Προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα: Από την ανεπάρκεια στην καταστολή

Προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα: Από την ανεπάρκεια στην καταστολή

Ματσίγκας Παναγιώτης, απόφοιτος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου

Η στρατηγική για την αντιμετώπιση του προσφυγικού- μεταναστευτικού ζητήματος που βλέπουμε να ξεδιπλώνεται την τελευταία διετία ήταν λίγο- πολύ αναμενόμενη. Ο περιορισμός της μετανάστευσης ήταν ένα από τα κυριότερα χαρτιά της Δεξιάς στη μάχη για την εκλογική επικράτηση. Συνυπολογίζοντας και τις δηλώσεις επιφανών κυβερνητικών στελεχών κατά το παρελθόν για κίνδυνο αλλοίωσης του ελληνικού πληθυσμού, φύλαξη συνόρων με νεκρούς, αλλά και τις πρακτικές της προηγούμενης κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, με κυριότερη την επιχείρηση «Ξένιος Ζεύς», με φανερή, τουλάχιστον κατά την άποψή μου, ειρωνεία στην ονομασία της, ήταν δεδομένο το τι έπρεπε να περιμένουμε.

Δεδομένη ήταν επίσης και η διαχειριστική ανεπάρκεια της προηγούμενης κυβέρνησης, παρά τα αναμφισβήτητα θετικά βήματα που έγιναν, όπως η ένταξη των προσφυγόπουλων στα σχολεία, η χορήγηση ΑΜΚΑ στους αιτούντες άσυλο και η εφαρμογή των ευρωπαϊκών προγραμμάτων στέγασης και υποστήριξης, τα οποία οδήγησαν ορισμένους στην εύρεση εργασίας. 

Τα αρνητικά όμως υπερέβαιναν τα θετικά σε πολλές περιπτώσεις, με αποκορύφωμα την ντροπή της Μόριας, αλλά και την υπερβολική πίεση των νησιών, λόγω της μη επαρκούς προώθησης στην ενδοχώρα. Αυτό, σε συνδυασμό με τη διαρκή προπαγάνδα των ΜΜΕ, αλλά και την αφύπνιση των συντηρητικών, έως και ακροδεξιών σε πολλές περιπτώσεις, ενστίκτων ενός, δυστυχώς, μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, δημιούργησαν έναν εκρηκτικό συνδυασμό που πυροδότησε ρατσιστικές επιθέσεις, παρεμποδίσεις εγκατάστασης (ποιος δε θυμάται τους αυτόκλητους υπερασπιστές του έθνους που ξεσπούσαν την οργή τους σε μικρά παιδάκια τα οποία κοιτούσαν απορημένα;) και τελικά στην επικράτηση μίας κυβέρνησης που πλησιάζει και ενίοτε ξεπερνά τα όρια της Άκρας Δεξιάς.

Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε καθημερινά: Ένταση της ακραίας φτώχειας, ακόμη χειρότερες συνθήκες διαβίωσης στα αποκαλούμενα camps, περιορισμός της χορήγησης ασύλου, νέες ρατσιστικές επιθέσεις και, εσχάτως, τερματισμός των ευρωπαϊκών προγραμμάτων στήριξης, όπως το πρόγραμμα  Filoxenia, με την κατάργηση του οποίου εκδιώχθηκαν από τα καταλύματά τους πάνω από 5.000 πρόσφυγες.

Η αιτιολόγηση ότι θα μεταφερθούν σε δομές είναι, τουλάχιστον, αστεία, δεδομένου του συνωστισμού ήδη υπεράριθμων ατόμων σε αυτά. 

Ακόμη πιο αστείο είναι το επιχείρημα ότι όσοι πάρουν άσυλο, θα αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι πολίτες χωρίς να έχουν ειδική μεταχείριση. Πέρα από το ανεφάρμοστο της συγκεκριμένης πρακτικής, λόγω του κλίματος που υπάρχει σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο οι ίδιοι συντηρούσαν και ενίσχυαν ως αντιπολίτευση, ο ισχυρισμός αυτός πετά στα σκουπίδια και όλες τις επιστημονικές προσεγγίσεις των ανισοτήτων, οι οποίες καθιστούν σαφές το ότι διαφορετικοί πληθυσμοί βιώνουν διαφορετικό βαθμό ανισότητας ακόμη και αν έχουν την ίδια οικονομική κατάσταση. Για το λόγο αυτό, χρειάζονται άνισες παρεμβάσεις σε άνισες ομάδες για να γεφυρωθεί το χάσμα.

 Για παράδειγμα ο φτωχός που έχει κάποια αναπηρία βρίσκεται σε δυσχερέστερη θέση από έναν άλλο φτωχό και γι΄ αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη στήριξη από το κράτος. Αναλογιστείτε, λοιπόν, ποια θα είναι η θέση των προσφύγων στην κοινωνία χωρίς την απαιτούμενη ειδική στήριξη.

Ένα ακόμη επιχείρημά τους είναι ότι το ελληνικό κράτος δεν αντέχει να βοηθήσει τόσους πολλούς πρόσφυγες και μετανάστες. Είναι και αυτό ένα επιχείρημα εν πολλοίς ανυπόστατο. Αφενός, να θυμίσουμε ότι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η Ελλάδα δέχθηκε τρομακτικά μεγάλο αριθμό προσφύγων, όχι μόνο Ελλήνων, και ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε, ασφαλώς όχι υποδειγματικά, αλλά πάντως σχετικά έγκαιρα, ιδρύοντας Ταμείο Περιθάλψεως, φτιάχνοντας καταλύματα (πάλι όχι υποδειγματικά, αλλά πάντως καταλύματα) και στη συνέχεια αξιοποίησε το επιπλέον εργατικό δυναμικό προς όφελος της χώρας και αφετέρου να θυμίσουμε πως για τη συντριπτική πλειοψηφία των προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής η Ελλάδα δε δαπανούσε ούτε ένα ευρώ. Τα χρήματα δίνονταν στην Ελλάδα ξεχωριστά από τις σταθερές χρηματοδοτήσεις (πχ ΕΣΠΑ) και αποκλειστικά και μόνο για τα προγράμματα αυτά.

Τελευταίο επιχείρημα είναι ο κίνδυνος διάπραξης εγκλημάτων από την πλευρά των προσφύγων και των μεταναστών και γι΄ αυτό επιθυμούν να τους περιορίσουν και να ενισχύσουν την αστυνόμευση. Το επιχείρημα αυτό είναι επίσης πολύ εύκολο να καταρριφθεί. Αυτό που αδυνατούν να αντιληφθούν οι κυβερνώντες είναι πως η βασική αιτία ύπαρξης των εγκλημάτων δεν είναι η απουσία καταστολής. Είμαστε άλλωστε από τις πρώτες χώρες σε αναλογία αστυνομικού ανά κάτοικο. Αδυνατούν να καταλάβουν πως αν δεν υπάρξει παρέμβαση στη βασική γενεσιουργό αιτία των παραβατικών συμπεριφορών, τη φτώχεια, δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει περιορισμός τους. Η Νέα Δημοκρατία φτωχοποιεί, όχι μόνο τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, αλλά ολόκληρη την κοινωνία και περιμένει μείωση της παραβατικότητας. Το αποτέλεσμα θα είναι το αναμενόμενο: η αποτυχία τους σε έναν ακόμη τομέα.

Τι, λοιπόν, κατάφεραν η κυβέρνηση και οι «υπερ-πατριώτες» που τη στηρίζουν; Κατάφεραν να εντείνουν τη φτώχεια και την εκμετάλλευση των προσφύγων και των μεταναστών και να έχουν το θράσος μάλιστα να καυχώνται για αυτό και να κόψουν τα κονδύλια που έρχονταν στην Ελλάδα και ένα πολύ μεγάλο μέρος τους διαχεόταν στην πραγματική οικονομία, αφού οι πρόσφυγες και οι μετανάστες ξόδευαν τα χρήματά τους στις τοπικές επιχειρήσεις. Τα κονδύλια αυτά λειτουργούσαν αναπτυξιακά, όπως και όλα τα κονδύλια που δαπανώνται στην κοινωνική πολιτική, αφού το κάθε ευρώ έχει δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή 1,03-1,6 ευρώ.

Οι συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες εμμονές τους δεν τους αφήνουν να δουν το πού οδηγούν την κοινωνία (ή το βλέπουν, αλλά το πράττουν σκόπιμα). 

Για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτή, πρέπει πρώτα απ’ όλα εμείς οι ίδιοι να συνειδητοποιήσουμε πως οι πρόσφυγες και οι μετανάστες δεν είναι εχθροί μας. Έχουμε πολύ περισσότερα κοινά μαζί τους παρά με την ντόπια επιχειρηματική και πολιτική ελίτ. Πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσουμε πως το δόγμα Νόμος και Τάξη δεν αφορά μόνο το φτωχό και τον αδύναμο (όχι ότι αν αφορούσε μόνο εκείνον δε θα ήταν και πάλι κατάπτυστο), αλλά όλους μας. Τους ντόπιους, τους ξένους, του μικρομεσαίους επιχειρηματίες, τους εργαζόμενους, τους φοιτητές, τους άνεργους. Όλους. Τα παραδείγματα της κρατικής καταστολής είναι πολλά. Δε χρειάζεται περεταίρω διευκρίνιση. 

Το μέλλον που μας επιφυλάσσουν δεν είναι ευοίωνο. Συνοψίζεται σε δύο λέξεις: φτώχεια και καταστολή. Απαιτείται κοινωνική και πολιτική ανασύνταξη για την αντιμετώπιση αυτής της αντιδημοκρατικής δυστοπίας που βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά μας. Όχι να προετοιμάζεται, αλλά να ξετυλίγεται. Είναι ανάγκη όλοι οι πολίτες και όλα τα κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται, όχι μόνο ως προοδευτικοί, αλλά και ως δημοκράτες να συνασπιστούμε ενάντια στη φασιστική απειλή της Νέας Δεξιάς, παραμερίζοντας (αλλά όχι ξεχνώντας) τις επιμέρους διαφωνίες.

Χρειάζεται ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο στο ζήτημα των προσφύγων και των μεταναστών με κύριους άξονες την επαναφορά των καταργηθέντων θετικών ρυθμίσεων και διεθνών προγραμμάτων στέγασης και επιδοματικής στήριξης,  την αποσυμφόρηση των νησιών με άμεση μετακίνηση των πληθυσμών αυτών στην ενδοχώρα, την κατάργηση των νέων διαδικασιών ασύλου και την αντικατάστασή τους από νέες διαφανείς ψηφιακές διαδικασίες φιλικότερες στους αιτούντες και την ανάπτυξη νέων και την ενίσχυση των υπαρχόντων προγραμμάτων εκμάθησης ελληνικών, Η/Υ και εργασιακής κατάρτισης για τα πρώτα χρόνια παραμονής των προσφύγων και των μεταναστών, προκειμένου να είναι εφικτή η εργασιακή και κοινωνική τους ένταξη. 

Όλα τα παραπάνω, φυσικά, δε θα μπορέσουν να αποδώσουν αν δεν ενταχθούν στην προσπάθεια οικοδόμησης ενός νέου σύγχρονου κοινωνικού κράτους για όλες και για όλους με χρηματοδότηση στο επίπεδο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τόσο τις ανάγκες όλου του πληθυσμού (υγεία, παιδεία, ασφάλιση, στέγαση, κατάρτιση, προστασία από την ακραία φτώχεια), όσο και τις επιμέρους ανάγκες ειδικών κατηγοριών (ΑΜΕΑ, μετανάστες, πολύτεκνοι κτλ). Δε θα μπορέσουν να αποδώσουν μόνα τους διότι κάθε άτομο δεν έχει μία και μοναδική ταυτότητα, αλλά σε αυτό διασταυρώνονται πολλές ταυτότητες, του μετανάστη ή του ντόπιου, του φτωχού ή του μικρομεσαίου, της γυναίκας ή του άνδρα κτλ.

Απαιτείται, λοιπόν, αλλαγή νοοτροπίας, τόσο από την πλευρά των πολιτών, όσο και από την πλευρά του κράτους μέσω των νόμων του και των παροχών του. Μόνο έτσι θα κατορθώσουμε να αποτρέψουμε τη φασιστική απειλή και να μην αφήσουμε την κοινωνία έρμαιο των μεγάλων συμφερόντων. 

Μόνο σε μία συμπεριληπτική κοινωνία είναι εφικτή η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και η κοινωνική συνοχή. Μία κοινωνία που δημιουργεί αποκλεισμένους, είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ: Η χρήση του αρσενικού γένους στο κείμενο έγινε χάριν οικονομίας και σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί στην αναπαραγωγή σεξιστικού λόγου.

92

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση