Οι πολλοί εμφύλιοι πόλεμοι του 1821

Οι πολλοί εμφύλιοι πόλεμοι του 1821

του Γιάννη Νικολόπουλου

Κείμενο ακατάλληλο για δεξιούς εθνικόφρονες, αριστερούς πατριώτες, σοσιαλφιλελεύθερους εθνικοαπελευθερωτές και άλλα υποπροϊόντα της ιστορικής πλαστογραφίας του ελληνικού «σχολειού».

Έχουν ήδη συμπληρωθεί 198 χρόνια από την έναρξη της επανάστασης του 1821. Τον περασμένο Φλεβάρη, μήνα του περάσματος του Προύθου από τον μονόχειρα τσαρικό αξιωματικό της Λειψίας και φαναριώτη πρίγκιπα, Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον τυπικά και στρατιωτικά επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας. Συνήθως, τέτοιες μέρες, κάθε «επετειακό» κείμενο ή άρθρο είτε αναμασάει τις εθνικές πλαστογραφήσεις της επανάστασης είτε καταρρίπτει, με το μέτρο, ορισμένους από τους πιο διαδεδομένους μύθους της-από την Αγία Λαύρα έως το κρυφό σχολειό. Βέβαια, η πλαστογράφηση του παρελθόντος δεν είναι προνόμιο μόνο των Νεοελλήνων. Όλα τα νεωτερικά κράτη, μεγάλα ή μικρά, αναπτυγμένα ή υπανάπτυκτα, ιμπεριαλιστικά ή περιφερειακά έχουν κρύψει εκατοντάδες σκελετούς στις ντουλάπες της ιστορίας τους. 

Πιθανότατα, με μεγαλύτερη ειλικρίνεια, έχει περιγράψει την εν λόγω κατάσταση ο μεγάλος αμερικανός και μαρξιστής ιστορικός Χάουαρντ Ζιν, ο οποίος στο προλογικό σημείωμά του για την εμβληματική του «Ιστορία του Λαού των Ηνωμένων Πολιτειών», παραδέχτηκε πως για να γράψει την πραγματική ιστορία των ΗΠΑ έπρεπε να ξεχάσει και να διαγράψει διαπαντός όσα είχε διδαχτεί από το σχολείο έως και το διδακτορικό του. Η πραγματική ιστορία των ΗΠΑ, η ιστορία του λαού των ΗΠΑ δεν είχε βρει θέση στα επίσημα κείμενα της κρατικής, δημόσιας και ιδιωτικής, διδασκαλίας και εκπαίδευσης.

Κάθε νεωτερικό κράτος νιώθει άβολα με την ιστορία του. Γιατί εμπεριέχει διακρίσεις και αίμα, τυραννία και φόνους, νικητές και ηττημένους-και οι πρώτοι γράφουν την ιστορία κατά πως τους βολεύει, οι δε δεύτεροι υπομένουν την πλαστογράφηση και την επανάληψή της. Με διακρίσεις και αίμα, με τυραννία και φόνους, με νικητές και ηττημένους.

Το ΄21, το πριν και το μετά του, δεν διαφέρει. Η μεγαλύτερη πλαστογράφηση έγκειται στην περίφημη «ενότητα των επαναστατημένων Ελλήνων», την οποία επικαλούνται όλοι οι δημοσιολογούντες των ημερών, καμαρώνοντας σαν γύφτικα σκεπάρνια στις εξέδρες των επισήμων και παρακολουθώντας τις τσιμεντένιας αισθητικής και φιλοπολεμικού ήθους παρελάσεις.

Η αλήθεια απέχει έτη φωτός.

Ο «πανεθνικός εμφύλιος πόλεμος» της «δικτατορικής φιλοπρωτίας»

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο πρωτοπόρος σκαπανέας της ιστορίας του ΄21, διέσωσε, μόνος αυτός, τα υπερπολύτιμα γραπτά, τα απομνημονεύματα, τις αναμνήσεις, τις αναφορές και τα πρωτόλεια κείμενα, των βασικότερων ιστορικών και συγχρόνων του επαναστατικού πολέμου από την καταστροφή, την υγρασία και τα ποντίκια. Το αρχείο του, αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για όσα συνιστούν το πραγματικό ΄21 κόντρα στην επίσημη ιστορία, δηλαδή την κρατική πλαστογραφία. Ακολουθούν εργασίες και ιστορικές έρευνες όπως εκείνες του Κανδηλώρου, του Βακαλόπουλου, του Φωτιάδη ή πιο πρόσφατα του Παπαγιώργη. Στον τελευταίο ανήκει και η φράση που συμπυκνώνει το τί ήταν το ΄21 όπως και κάθε άλλη επανάσταση πριν ή μετά από αυτό-καταρχάς, ένας πανεθνικός εμφύλιος πόλεμος.

Με το πλαστογραφικό πιπίλισμα πως «όόόλοι» οι Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον «όόόλων» των Τούρκων και διεξήγαγαν γνήσιο και «καθαρό» εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, το συμπέρασμα του Παπαγιώργη (και νωρίτερα για παράδειγμα του σύγχρονου των γεγονότων, Λασσάνη) ηχεί παράδοξα.

Ήταν το ΄21 ένας καταρχάς εμφύλιος πόλεμος; Με άλλα λόγια, είχε το ΄21 καθαρά ταξικές διαστάσεις και διαμάχες, με τα μέτρα της εποχής του;

Στο έως και σήμερα ανέκδοτο κείμενό του με τίτλο Περί του στρατιωτικού ζητήματος της Ελλάδος 1821-1833 (αρχείο Βλαχογιάννη, Γενικά Αρχεία Κράτους), ο υπασπιστής του Δημήτριου Υψηλάντη και μακεδόνας οπλαρχηγός, Λασσάνης, που έμεινε έξω από τις εμφύλιες συρράξεις της επανάστασης, γράφει, βάζοντας το ιστορικό δάχτυλο στον τύπο των εμφυλιοπολεμικών ήλων : «Φιλοπρωτία δικτατορική (σ.σ. δηλαδή η επιβολή δικτατορίας από την μερίδα που θα κυριαρχούσε στις άλλες). Εκ της πρώτης ημέρας, άναψε ο των ραδιουργιών αγών. Η πανουργία του Φαναριού. Η δολιότης της αυλής του Αλή Πασά. Η υπουλότης των αυτοχθόνων κοτζαμπάσηδων και η πονηρία της Επτανήσου αμιλλώντο την αισχράν άμιλλαν τις τίνα να καταβάλη και να αρπάξη αυτός μόνος τα ηνία της υπερτάτης αρχής».

Εύκολα αποκτούν και πρόσωπο οι φράσεις του Λασσάνη. Φανάρι, κυρίως ο Μαυροκορδάτος που προσέβλεπε στην Αγγλία και υπήρξε ο μετέπειτα ηγέτης του αγγλικού κόμματος. Αληπασαλίδικη αυλή, όπου κινούσε τα νήματα ο βλάχικης καταγωγής Κωλέττης, που είχε στρατολογηθεί στα Ιωάννινα από τους Γάλλους πράκτορες με πρώτον τον Πουκεβίλ και ίδρυσε αργότερα το γαλλικό κόμμα. Κοτζαμπάσηδες, κυρίως οι Πελοποννήσιοι, Ζαΐμης, Λόντος, Δεληγιάννης, Σισίνης, Νοταράδες και οι Μαυρομιχαλαίοι, που τους χώρισε αιματοβαμμένη άβυσσος από τους ομοίους τους, της Υδρας, Κουντουριώτηδες στον άγριο, δεύτερο εμφύλιο πόλεμο.Οι Έπτανήσιοι και πολλοί Πελοποννήσιοι που είχαν κάπως «ελαστική» συνείδηση και καιροσκοπίκή πυξίδα, όσοι στοιχίστηκαν κυρίως πίσω από τον Μεταξά, στο αργότερα λεγόμενο ρωσικό κόμμα.

Όλες οι αιματηρές ή «αναίμακτες», ψυχρές και θερμές, μάχες εξουσίας που δόθηκαν στην επανάσταση είχαν προεπαναστατικές ρίζες. Ο Μαυροκορδάτος κουβάλησε μαζί του το μίσος για τους Υψηλάντηδες και την αρχική και ανομολόγητη φιλοδοξία να γίνει ηγεμόνας σε έναν «μεσογειακό» θρόνο, φόρου υποτελή στον σουλτάνο κατά τα πρότυπα των παραδουνάβιων ηγεμονιών, από όπου η φαναριώτικη οικογένειά του είχε εκδιωχθεί κακήν-κακώς.

Ο αληπασαλής Κωλέττης και κοντά σε αυτόν και με διαβαθμίσεις ως προς την προσωπική στάση τους, οι Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Βαρνακιώτης, όλοι τους βετεράνοι τζοχανταραίοι (αξιωματικοί) του Τεπελενλή και άλλοι πολλοί, Ρουμελιώτες και Ηπειρώτες, εχθρεύονταν τους Σουλιώτες (Μποτσαραίους, Δράκους, Τζαβελαίους) με τους οποίους είχαν έρθει σε ένοπλη αντιπαράθεση στους τρεις πολέμους του πασά των Ιωαννίνων εναντίον του Σουλίου. Οι Πελοποννήσιοι ήταν διασπασμένοι και αλληλομισούμενοι σε δυο ταράφια (κόμματα) εκείνο των Αρκάδων, με κεφαλές τους Δεληγιάννηδες στο οποίο ανήκε, σε μία σχέση περασμένη από σαράντα κύματα, ως κάπος (σωματοφύλακας) και ο Κολοκοτρώνης, και σε εκείνο των Αχαιών (Ζαΐμης, Λόντος, Σισίνης) στο οποίο μπαινόβγαιναν κατά τα συμφέροντά τους, οι Μανιάτες.

Τους Μοραΐτες μισούσε θανάσιμα ο μονόφθαλμος αρβανίτης κουρσάρος της Ύδρας, Λάζαρος Κουντουριώτης, που είχε γίνει ζάπλουτος πλοιοκτήτης μετά το Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Στη Σάμο, που από μόνη της αποτελεί ξεχωριστή και ειδική περίπτωση μέσα στην επανάσταση, το ταράφι των Καλικάντζαρων (γαιοκτήμονες πρόκριτοι και δημογέροντες) βρισκόταν σε διαρκή πόλεμο με το ταράφι των Καρμανιόλων (έμποροι και νεολαίοι) που εμφορούνταν από τις «βολταιρικές» ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης-και οι οποίοι στο τέλος νίκησαν από τους πρώτους μήνες της επανάστασης,με επικεφαλής τον Λογοθέτη Λυκούργο. Στην κυρίως Ρούμελη, δηλαδή τη σημερινή Στερεά Ελλάδα, οι μάχες για τη διανομή των αρματολικιών ανάμεσα σε αληπασαλήδες και «γηγενείς» κλέφτες είχαν διαρκώς δεκάδες θύματα, προτού ξεσπάσει ο επαναστατικός πόλεμος.

Οι δολοφονίες των πρώτων επαναστατών με ταξικές αναφορές

Η ταξική διάσταση του ΄21 φαίνεται από το ποιοι φρόντισαν να σηκώσουν πρώτοι τις επαναστατικές σημαίες και να βροντήξουν το καριοφίλι την ώρα που οι οργανωμένοι στη Φιλική Εταιρεία προεστοί αδρανούσαν επιδεικτικά μετά την περιβόητη σύσκεψη της Βοστίτσας (Αιγίου) αγνοώντας τα κελεύσματα της Εταιρείας και τις διαταγές του Υψηλάντη. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση εκείνη της Ύδρας. Την 1η Απριλίου 1821 και ενώ οι επαναστατικές εστίες πολλαπλασιάζονται στην Πελοπόννησο και τη Ρούμελη (ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα από τη σημερινή, ελληνική Μακεδονία έως την Αττική) χωρίς όμως την ανάλογη επιτυχία, τη μαυροκόκκινη, κατά τα ιταλιώτικα, καρμποναρικά πρότυπα, σημαία της επανάστασης θα σηκώσει στο νησί ο λοστρόμος Αντώνης Οικονόμου. Ο Οικονόμου κηρύσσει τον διπλό, επαναστατικό αγώνα – ενάντια στον σουλτάνο και ενάντια στον υδραίο, αρβανίτη πλοιοκτήτη. Οι Κουντουριώτηδες με πρώτον τον Λάζαρο, φρίττουν. Μέσα στην εβδομάδα, που ακολουθεί, έχουν στείλει πληρωμένους μπράβους, που δολοφονούν την επαναστατική ομάδα του Οικονόμου ενώ το πτώμα του ίδιου του πρωτοεπαναστάτη ρίχνεται στη θάλασσα για να το φάνε τα ψάρια.

Αν είναι να γίνει επανάσταση, θα γίνει κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των χριστιανικών εξουσιών, κοσμικών και εκκλησιαστικών, που είχαν τυραννήσει προεπαναστατικά τον ραγιά.

Από τις γούνες της τουρκολατρείας, στην τραγόκαπα των ραγιάδων.

Ο πανικός που κατέλαβε τους προεστούς, τους κοτζαμπάσηδες, τους δημογέροντες και τους εφοπλιστές, μόλις συνειδητοποίησαν ότι η επανάσταση ξεκινούσε χωρίς αυτούς και κυρίως θα στρεφόταν και εναντίον τους, συμπυκνώνεται και περιγράφεται με ανατριχιαστική ειλικρίνεια σε μια φράση του Κανέλλου Δεληγιάννη : «Επετάξαμε τις ωραίες μας γούνες και εφορέσαμε την τραγόκαπα του ραγιά».

Την τραγόκαπα. Του ραγιά. Μεταμφιέστηκαν, μπας και ξέχναγε ο επαναστατημένος λαός (όχι στο σύνολό του…) τα προεπαναστατικά τους πεπραγμένα, τα άθλια έργα και τις εξουσιαστικές ημέρες τους.

Ο Δεληγιάννης και οι όμοιοί του δεν ήταν και δεν υπήρξαν ραγιάδες-ήταν εξουσία. Το ίδιο απεχθής, το ίδιο τυραννική, το ίδιο βάναυση όταν εισέπραττε τους εκατοντάδες φόρους και τα δοσίματα από τη γη και τα κοπάδια των γεωργών, των δουλοπάροικων, των χωρικών και των βοσκών. Μέσα σε δυο μήνες, από τον Μάρτη έως τον Μάιο του 1821, οι κοτζαμπάσηδες πέταξαν τις ωραίες, οθωμανικές γούνες τους, που συμβόλιζαν την τουρκολατρεία και την τουρκοφροσύνη τους και φόρεσαν την σχισμένη, βρώμικη κάπα του βοσκού ραγιά και την λερή φουστανέλα του κλέφτη αποσυνάγωγου, τον οποίον προεπαναστατικά είχαν καταδιώξει και εξοντώσει-χαρακτηριστικό παράδειγμα, το φονικό που είχαν εξαπολύσει πρόκριτοι και εκκλησία στον Μοριά στα 1806, όταν πέρασαν λεπίδι όλους τους κλέφτες, ανάμεσά τους, τον πατέρα του Κολοκοτρώνη, Κωνσταντίνο, ενώ ο ίδιος ο Θεόδωρος ή Θοδωράκης είχε γλιτώσει τελευταία στιγμή, καταφεύγοντας στην τότε γαλλοκρατούμενη Ζάκυνθο.

Το γκουβέρνο μιλιτάρε του Κολοκοτρώνη και ο εμφύλιος στην Ανατολική Στερεά με προσωρινό νικητή, τον Ανδρούτσο. 

Η στάση του Κολοκοτρώνη και οι δηλωμένες πολιτικές του φιλοδοξίες καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τους δυο, μείζονες εμφυλίους πολέμους.

Στον πρώτο, αυτόν που κάπως επιπόλαια έχουμε μάθει να χαρακτηρίζουμε ως πόλεμο ανάμεσα στους στρατιωτικούς και τους πολιτικούς του αγώνα, η Πρώτη Εθνοσυνέλευση της Πιάδας (Επιδαύρου) δίνει την ευκαιρία στα πολλά και αλληλοσπαρασσόμενα, αντιμαχόμενα στρατόπεδα, πρώτα να ανταλλάξουν ντουφεκιές στην περιβόητη Γράνα, με αρκετές δεκάδες θύματα, και μετά να μονοιάσουν προσωρινά πάνω από το πρώτο Σύνταγμα, που υπήρξε ο δύσκολος συμβιβασμός όλων των αντιπάλων που έπασχαν από «φιλοπρωτία δικτατορική».

Ο Ανδρούτσος πιάνει τον Κολοκοτρώνη και τον πιέζει να ξεπαστρέψουν όλους τους πολιτικούς-Φαναριώτες, πρόκριτους, νησιώτες, φερέοικους, αληπασαλήδες, Πελοποννήσιους και Στερεοελλαδίτες, όλους, εκεί, στην Πιάδα, που τους έχουν συγκεντρωμένους και του χεριού τους, για να επιβάλουν αυτό που κατά τα άλλα αποτελούσε διακαή πόθο του Γέρου από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στη Μάνη και τον πύργο του Μούρτζινου.

Ένα γκουβέρνο μιλιτάρε, στα πρότυπα της ύπατης αρμοστείας του Μαίτλαντ και των φιλοβοναπαρτικών ιταλιώτικων δικτατοριών της εποχής.

Ο Κολοκοτρώνης αρνείται. Όχι από σύνεση, αλλά από υστεροβουλία. Σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης και κάτω από τις άμεσες διαταγές του θα έχει μόνο 200 Καρυτινούς. Για όλα τα άλλα, τρόφιμα, εφόδια, επιμελητεία, μαχητές, θα παραμείνει εξαρτημένος από τον Δεληγιάννη, το αρκαδικό ταράφι και τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς, που σε γενικές γραμμές έχουν ο καθένας τον δικό του νταϊφά και τον δικό του χαβά. Εξού και ο Γέρος, ανάμεσα σε άλλα φοβερά όσο και αυτοαναφορικά, θα υπαγορεύσει αργότερα στον Τερτσέτη, που γράφει τα απομνημονεύματά του την εξής φράση : «Να μου δώση ο Βελιγκτών (σ.σ. ο δούκας του Ουέλιγκτον, νικητής στο Βατερλώ) 40.000 στράτευμα, το εδιοικούσα καλά. Να του δώκω αυτουνού, 500 Έλληνας δεν ημπορούσε ούτε μια ώρα να τους διοικήση».

Εξάλλου, οι πολιτικές φιλοδοξίες του Γέρου που προσανατολίζεται στη μετεπαναστατική ανάδειξη του πρωτότοκου γιου του, Πάνου σε σημαίνοντα πολιτικό ρόλο, δεν κρύβονται και περνούν από τις συμμαχίες που σφυρηλατεί στον Μοριά και τις Σπέτσες (ο Πάνος παντρεύεται την κόρη της Μπουμπουλίνας και παίρνει προίκα τα πολλά λάφυρα από την πτώση της Τριπολιτσάς, ενώ έχει διοριστεί και φρούραρχος στο Ανάπλι, μετά την κυρίευση του κάστρου).

Ο Κολοκοτρώνης αρνείται και συμβουλεύει τον Ανδρούτσο πως μια τέτοια ενέργεια δεν θα ήταν αρεστή και στις ξένες αυλές της Δύσης, στις οποίες σταθερά προσβλέπει ο Γέρος για να υποστηρίξουν τον αγώνα των επαναστατημένων και να αναγνωρίσουν νεοελληνικό κράτος, όσο το δυνατό συντομότερα-και ας έχει αποκηρύξει και καταδικάσει τον αγώνα η Ιερά Συμμαχία, λίγους μήνες νωρίτερα. Αν οι οπλαρχηγοί σκότωναν τους πολιτικούς, τότε «θα λένε οι ξένοι ότι οι Έλληνες έγιναν Καρμπονάροι, αλληλοσφάζονται αναμεταξύ τους και δεν σέβονται τις ηγεσίες τους». Και ο Κολοκοτρώνης απεύχεται έναν τέτοιον γνήσια επαναστατικό και ταξικό προσανατολισμό των γεγονότων.

Μετά τη συνταγματική ανακωχή της Πιάδας, τα πράγματα ειδικά στην Ανατολική Στερεά όπου δρουν ταυτόχρονα και ανταγωνιστικά η στρατιωτική διοίκηση του βετεράνου αληπασαλή Ανδρούτσου και η πολιτική διοίκηση του Αρείου Πάγου που έχει εγκαταστήσει ο φαναριώτης Νέγρης, γίνονται αιματοβαμμένο κουβάρι – ο Ανδρούτσος σε διαδοχικές συγκρούσεις από τη Λιβαδειά έως την Αθήνα, διαλύει την άνοιξη και μετά το πέρασμα του Δράμαλη το καλοκαίρι του 1822 όλες τις Αρεοπαγιτικές φρουρές και ο Νέγρης καταδιωκόμενος και ντροπιασμένος καταφεύγει στην προστασία του Μαυροκορδάτου, με τον οποίον κατά τα άλλα βρισκόταν στα μαχαίρια.

Στην Πελοπόννησο, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα-οι συμβιβασμοί της Πιάδας που έχουν βγάλει τυπικό πολιτικό νικητή τον Μαυροκορδάτο έχουν δυσαρεστήσει κυρίως τους Μοραΐτες που καιροσκοπικά έχουν στοιχηθεί πίσω από το Εκτελεστικό Σώμα με επικεφαλή τον Δ. Υψηλάντη. Ο Μαυροκορδάτος την ακούει… αρχιστράτηγος, προετοιμάζει και αναλαμβάνει την εκστρατεία στην Ήπειρο, ακολουθούμενος από τον ισχνό τακτικό στρατό των «φιλελλήνων» και κάμποσα άτακτα σώματα, μια μεικτή δύναμη που θα συντριβεί στο Πέτα και θα λιντσαριστεί από τις Τουρκάλες στην Άρτα. Την ίδια ώρα, πίσω στην Πελοπόννησο, έχουν ξαναβγεί τα μαχαίρια ανάμεσα στο αρκαδικό και το αχαϊκό ταράφι, με αφορμή την αλλοπρόσαλλη κατάσταση στο στρατόπεδο της πολιορκίας της Πάτρας- την ώρα που κατεβαίνει ο Δράμαλης με 40.000 Τουρκαλβανούς, ενώ η Τριπολιτσά γίνεται το μήλον της έριδος ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές με διπλές, αδελφοκτόνες πολιορκίες.

Γράφει ο είρων Ανδρούτσος στους Μοραΐτες, την ώρα που ο Δράμαλης περνάει τον Ισθμό: «Σας στέλνω 40.000 Τούρκους ατουφέκιστους, μήπως και μονοιάσετε. Όπως καταλαβαίνετε, κάμετε».

Ο… απελευθερωτής Δράμαλης και οι εκτελέσεις μετά τα Δερβενάκια.

Είναι ελάχιστα γνωστό ότι ο Δράμαλης είχε προϊστορία με τον Μοριά. Πριν την επανάσταση, πρώτα στα 1816 και μετά στα 1818, το αχαϊκό ταράφι είχε υποστηρίξει την υποψηφιότητα του δραμινού πασά για την ανώτατη θέση του μόρα βαλεσή (οθωμανού διοικητή της Πελοποννήσου) ενάντια στην υποψηφιότητα που προωθούσαν οι προεστοί της Αρκαδίας, εκείνη που εντέλει επικράτησε, του Χουρσίτ πασά. Τέτοια ήταν η δύναμη των προκρίτων του Μοριά μετά τα 1806, που αφενός έστελναν ξεχωριστή διπλωματική αντιπροσωπεία βεκίληδων (πρέσβεων) δίπλα στον εκάστοτε σουλτάνο και αφετέρου μέσω αυτών των αντιπροσώπων επηρέαζαν με όλες τις θεμιτές και αθέμιτες μεθόδους τα πολιτικοστρατιωτικά πράγματα και τις αποφάσεις της Υψηλής Πύλης που αφορούσαν τον Μοριά και τα συμφέροντά τους.

Έτσι, μόλις ο Δράμαλης περνά τον Ισθμό με το μεγαλύτερο σε όγκο στράτευμα που έχει συγκεντρώσει σουλτάνος και καθοδηγεί έμπειρος σερασκέρης μετά τα Ορλωφικά, στέλνει επιστολές προς όλες τις κατευθύνσεις, εμφανίζοντας τον εαυτό του, ως… απελευθερωτή και επικαλούμενος τους παλιούς δεσμούς πολιτικής φιλίας που τον συνδέουν με ένα σημαντικό τμήμα του μοραΐτικου κοτζαμπασισμού. Υπόσχεται αμνηστία και δεσμεύεται πως σε αντίθεση με τα Ορλωφικά, αν ο Μοριάς προσκυνούσε, ο στρατός του δεν θα προέβαινε σε λεηλασίες και μαζικές σφαγές.

Μάλλον είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι πρόκριτοι και οι οπλαρχηγοί που αρνούνται εύσχημα να ακολουθήσουν τον Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια, όταν ο Γέρος κάνει την ευφυέστερη όσο και προφανέστερη πρόβλεψη της επανάστασης για την υποχώρηση των λιμοκτονούντων Τούρκων, είναι ακριβώς εκείνοι οι οποίοι αφενός, προεπαναστατικά ανήκαν ως μέλη και επιρροές στο αχαϊκό ταράφι και αφετέρου στη διάρκεια των διαβουλεύσεων έδειξαν πιο εύπιστοι στην «απειλή» του πασά πως τάχα θα κατηφόριζε στην Τριπολιτσά αν και η πείνα, η δίψα και οι αρρώστιες στον φλεγόμενο και κατεστραμμένο αργολικό κάμπο είχαν εξοντώσει μεγάλο μέρος της στρατιάς του.

Μετά τα Δερβενάκια, ο Κολοκοτρώνης διαπιστώνει ότι πολλοί από τους άτακτους επαναστάτες που είχαν πολεμήσει στα στενά αλλά και εκατοντάδες από τους επιστρατευμένους των άλλων οπλαρχηγών, λιποτακτούν μαζικά από τα υποτυπώδη στρατόπεδα στην Πιάνα και την Τριπολιτσά, θεωρώντας ότι η επανάσταση έχει ολοκληρωθεί και κουβαλώντας τα πλούσια λάφυρα από τις εφοδιοπομπές του Δράμαλη, τα οποία είχαν πέσει στα χέρια τους. Τότε, τον Αύγουστο και το φθινόπωρο του 1822, και με το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας στα χέρια που του δίνει σχεδόν απεριόριστες, γκουβερνομιλιταρίστικες εξουσίες, ο Κολοκοτρώνης προβαίνει σε μαζικές εκτελέσεις λιποτακτών αλλά και «εχθρών» του αρκαδικού ταραφιού,στην Αρκαδία, τη Βόρεια Λακωνία και την Αργολίδα. Το τσεκούρι, η φωτιά και η φούρκα (κρεμάλα) δουλεύουν υπερωρίες και τα θύματα είναι εκατοντάδες, ενώ οι περιουσίες και τα λάφυρα που έχουν αποσπάσει δημεύονται με συνοπτικές διαδικασίες.

Ο εμφύλιος στη Δυτική Στερεά-Μαυροκορδάτος, Ράγκος και Καραϊσκάκης-και οι συνέπειές του.

Ο πλέον πολυκύμαντος και διαρκής εμφύλιος πόλεμος, με ψυχρά και θερμά επεισόδια υπήρξε εκείνος στη Δυτική Στερεά. Εκεί, συγκρούστηκαν οι αληπασαλήδες πρωτεργάτες του αγώνα με προεξάρχοντα τον Βαρνακιώτη, με τον φαναριώτη Μαυροκορδάτο και τον οπλαρχηγό Ράγκο, ο οποίος θα έρθει σε ένοπλη και νικηφόρα για τον ίδιο αντιπαράθεση με τον Καραϊσκάκη το καλοκαίρι του 1824. Ο πολιτικός έλεγχος του αγώνα από τον Μαυροκορδάτο και ο αρχικός προσεταιρισμός των Σουλιωτών προσφύγων στο Μεσολόγγι, που μισούσαν τους βετεράνους τζοχανταραίους του Τεπελενλή, καθώς και η τακτική των οπλαρχηγών να καταφεύγουν στα διαβόητα «καπάκια», τις συμφωνίες ανακωχής ανάμεσα σε μεμονωμένα τμήματα επαναστατημένων ατάκτων και τους τούρκους πασάδες, όταν ήθελαν να αποφύγουν τη μάχη, πρακτική που έδωσε, μεταξύ άλλων, την αφορμή στον Μαυροκορδάτο να οδηγήσει σε δίκη τον Καραϊσκάκη, με την κατηγορία του προδότη, προκειμένου να τον εξουδετερώσει, υπήρξαν οι θρυαλλίδες του πολέμου.

Ως επιστέγασμα ήρθε η ομολογημένη διεκδίκηση του αρματολικιού των Αγράφων από τουλάχιστον δυο πρώτης γραμμής αρχηγούς, όπως ο Καραϊσκάκης και ο Ράγκος, κατάσταση που εξώθησε τα πράγματα στα εμφυλιοπολεμικά άκρα. Ας σημειωθεί ότι το αρματολίκι των Αγράφων θεωρούταν το  καλύτερο και συνάμα πλουσιότερο της Ρούμελης, επειδή ήταν το μόνο που δεν υποβαλλόταν σε οθωμανική διοίκηση και σουλτανικό φόρο. Ο Καραϊσκάκης και οι πιστοί σε αυτών Ηπειρώτες και Ρουμελιώτες θα ηττηθούν σε μια σειρά από μάχες και θα καταφύγουν στο Κρανίδι και τον Κωλέττη, ακριβώς την ώρα που αυτός προετοιμάζει την εξόρμηση των κυβερνητικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο για να πάρει σκληρή και άγρια μορφή, ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος μετά τη Δεύτερη, διχαστική, Εθνοσυνέλευση στο Άστρος και τη διάσπαση ανάμεσα στην (κουντουριώτικη) κυβέρνηση στο Κρανίδι και τη (μοραΐτικη) κυβέρνηση στην Τριπολιτσά.

Ο εμφύλιος της Δυτικής Στερεάς θα έχει απόνερα. Την άνοιξη του 1826, και ενώ στο Μεσολόγγι επικρατεί το «λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί και η μάνα το ζηλεύει» μέχρι τη στιγμή της απεγνωσμένης Εξόδου, ο Καραϊσκάκης θα έχει την αρχηγία των στρατευμάτων που παρενοχλούν τις εφοδιοπομπές και τα μετόπισθεν του Κιουταχή και του Ιμπραήμ. Όμως, το βράδυ της Εξόδου και ενώ έχουν σταλεί μηνύματα για να χτυπήσει ο γιός της καλογριάς τους Τούρκους στα νώτα, προκειμένου να αποπροσανατολιστούν οι τουρκοαιγύπτιοι πολιορκητές και να διευκολυνθεί η Έξοδος των απελπισμένων πολιορκημένων, εκείνος δεν θα το πράξει, καθώς όσοι Σουλιώτες και Μεσολογγίτες θα κατορθώσουν να διασωθούν, θα τον βρουν στη σκηνή του, κλινήρη και εμπύρετο, εξαιτίας του χτικιού (φυματίωσης) που τον ταλαιπωρεί από τα παιδικάτα του. Το στίγμα και η βαριά σκιά των υποψιών πως ο γύφτος είχε αδρανήσει εσκεμμένα, θα ακολουθούν τον σεϊτανόμουλο στρατηλάτη της Αράχωβας και του Διστόμου, έως τη δολοφονία του στο Φάληρο, τον Απρίλη του 1827, όταν η «φίλια» βολή, που θα τον στείλει μέρες μετά, στον τάφο, θα τον βρει ανάμεσα στους ιππείς του, ακριβώς στο σημείο που σήμερα βρίσκεται το έφιππο άγαλμα του, έξω από το ομώνυμο γήπεδο, έδρα του ΟΣΦΠ.

Με τον Καραϊσκάκη νεκρό, Κόχραν (ο… Σκόμπυ της επανάστασης!) και Μαυροκορδάτος εφαρμόζουν το αυτοκτονικό σχέδιο απόβασης και εφόρμησης προς τη Ακρόπολη, το οποίο οδηγεί στην καταστροφή του Ανάλατου και τη σφαγή χιλιάδων επαναστατών που έτρεχαν να ανέβουν στην Ακρόπολη, δελεασμένοι από τις λίρες που είχε τάξει ο άγγλος τυχοδιώκτης, σε εκείνους που θα έσπαγαν πρώτοι τον τουρκικό κλοιό της πολιορκίας και τελικά βρέθηκαν διαλυμένοι και αποκεφαλισμένοι από τους σπαχήδες του Κιουταχή.

Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος και ο ουσιαστικός ενταφιασμός της επανάστασης.

Στα 1824, το βαθύ πολιτικό ρήγμα ανάμεσα στην κυβερνητική πλευρά και τους Μοραΐτες που έχουν τεθεί εκτός των πολιτικών και στρατιωτικών σχημάτων εξουσίας παίρνει πολεμικές και αιματηρές διαστάσεις. Η «συναστρία» Μαυροκορδάτου, Κουντουριώτηδων και Κωλέττη εξαπολύει τα ρουμελιώτικα τάγματα εναντίον των Πελοποννήσιων, στρατός που καθοδηγείται πολιτικά από τον αληπασαλή Κωλέττη και στρατιωτικά από τον Γκούρα, τον Μακρυγιάννη και τον Καραϊσκάκη. Οκτώ χιλιάδες Ρουμελιώτες, νησιώτες, Θεσσαλοί και Μακεδόνες κυβερνητικοί ένοπλοι, ο μεγαλύτερος στρατιωτικός σχηματισμός που έχει συγκεντρωθεί έως εκείνη τη στιγμή, όχι για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, αλλά τους Πελοποννήσιους, στο σύνολό τους.

Αυτό που συντελείται στην Πελοπόννησο από το καλοκαίρι του 1824 έως τον Φλεβάρη του 1825, όταν κατά τα άλλα αποβιβάζεται και ο Ιμπραήμ στη Μεθώνη, δεν έχει προηγούμενο ούτε επόμενο.

Ο σύγχρονος των γεγονότων Κασομούλης γράφει… αποσιωπώντας : «Ο κάλαμος του ιστορικού ας μη γράψει τα περί του πολέμου τούτου συμβεβηκότα και ας παραδοθεί εις την λήθιν η αναμέτρησις αύτη».

Το αίμα, όμως βοά.

Η Βοστίτσα, έδρα του Λόντου, ισοπεδώνεται. Η Κερπινή, έδρα του Ζαΐμη, παραδίδεται στις φλόγες. Η Γαστούνη, έδρα του Σισίνη, ξεθεμελιώνεται στην κυριολεξία. Οι Ρουμελιώτες δεν αφήνουν πέτρα πάνω στην πέτρα. Τα «σκουτιά και τα τζιβαερικά της Ζαΐμαινας» καταλήγουν θησαυρός της Γκούραινας στην Ακρόπολη, όπου λίγους μήνες μετά θα εκτελεστεί και ο Ανδρούτσος από το παλιό του πρωτοπαλίκαρο που έχει γίνει πρόσκαιρα ο αγαπημένος οπλαρχηγός του Μαυροκορδάτου.

Στη Γαστούνη, οι πιστοί στον Σισίνη χωρικοί δέρνονται ανηλεώς έως ότου φανερώσουν το… χαβιάρι και τις… αηδονόγλωσσες που υποτίθεται ότι τρώνε οι πλούσιοι Μοραΐτες ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης. Εκεί επίσης θα αποκαλυφθεί και η βασική πηγή πλούτου του ηλείου προεστού – ένα παραχαρακτήριο ευρωπαϊκών νομισμάτων, κρυμμένο στο ιπποφορβείο που διατηρούσε.

Οι νεκροί και οι τραυματίες από τη ρουμελιώτικη λαίλαπα ξεπερνούν τους 15.000 και άλλοι τόσοι είναι οι αιχμάλωτοι και οι κρατούμενοι, ενώ υπερδιπλάσιοι είναι οι καταδιωκόμενοι σε έναν Μοριά που προεπαναστατικά είχε περίπου 400.000 χριστιανικό πληθυσμό.

Ο Μακρυγιάννης διασχίζει την Ηλεία με 3.000 κυβερνητικούς και πολιορκεί και καταλαμβάνει διαδοχικά τη Ζούρτσα (Φιγαλεία) και την Αρκαδιά (Κυπαρισσία). Εκεί και ενώ το στράτευμα ξεκουράζεται λεηλατώντας το βιός των κατοίκων της Τριφυλλίας, θα καταφθάσουν τα πρώτα μαντάτα πως ένας συνασπισμένος τουρκοαιγυπτιακός στόλος επιχειρεί να κάνει το μέχρι τότε αδιανόητο : Να αποβιβάσει μέσα σε έντονη θαλασσοταραχή στρατό στη Μεθώνη, κάστρο που ελέγχουν ακόμη οι Οθωμανοί. Ο Μακρυγιάννης θα αγνοήσει επιδεικτικά τις εκκλήσεις των Μεσσήνιων και της φρουράς στο Νιόκαστρο, υποστηρίζοντας ότι σε δυο μέρες θα έριχνε στη θάλασσα τους «στραβαράπηδες». Όταν όμως οι… στραβαράπηδες απέκτησαν προγεφύρωμα και ο Ιμπραήμ διέταξε τη γοργή προέλασή τους προς το Νιόκαστρο και τη Σφακτηρία, ο Μακρυγιάννης θα χάσει τα αβγά και τα καλάθια μπροστά στις ξιφολόγχες του τακτικού στρατού των Αιγυπτίων που έχει εκπαιδευτεί και καθοδηγείται από Γάλλους, Ιταλούς και Πολωνούς εξωμότες αξιωματικούς, βετεράνους των ναπολεόντειων πολέμων. Θα ακολουθήσουν οι σφαγές, οι διώξεις και οι διαδοχικές και συντριπτικές ήττες στο Νιόκαστρο, το Κρεμμύδι και το Μανιάκι, όπου ο Παπαφλέσσας θα καθαγιάσει το όνομά του, αν και κατά τα άλλα υπήρξε ο γραμματέας (υπουργός) Εσωτερικών του Κουντουριώτη και ο δεσμοφύλακας του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα και του Δεληγιάννη.

Στο πλαίσιο του δεύτερου, γενικευμένου εμφυλίου πολέμου εντάσσεται και η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, μια τραγωδία που συνέτριψε ψυχολογικά τον Γέρο, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν συνήλθε ποτέ από αυτό το χτύπημα των αντιπάλων του. Ένας από τους συνωμότες της, ο Θοδωράκης Γρίβας θα αναλάβει όχι μόνο φρούραρχος στο Ανάπλι αλλά θα πάρει γυναίκα του τη χήρα του Πάνου και θα βάλει χέρι και στην προίκα της Μπουμπουλίνας, πρωταγωνιστώντας από αυτή την κομβική πολιτικοστρατιωτική θέση σε έναν τοπικό εμφύλιο που θα ακολουθήσει στα 1826.

Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος σε συνδυασμό με την πλήρη στρατιωτική αδυναμία πρώτα των κυβερνητικών και έπειτα των Πελοποννησίων να αντιμετωπίσουν το τακτικό και… γαλλοκίνητο στράτευμα του Ιμπραήμ οδηγεί στον ουσιαστικό ενταφιασμό της επανάστασης, στην κατάπτυστη Πράξη Υποτέλειας του Ιουλίου του 1825 που θέτει τον αγώνα «υπό την προστασίαν της μεγάλης δυνάμεως της Μεγάλης Βρετανίας» και στη συνακόλουθη (με σημαντική και ουσιώδη χρονοκαθυστέρηση) νεκρανάσταση της επανάστασης με τα κανόνια του Κόδριγκτον, του Δεριγνύ και του Χέυδεν στο Ναυαρίνο, τον Οκτώβρη του 1827.

Ο κορινθιακός πόλεμος της σταφίδας. 

Το καλοκαίρι του 1826 το Μεσολόγγι έχει πέσει, η επανάσταση καρκινοβατεί και ο Ιμπραήμ λεηλατεί και καταστρέφει τη Δυτική και Νότια Πελοπόννησο σχεδόν ανενόχλητος. Τότε, ξεσπά ο πλέον απίθανος εμφύλιος ο οποίος χωρίζει στα δύο την Κορινθία και την οικογένεια Νοταρά, τους πλέον προβεβλημένους κοτζαμπάσηδες της περιοχής. Αφορμή στέκεται η καταπάτηση και η διανομή της περιουσίας του Κιαμήλμπεη της Ακροκορίνθου,τα αμπέλια, τις ελιές και τη σταφίδα, που κατά τα άλλα έχουν χαρακτηριστεί εθνικές γαίες και έχουν υποθηκευτεί έναντι των αγγλικών δανείων, εξού και ο ολιγόμηνος αυτός πόλεμος θα μείνει στην ιστορία ως σταφιδοπόλεμος. Ο πατριάρχης της οικογένειας, Πανούτσος στρέφεται ενάντια στους γιους του, Γιάννη και Παναγιώτη και εκείνοι με τη σειρά τους στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Μάχες διεξάγονται σε όλη σχεδόν την Κορινθία και κυρίως έξω από το κάστρο της Ακροκορίνθου, μάχες στις οποίες παίρνει μέρος με τους δικούς τους στρατιώτες και ο Θοδωράκης Γρίβας από το Ανάπλι, στέλνοντας μαχητές πότε στον έναν Νοταρά και πότε στον άλλο, υποδαυλίζοντας το μίσος και παίρνοντας ως αντάλλαγμα διάφορα κτήματα. Δεν χρειάζεται ίσως να πούμε ότι στο τέλος του πολέμου, ο Γρίβας βρέθηκε με σημαντική, ακίνητη περιουσία στην Κορινθία, αποσπώντας τη μερίδα του λέοντος και από τα…εθνικά κτήματα του Κιαμήλμπεη.

«Συνταγματικοί» εναντίον «Δημοκρατικών» πάνω από τη σορό του Καποδίστρια.

Η νεκρανάσταση της επανάστασης στο Ναυαρίνο και η έλευση του Καποδίστρια δεν τερματίζουν την εμφύλια σύρραξη. Η πυρπόληση του επαναστατικού στόλου από τον Μιαούλη επειδή ο Καποδίστριας δεν τον ανακήρυξε ναύαρχο και η δολοφονία του ίδιου του κυβερνήτη από τους Μαυρομιχαλαίους είναι τα κορυφαία επεισόδια της σκληρής αντιπαράθεσης για την εξουσία που διεξάγεται πάνω στο φλέγον ζήτημα της λεγόμενης «αποκαταστάσεως»-δηλαδή της συγκρότησης και κυρίως της ένταξης σε εθνικό, τακτικό στράτευμα των επαναστατημένων ατάκτων. Το καυτό ερώτημα είναι πόσοι και κυρίως ποιοί θα αποκτήσουν το… προνόμιο της στρατιωτικής «αποκαταστάσεως» κάτω από τη βαριά σκιά των τριών Προστάτιδων Δυνάμεων που επεμβαίνουν παρασκηνιακά για το ζήτημα, με πρώτη τη Γαλλία των Βουρβόνων που έχει στείλει αξιωματικούς εκπαιδευτές για την ίδρυση του εθνικού, τακτικού στρατού, έπειτα και από τη σχετική πρόσκληση του Καποδίστρια.

Ας σημειωθεί ότι όταν έφτασε ο κυβερνήτης στο Ναύπλιο, βρήκε 12.124 αξιωματικούς με βαθμό τουλάχιστον εκατόνταρχου (ανάμεσά τους, 367 στρατηγούς!) και μόνο 11.560 απλούς στρατιώτες! Φυσικά, τα περισσότερα διπλώματα είχαν χορηγηθεί στη διάρκεια του δεύτερου, εμφυλίου πολέμου στην προσπάθεια του Κωλέττη και του Κουντουριώτη να προσεταιριστούν όσους περισσότερους οπλαρχηγούς μπορούσαν.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, και προτού παγώσει το πτώμα του, η διαμάχη αποκτά ένοπλη και αιματοβαμμένη μορφή. Ο Κωλέττης που κατά τα άλλα είχε διατελέσει σύμβουλος του κυβερνήτη, αποσπά το μεγαλύτερο μέρος των απλών στρατιωτών και καταλαμβάνει το Άργος σηκώνοντας πολεμική σημαία με τη λέξη Σύνταγμα-εξού και οι μαχητές του, αποκαλούνται Συνταγματικοί. Στο Ναύπλιο τα αδέρφια του Καποδίστρια, Βιάρρος και Αυγουστίνος, δύο υποψήφιοι τυραννίσκοι που δεν έχουν τη μόρφωση, το εκτόπισμα και το κύρος του αδερφού τους, ηγούνται του τακτικού στρατού που σηκώνει σημαία με τη λέξη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να ονομαστούν Δημοκρατικοί-το πόση σχέση είχαν οι μεν και οι δε με το… σύνταγμα και τη… δημοκρατία δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε.

Για περίπου δυο μήνες, ο αργολικός κάμπος γίνεται θέατρο επιδρομών και πολεμικών επιχειρήσεων με εκατοντάδες θύματα ακόμη και ανάμεσα στους αμάχους, που υποχρεώνονται διά της βίας, να σιτίζουν πότε το ένα και πότε το άλλο στράτευμα. Αυτός ο εμφύλιος πόλεμος οριστικοποιεί την επιβολή ξένης μοναρχίας στο υπό σύσταση νεοελληνικό κράτος, η οποία, παρά τις επίσημες, ιστοριογραφικές μπουρδες, δεν ήταν έργο και επιλογή αποκλειστικά των τριών Προστάτιδων Δυνάμεων-και οι διάφορες «ηγεσίες» του αγώνα είχαν κουραστεί από τις μεταξύ τους διαμάχες και είχαν προσανατολιστεί σε μια επιλογή ξενόφερτου ανώτατου άρχοντα, ως διέξοδο πρόσκαιρης ομόνοιας και ειρήνευσης.

Η ανταρσία των ατάκτων μπροστά στα βαυαρικά κανόνια και η έναρξη της λεγόμενης «ληστοκρατίας».

Όταν καταφτάνει ο Όθωνας, τον χειμώνα του 1833, το θέμα της «αποκαταστάσεως» αποκτά εκ νέου εκρηκτικές διαστάσεις, καθώς η Αντιβασιλεία (Άρμανσμπεργκ, Μάουρερ, Χάιντεκ) επιδιώκει έναν αμιγώς βαυαρικό τακτικό στρατό με ελάχιστα, γηγενή σώματα. Στις 15 του Μάρτη του 1833 ξεσπά ανταρσία στους στρατώνες του Ναυπλίου και περίπου εννιά χιλιάδες βετεράνοι της επανάστασης και των εμφυλίων πολέμων παίρνουν πεζή τον δρόμο για το Άργος, όπου οχυρώνονται μαζί με τις οικογένειές τους, σκοτώνοντας όσους Βαυαρούς χωροφύλακες και στρατιώτες συναντούν στον δρόμο τους. Δεν υπάρχει «ηγεσία» αν και οι περισσότεροι στοιχίζονται πίσω από τον ρουμελιώτη κλέφτη και πολεμιστή, Λουκά Δαδιώτη, που θα εκτελεστεί αργότερα από τους Βαυαρούς στη γκιλοτίνα. Ο Άρμανσμπεργκ διατάζει τον βαυαρό συνταγματάρχη του ιππικού Νέζερ (προπάππους του μεγάλου ηθοποιού) να πατάξει την ανταρσία και εκείνος βγάζει το σύνολο των βαυαρών λογχοφόρων ιππέων, το εναπομείναν τακτικό στράτευμα και όλο το πεδινό πυροβολικό, σύνολο κοντά 12.000 στρατό, που πολιορκεί το Άργος και φονεύει αδιακρίτως όσους βρίσκονται έξω από τα τείχη της πόλης.

Οι έγκλειστοι επαναστάτες συνειδητοποιούν ότι έχουν ελάχιστα εφόδια και κινδυνεύουν από την πείνα και τη δίψα σε μια ενδεχόμενη, παρατεταμένη πολιορκία, ενώ βομβαρδίζονται συνεχώς από το βαυαρικό πυροβολικό. Στις 26 Μαρτίου, περίπου 3.000 προσπαθούν να διαφύγουν προς τον Ισθμό και τη Στερεά, καταδιωκόμενοι από το βαυαρικό ιππικό που σκοτώνει όσους βρίσκει μπόσικους. Περίπου 1.500 θα είναι εκείνοι, οι οποίοι θα καταφύγουν στον Δομοκό και θα ενωθούν με τους ενόπλους του αλβανού κλέφτη, Ταφίλ Μπούζη, εγκαινιάζοντας τη λεγόμενη «περίοδο της ληστοκρατίας». Λίγες μέρες μετά, στις 29 Μαρτίου, οι υπόλοιποι παραδίδονται στους Βαυαρούς που με συνοπτικές διαδικασίες εκτελούν όσους θεωρούν πρωτεργάτες της ανταρσίας και εξαναγκάζουν όσους απομένουν να παραδώσουν τα όπλα τους. Λίγες μέρες μετά, ο Χάιντεκ θα διαλύσει και το τακτικό στράτευμα με τον φόβο μιας νέας ανταρσίας.

Στα απομνημονεύματά του, ο Νέζερ περιγράφει τις σκηνές που διαδραματίστηκαν στο Άργος κατά την παράδοση των επαναστατικών όπλων στους Βαυαρούς (λες και βγήκαν από την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ): «Ο αφοπλισμός έγινε. Συνεκεντρώθησαν δέκα χιλιάδες πολεμιστές. Η παράδοσις των όπλων τους επότισεν πικρίαν διότι εχωρίζοντο από τας αγαπητάς των πανοπλίας με τας οποίας είχαν πολεμήσει υπέρ της εθνικής τους ανεξαρτησίας εν τούτοις δεν έγινεν καμία αταξίαν κατά την παράδοσιν. Μόνο συγκινητικαί σκηναί ετάραξαν την καρδίαν μας. Είδομεν ηλικιωμένους άνδρας και σχεδόν με λευκάς τρίχας που είχαν αρειμάνιον ήθος να κλαίνε ως παιδιά και να χύνουν δάκρυα διά των ηλιοκαών παρειών. Η παράδοσις των όπλων έφερε εις άλλους απελπισίαν και μη θέλοντας να παραδώσουν εις ξένας χείρας τον πολύτιμον θησαυρόν των, έρριψαν εις τους κρημνούς τα ξίφη των και τα άλλα των όπλα».

Πηγή: rproject.gr

1.497

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση