«Δεν ήξερα ότι πρέπει να πω κάπου την ιστορία μου»

«Δεν ήξερα ότι πρέπει να πω κάπου την ιστορία μου»

O Κεϊτά είναι από την Ακτή Ελεφαντοστού και ζει στην Αθήνα από το 2010. Ανήλικος ακόμα, αποχωρίστηκε την οικογένειά του για να κυνηγήσει το όνειρό του να παίξει ποδόσφαιρο.

Αντί, όμως, της καριέρας που ονειρευόταν, βρέθηκε να δουλεύει μαζί με άλλους συνομηλίκους του σε εργοστάσιο μιας χώρας της Ανατολικής Μεσογείου.

Έμεινε εκεί μέχρι που κατάφερε να μαζέψει τα χρήματα για τους διακινητές, και να ξεκινήσει ένα δύσκολο και αβέβαιο ταξίδι, διασχίζοντας τα σύνορα διαφορετικών χωρών και έχοντας τελικό προορισμό τη Γαλλία.

Για καιρό πίστευε ότι η παραμονή του στην Ελλάδα θα είναι προσωρινή, μην εγκαταλείποντας το αρχικό του σχέδιο να φτάσει στη χώρα της επιθυμίας του.

Δέκα χρόνια μετά, και έπειτα από έναν άνισο αγώνα με την ελληνική γραφειοκρατία για την τακτοποίηση του καθεστώτος παραμονής του στη χώρα, που τον έφερε αντιμέτωπο με τα όριά του, ο Κεϊτά έχει λάβει την άδεια διαμονής για τρία χρόνια, εργάζεται ως διερμηνέας στην Κάριτας Ελλάς, ενώ, παράλληλα, σχεδιάζει να ξεκινήσει σπουδές στον χώρο της προπονητικής.

Αυτή είναι η ιστορία του.


Ήρθα στην Ελλάδα το 2010. Ήμουν τότε σχεδόν 17 χρονών. Δεν θυμάμαι πολύ καλά το μέρος όπου έφτασα. Αυτό που ξέρω, και από αυτά που ακούω δηλαδή, πέρασα σίγουρα από Θράκη, στα σύνορα με Τουρκία.

Πριν από αυτό ήμουν σε μία χώρα της Ανατολικής Μεσογείου. Είχα πάει εκεί από την Ακτή Ελεφαντοστού, από όπου κατάγομαι, για να παίξω ποδόσφαιρο. Ήταν μια κυρία η οποία μου είπε, θα σε πάρω εγώ εκεί και θα παίξεις μπάλα. Ήμουν μικρός.

Όταν έφτασα εκεί, μου λέει, εδώ μπορείς να δουλεύεις. Θα δουλεύεις για έξι μήνες, θα μου δίνεις τα χρήματα, και τους άλλους έξι μήνες ό,τι παίρνεις είναι δικό σου. Και αυτό ενώ και τη βίζα και το εισιτήριο, τα είχαν πληρώσει όλα οι γονείς μου. Ήξερα όμως κάποια άλλα μεγαλύτερα παιδιά, που ήταν από τη χώρα μου, οπότε έφυγα από αυτή και πήγα μαζί τους. Δουλεύαμε από τις επτά το απόγευμα μέχρι τις επτά το πρωί σε ένα εργοστάσιο που φτιάχνει μπουκάλια για Coca-Cola. Αν ξέραμε από την αρχή ότι τα πράγματα έχουν έτσι, δεν θα με άφηναν οι γονείς μου να φύγω.

Τα παιδιά με τα οποία έμεινα ήταν καλά παιδιά στην αρχή. Ε μετά, ξέρεις, εκείνη τη στιγμή που ψάχνει ο άλλος να φύγει, να βρει κάπου να πάει… Ο καθένας θέλει κάτι καλύτερο για τον εαυτό του.

Μάζεψα κάποια λεφτά και, μετά από έξι μήνες, ψάξαμε να βρούμε διακινητές που μπορούσαν να μας βοηθήσουν να πάμε στη Συρία, και από κει στην Τουρκία. Καθώς διασχίζαμε τα βουνά ανάμεσα στα σύνορα των δύο χωρών άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί. Τούρκοι στρατιώτες μας εντόπισαν και μας κυνήγησαν. Εγώ χωρίστηκα από την υπόλοιπη ομάδα και βρέθηκα μόνος μου να τρέχω προς διαφορετική κατεύθυνση. Με έπιασαν και με πήγαν σε ένα στρατόπεδο, μόνος εγώ, δεν υπήρχαν άλλοι πρόσφυγες. Δεν ήξεραν τι να με κάνουν. Οι στρατιώτες μου έδωσαν το παρατσούκλι μεσκίν που στα αραβικά σημαίνει καημένος, φτωχός.

Αργότερα έφτασα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, οι διακινητές σας λένε, παίρνετε ένα πούλμαν, σας αφήνει κάπου στη ζούγκλα και από κει συνεχίζετε με τα πόδια. Θα φτάσετε κάπου, θα δείτε στις πινακίδες των αυτοκινήτων την ελληνική σημαία, και εκεί θα καταλάβετε ότι πρέπει να μείνετε, και θα έρθει η αστυνομία να σας πάρει. Φτάσαμε λοιπόν και ήρθε και η αστυνομία. Μας πήραν, μας πήγαν σε ένα μέρος που έμοιαζε με φυλακή. Υπήρχε πολύς κόσμος και μας έβαλαν όλους μαζί.

Εκεί, αν δεν κάνεις φασαρίες και έχεις λεφτά, σε τρεις μέρες φεύγεις. Αν δεν έχεις λεφτά μένεις. Αν είχες πενήντα ευρώ η αστυνομία σε έστελνε κατευθείαν στην Αθήνα, αν είχες είκοσι ευρώ πήγαινες στη Μακεδονία, και μετά από τη Μακεδονία ερχόσουν Αθήνα.

Ήταν ένα πούλμαν που μας έπαιρνε έξω από τις φυλακές. Εγώ δεν είχα τίποτα μαζί μου. Στην Τουρκία είχα κάνει φυλακή μαζί με κάποια παιδιά. Από εκεί ακόμα ήμασταν μαζί, και αυτά είχαν λεφτά και γονείς που μπορούσαν να τους στείλουν χρήματα, και πλήρωσαν για μένα είκοσι ευρώ. Και έτσι πήγα Μακεδονία με 100 δολάρια πάνω μου…

Έφτασα μια Κυριακή. Οι τράπεζες ήταν κλειστές. Το βράδυ τα έδωσα σε έναν κύριο από τη Νιγηρία που συνάντησα και αυτός τα άλλαξε, και πήρα το τρένο και έφτασα τελικά Σταθμό Λαρίσης.

Βρέθηκα στην Αθήνα, και από άλλα παιδιά, που ήξεραν ήδη τις διαδικασίες, έμαθα τι έπρεπε να κάνω. Και έτσι πήγα στο GCR (σσ. Greek Council for Refugees). Είναι το μόνο που θυμάμαι από όταν έφτασα εδώ. Εκεί πηγαίναμε για τα χαρτιά μας, και έκανες και μία αίτηση ως ανήλικος, αν ήθελες, για να μπεις στον ξενώνα. Αφού συμπλήρωσα όλες τις απαραίτητες αιτήσεις εκεί, με έστειλαν στο Αλλοδαπών. Πέτρου Ράλλη. Το χειρότερο μέρος που μπορείς να σκεφτείς σε αυτόν τον κόσμο.

Η αλήθεια είναι ότι την πρώτη φορά που πήγα στο GCR δεν ήξερα καν τι είναι το άσυλο. Δεν ήξερα ότι πρέπει να πω κάπου την ιστορία μου. Όταν φτάνεις εδώ μπορεί ο άλλος να σου πει, μην πεις αυτό, πες το άλλο. Στη συνέντευξη, όμως, αυτό που κρύβεις εσύ μπορεί να είναι το σωστό, και να είναι λάθος αυτό που σου λένε να πεις. Κάποιοι, που ζουν στην Ελλάδα περισσότερα χρόνια και έχουν εμπειρία με όλα αυτά, μπορεί να σου ζητήσουν λεφτά για να σου δώσουν πληροφορίες.

Όταν ήρθα έμεινα ένα χρόνο έξω… Όχι στο δρόμο… Ήμουν σε ένα σπίτι με άλλους άντρες. Ζούσαμε μαζί περίπου δεκαοκτώ άτομα και έδινε ο καθένας 13 με 15 ευρώ το μήνα. Το σπίτι το είχε νοικιάσει ένα παιδί που ήξερε να μιλάει Ελληνικά, και άρα του ήταν πιο εύκολο να κάνει όλη τη διαδικασία. Ήταν στη Δροσοπούλου, στη Πατησίων.

Την πρώτη μέρα που πήγα στο σπίτι και είδα όλον αυτό τον κόσμο έλεγα, μα πως γίνεται, ήταν πολύ δύσκολο να το χωνέψω. Όπου και να πήγαινες υπήρχαν άτομα. Ούτε στην Αφρική ήταν καλά τα πράγματα, αλλά τόσα πολλά άτομα σε ένα σπίτι; Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που είχε πολύ κόσμο, όμως δεν ήταν έτσι, ο καθένας είχε το χώρο του. Ήταν δύσκολο, πάρα πολύ δύσκολο. Δεν φοβόμουν όμως. Ούτε καν. Γιατί ήταν όλα παιδιά από την Αφρική, ήταν και άλλα παιδιά που είχαμε συναντηθεί πριν, πριν φτάσουμε εδώ. Δεν φοβόμουν, απλώς δεν το περίμενα όλο αυτό.

Κάποια στιγμή δεν είχα να πληρώσω και μου ζήτησαν να φύγω, και πήγα πάλι στο GCR να κάνω την αίτηση για τον ξενώνα. Κοίτα, δεν ήθελα να πάω στον ξενώνα γιατί ήθελα οπωσδήποτε να φύγω. Να φύγω παράνομα. Οπότε, νόμιζα ότι αν μπω εκεί δεν θα μπορώ να το κάνω. Αναγκαστικά όμως πήγα. Πού θα έμενα;

Δεν έδιναν σπίτια σε single men τότε. Ούτε τώρα δίνουν. Ποιος θα νοιαστεί γι αυτούς; Μου είπαν ότι υπάρχουν διαθέσιμοι ξενώνες, αν θέλω να πάω, και τους είπα ναι. Έκανα την αίτηση και μια μέρα με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν να πάρω όλα τα πράγματά μου και να πάω από κει. Ρώτησα πρώτα που θα με στείλουν, γιατί εγώ ήθελα να πάω κάπου μακριά από την Αθήνα. Ήξερα κάποια άλλα παιδιά που είχαν πάει, ξέρω γω, στο Βόλο ή την Πάτρα και εκεί δούλευαν κιόλας, και από Βόλο τα κατάφεραν να φύγουν. Ήθελα και εγώ να κάνω το ίδιο. Ήθελα να πάω οπωσδήποτε Γαλλία. Ξέρεις, καλή παρανομία είναι αυτό, γιατί πρέπει, πρέπει να το κάνεις αυτό για να επιβιώσεις.

Ρώτησα, λοιπόν, πού θα με πάτε; Μου λένε, δεν θα σου πούμε. Και τελικά ήταν εδώ στην Αθήνα, στη Δάφνη, σε ξενώνα της Αποστολής. Πήγα αλλά δεν ήθελα να μείνω. Όμως λέω, τώρα που δεν έχω λεφτά να πληρώσω, θα μείνω εδώ και παράλληλα θα ψάξω να κάνω κάτι άλλο, κι αν βρω κάποια ευκαιρία να φύγω, θα φύγω.

Επιμέλεια
Σταύρος Μαλιχούδης

Φωτογραφίες
Nadir Noori

* Ονόματα προσώπων και τοποθεσιών ενδέχεται να έχουν αλλάξει.

πηγή:solomonmag.com

64