Μια βραδιά γεμάτη αποκαλυπτικές μαρτυρίες και έντονο προβληματισμό ζήσαμε όσοι και όσες βρεθήκαμε χθες, Σάββατο, στο Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών. Η προβολή του συγκλονιστικού ντοκιμαντέρ «142 χρόνια» (142 Years) του Στέλιου Κούλογλου, έφερε ξανά στο προσκήνιο τη σκοτεινή πραγματικότητα των pushbacks (παράνομων επαναπροωθήσεων), της ποινικοποίησης της διάσωσης και των εξοντωτικών ποινών που επιβάλλουν τα ευρωπαϊκά δικαστήρια σε πρόσφυγες, βαφτίζοντάς τους «διακινητές».
Το ντοκιμαντέρ ξετυλίγει την ιστορία του Μοχαμάντ Χανάντ Αμπντί, ενός νεαρού Σομαλού που καταδικάστηκε σε 142 χρόνια φυλάκισης επειδή άγγιξε το τιμόνι της βάρκας για να σώσει τους συνεπιβάτες του, όταν ο πραγματικός διακινητής τους εγκατέλειψε μεσοπέλαγα. Μέσα από την κάμερα, αποκαλύπτεται πώς οι πρόσφυγες μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους μιας απάνθρωπης μεταναστευτικής πολιτικής.
Οι τοποθετήσεις: Όταν η αλήθεια ξεπερνά το ντοκιμαντέρ
Μετά την προβολή, το λόγο πήραν δύο άνθρωποι που βιώνουν την προσφυγική κρίση και την κρατική καταστολή στην πρώτη γραμμή: ο διασώστης Ιάσονας Αποστολόπουλος και ο δημοσιογράφος Σταύρος Μαλιχούδης.
Ο Ιάσονας Αποστολόπουλος, με τη ζωντανή εμπειρία από τις διασώσεις στην Κεντρική Μεσόγειο, εξήγησε ότι η περίπτωση του Μοχαμάντ δεν είναι εξαίρεση, αλλά ο κανόνας.
«Μας αποκαλούν εμάς, στα διασωστικά πλοία, «pull factor of migration», δηλαδή μας λένε ότι είμαστε ο παράγοντας έλξης της προσφυγιάς προς την Ευρώπη. Δηλαδή λένε «άμα τους διασώζεις, ενθαρρύνεις νέες αφίξεις, το μαθαίνουν οι άλλοι, θα ‘ρθουν, θα ξεκινήσουν αφού τους διασώζεις». Αυτό λένε στα επίσημα έγγραφά τους. Αν αντιστρέψουμε αυτό το επιχειρημα: αν δεν τους διασώζεις, τότε τους αποθαρρύνεις από το να έρθουν. Δηλαδή, κυριολεκτικά χρησιμοποιούν τον θάνατο ως μέσο αποτροπής. Δεν το λέω εγώ, δεν είναι κάποιο θεωρητικό σχήμα για να αρέσει, να κατηγορώ το κράτος, είναι στα επίσημα έγγραφά τους.
Γιατί για τα κράτη της Δύσης η διάσωση ενθαρρύνει, ενώ η μη διάσωση αποτρέπει. Γιατί, δεν το βλέπουμε μόνο στη θάλασσα δυστυχώς, οτιδήποτε βλέπει τους πρόσφυγες ως ανθρώπους ισότιμους πρέπει να κατασταλεί. Η διάσωση είναι παράγοντας έλξης της προσφυγιάς, η αλληλεγγύη είναι παράγοντας έλξης της προσφυγιάς, η φροντίδα είναι παράγοντας έλξης της προσφυγιάς, ενώ το ζητούμενο είναι να τους κάνουμε τον βίο αβίωτο ώστε να μην έρχονται εδώ, όπως είχε πει πολύ εύγλωττα και ο αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας πριν κάποια χρόνια.
Άρα λοιπόν, με αυτή την έννοια, και αυτό που κάνουμε εμείς εδώ έχει αναβαθμισμένη σημασία. Όλες αυτές οι πράξεις, και η σημερινή εκδήλωση, δεν είναι απλά ανθρωπιστικές πράξεις, είναι βαθιά πολιτικές και θα έλεγα και αντιφασιστικές. Η διάσωση είναι πολιτική πράξη γιατί αντιστέκεται στην κρατική θανατοπολιτική του πνιγμού. Η αλληλεγγύη, όπως και το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, είναι πολιτική πράξη γιατί αντιστέκεται στην κρατική πολιτική της εξαθλίωσης. Και για αυτό ακριβώς ποινικοποιείται.
Είδαμε ένα παράδειγμα, την Ίνγκεμποργκ Μπέουχελ, την Ολλανδή δημοσιογράφο, καταδικάστηκε σε οκτώ μήνες φυλάκιση επειδή φιλοξένησε πρόσφυγα σπίτι της. Επειδή, δηλαδή, έσπασε την κρατική συνθήκη του εγκλεισμού στα καμπ.
Και για να πω και δύο λόγια και για την συγκεκριμένη υπόθεση που είδαμε στην ταινία. Οι τρεις αυτοί άνθρωποι, ο Μοχάμαντ, ο Ακίφ και ο Αμίρ, είναι ένα σύμβολο. Οι ιστορίες τους αντικατοπτρίζουν χιλιάδες άλλες ιστορίες. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, η κατηγορία των καταδικασμένων ως διακινητών στις ελληνικές φυλακές είναι η δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία σε όλο το σωφρονιστικό σύστημα. Μετά τα ναρκωτικά, είναι αυτοί οι άνθρωποι.
Και είναι μια πάγια πολιτική και της Ελλάδας και της Ιταλίας να συλλαμβάνουν μαζικά τυχαίους πρόσφυγες, βαφτίζοντάς τους διακινητές, όποιον βρουν κοντά στο τιμόνι, με σκοπό φυσικά, όπως είπαμε και πριν, για πολλούς λόγους, αλλά μεταξύ άλλων και για να τους αποτρέπουν από το να έρχονται και για να δείχνουν έργο ότι πιάνουν τους κακούς και για να θολώνουν τις κρατικές ευθύνες από τα ναυάγια. Γιατί νομίζω ότι όλοι το ξέρουμε ότι ο πραγματικός διακινητής δεν μπαίνει ποτέ μέσα στις προσφυγικές βάρκες. Ο πραγματικός διακινητής είναι στην Τουρκία ή στη Λιβύη και έχει βγάλει εκατομμύρια ευρώ από αυτή την ιστορία, δεν έχει κανένα λόγο να μπει στη βάρκα και να ρισκάρει τη ζωή του.
Τη βάρκα την οδηγεί ένας τυχαίος… ετών, ένας τυχαίος πρόσφυγας, που είτε δεν έχει να πληρώσει, οπότε ως αντίτιμο του ταξιδιού δίνει αυτή την υπηρεσία της οδήγησης, είτε μπορεί πολύ απλά να έχει απειληθεί από τους διακινητές, να έχουν την οικογένειά του όμηρο, να του έχουν ένα πιστόλι στον κρόταφο – τα έχουμε δει όλα αυτά. Πάντως, για κάποιο λόγο, ένας τυχαίος πρόσφυγας πιάνει τα ηνία της βάρκας για να μπορέσουν οι άνθρωποι να επιβιώσουν και να φτάσουν στην απέναντι πλευρά.
Άρα, όποτε ακούμε στις ειδήσεις «πιάσαμε διακινητές» και «πιάσαμε διακινητές», είναι κατά 99% τυχαίοι πρόσφυγες, σαν τον Ακίφ, τον Αμίρ και τον Μοχάμαντ.
Επίσης, αυτή η υπερεστίαση στους διακινητές έχει μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική λειτουργία. Ο διακινητής είναι ο μπαμπούλας που ξεπλένει κάθε κρατικό έγκλημα. Τι ακούμε πάντα όταν συμβαίνει ένα μεγάλο ναυάγιο στην Ελλάδα ή στην Ιταλία; Κατευθείαν, αυτόματα, έχουν έναν αυτόματο πιλότο, το λένε όλοι: «Δεν φταίμε εμείς, δεν φταίει η κυβέρνηση, οι διακινητές φταίνε. Αυτοί έβαλαν τους ανθρώπους σε μια βάρκα και τους έστειλαν να πεθάνουν. Αυτοί τους στρίμωξαν σαν σαρδέλες σε ένα σαπιοκάραβο». Κάποιες φορές, μάλιστα, τους λένε και «δουλεμπόρους». Που δεν είναι δούλοι οι άνθρωποι, προς το άσυλο είναι, αλλά η λέξη «δουλεμπορικό» και «δουλέμπορος» δημιουργεί μια εικόνα τρομοκρατίας και, έτσι, κατασκευής απειλών στην ελληνική κοινωνία, ώστε να κουμπώσει μετά και ο «εισβολέας», όλα αυτά έτσι…»
Από την πλευρά του, ο Σταύρος Μαλιχούδης, δημοσιογράφος της ερευνητικής ομάδας Solomon, μίλησε για τις έρευνες που έχουν κάνει και την κρατική προσπάθεια να επιβληθεί σιωπή.
«Ένα πράγμα που παρατηρείται πάρα πολύ, εσωτερικά στο Λιμενικό, είναι ότι επειδή όλες οι εντολές για παράνομες πρακτικές δίνονται άτυπα, δηλαδή δεν δίνονται από το κανονικό σύστημα καταγραφής, αλλά μπορεί να είναι στο Viber, να είναι στο Signal, από ό,τιδήποτε, πλέον υπάρχουν, ε, στελέχη του Λιμενικού, τα οποία όταν λαμβάνουν τέτοιες εντολές για παράνομες πρακτικές, λένε στους ανωτέρους τους ότι: «Αυτό το πράγμα που μου ζητάτε, θέλω να μου το ζητήσετε επίσημα για να το κάνω».
Στον Έβρο υπάρχει ένα ακόμα κομμάτι, το οποίο, ε, έχει πολύ σημασία νομίζω. Εκεί έχουμε το κομμάτι των διακινητών, των φερόμενων διακινητών, που ουσιαστικά είναι άνθρωποι που απλά μπορεί να τους έχουν οδηγήσει στο όχημα, όπου εκεί έχουμε πάρα πολλές περιπτώσεις που είναι ασυνόδευτα ανήλικα αγόρια. Αυτό συμβαίνει γιατί οι διακινητές λένε στα παιδιά, ας πούμε, ότι: «Εσύ, άμα συμβεί κάτι, είσαι ανήλικος, οπότε θα έχεις μια πιο ήπια μεταχείριση, πιθανότατα δεν έχεις χρήματα να πληρώσεις». Και ουσιαστικά βάζουν αγόρια, ε, έφηβα παιδιά, να οδηγούν αυτοκίνητα. Και υπάρχει αυξημένη, επειδή στα σύνορα γίνονται πάρα πολλές καταδιώξεις, γίνονται πάρα πολλά ατυχήματα και δυστυχώς και πάρα πολλά δυστυχήματα. Ε… αυτό δηλαδή έχει καταγραφεί αρκετά τα τελευταία χρόνια.
Στον Έβρο, επίσης, που επίσης υπάρχουν, συμβαίνουν εγκλήματα, ε, νομίζω το, το αναφέρει και ένας στην ταινία, δεν μιλάμε για επαναπροωθήσεις όπως ίσως έχουμε στο μυαλό μας, με την έννοια ότι φτάνεις στα σύνορα, σε εντοπίζουν στα σύνορα και σε πάνε πίσω. Μιλάμε για απαγωγές ανθρώπων. Εμείς είχαμε μια έρευνα πριν από μια εβδομάδα, όπου το ένα από τα θύματα ήταν μες στη Θεσσαλονίκη και τον πήραν από τη Θεσσαλονίκη μαζί με άλλους 20-30 ανθρώπους και τους πήγαν στα σύνορα. Οπότε μιλάμε για μια πολύπλευρη επιχείρηση, στην οποία συμμετέχουν διαφορετικά σώματα ασφαλείας, διαφορετικές διευθύνσεις, διαφορετικά μέσα, διαφορετικά οχήματα για να είναι εφικτή.
Και εκεί υπάρχουν συνοριοφύλακες, οι οποίοι το τελευταίο διάστημα έχουν ξεσαλώσει. Αυτό που μας μεταφέρεται από τους μάρτυρες είναι ότι τσακώνονται, ε, για το ποιος θα πάρει τα χρήματα, που έχουν πάνω τους. Οι συνοριοφύλακες, αυτό το ξέρουμε και από προηγούμενη έρευνα, ή μεταξύ τους τσακώνονται για το ποιος θα υπηρετήσει κοντά στο ποτάμι, ώστε να είναι αυτοί που θα κάνουν τις πρώτες προώθησεις, για να πάρουν τα χρήματά τους, και άμα, ε, σου ζητήσουν τα χρήματα, αυτά που έχεις πάνω σου, εσύ πεις ότι δεν έχεις και βρούνε να έχεις χρήματα πάνω σου, τότε εξοργίζονται. Αυτές νομίζω είναι πρακτικές που δεν παραπέμπουν σε σώματα ασφαλείας, δεν παραπέμπουν σε κράτος δικαίου και προσωπικά εγώ θα ανησυχούσα πάρα πολύ άμα είχα τέτοιους ανθρώπους δίπλα μου.
Εκεί, το μόνο ελάχιστα παρήγορο, είναι ότι επίσης έχουν υπάρξει συνοριοφύλακες που είτε έχουν παραιτηθεί τελείως από το σώμα, ε, είτε έχουν ζητήσει να φύγουν από τα σύνορα για να μην συμμετέχουν σε όλο αυτό το πράγμα.»
Αλληλεγγύη η απάντηση στη βαρβαρότητα
Η συζήτηση που ακολούθησε ανέδειξε την ανάγκη να δυναμώσει το αντιρατσιστικό κίνημα. Απέναντι στις δίκες-παρωδία, στους πνιγμούς και στην ποινικοποίηση της ανθρωπιάς, η μόνη απάντηση είναι η διεθνιστική αλληλεγγύη και η αποκάλυψη της αλήθειας.
Το επόμενο αγωνιστικό ραντεβού είναι η διαδήλωση για το κρατικό και ευρωπαϊκό έγκλημα της Πύλου, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 19 Ιουνίου στις 6.30 μ.μ. στην πλατεία Βικτωρίας. Τρία χρόνο μετά το πολύνεκρο ναυάγιο, το αίτημα για δικαιοσύνη, για την αποκάλυψη των εγκληματικών ευθυνών του Λιμενικού και για τον τερματισμό των δολοφονικών πολιτικών στα σύνορα παραμένει πιο ζωντανό και επιτακτικό από ποτέ.






