του Δημήτρη Αγγελίδη
Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν τρεις εμβληματικοί Ελληνες δικαστές που έχουν συνδέσει το όνομά τους με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ενόψει της ερχόμενης Συνόδου της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στη Μολδαβία στις 14-15 Μαΐου. Η σύνοδος αναμένεται να υιοθετήσει πολιτική διακήρυξη που επιχειρεί να περιορίσει την προστασία την οποία παρέχει το ΕΔΔΑ σε υποθέσεις που σχετίζονται με τη μετανάστευση, ζητώντας από το Δικαστήριο να εφαρμόσει με περιοριστικό τρόπο την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Για «προσβολή της δικαστικής ανεξαρτησίας» του ΕΔΔΑ έκανε λόγο ο Ιωάννης Κτιστάκις, πρόεδρος του 3ου Τμήματος του ΕΔΔΑ, μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε χτες στην αίθουσα του ΔΣΑ η οργάνωση Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Ο κ. Κτιστάκις υπογράμμισε ότι «το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό και πρόκειται για παρέμβαση δύο φορές πιο επικίνδυνη για τη δικαστική ανεξαρτησία του δικαστηρίου από προηγούμενες απόπειρες παρέμβασης».
Πέρυσι τον Μάιο, εννέα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, με πρωτοβουλία Δανίας και Ιταλίας, επισήμαναν με επιστολή τους ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα εμποδίζουν την άσκηση μεταναστευτικής πολιτικής στην Ευρώπη, ζητώντας να αλλάξει η ερμηνεία του ΕΔΔΑ στο άρθρο 3 που απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, όπως και στο άρθρο 8 που προστατεύει την ιδιωτική και την οικογενειακή ζωή.
Ακολούθησε δήλωση 27 κρατών μελών που ζητούν εξισορρόπηση των ατομικών δικαιωμάτων των μεταναστών και των συμφερόντων εθνικής ασφάλειας. Οι κινήσεις αυτές αποτελούν μέρος μιας εκστρατείας αμφισβήτησης του διεθνούς δικαίου από τη διεθνή ακροδεξιά και τη συντηρητική δεξιά, που περιλαμβάνει δηλώσεις απαξίωσης της Σύμβασης της Γενεύης ή εκκλήσεις για να αλλάξει όπως και πολιτικές παρεμβάσεις στον τρόπο που ερμηνεύει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου το Δικαστήριο του Στρασβούργου.
«Χαίρομαι που η ελληνική διοίκηση τάχθηκε ώς σήμερα με τη σωστή πλευρά της Ιστορίας και δεν υπέγραψε ούτε το αρχικό κείμενο των 9 ούτε των 27 κρατών και ελπίζω ότι θα συνεχίσει να στέκεται στη σωστή πλευρά», σημείωσε ο κ. Κτιστάκις, κάνοντας λόγο για «εξωθεσμική παρέμβαση» που φέρνει το Δικαστήριο σε μια «αδύνατη θέση», καθώς οι αποφάσεις του μπορεί στο εξής να θεωρούνται είτε υποχώρηση είτε αντιπαράθεση απέναντι σε πολιτικές πιέσεις. Σημείωσε ότι «δεν έπρεπε να φτάσουμε σήμερα εδώ», μεταξύ άλλων διότι δεν το δικαιολογούν τα αντικειμενικά στοιχεία, καθώς από τις 52.324 ατομικές προσφυγές που εκκρεμούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο το 1,5% αφορούν υποθέσεις μετανάστευσης και ασύλου.
Από την πλευρά του, ο πρώην πρόεδρος του ΕΔΔΑ, Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος, σημείωσε ότι από το σύνολο των αποφάσεων του Δικαστηρίου τα προηγούμενα δέκα χρόνια για 47 κράτη-μέλη, μόνο το 1,5% αφορούσε θέματα μετανάστευσης και από αυτές μόνο το 6% ήταν καταδικαστικές. Ο κ. Σισιλιάνος, όπως και ο κ. Κτιστάκις, επισήμαναν ότι ανοίγει τον ασκό του Αιόλου ένας περιορισμός δικαιωμάτων ανά θεματική ενότητα, καθώς, αν περιοριστεί σήμερα η προστασία για τους μετανάστες, στη συνέχεια θα ακολουθήσουν περιορισμοί ενδεχομένως στα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ, της ελευθερίας της έκφρασης κ.λπ.
Ο κ. Σισιλιάνος σημείωσε ότι η επικείμενη «πολιτική δήλωση, όπως και αυτές που προηγήθηκαν, είναι στοχευμένη αλλά μη δεσμευτική, δεν έχει άμεσες και ρητές συνέπειες. Το κείμενο συνιστά απόπειρα παρέμβασης στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αλλά εναπόκειται στο κουράγιο και στο ανάστημα του δικαστηρίου και των δικαστών να κάνουν ό,τι νομίζουν με αυτό».
Την έκπληξή του από τον αριθμό των κρατών που υπέγραψαν την πολιτική παρέμβαση εξέφρασε ο πρώην αντιπρόεδρος του ΕΔΔΑ, Χρήστος Ροζάκης, ο οποίος σημείωσε ότι το άρθρο 3 για την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της εξευτελιστικής και απάνθρωπης μεταχείρισης «δεν επιδέχεται οποιαδήποτε παρέμβαση» και «δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να θιγεί, εφόσον η υπόστασή του παραμένει δεσμευτική για τα κράτη-μέλη».






