Παντελής Πουλιόπουλος
ΠΩΣ ΧΑΙΡΕΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΝΕΟ ΧΡΟΝΟ ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ
Έρχεται να ξημερώσει και σε μας εδώ πάνω η πρώτη του καινούργιου χρόνου.
Η καλή γιορτή που άλλοτε με τόσες γλυκές θύμησες και τόσες γλυκές ελπίδες μας ανακούφιζε τους πόνους της σκληρής ζωής, θα ’ρθεί τώρα για να φωτίσει με το γιορτάσιμο φως της το αδιάκοπο μαρτύριο του καθημερινού μας θανάτου, να ξαναζωντανέψει στη φαντασία μας τη φρικαλέα εικόνα του χθεσινού αιματόβρεχτου Γολγοθά μας και σαν μαύρος οιωνός να μας προμηνύσει ένα φριχτότερο αύριο.
Τι θα αντικρίσει εδώ πάνω ο καινούργιος χρόνος;
Από τις όχθες του Μαιάνδρου ως τις χιονισμένες βουνοκορφές του Ουσάκ και απ’ της Τουρκίας την ιερή πολιτεία, την Προύσα, ως τις παγωμένες πλαγιές των θρακικών βουνών, εμείς στεκόμαστε άγρυπνοι μπροστά στο φυλάκιο με το τουφέκι στα ξυλιασμένα χέρια μας, έτοιμοι να σκοτώσουμε και να σκοτωθούμε.
Άλλοι κείτονται στα νοσοκομεία, είτε απ’ το σαράκι της κακομοιριάς τους χτικιασμένοι, είτε από του πολυβασανισμένου κορμιού το σάπισμα, είτε με αγιάτρευτες ακόμα τις πληγές απ’ το θανατερό βόλι, αυριανοί σακάτηδες, αφρόντιστοι, πεταμένοι, σαν άχρηστα κτήνη, μακριά από κάθε ανθρώπινη σπλαχνική συμπόνια, άλλοι που στην ίδια τους τη δύναμη ζητήσανε τη σωτηρία απ’ του πολέμου το βασανιστήριο, αλυσοδεμένοι βρίσκονται στις φυλακές και στενάζουν κάτω απ’ το άσπλαχνο κνούτο του τιμωρού νόμου.
Κι άλλοι… Μα όχι πια άλλοι, γιατί αυτοί δεν είναι ζωντανοί. Είναι οι σκοτωμένοι που ο καινούργιος χρόνος δεν τους βρίσκει αναμεταξύ μας. Τα λαγκάδια και τα βουνά της Μικράς Ασίας ή τα όρνεα τ’ ουρανού δεχτήκανε το κορμί τους… Μα η φρίκη της τωρινής πραγματικότητας δεν σταματάει εδώ. Πίσω μας, κει κάτω στο πατρικό μας σπίτι, η μαυρίλα της δυστυχίας σκεπάζει την οικογένειά μας τόσα χρόνια τώρα. Είμαστε φτωχοί εμείς δω πάνω, γιατί οι πλούσιοι και δυνατοί έχουν τον τρόπο να μην είναι στρατιώτες ή να μην είναι μακριά απ’ το σπίτι τους. Με τον ιδρώτα μας ετρέφαμε τους γέρους μας γονιούς και αποκατασταίναμε τις αδερφάδες μας. Τώρα ο γέροντας πατέρας θα ’χει ίσως πεθάνει, τ’ αδερφάκια μας τα μικρά θα ’ναι πεταμένα, απροστάτευτα στους δρόμους και οι αδερφάδες μας θα ’ναι ίσως στριμωγμένες απ’ τη δυστυχία στο βούρκο της ατιμίας, για να κορέσουν τις χτηνώδικες ορέξεις κανενός ταλαντούχου.

Κ’ εμείς εδώ πάνω πολεμάμε για την πατρίδα…
Πού ’ναι οι γλυκές θύμησες του περασμένου χρόνου που θα ξαλαφρώσουν τους τωρινούς μας πόνους; Πουθενά. Δε ρίχνουμε το νου μας στην αναπόληση των περασμένων, γιατί παντού αίματα και αλυσίδες, θάνατο και μαρτύρια συναντάμε. Πολύ λίγοι θα σταματήσουνε ίσως μπροστά σε μια ημερομηνία: 1 Νοεμβρίου. Πετάξαμε, θα πούνε, από πάνω έναν πολεμικό εφιάλτη που επίεζε το λαό θανάσιμα, σέρνοντάς τον να σφαχτεί, θύμα του αχόρταγου Μαμωνά της δυτικής Ευρώπης. Κι αυτών όμως των λίγων η πρόληψη που τους επλάνεβε, δέχτηκε πολύ γρήγορα το δυνατό χτύπημα της πραγματικότητας. Ο εφιάλτης δεν έφυγε, μα ξανακάθισε μεταμορφωμένος και φοβερότερος στο στήθος του δυστυχισμένου λαού!
«Θα επιδιώξω την συμπλήρωσίν της εθνικής αποκαταστάσεως στηριζόμενος επί του ηρωικού μας στρατού», κήρυξαν οι νέοι κυβερνήτες επίσημα και πανηγυρικά με το βασιλικό διάγγελμα.
Ο δήμιος βρικολάκιασε και πάλι ζητάει απ’ το λαό αίμα, αίμα, αίμα… Κ’ έτσι αντί για γλυκιές ελπίδες, η γιορτάσιμη πρωτοχρονιά πικρά μοιρολόγια τονίζει τώρα, πένθιμα για τους μελλοθάνατος!
Κρατήστε όμως την αιμοβόρικη χαρά σας, αναστημένοι βρικόλακες! Δεν είμαστε πια οι αγαθοί μοιρολάτρες του περασμένου καιρού. Μέσα στην κόλαση των τελευταίων τούτων αιματόβρεχτων χρόνων ξυπνήσαμε, χρειάστηκε ν’ αφήσουμε τη ζωή του πολίτου που τόσο όμορφα ξέρετε να τη ζωγραφίζετε ως ελεύθερη και ειρηνική και να συρθούμε βίαια στον ανθρώπινο αλληλοσπαραγμό για να αντικρίσουμε τη φοβερή πραγματικότητα της κοινωνικής εκμετάλλευσης που τόσο τεχνικά σκεπάζετε με τα ψεύτικα στολίδια σας. Και το αντίκρισμά της σκόρπισε τα πλάνα ιδανικά σας, τις «πατρίδες» σας και τα «εθνικά όνειρά» σας και μας έδειξε ολοφάνερα τι κρύβει από πίσω τους. Το σιχαμερό εγώ σας, το εγώ της κεφαλαιοκρατικής σας τάξης. Και είδαμε ότι εμείς οι φτωχοί βιοπαλαιστές, οι εργάτες, δεν μπορούμε μέσα σε τούτη την κοινωνία που κυριαρχεί η εκμετάλλευση να απολαύουμε ελευτεριά, γιατί κι όταν δεν στρατευόμαστε σε πόλεμο, είμαστε πάντα στρατευμένοι στο βιομηχανικό και εμπορικό στρατό της πλουτοκρατίας, πάντα σκλάβοι που ή με το αίμα ή με τον ιδρώτα μας θα πληθαίνουμε τους θησαυρούς της και θα ικανοποιούμε τις ανικανοποίητες απολαύσεις της χτηνώδικης αχορτασιάς της.
Μη μας μιλάτε πια για λευτεριά, γιατί τόσο πιο αβάσταχτη αισθανόμαστε τη σκλαβιά μας. Είδαμε ότι και οι κυβερνήτες, όπιο χρωματισμό κι αν έχουν, δεν είναι παρά γνήσιοι αντιπρόσωποι της εκμεταλλεύτριας αυτών τάξης και ότι η κρατική εξουσία με τη στρατοκρατία της δεν είναι παρά μια οργανωμένη βία σε υπηρεσία των συμφερόντων της.
Μη μας μιλάτε λοιπόν για πατρίδες και για εθνικές αποκαταστάσεις γιατί τόσο πιο σιχαμεροί μας φαινόμαστε!
Κι όταν πια τα είδωλά σας γκρεμίστηκαν μέσα μας και μείς οι τυφλοί αναβλέψαμε, εκυριεύτηκε η καρδιά μας από μίσος εναντίον σας, εναντίον όλης σας της καινούργιας τάξης. Μα όχι από το καταστρεπτικό και στείρο εκδικητικό μίσος που σεις και οι όμοιοί σας καλλιεργείτε καταχθόνια ανάμεσα στους λαούς και που γεννάει τις ανθρωποσφαγές των γαλλογερμανικών και ελληνοβουλγαρικών πολέμων, αλλά το μεγάλο και ιερό και δημιουργικό αίσθημα της αγανάχτησης που κατά τις ώριμες επαναστατικές ιστορικές περιόδους εμψυχώνει τους λαούς που συντρίβουν τα δεσμά της σκλαβιάς τους, γκρεμίζουν την παλιά κοινωνία και οικοδομάνε μια καινούργια, ελεύθερη και δίκαιη.
Το σπέρμα της καινούργιας ανθρωπότητας έπεσε από πολύ καιρό τώρα και εβλάστησε μέσα στους καπνούς του πολέμου, εκεί πάνω στο βοριά!
Η επαναστατική περίοδος ζυγώνει στο τέλος της. Τρέμετε μπροστά της, εσείς που δεν θέλετε να το αναγνωρίσετε, κρατώντας στους ώμους σας το ετοιμόρροπο οικοδόμημα της σημερινής κοινωνίας. Πολύ γρήγορα έρχεται ο τελειωτικός σεισμός που θα σας πλακώσει κάτω από τα ερείπιά του.
Γι’ αυτό, μεγάλοι κυβερνήτες, είμαστε πραγματικοί ηρωικοί στρατιώτες της ανθρωπότητας κι όχι της πατρίδας σας. Και γι’ αυτό η πρώτη του 1921 δεν ακούει εδώ πάνω στο μέτωπο ούτε τα μοιρολόγια των αδικοσκοτωμένων, ούτε τους στεναγμούς των βασανισμένων, αλλά μια κραυγή μεγάλη, στεντόρεια, που βγαίνει κι απ’ των πολεμιστάδων τα παλικαρίσια στήθια κι απ’ των κοιτόμενων τα χτικιασμένα πνευμόνια κι απ’ των αποθαμένων τα χωσμένα κόκαλα:
Ζήτω η επανάσταση!
Το Κεντρικό Συμβούλιο των Σοβιέτ των Στρατιωτών της Ελλάδος
Πηγή: https://www.neaprooptiki.gr







