«Πανδημία=αστυνομική βία». Μαρτυρία Αλβανίδας αλληλέγγυας (πρώην μετανάστριας στην Ελλάδα) για τα γεγονότα μετά τη δολοφονία του Κλοντιάν.

«Πανδημία=αστυνομική βία». Μαρτυρία Αλβανίδας αλληλέγγυας (πρώην μετανάστριας στην Ελλάδα) για τα γεγονότα μετά τη δολοφονία του Κλοντιάν.

γράφει η Κατερίνα Λέκα

Έχουν περάσει κιόλας 9 μέρες από τη δολοφονία του 25χρονου Κλοντιάν Ράσα από τα πυρά του αστυνομικού Νεβάλντο Χαιντάραι, στις 8 Δεκεμβρίου , 1 ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Λόγω μέτρων κυκλοφορίας για την αντιμετώπιση του κορονοϊού εδώ σχεδόν και ένα μήνα, απαγορεύεται η κυκλοφορία από τις 22:00 μμ ως τις 06:00 πμ σε όλη την Αλβανία. Κανένας δε ξέρει γιατί ο Κλοντιαν μπορεί να ήταν έξω τέτοια ώρα, μπορούμε απλά να μαντέψουμε. Στον Κλοντιαν ζητήθηκε να σταματήσει. Δε το έκανε. Και αυτό για εκείνον απέβηκε μοιραίο. Κάποιοι λένε ότι είχε βγει έξω να αγοράσει τσιγάρα. Κάποιοι λένε ότι δε φορούσε μάσκα. Ένας άλλος αστυνομικός ισχυρίστηκε ότι κρατούσε όπλο. Δεν ισχύει τίποτα από αυτά. Το μόνο που ισχύει είναι ένας πατέρας που βγήκε την επόμενη μέρα με δάκρυα στα μάτια να ζητάει δικαιοσύνη, και αυτό είναι τόσο ειρωνικό.

Από τότε άκουγα αρκετά και διάφορα σχόλια για αυτό το θέμα, κυρίως άτομα να υπερασπίζονται το θύτη και όχι το θύμα. «Τι ήθελε τέτοια ώρα έξω ;» , αναρωτήθηκαν κάποιοι, και εγώ με την σειρά μου σιγουρεύτηκα ότι οι ίδιοι που κατηγορούν έναν άνθρωπο που πέθανε στη τελική γιατί είχε βγει βόλτα αργά το βράδυ, είναι οι ίδιοι που θα κατηγορήσουν ένα θύμα βιασμού για το τι φορούσε και ούτω καθεξής. Την επόμενη μέρα κιόλας όλος ο κόσμος ξεσηκώθηκε σε πορείες και διαδηλώσεις, από τη κεντρική πλατεία των Τιράνων, προς το Δημαρχείο , και μετά ως το Αστυνομικό τμήμα των Τιράνων. Κάθε μέρα στις 18:00. Εδώ και μια εβδομάδα οι πορείες συνεχίζονται κανονικά αλλά όχι μόνο στα Τίρανα, αλλά και στο Δυρράχιο, μια κοντινή πόλη. Έγιναν κάποιες ζημιές. Ο κόσμος έσπασε αρκετά τζάμια σε στάσεις λεωφορείων, αχρήστεψαν πολλά φανάρια, και έκαψαν αρκετούς κάδους σκουπιδιών.Και το κυριότερο ,έκαψαν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που στόλιζε το κέντρο. Το μισό τουλάχιστον, αυτό κατάφεραν.

Εγώ αποφάσισα να βγω την πεμπτη μέρα. Όσα άτομα είχαμε μαζευτεί στο κέντρο είχαμε συμφωνήσει ότι θα κάνουμε ειρηνική πορεία και δε θα κάνει κανένας ζημιές σήμερα, και θα πηγαίναμε πάλι προς το αστυνομικό τμήμα. Μάλιστα υπήρχαν στο δρόμο μικρό-τσακωμοί από άτομα που όντως προσπάθησαν να σπάσουν πράγματα όταν κάποια αλλα τους σταμάτησαν. Είχαμε συμφωνήσει κάτι ειρηνικό άλλωστε. Κανένας δεν ήθελε να δώσει αφορμή να μιλάνε στις ειδήσεις για βανδαλισμούς, όπως άλλωστε κάνανε. Αφορμές ψάχνανε. Ο κόσμος φώναζε εξαγριωμένος και ζητούσε τη παραίτηση του υπουργού εσωτερικών Σάντερ Λεσαι, και έτσι και έγινε. Επίσης ζητούσε τη παραίτηση του Διευθυντή της Αστυνομίας, Άρντι Βελίου, αλλά ο πρωθυπουργός της Αλβανίας βγήκε και είπε ότι το δεύτερο δε θα συμβεί εφόσον το πρώτο είναι ήδη εφικτό.

Όταν φτάσαμε όλοι μπροστά στο Αστυνομικό τμήμα των Τιράνων, μερικά άτομα αποφάσισαν να ξαπλώσουν στο τσιμέντο, σαν ένδειξη ότι είναι άοπλοι. Σαν «απάντηση», οι αστυνομικοί πέταξαν κατευθείαν δακρυγόνα και καπνογόνα. Έτσι όπως είχαμε διασκορπιστεί- πάνω στο πανικό του- ένα αγόρι με μια μαύρη κουκούλα απέναντι μου, κλωτσάει ένα από τα καπνογόνα που έριξαν οι αστυνομικοί και με διαπέρασε σε απόσταση αναπνοής με αποτέλεσμα όταν όλα έσκασαν μαζί, να μη μπορώ να βλέπω, ούτε να αναπνεύσω, απλά να τρέχω στα τυφλά και να αγκομαχώ για αέρα, όταν βέβαια φυσικά βγήκα σε ένα μέρος. Όταν όλα σταμάτησαν αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο κέντρο. Αρκετοί διαδηλωτές συνελήφθησαν , συνέλαβαν μέχρι και δημοσιογράφους. Όταν η αστυνομία άρχισε να μας ακολουθεί ως το κέντρο, τότε αποφασίσαμε να προχωρήσουμε ευθεία, σε έναν άλλο δρόμο και να βάζουμε κάγκελα και εμπόδια στη πορεία. Όλοι συνεχίζαμε να περπατάμε και να φωνάζουμε διάφορα συνθήματα, όταν προς το τέλος του δρόμου, δίπλα σε μια άλλη συνοικία , γυρνώντας το κεφάλι μου αριστερά, βλέπω άλλη μια χούφτα από αστυνομικούς να έρχονται προς το μέρος μας , και τα αγόρια που βρισκόταν μπροστά μου άρχισαν να τρέχουν. Εκεί κατάλαβα ότι πρέπει να αρχίσω να τρέχω και εγώ. Αλλά δεν είχα και τόση δύναμη.

Είχα ήδη δυο ώρες έξω στο κρύο. Τα χέρια και τα πόδια μου είχαν μουδιάσει και τα βαριά ρούχα και οι μπότες που είχα φορέσει δε με βοήθησαν και πολύ. Πάνω στο πανικό μου άρχισα και εγώ να ακολουθώ το τσούρμο, αντί να βγω σε έναν κεντρικό δρόμο. Το κακό είναι εκεί που φτάσαμε δεν είχε διέξοδο, μόνο μια μπλε καγκελόπορτα, και καταλήξαμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον με ένα βλέμμα σοκαρισμένο ξέροντας για το τι θα γίνει. Ξαφνικά ήρθαν τρεις αστυνομικοί. Άρχισαν να φωνάζουν σε παιδιά 12 και κάτι χρόνων να σηκωθούν να φύγουν και να μη τους ξανά δουν εδώ πέρα. Να τους τραβάνε από το γιακά. Ενώ σε κάποιους άλλους εφήβους τους διέταζαν να βάλουν τα χέρια στο κεφάλι και να βγάλουν το σκασμό. Μετά από αυτό άρχισαν να τους ξυλοκοπούν με τα γκλοπ, τόσο βίαια. Δεν είχα ξανά δει τέτοια βία στη ζωή μου. Το μόνο που έκανα ήταν απλά να κοιτάζω παγωμένη και να σκέφτομαι ότι έρχεται και η δική μου η σειρά. Καθόμουν στη πόρτα μιας πολυκατοικίας. Ένας από τους αστυνομικούς με πέρασε για ένοικο και μου ζήτησε να φύγω. Πριν φύγω όμως έβγαλα μια φωτογραφία για να δείξω στο κόσμο τι συμβαίνει.

Την επόμενη ημέρα,η αστυνομία βλέποντας ότι όλο και περισσότερος κόσμος μαζεύεται, και δε μπορεί να ανταπεξέλθει στα επεισόδια, έβγαλε ανακοίνωση ότι λόγω του κορονοϊού απαγορεύονται οι συναθροίσεις άνω των 10 ατόμων. Όσα δε φτάνει η αλεπού με λίγα λόγια τα κάνει κρεμαστάρια. Και πέτυχε. Εδώ και δυο μέρες ο κόσμος λιγοστεύει από τις πορείες. Όσα άτομα είναι στα κρατητήρια ακόμα με τη κατηγορία του βανδαλισμού, της παράνομης μάζωξης, της διοργάνωσης πορειών, της διάδοσης ψεύτικων πληροφοριών (παραπληροφόρηση). Και αυτό το τελευταίο με κάνει να σκέφτομαι τι εννοεί με αυτό; Μήπως ήταν ψέματα τελικά η δολοφονία; Μήπως ήταν ψέματα η αστυνομική βία τόσα χρόνια; Μήπως ήταν ψέματα οι διαδηλώσεις, οι συλλήψεις; Η μήπως είναι ψέμα όλο αυτό που ζω τόσο καιρό;

Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας βγήκε στα κανάλια να μιλήσει και να ζητήσει συγγνώμη στην οικογένεια Ράσα για την «κατά τύχη» δολοφονία του γιου τους και να τους υποσχεθεί ένα μηνιαίο επίδομα οκταπλάσιο από τη σύνταξη τους.Εκείνοι βέβαια είναι απαρηγόρητοι και υποσχέθηκαν ότι αυτά τα λεφτά θα πάνε σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ζήτησαν επίσης να σταματήσουν οι πορείες. Ο δήμαρχος τον Τιράνων ισχυρίστηκε ότι ο δρόμος, στον οποίο σκοτώθηκε, θα πάρει το όνομα του. Στην αρχή η κατηγορία ήταν φόνος λόγω αυτοάμυνας, αλλά μετά από ένα βίντεο που βγήκε στη δημοσιότητα κατηγορείται με την δολοφονία εκ προθέσεως και κινδυνεύει με έως και 20 χρόνια φυλάκιση. Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι διαδηλωτές είναι απλά πιόνια της αντιπολίτευσης.

Επιπρόσθετα, μια υπουργός, η Έβις Κούσι, τόλμησε να βγει και να πει όσοι έφηβοι έχουν πάει ως τώρα στη πορεία «έχουν ανάγκη για ψυχολόγο», αφήνοντας να ευνοηθεί ότι μόνο οι ψυχικά ασταθείς τολμάνε να βγουνε να ζητήσουνε το δίκιο τους και να πάνε σε μια διαδήλωση , στιγματίζοντας έτσι τα άτομα με ψυχικές ασθένειες, κάτι που είναι ήδη ταμπού για τον Αλβανικό λαό. Αυτό οδήγησε σε άλλη μια διαδήλωση, έξω από το υπουργείο Εκπαίδευσης, που πολλά άτομα μαζεύτηκαν και έριχναν μπογιές στους τοίχους και μοιράζοντας τρικάκια. Από τότε, κάθε φορά που βγαίνω βόλτα , σε κάθε συνοικία των Τιράνων, από το σπίτι μου έως το κέντρο, σε κάθε τετράγωνο, όπου και να γυρίσω το κεφάλι μου θα δω τουλάχιστον 3 αστυνομικούς. Και μόνο ασφάλεια, δε νιώθω. Η κατάσταση βέβαια από τότε φαίνεται να έχει ηρεμήσει. Εγώ όμως όχι. Δε μπορώ να ηρεμήσω ξέροντας ότι στην ουσία ζούμε σε μια δικτατορία , που δε μπορούμε να μιλήσουμε ούτε να αντισταθούμε, καθώς θα υπάρξουν συνέπειες. Δε μπορώ να μιλήσω όταν όλοι μου οι φίλοι είναι απαθείς. «Πήγαινε σπίτι, δεν είναι για εσένα αυτά, μη το παίζεις επαναστάτης, δε θα αλλάξεις τίποτα» . Και το ξέρω, ναι , ότι μόνη μου δε θα αλλάξω πολλά, μαζί όμως μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα.

Και δεν αντιδρώ μόνο για το παιδί που πέθανε, ούτε το κάνω γιατί θα μπορούσα να είμαι εγώ στη τελική.Το κάνω γιατι απλά πιστεύω σε αυτή τη τρελή ιδέα ότι ο καθένας θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα να βγαίνει ελεύθερος τα βράδια χωρίς τον φόβο να τον σκοτώσουν. Έχουμε συνηθίσει τόσο στην αδιαφορία που κάποια μέρα θα μας σημαδέψουν με κάποια σφαίρα στο κεφάλι και δε θα ξέρουμε από που μας ήρθε. Αυτό με θυμώνει. Ειδικά όταν βγαίνουν σε πάνελ ψευτοπατριώτες και κοροϊδεύουν το κόσμο που μεταναστεύει. «Να καθίσετε να παλέψετε για τη πατρίδα σας». Αυτό κάνουμε. Για πόσο όμως θα συνεχίσουμε να το κάνουμε εφόσον η πατρίδα παλεύει εμάς; Ώρες ώρες, η εικόνα μιας βαλίτσας στο χέρι και ένα εισιτήριο για το άγνωστο μοιάζει σαν μόνη λύση. Αλλά είναι προσωρινή. Γιατί κανένας δε σου εγγυάται ότι εκεί που θα πας, δε γίνεται κάλλιστα να πέσεις νεκρό από τα πυρά ενός άλλου αστυνομικού, διαφορετικής καταγωγής. Και βρίσκεσαι ξαφνικά σε ένα αδιέξοδο μέσα στις σκέψεις σου. Να φύγω , να μείνω. Να φύγω, να μείνω. Η αστυνομική βία άλλωστε δεν κάνει διακρίσεις. Η μεγαλύτερη πανδημία είναι η αστυνομική βία.

 

 

300