Του Μάριου Αυγουστάτου
Από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν θα μετέφερε την «Οδύσσεια» στη μεγάλη οθόνη, πολλοί περίμεναν ένα ακόμη εντυπωσιακό κινηματογραφικό έπος. Η ταινία, όμως, αποδεικνύεται κάτι πολύ περισσότερο από μια φιλόδοξη διασκευή του ομηρικού κειμένου. Μέσα από το ταξίδι και τις αναμνήσεις του Οδυσσέα, ο Νόλαν συνθέτει μια βαθιά κοινωνικοπολιτική αλληγορία για τον σύγχρονο κόσμο, μεταφέροντας το επίκεντρο από τον θρίαμβο του ήρωα, στις πληγές που αφήνει ο πόλεμος, στον φόβο απέναντι στον «άλλο» και στην κατάρρευση των κοινωνιών.
O Νόλαν είναι ο σκηνοθέτης που ξεκίνησε την τάση να μας δίνει προσγειωμένες, «γήινες» ταινίες με υπερήρωες, με τους ίδιους τους υπερήρωες να λειτουργούν ως το σύγχρονο αντίστοιχο των αρχαίων επικών-δραματικών πρωταγωνιστ(ρι)ών, μεταμορφωμένους μέσα από την ίδια την πραγματικότητα που πλάθει ο ίδιος.
Ο πόλεμος ως πληγή, όχι ως δόξα
Ο σκηνοθέτης δεν παρουσιάζει τον Οδυσσέα ως τον αήττητο θριαμβευτή της Τροίας. Αντίθετα, τον αντιμετωπίζει ως έναν άνθρωπο τραυματισμένο από τις επιλογές του και στοιχειωμένο από τη βία που ήταν ο ίδιος υπαίτιος. Η επιστροφή στην Ιθάκη δεν αποτελεί απλά μια γεωγραφική διαδρομή, αλλά μια επώδυνη πορεία μεταμέλειας και αυτογνωσίας. Το πραγματικό βάρος που κουβαλάει δεν είναι οι όποιες περιπέτειες του, αλλά οι ενοχές για έναν πόλεμο που άφησε πίσω του μόνο ερείπια και νεκρούς, χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα.
Ο πόλεμος δεν εξυμνείται, ούτε παρουσιάζεται ως πεδίο ηρωισμού. Αντίθετα, εμφανίζεται ως η αρχή ενός ντόμινο καταστροφών που συνεχίζει να δηλητηριάζει τις ζωές των ανθρώπων πολύ μετά τη λήξη των μαχών. Η νίκη στην Τροία δεν φέρνει λύτρωση, αλλά ενοχές, απώλειες και μια κοινωνία που αδυνατεί να επιστρέψει στην όποια κανονικότητα. Αυτή η επιλογή μετατρέπει την ταινία σε ένα ξεκάθαρο αντιπολεμικό μανιφέστο.
Ο Νόλαν αντιμετωπίζει την άλωση της Τροίας όχι ως θρίαμβο ενός «ανώτερου» πολιτισμού απέναντι σε έναν άλλο, αλλά ως παράδειγμα της αλαζονείας που γεννά κάθε μιλιταριστική δύναμη που θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να επιβληθεί στους υπόλοιπους. Η ύβρις των νικητών επιστρέφει αναπόφευκτα εναντίον τους, μετατρέποντας την ιστορία του Οδυσσέα σε μια διαχρονική υπενθύμιση: καμία στρατιωτική επικράτηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει το ανθρώπινο κόστος του αίματος.
Ο «ξένος»
Ιδιαίτερο βάρος έχει και ο τρόπος με τον οποίο η ταινία προσεγγίζει την έννοια του «ξένου». Στην εποχή και στον κόσμο της Οδύσσειας, η «φιλοξενία», ο σεβασμός και η αλληλεγγύη στον όποιο «ξένο» αποτελεί θεμελιώδη αξία. Όσοι αντιμετωπίζουν το άγνωστο, το διαφορετικό, το «ξένο» με καχυποψία, μίσος ή πολύ περισσότερο με βία, οδηγούνται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τελικά στην καταστροφή. Με αυτόν τον τρόπο, ο Νόλαν επανέρχεται στον πυρήνα του ομηρικού έπους, μιλώντας ευθέως για τη σημερινή εποχή, όπου η ξενοφοβία και η δαιμονοποίηση του διαφορετικού επανέρχονται με ανησυχητική ένταση. Το μήνυμα είναι σαφές: ο φόβος απέναντι στον άλλο δεν προστατεύει τις κοινωνίες. Τις απομονώνει, τις αποανθρωποποιεί και εν τέλει τις καταστρέφει.
Το ίδιο ισχύει και για τη στάση της ταινίας απέναντι στον ρατσισμό. Κι εδώ δεν θα μιλήσουμε για τις επιλογές του κάστινγκ, περί «woke» ατζέντας κλπ γελοίων «επιχειρημάτων». Η ανθρώπινη αξία δεν ορίζεται από την καταγωγή, τη φυλή ή έστω την εξωτερική εμφάνιση, αλλά από τις πράξεις και τις επιλογές των χαρακτήρων. Σε μια περίοδο όπου οι πολιτισμικές αντιπαραθέσεις και οι αποκλεισμοί κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο, η «Οδύσσεια» μας υπενθυμίζει ότι οι μεγάλοι μύθοι επιβιώνουν ακριβώς επειδή μιλούν για πανανθρώπινες εμπειρίες και όχι για διαχωρισμούς.
Μια έντεχνη και έμμεση κριτική στον εθνικισμό και τον ιμπεριαλισμό
Η αλαζονεία των νικητών, όπως τη δείχνει η ταινία, γυρίζει πάντα μπούμερανγκ. Καμία στρατιωτική ή πολιτισμική υπεροχή δεν δικαιολογεί την καταπάτηση του άλλου. Και όποιος το ξεχνά, το πληρώνει. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι συνέδεσαν την ταινία με τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα, βλέποντας σε αυτήν μια έμμεση κριτική προς τον εθνικισμό, τη δυτική αλαζονεία και την αναβίωση της πολιτικής του φόβου. Ο Νόλαν χρησιμοποιεί το ομηρικό έπος ως καθρέφτη του παρόντος, δείχνοντας ότι οι μεγαλύτερες απειλές για τον πολιτισμό δεν προέρχονται από μυθικά τέρατα ή θεούς, αλλά από την ανθρώπινη αλαζονεία, τη μισαλλοδοξία, τη βία και την άρνηση της διαφορετικότητας.
Η «The Odyssey» δεν είναι απλώς μια κινηματογραφική μεταφορά ενός κλασικού έργου. Είναι μια σύγχρονη πολιτική παραβολή που υπενθυμίζει πως οι πραγματικοί ήρωες δεν είναι όσοι κερδίζουν πολέμους, αλλά όσοι αναγνωρίζουν τα λάθη τους και επιλέγουν τον δρόμο της συμφιλίωσης. Σε μια εποχή γεμάτη συγκρούσεις, πολεμικές και μη, κρίσεις και κοινωνικούς διαχωρισμούς, το ταξίδι του Οδυσσέα αποκτά μια νέα, βαθιά ανθρώπινη σημασία.
Ίσως το πιο δυνατό μήνυμα της ταινίας είναι αυτό της αδελφοσύνης, της αλληλοκατανόησης και της αλληλεγγύης: η ιδέα ότι οι άνθρωποι, όσο διαφορετικοί κι αν φαίνονται, μοιράζονται τους ίδιους φόβους, τις ίδιες ελπίδες, την ίδια ανάγκη να γυρίσουν «σπίτι», όπως το ορίζει καθένας/καθεμία. Η Ιθάκη του Οδυσσέα δεν είναι απλώς ένας τόπος· είναι σύμβολο μιας κοινότητας στην οποία μπορεί να θεραπευτεί μόνο μέσα από τη συμφιλίωση και όχι μέσα από νέους διαχωρισμούς.
Σε μια εποχή πολέμων και ρητορικής φόβου και διαχωρισμών, η «Οδύσσεια» του Νόλαν δεν μας καλεί απλώς να απολαύσουμε μια περιπέτεια. Μας καλεί να θυμηθούμε ότι η πραγματική επιστροφή στο «σπίτι» περνάει πάντα μέσα από την επιστροφή στις πανανθρώπινες αξίες: τη φιλοξενία, την ισότητα, την αλληλεγγύη και, κυρίως, την ειρήνη.
Πηγή: redtopia.gr






