (όχι για τους υπόλοιπους ανθρώπους), η Παιδεία έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι η καταγωγή.
3. ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΩΝ.
α) Ασφαλώς η λέξη «πεποίηκε» κάποιες φορές σημαίνει «δημιουργώ πλαστή εντύπωση, παριστάνω». Ωστόσο, σε εκείνες τις περιπτώσεις, τυπικά συντάσσεται με μετοχή! Επί παραδείγματι, «ποιώ τινα γελώντα (μετοχή)» σημαίνει «παριστάνω κάποιον που γελάει». Αντίθετα, «ποιώ τινα γελάν (απαρέμφατο)» σημαίνει «κάνω κάποιον να γελάει». Στη ρήση του Ισοκράτη, το «πεποίηκε» είναι φανερό ότι δεν συντάσσεται με μετοχή, αλλά με απαρέμφατο («δοκείν»).
β) Το «δοκώ» με απαρέμφατο έχει ακριβώς τη σημασία «νομίζομαι, θεωρούμαι», όπως λέει και το έγκριτο λεξικό Liddell- Scott (λ. δοκέω, ΙΙ.5): οι δοκούντες είναί τι = άνθρωποι που θεωρείται ότι είναι κάτι. Επί παραδείγματι, όταν ο Δημοσθένης λέει «οι δεδογμένοι ανδροφόνοι» εννοεί «οι ευρεθέντες ένοχοι ανθρωποκτονίας», και όχι «αυτοί που φαίνονται φονιάδες αλλά δεν είναι».
Σ’ αυτά τα δύο σημεία αξίζει να προσθέσουμε το εξής: Στην αρχή της ρήσης, ο Ισοκράτης λέει ότι η Αθήνα έχει ξεπεράσει τόσο πολύ την υπόλοιπη ανθρωπότητα στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της να έχουν γίνει δάσκαλοι των άλλων. Θα ήταν λοιπόν εξαιρετικά περίεργο ο Ισοκράτης να πλέκει αρχικά το εγκώμιο της σοφίας της Αθήνας, για να αναφερθεί αμέσως μετά στο… τεράστιο λάθος που διαπράττει η πόλη στο ποιους κάνει να θεωρούνται Έλληνες! Αντίθετα: το εγκώμιο στη σοφία των Αθηνών προφανώς εδώ γίνεται για να ΕΝΙΣΧΥΣΕΙ την εγκυρότητα αυτής της θεώρησης, όχι για να την υποσκάψει!
γ) Για ποιους ανθρώπους μιλάει εδώ ο Ισοκράτης; Αποκλειστικά για τους Έλληνες ή για όλους τους ανθρώπους;
Πρώτον, αν ο Ισοκράτης αναφερόταν αποκλειστικά στους Έλληνες, θα αναμέναμε να το διευκρινίζει! Να μην λέει δηλαδή «με αποτέλεσμα να αποκαλούνται Έλληνες περισσότερο αυτοί που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά αυτοί που μετέχουν στην κοινή καταγωγή.», αλλά κάτι σαν «με αποτέλεσμα να αποκαλούνται Έλληνες περισσότερο οι Έλληνες που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά απλώς όσοι θεωρούνται Έλληνες επειδή μετέχουν στην κοινή καταγωγή.»
Αλλά ακόμα πιο σίγουρη απάντηση θα λάβουμε αν δούμε το ευρύτερο κείμενο, στο οποίο εντάσσεται αυτή η ρήση:
«ἡ πόλις ἡμῶν λόγους ἐτίμησεν, ὧν πάντες μὲν ἐπιθυμοῦσι, τοῖς δ’ ἐπισταμένοις φθονοῦσι, συνειδυῖα μὲν ὅτι τοῦτο μόνον ἐξ ἁπάντων τῶν ζῴων ἴδιον ἔφυμεν ἔχοντες, καὶ διότι τούτῳ πλεονεκτήσαντες καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν αὐτῶν διηνέγκαμεν, ὁρῶσα δὲ περὶ μὲν τὰς ἄλλας πράξεις οὕτω ταραχώδεις οὔσας τὰς τύχας ὥστε πολλάκις ἐν αὐταῖς καὶ τοὺς φρονίμους ἀτυχεῖν καὶ τοὺς ἀνοήτους κατορθοῦν, τῶν δὲ λόγων τῶν καλῶς καὶ τεχνικῶς ἐχόντων οὐ μετὸν τοῖς φαύλοις, ἀλλὰ ψυχῆς εὖ φρονούσης ἔργον ὄντας, καὶ τούς τε σοφοὺς καὶ τοὺς ἀμαθεῖς δοκοῦντας εἶναι ταύτῃ πλεῖστον ἀλλήλων διαφέροντας, ἔτι δὲ τοὺς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐλευθέρως τεθραμμένους ἐκ μὲν ἀνδρίας καὶ πλούτου καὶ τῶν τοιούτων ἀγαθῶν οὐ γιγνωσκομένους, ἐκ δὲ τῶν λεγομένων μάλιστα καταφανεῖς γιγνομένους, καὶ τοῦτο σύμβολον τῆς παιδεύσεως ἡμῶν ἑκάστου πιστότατον ἀποδεδειγμένον, καὶ τοὺς λόγῳ καλῶς χρωμένους οὐ μόνον ἐν ταῖς αὑτῶν δυναμένους, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἐντίμους ὄντας. τοσοῦτον δ’ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ’ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.»
«Η πόλη μας τίμησε τον λόγο, που όλοι τον επιθυμούν και φθονούν όσους τον κατέχουν καλά, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι αυτός (ο λόγος) είναι το μόνο ιδιαίτερο γνώρισμα που μας διακρίνει από τα ζώα και ότι χάρη σ’ αυτόν έχουμε υπερισχύσει όλων των άλλων ζώων. Η πόλη μας γνωρίζει ότι στους υπόλοιπους τομείς δραστηριότητας οι τύχες των ανθρώπων είναι τόσο ταραχώδεις ώστε συχνά σε αυτούς τους τομείς οι σοφοί να ατυχούν και οι ανόητοι να πετυχαίνουν. Αντίθετα, η σωστή και έντεχνη χρήση του λόγου δεν είναι προσιτή στους ανίκανους, αλλά αποτελεί έργο μιας ψυχής που φρονεί σωστά. Επίσης (η πόλη μας γνωρίζει ότι) οι άνθρωποι που κρίνονται ως σοφοί ή αμαθείς διαφέρουν ως επί το πλείστον σε αυτό (στον λόγο). (Η πόλη μας επίσης γνωρίζει ότι) αυτοί που έχουν εξαρχής ανατραφεί ελεύθερα δεν ξεχωρίζουν τόσο από την ανδρεία, τον πλούτο και άλλα τέτοια αγαθά, αλλά περισσότερο από τα λεγόμενά τους – και αυτό είναι το πιο σίγουρο σημάδι της παιδείας του καθενός μας. Αυτοί που χειρίζονται καλά τον λόγο δεν έχουν μόνο επιρροή στις δικές τους (πόλεις), αλλά τιμώνται και από τις άλλες. Τόσο πολύ λοιπόν ξεπέρασε η πόλη μας (η Αθήνα) τους υπόλοιπους ανθρώπους στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων, και το όνομα των Ελλήνων το έχει κάνει να θεωρείται δηλωτικό όχι πλέον τη φυλής αλλά της διανοίας, με αποτέλεσμα να αποκαλούνται Έλληνες περισσότερο αυτοί που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά αυτοί που μετέχουν στην κοινή καταγωγή.»
Τι λέει εδώ ο Ισοκράτης; Ο Ισοκράτης επί της ουσίας αναφέρεται στην τεράστια αξία και σημασία του λόγου, που είναι αυτός που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα, τους σοφούς από τους αμαθείς και τους ελεύθερα αναθρεμμένους από τους υπόλοιπους. Συνεπώς είναι σαφέστατο ότι εδώ μιλάει για όλους τους ανθρώπους, και ότι αναπτύσσει ένα επιχείρημα: Ακριβώς επειδή ο λόγος είναι τόσο σημαντικός, ακριβώς επειδή αυτός είναι που ξεχωρίζει τους σοφούς από τους αμαθείς, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι Αθηναίοι έχουν δίκιο όταν κρίνουν το ποιος είναι Έλληνας βάσει της Παιδείας, του Λόγου, και όχι βάσει της καταγωγής!
(Σ’ αυτό το κείμενο έχουμε χρησιμοποιήσει ορισμένες εύστοχες παρατηρήσεις που έχει κάνει ο Ν. Σαραντάκος σε δημοσιεύσεις του, και τον ευχαριστούμε).






