Εγώ μένω στην Κυψέλη από το 1984, από τότε δηλ. που γεννήθηκα και έχουμε τώρα 2022. Οι μόνοι ξένοι κάποτε εδώ στη γειτονιά ήταν ο πατέρας μου και μια κυρία από την Αιθιοπία, η οποία μιλούσε με τον πατέρα μου, θυμάμαι, ήτανε οι μόνοι ξένοι στη γειτονιά, ο πατέρας μου έφυγε το ’90 και έμεινε η κυρία από την Αιθιοπία στην απέναντι πολυκατοικία στο ισόγειο, κάθε μέρα, να με βλέπει και να μου λέει, όσο θυμάμαι τον εαυτό “αγάπη μου τι κάνεις; Η μαμά σου είναι καλά”; Κάθε μέρα της ζωής μου, δεν έχει υπάρξει καμιά μέρα που να μη συμβεί: εκείνη θα με καλημερίσει.
Μετά στην Κυψέλη ήρθανε οι Αλβανοί. Η πλατεία κάτω από το σπίτι ήταν ίδια, μόνο που με τους Αλβανούς γέμισε με περισσότερα παιδιά. Οι Έλληνες της γειτονιάς έλεγαν στα παιδάκια τους “μη παίζετε με τα ξένα”, το άκουγα εγώ, αλλά ήμουν μισό ξένο, όχι ελληνάκι εκατό τοις εκατό, οπότε έπαιζα, αν και στεναχωριόμουν που γινόντουσαν τέτοιου είδους διαχωρισμοί στο παιχνίδι. Εμένα η μάνα μου και η γιαγιά μου ποτέ δεν μου είπαν “μην παίζεις με εκείνον ή με τον άλλον”, να γίνω κωλόπαιδο δεν ήθελαν, αυτό δεν ήθελαν, πιστεύω ότι δεν έγινα ποτέ.
Οι Αλβανοί στη γειτονιά μας πρόκοψαν, δούλευαν δυο και τρεις δουλειές οι άνθρωποι, σήμερα έχουν φτιάξει δικά τους μαγαζιά και απασχολούν έλληνες υπαλλήλους. Έγω έχω έναν τρόπο μαγικό να πιάνω φιλίες και να ρωτάω τους εργαζόμενους διάφορα, όποτε ρώτησα Έλληνα ή Ελληνίδα που δουλεύει σε μαγαζί που έχουν Αλβανοί, ΠΑΝΤΟΤΕ η απάντηση είναι η ίδια “δουλεύουμε και μας πληρώνουνε σωστά, στην ώρα τους και τα ένσημα όλα”.
Είναι και μια γιαγιά εδώ από την Αλβανία, μαυροφορεμένη που κάθεται στο παγκάκι κάτω από το σπίτι τα πρωϊνά. Βιβλική μορφή: με μαύρο τσεμπέρι και κούραση. Όποτε με βλέπει με ψώνια πάντα θέλει να με βοηθήσει: “έτσι μάθαμε στον τόπο μας” μου είπε μια φορά, εγώ δεν την άφησα ποτέ, αλίμονό μου να άφηνα να με βοηθήσει γρια γυναίκα. Έτσι μάθανε οι άνθρωποι στον σοσιαλισμό..
Έπειτα, άρχισαν να έρχονται κυρίως μαύροι. Οι μαύροι έχουν τους δικούς τους τρόπους. Την δική τους εκκλησία, δίπλα στον φούρνο, το δικό τους κλάμπ, που μπορεί να κάνουν λιγάκι φασαρία, αλλά εγώ σκέφτομαι “όποιο κλαμπ και να ήταν πάλι φασαρία θα έκανε”. Δεν συμφωνούν σε αυτό αρκετοί Έλληνες της γειτονιάς. Αυτό συμβαίνει επειδή είναι ρατσιστές ή και μάλλον δεν έχουν πάει ποτέ σε κλαμπ στη ζωή τους.
Απέναντι διαγώνια από το σπίτι, είναι ένας πολυ-πολιτισμικός παιδικός σταθμός με μωρομάνες που αφήνουν τα παιδιά τους απ’ όλο τον κόσμο. Η θέα των μανάδων τα πρωινά με συγκλονίζει. Μάνες με τρια και τέσσερα παιδιά. Πριν κανα μήνα, στην ταράτσα τους είχανε γιορτή για τους μεγάλους και από την δική μου ταράτσα άκουγα μουσικές από όλο τον κόσμο.
Έχουμε και τζαμί στη γειτονιά: είναι ένα υπόγειο, σε έναν μικρό, λερό κυψελιώτικο δρόμο. Μαζεύουν όλοι οι μουσουλμάνοι που πάνε εκεί για προσευχή χρήματα για να πληρώσουν το ενοίκιο του χώρου. Μέσα: λάμπει. Έχει ένα πανέμορφο μπλέ χαλί σε όλο το δάπεδο και άμα περάσεις από εκεί την ώρα της προσευχής ακούς τον ιμάμη (?) μελωδικότατα να απαγγέλλει.
Πολλοί Άραβες στη γειτονιά μας, εδώ Κυψέλη, έχουν ανοίξει μαγαζάκια γενικού εμπορίου και έχουν άπειρες προσφορές. Εγώ πήρα σαγιονάρες προσφορά δύο ευρώ ένα ζευγάρι, μου τις έφαγε η Μπαμπέσα, η σκύλα μου, αλλά χαλάλι. Όταν βλέπω αυτά τα μαγαζιά σκέφτομαι την παράδοση των εμπορικών καραβανιών της ερήμου και την από τα αρχαία χρόνια εμπορική δραστηριότητα των λαών εκείνων, που κατέστησαν τις ερήμους εμπορικούς δρόμους και ένωσαν τα ασύνδετα του χάρτη.
Για την συνύπαρξη μας δήμαρχε πορφυρογέννητε Κώστας Μπακογιάννης ξένων και γηγενών (ποιών αλήθεια γηγενών;) εδώ στην Κυψέλη [στ’ δημοτικό διαμέρισμα] γράφω αυτά για να σε ενημερώσω.
Ότι εμείς ζούμε όλ@ μαζί, χωρίς να έχουμε κανένα πρόβλημα, πρόβλημα έχουν μόνο όσοι αρνούνται να δουν την αλήθεια και τον ρέοντα χαρακτήρα της ιστορίας. Δεν υπάρχει ούτε Έλληνας, ούτε ξένος. Άνθρωποι είμαστενε όλοι.
Αλλά εσύ μόνο στη Μηλιώνη μάλλον, Κολωνάκι, πας για καφέ. Που να τα ξέρεις όλα αυτά.
Γεια σου Δήμαρχε που δεν ξέρεις που δημαρχεύεις.
Πηγή: fb Syrakos Ioannis Kesen
373






