Η φασιστική επίθεση στον Μπουτάρη και η Αριστερά

Η φασιστική επίθεση στον Μπουτάρη και η Αριστερά

ΚΑΙ μαζικά, ΚΑΙ ενωτικά, ΚΑΙ ριζοσπαστικά

Η φα­σι­στι­κή επί­θε­ση στον Μπου­τά­ρη έχει ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία. Για διά­φο­ρους λό­γους. Ο ένας από αυ­τούς συν­δέ­ε­ται άμεσα με ό,τι αντι­προ­σω­πεύ­ει ο Μπου­τά­ρης: την ανοι­κτή φι­λε­λεύ­θε­ρη ολι­γαρ­χία της Θεσ­σα­λο­νί­κης, που βλέ­πει τα Βαλ­κά­νια και την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή σαν μια με­γά­λη ευ­και­ρία για οι­κο­νο­μι­κή διείσ­δυ­ση και επεν­δύ­σεις. Γι’ αυτές τις επι­διώ­ξεις, η Θεσ­σα­λο­νί­κη πρέ­πει να πάψει να είναι η «πόλη των φα­ντα­σμά­των» και να με­τα­μορ­φω­θεί σε ένα με­γά­λο σύγ­χρο­νο κέ­ντρο επι­χει­ρη­μα­τι­κών, χρη­μα­τι­στι­κών και πο­λι­τι­στι­κών δρά­σε­ων. Αυτό το φι­λε­λεύ­θε­ρο επε­κτα­τι­κό όραμα βρί­σκει την αντί­θε­ση όχι μόνο των «από κάτω» που πα­λεύ­ουν ενά­ντια στη λι­τό­τη­τα και την ανερ­γία, αλλά και του πα­λιού μαύ­ρου κα­τε­στη­μέ­νου της πόλης (ιε­ρα­τείο, αστυ­νο­μι­κό κρά­τος και πα­ρα­κρά­τος, πα­τριω­τι­κοί σύλ­λο­γοι που ζουν από τις κρα­τι­κές επι­χο­ρη­γή­σεις κλπ). Πάνω σ’ αυ­τούς τους κύ­κλους στη­ρί­χθη­κε το σχέ­διο των φα­σι­στών τρα­μπού­κων. Αλλά απέ­τυ­χε πο­λι­τι­κά, γιατί σκό­ντα­ψε στον όγκο των δυ­νά­με­ων που βρέ­θη­καν πίσω από τον Μπου­τά­ρη.

Ταυ­τό­χρο­να, όμως, η υπό­θε­ση Μπου­τά­ρη προ­κά­λε­σε μέσα στην Αρι­στε­ρά μια συ­ζή­τη­ση για το πε­ριε­χό­με­νο και τις συμ­μα­χί­ες του αντι­φα­σι­σμού. Σ’ αυτή τη συ­ζή­τη­ση η μία πλευ­ρά εκ­φρά­ζε­ται με τη θέση «οι αντί­πα­λοι του φα­σι­σμού είναι ο πο­λι­τι­κός διά­λο­γος, ο πο­λι­τι­σμός και η δη­μο­κρα­τία».

Αλλά έτσι ο φα­σι­σμός ξε­φτί­ζει σαν έν­νοια και ξε­πέ­φτει σε πρώτο επί­πε­δο σε ένα είδος συ­μπε­ρι­φο­ράς χου­λι­γκά­νων και σε ένα δεύ­τε­ρο επί­πε­δο στην ταύ­τι­ση των φα­σι­στών με κάθε αντί­πα­λο της διε­φθαρ­μέ­νης φι­λε­λεύ­θε­ρης κοι­νο­βου­λευ­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας.

H πρα­κτι­κή συ­νέ­πεια αυτής της λο­γι­κής είναι η συμ­μα­χία με τον Μπου­τά­ρη, που απο­κτά ξε­χω­ρι­στή στρα­τη­γι­κή βα­ρύ­τη­τα. Παίρ­νει χα­ρα­κτή­ρα μα­κράς πνοής και το εύρος της πε­ρι­λαμ­βά­νει και κυ­βερ­νη­τι­κούς πα­ρά­γο­ντες, που με πρό­σχη­μα τον αντι­φα­σι­σμό ξε­πλέ­νουν τη μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή. Να γιατί αμέ­σως μετά την επί­θε­ση των τρα­μπού­κων, άρ­χι­σαν δη­μό­σια οι ζυ­μώ­σεις για τις δη­μο­τι­κές εκλο­γές και τη συ­γκρό­τη­ση του «προ­ο­δευ­τι­κού πόλου» στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, που θα αρ­χί­ζει από τους κύ­κλους γύρω από τον Μπου­τά­ρη και θα φτά­νει στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Στη συ­γκυ­ρία που ζούμε και δρού­με, είναι υπο­χρέ­ω­σή μας να υπο­στη­ρί­ζου­με τις στοι­χειώ­δεις αρχές της Αρι­στε­ράς. Ο αντι­φα­σι­σμός, όπως και ο φα­σι­σμός, δεν είναι άδειοι απο κοι­νω­νι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Για την αστι­κή τάξη η τε­λευ­ταία λύση που δια­θέ­τει για να ξε­φύ­γει απο την κρίση, κρα­τώ­ντας την εξου­σία στα χέρια της, είναι ο φα­σι­στι­κός όχλος που χτυ­πά­ει με λύσσα το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα και την Αρι­στε­ρά. Αντί­θε­τα για τον ερ­γα­τι­κό αντι­φα­σι­σμό, η υπε­ρά­σπι­ση των δη­μο­κρα­τι­κών κα­τα­κτή­σε­ων και δι­καιω­μά­των των μαζών και η αντί­στα­ση στη φα­σι­στι­κή βία δεν είναι ανε­ξάρ­τη­τη από την πάλη κατά της ανερ­γί­ας και της φτώ­χειας. Αυτή η πο­λι­τι­κή γραμ­μή, τη δύ­σκο­λη εποχή του με­σο­πο­λέ­μου, ονο­μα­ζό­ταν «ενιαίο ερ­γα­τι­κό μέ­τω­πο». Αυτή την πα­ρά­δο­ση θέ­λου­με να υπε­ρα­σπί­σου­με. Έτσι για μας, ενώ είναι αυ­το­νό­η­το ότι κα­ταγ­γέ­λου­με την επί­θε­ση στον Μπου­τά­ρη ως φα­σι­στι­κή, την ίδια ώρα είναι ξε­κά­θα­ρο ότι δεν θα προ­χω­ρή­σου­με μαζί του στη συ­νέ­χεια. Στα μέ­τω­πα των πλει­στη­ρια­σμών και των ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σε­ων, της πάλης κατά του πο­λέ­μου και της ιμπε­ρια­λι­στι­κής κα­το­χής της Πα­λαι­στί­νης κ.ο.κ θα εί­μα­στε αντί­πα­λοι με τον Μπου­τά­ρη και ό,τι αυτός συμ­βο­λί­ζει κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά.

Όμως υπάρ­χει και ένα δεύ­τε­ρο ζή­τη­μα (πέρα από τις συμ­μα­χί­ες) που πρέ­πει να απα­σχο­λή­σει το αντι­φα­σι­στι­κό κί­νη­μα και το έκανε επί­και­ρο ξανά η τρα­μπού­κι­κη επί­θε­ση στον Μπου­τά­ρη. Είναι το ζή­τη­μα των μορ­φών πάλης. Ένα κομ­μά­τι του κι­νή­μα­τος, αγριε­μέ­νο από τη χυ­δαιό­τη­τα του φα­σι­στι­κού όχλου και τη βα­ναυ­σό­τη­τα της φα­σι­στι­κής βίας, και με δε­δο­μέ­νο την υπο­χώ­ρη­ση των μα­ζι­κών αγώ­νων, έχει επι­λέ­ξει την τα­κτι­κή της «άμε­σης – στρα­τιω­τι­κής – απά­ντη­σης».Το δη­λώ­νου­με ξε­κά­θα­ρα: είναι μια τα­κτι­κή λαν­θα­σμέ­νη. Πρώτο, γιατί η τα­κτι­κή αυτή υπο­τι­μά όλες τις άλλες πο­λι­τι­κές πλευ­ρές της πάλης για τη διά­λυ­ση των φα­σι­στών. Δεύ­τε­ρο, γιατί είναι μια τα­κτι­κή που μπο­ρεί να στη­ρι­χθεί μόνο από ομά­δες «ει­δι­κών», που υπο­κα­θι­στούν ανα­γκα­στι­κά το μα­χη­τι­κό μα­ζι­κό κί­νη­μα. Γι’ αυτό είναι και μια τα­κτι­κή ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κή.

Πα­ρό­τι η φα­σι­στι­κή απει­λή στη χώρα μας δεν είναι άμεση αυτή τη στιγ­μή, δεν πρέ­πει να την υπο­τι­μή­σου­με. Η δυ­να­μι­κή ανά­πτυ­ξης που έχουν οι φα­σι­στι­κές κι­νή­σεις σε όλη την Ευ­ρώ­πη και η πο­λι­τι­κή αστά­θεια της πε­ριό­δου μπο­ρεί να μας φέ­ρουν γρή­γο­ρα σε δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις. Οι δρά­σεις μας όμως, μι­κρές ή με­γά­λες, πρέ­πει να έχουν στα­θε­ρά μα­ζι­κό, ενω­τι­κό και τα­ξι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό.

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά

69