Πώς ένα αμφιπρόσωπο αρχαιοελληνικό αγγείο αποδομεί τον σύγχρονο ρατσισμό

Πώς ένα αμφιπρόσωπο αρχαιοελληνικό αγγείο αποδομεί τον σύγχρονο ρατσισμό

Η κυρίαρχη αντίληψη για την κλασική αρχαιότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε στους σκοτεινούς αιώνες της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, επέβαλε την εικόνα μιας «λευκής», αποστειρωμένης και πολιτισμικά περίκλειστης Ελλάδας. Αυτή η κατασκευασμένη αφήγηση, που χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικό θεμέλιο για τη νομιμοποίηση του δυτικού εθνοκεντρισμού και του ρατσισμού, έρχεται σήμερα αντιμέτωπη με τα ίδια τα αρχαιολογικά ευρήματα. Στο δοκίμιό της για το Aeon, η επίκουρη καθηγήτρια κλασικών σπουδών Sarah Derbew προχωρά σε μια ριζοσπαστική επανεξέταση της φυλετικής αναπαράστασης στην αρχαιότητα, χρησιμοποιώντας ως κεντρικό άξονα ένα εξαιρετικό εύρημα του 5ου αιώνα π.Χ.: ένα αμφιπρόσωπο αγγείο.

Το συγκεκριμένο αντικείμενο, ένας κάνθαρος που φιλοτεχνήθηκε στην Αθήνα, αποτελείται από δύο κεφάλια τοποθετημένα πλάτη με πλάτη. Από τη μία πλευρά απεικονίζεται μια γυναίκα με ανοιχτόχρωμο δέρμα και ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, ενώ από την άλλη ένα πρόσωπο με σκουρόχρωμο δέρμα, έντονα σγουρά μαλλιά και πλατιά χαρακτηριστικά, που παραπέμπουν στους πληθυσμούς της υποσαχάριας Αφρικής, τους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν Αιθίοπες. Η Derbew αποφεύγει την παγίδα μιας απλής αισθητικής περιγραφής και επικεντρώνεται στη λειτουργικότητα και τη δομή του σκεύους για να αναδείξει μια βαθιά πολιτική αλήθεια.

Τα δύο πρόσωπα του αγγείου δεν βρίσκονται σε ιεραρχική σχέση. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το ένα είναι ανώτερο ή ομορφότερο από το άλλο. Μοιράζονται ακριβώς την ίδια βάση, το ίδιο εσωτερικό κοίλωμα για το κρασί και τις ίδιες λαβές. Είναι δομικά και οπτικά ισότιμα. Κατά τη διάρκεια ενός αρχαιοελληνικού συμποσίου, η πράξη της πόσης απαιτούσε την περιστροφή του αγγείου. Καθώς το σκεύος γύριζε στα χέρια των συνδαιτυμόνων, το ένα πρόσωπο έδινε οργανικά τη θέση του στο άλλο, αναγκάζοντας τον χρήστη να βιώσει τη ρευστότητα των μορφών. Αυτή η κινητική εμπειρία καταρρίπτει τον σύγχρονο, απόλυτο δυαδισμό που θέλει το «μαύρο» και το «λευκό» να βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση, προτείνοντας αντίθετα μια συμπληρωματική σχέση στο αντικείμενο.

Η ανάγκη για μια τέτοια επανανάγνωση γίνεται επιτακτική αν αναλογιστεί κανείς τη συστηματική διαστρέβλωση που υπέστη η κλασική μνήμη από τους Ευρωπαίους μελετητές του 18ου και 19ου αιώνα. Όταν οι πατέρες της ιστορίας της τέχνης, όπως ο Johann Joachim Winckelmann, ήρθαν αντιμέτωποι με αμφιπρόσωπα αγγεία ή άλλες αναπαραστάσεις Αφρικανών, χρησιμοποίησαν μια γλώσσα βαθιά ρατσιστική. Περιέγραφαν συστηματικά το αφρικανικό πρόσωπο ως καρικατούρα, ως κάτι τερατώδες, κωμικό ή αισθητικά υποδεέστερο, ενώ ταυτόχρονα εξυμνούσαν το ευρωπαϊκό πρόσωπο ως το απόλυτο πρότυπο κλασικής ομορφιάς και πολιτισμού. Αυτή η σκόπιμη ενέργεια εξυπηρετούσε την ανάγκη της εποχής να παρουσιαστεί η αρχαία Ελλάδα ως η καθαρή, λευκή κοιτίδα της Δύσης, δικαιολογώντας έτσι το δουλεμπόριο και την αποικιακή επέκταση. Ο ρατσισμός, επομένως, δεν γεννήθηκε στα εργαστήρια των αρχαίων Ελλήνων κεραμέων, αλλά στα γραφεία των νεότερων Ευρωπαίων ακαδημαϊκών.

Στην πραγματικότητα, η φυλή και η διαφορά στο χρώμα του δέρματος προσλαμβάνονταν με τελείως διαφορετικό τρόπο στην αρχαιότητα. Στα κείμενα του Ομήρου, του Ηροδότου ή του Αισχύλου, οι Αιθίοπες δεν παρουσιάζονται ως υπάνθρωποι. Στην Οδύσσεια, μάλιστα, περιγράφονται ως ένας λαός τόσο δίκαιος και ευσεβής, που οι θεοί του Ολύμπου τους επισκέπτονταν συχνά για να παρευρεθούν στις γιορτές τους. Οι Έλληνες αναγνώριζαν και σέβονταν τη δύναμη μεγάλων αφρικανικών πολιτισμών, όπως της Αιγύπτου και του βασιλείου του Κους. Σύμφωνα με τη «θεωρία των κλιμάτων» της εποχής, η εξωτερική εμφάνιση και το χρώμα του δέρματος θεωρούνταν βιολογικά και γεωγραφικά δεδομένα που οφείλονταν στην έκθεση στον ήλιο ή το κρύο, και όχι τεκμήρια ηθικής ή πνευματικής ανωτερότητας. Επιπλέον, η δουλεία στον αρχαίο κόσμο δεν βασιζόταν στη φυλή, καθώς οποιοσδήποτε μπορούσε να γίνει δούλος ως αιχμάλωτος πολέμου και οποιοσδήποτε μπορούσε να είναι ελεύθερος πολίτης, ανεξαρτήτως του χρώματος του δέρματός του.

Το αμφιπρόσωπο αγγείο μετατρέπεται έτσι στα χέρια της Derbew σε ένα ισχυρό μανιφέστο για το μέλλον των κλασικών σπουδών, επιτάσσοντας την ανάγκη για μια πλήρη απο-αποικιοποίηση της γνώσης. Η συγγραφέας προτείνει μια αντιρατσιστική κλασική φιλολογία, η οποία ξεκινά από την παραδοχή ότι η αρχαία Μεσόγειος ήταν ένα ζωντανό σταυροδρόμι λαών, όπου η ανταλλαγή ιδεών, τεχνών και πληθυσμών μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής ήταν συνεχής και αδιάκοπη. Αντικείμενα που περιέχουν αυτή την πολυμορφία δεν πρέπει να κρύβονται στις αποθήκες των μουσείων ή να αντιμετωπίζονται ως απλά αξιοπερίεργα εξωτικά εκθέματα, αλλά να μπαίνουν στο επίκεντρο της εκπαίδευσης.

Αποδεικνύοντας ότι υπήρξαν ιστορικές περίοδοι, όπως η κλασική Αθήνα, όπου η μαύρη ταυτότητα δεν ήταν συνδεδεμένη με τη συστηματική καταπίεση και την κοινωνική υποτίμηση, το δοκίμιο καταφέρει ένα καίριο πλήγμα στην άποψη ότι ο ρατσισμός είναι κάτι φυσικό. Μας υπενθυμίζει ότι ο φυλετικός διαχωρισμός δεν είναι μια αναπόφευκτη ανθρώπινη κατάσταση, αλλά ένα ιστορικό κατασκεύασμα των τελευταίων αιώνων. Το αμφιπρόσωπο αγγείο προκαλεί τον σύγχρονο θεατή να αφαιρέσει τις φυλετικές παρωπίδες του και, μέσα από την απόλυτη συμμετρία των δύο προσώπων του, προσφέρει έναν καθρέφτη που μας καλεί να αντικρίσουμε τη διαφορετικότητα ως μια αναπόσπαστη, ενιαία και ισότιμη πτυχή της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας.

Πηγή: https://aeon.co

109