Ήταν Μάης του 1968. Ενώ οι δρόμοι του Παρισιού φλέγονταν από τα οδοφράγματα των φοιτητών και η Γαλλία παρέλυε από τη μεγαλύτερη γενική απεργία στην ιστορία της —με δέκα εκατομμύρια εργάτες να καταλαμβάνουν τα εργοστάσια—, στην Κυανή Ακτή η διεθνής αστική ελίτ ετοιμαζόταν για το καθιερωμένο της ετήσιο ντεφιλέ. Το 21ο Φεστιβάλ των Καννών είχε ξεκινήσει στις 10 Μαΐου, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όμως, η επαναστατική θύελλα που ξεκίνησε από τη νεολαία δεν άργησε να σαρώσει και το προπύργιο του αστικού κινηματογραφικού κατεστημένου, οδηγώντας στην ιστορική ακύρωση του φεστιβάλ «σαν σήμερα», στις 18 Μάη του 1968.
Η σύγκρουση είχε ξεκινήσει μήνες πριν. Το γαλλικό κράτος, υπό την αυταρχική διακυβέρνηση του Ντε Γκωλ, είχε επιχειρήσει να απολύσει τον Ανρί Λανγκλουά, τον θρυλικό ιδρυτή της Γαλλικής Ταινιοθήκης (Cinémathèque Française), με σκοπό να θέσει υπό πλήρη έλεγχο έναν χώρο ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης.
Η κινητοποίηση των δημιουργών ήταν άμεση. Η «Ένωση Κινηματογραφιστών» (Etats Généraux του Γαλλικού Κινηματογράφου) είχε ήδη αρχίσει να ριζοσπαστικοποιείται. Όταν ξέσπασε ο γαλλικός Μάης, έγινε σαφές ότι η τέχνη δεν μπορούσε πλέον να διαχωριστεί από την κοινωνική επανάσταση.
Στις 13 Μαΐου, η γενική απεργία απλώθηκε σε όλη τη χώρα. Στις Κάννες, οι προβολές συνεχίζονταν, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Η ριζοσπαστική πτέρυγα των δημιουργών —με μπροστάρηδες τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ, τον Φρανσουά Τρυφό, τον Κλοντ Λελούς και τον Λουί Μαλ— αρνήθηκε να παίξει τον ρόλο του «διασκεδαστή» της μπουρζουαζίας την ώρα που οι εργάτες μάχονταν στα εργοστάσια.
«Σας μιλάω για αλληλεγγύη με τους εργάτες και τους φοιτητές, κι εσείς μου μιλάτε για tracking shots και κοντινά πλάνα! Είστε ανόητοι!» — Ζαν-Λικ Γκοντάρ, 18 Μαΐου 1968
Η κορύφωση ήρθε όταν οι δημιουργοί και οι αλληλέγγυοι φοιτητές εισέβαλαν στη μεγάλη αίθουσα προβολών. Για να εμποδίσουν την έναρξη της ταινίας Peppermint Frappé του Κάρλος Σάουρα, ο Τρυφό, ο Γκοντάρ και ο ίδιος ο Σάουρα κρεμάστηκαν κυριολεκτικά από τις κόκκινες βελούδινες κουρτίνες της σκηνής, κρατώντας τες κλειστές.
Τα μέλη της κριτικής επιτροπής, ανάμεσά τους ο Λουί Μαλ και ο Ρόμαν Πολάνσκι, παραιτήθηκαν. Ξένοι σκηνοθέτες απέσυραν τις ταινίες τους σε ένδειξη αλληλεγγύης. Το φεστιβάλ είχε νεκρώσει. Η διοίκηση αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει: το Φεστιβάλ των Καννών διακόπηκε οριστικά, χωρίς βραβεία.
Η ακύρωση των Καννών το 1968 δεν ήταν ένα απλό καπρίτσιο κάποιων «επαναστατημένων αστών καλλιτεχνών» αποδεικνύοντας ότι η τέχνη δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από την ταξική πάλη. Οι σκηνοθέτες δεν κλείστηκαν στα ατελιέ τους. Κατέβηκαν στο δρόμο μαζί με το προλεταριάτο, αναγνωρίζοντας ότι η δική τους απελευθέρωση από τα δεσμά των παραγωγών και της λογοκρισίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανατροπή του καπιταλισμού.
Ενώ οι Κάννες έπεφταν και τα εργοστάσια τελούσαν υπό κατάληψη, η ηγεσία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCF) και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (CGT) προσπαθούσε να περιορίσει την εξέγερση σε απλά οικονομικά αιτήματα, οδηγώντας τελικά στις προδοτικές «Συμφωνίες της Γκρενέλ». Η ακύρωση των Καννών έδειξε το μέγεθος των δυνατοτήτων που υπήρχαν αν υπήρχε μια πραγματική, επαναστατική πρωτοπορία.
Όπως έγραφαν οι Λέον Τρότσκι και Αντρέ Μπρετόν στο Μανιφέστο για μια Ανεξάρτητη Επαναστατική Τέχνη (1938):
«Η ανεξαρτησία της τέχνης — για την επανάσταση. Η επανάσταση — για την πλήρη απελευθέρωση της τέχνης!»
Ο Μάης του ’68 στις Κάννες απέδειξε ότι ο κινηματογράφος δεν είναι ιδιοκτησία των real estate μάνατζερ, των χορηγών και των αστέρων του κόκκινου χαλιού. Ανήκει σε αυτούς που μοχθούν και σε αυτούς που μάχονται. Η ακύρωση εκείνου του φεστιβάλ παραμένει ένας φωτεινός φάρος που μας θυμίζει ότι όταν το προλεταριάτο σηκώνει το ανάστημά του, ακόμη και τα πιο λαμπερά προπύργια του καπιταλισμού αναγκάζονται να κατεβάσουν τις κουρτίνες τους.






