«Μπείτε μέσα, έρχονται οι μπάτσοι»: απειλές για τις οικογένειες Ρομά στην Ελλάδα

«Μπείτε μέσα, έρχονται οι μπάτσοι»: απειλές για τις οικογένειες Ρομά στην Ελλάδα

Όταν βρέχει, η σκεπή του σπιτιού του Γιάννη Κατσαρή στον οικισμό Ρομά του Νομισματοκοπείου μπάζει νερό. Έξω οι δρόμοι γίνονται ποτάμια που παγιδεύουν οικογένειες μέσα στη λάσπη και τα λύματα. Σε κάθε βήμα, το νερό φτάνει ως τους αστραγάλους. Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι σπάνια: όπως και πολλές άλλες κοινότητες Ρομά ανά την Ελλάδα, ο καταυλισμός δεν έχει κατάλληλη αποχέτευση, ηλεκτρικό και υποδομές.

Ο 24χρονος Γιάννης σταμάτησε το σχολείο μετά το γυμνάσιο, όχι από επιλογή αλλά λόγω ανωτέρας βίας. «Πήγαινα στο σχολείο και μου επιτίθενταν. Ακόμα και ο διευθυντής το ήξερε αλλά δεν με βοηθούσε. Με έβριζαν, με χτυπούσαν στις τουαλέτες και από όλη την ψυχολογική βία έπαθα τελικά αυτοάνοσο, σύνδρομο Guillain-Barré, από το άγχος. Έλεγαν «Φύγε από δω, βρομόγυφτε, δεν είναι εδώ μέρος για σένα» και άλλα τέτοια.
Πολύ αργότερα, όταν συμπλήρωσε τα 18 του χρόνια, γράφτηκε σε ένα σχολείο δεύτερης ευκαιρίας και επέστρεψε στα θρανία. Τώρα ελπίζει να σπουδάσει μηχανικός αυτοκινήτων μέσω ενός κρατικού προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης.
«Θέλω να συνεχίσω για να βρω μια αξιοπρεπή δουλειά, με καλές συνθήκες ζωής, και να μπορώ να μένω σε ένα σπίτι, να πληρώνω το νοίκι μου και την ΕΥΔΑΠ» είπε. «Δεν θέλω να με δείχνουν στον δρόμο και να λένε «Ο γύφτος που μένει εκεί». Αυτοί θα συνεχίσουν. Ακόμα κι αν βρω μια δουλειά και τελειώσω το πανεπιστήμιο, ακόμα κι αν σπουδάσω, θα υπάρχει ακόμα στοχοποίηση. Αλλά θέλω τουλάχιστον να κρατάω ψηλά το κεφάλι.
Στον καταυλισμό γύρω του επικρατεί ένας μικρός αναβρασμός – παιδιά κυνηγιούνται μέσα σε λακκούβες, μανάδες κουβαλάνε νερό, μουσική αντηχεί από το ένα κατάλυμα στο άλλο. Η ζωή είναι ένας καθημερινός αγώνας με την ανέχεια. Στον Γέρακα, οι κάτοικοι τραβάνε νερό από το νεκροταφείο· στο Χαλάνδρι, από μολυσμένους πλαστικούς σωλήνες. Το ηλεκτρικό ρεύμα έχει συνδεθεί παράνομα, όχι από επιλογή αλλά αναγκαστικά, μια και η ΔΕΗ δεν συνδέει αυθαίρετες κατοικίες. Στον Γέρακα μένουν τριανταπέντε οικογένειες, οι 22 σε πρόχειρα καταλύματα χωρίς αποχέτευση. «Οι δήμαρχοι το ξέρουν, αλλά λένε ότι όλα θα φτιαχτούν» λέει ο Γιώργος Νικολάου, απόφοιτος νοσηλευτικής που μένει στον καταυλισμό του Γέρακα. «Τίποτα δεν αλλάζει».
«Η στοχοποίηση – και σε σπίτι ακόμα να ζούσα – θα ξανάρχιζε τη στιγμή που θα μάθαιναν ότι είμαι Ρομά· έτσι είναι η κατάσταση, ο καταυλισμός έχει συνδεθεί με πολλές παρανομίες που δεν ισχύουν» λέει ο Γιάννης.
Η παρουσία της αστυνομίας προσθέτει άλλο ένα επίπεδο έντασης. Ο Νικολάου το ξέρει καλά. Η μητέρα του, η Παρασκευή, περιφρουρεί τον οικισμό τους μετά από μια έφοδο της αστυνομίας στις 14 Ιούλη του 2025.
«Δεν μπορεί να κοιμηθεί» λέει ο Γιώργος. «Ξυπνάει στις 4 το ξημέρωμα, κάθεται στο παράθυρο με τον καφέ και κοιτάει αριστερά δεξιά. Τη νύχτα κοιμάται στο σπίτι του ξαδέρφου μου πιο πάνω στον δρόμο, μην τυχόν και γίνει κι άλλη έφοδος»,
Η έφοδος της 14ης Ιουλίου αποτελούσε εξαίρεση για τον καταυλισμό του Γέρακα, που είναι πιο μικρή κοινότητα σε σύγκριση με άλλους οικισμούς Ρομά στην Αθήνα και δεν έχει αντιμετωπίσει ακραία βία.
«Παλιά η αστυνομία ερχόταν ήσυχα στον Γέρακα» θυμάται ο Γιώργος. «Συνήθως έκαναν μια δυο συλλήψεις για ρευματοκλοπές και έφευγαν. Αυτή τη φορά μπήκαν βίαια. Έκαναν έναν έλεγχο ρουτίνας και τα μόνα που βρήκαν ήταν ρευματοκλοπή και ένα αεροβόλο – που το περιέγραψαν μετά στις ειδήσεις σαν αληθινό όπλο.
Πρόσφατα η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός ειδικού αστυνομικού σώματος για τις κοινότητες των Ρομά, απόφαση που θορύβησε ομάδες της κοινωνίας των πολιτών και υποστηρικτές των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Στην Ελλάδα, οι Ρομά δεν είναι επίσημα αναγνωρισμένη μειονότητα· είναι Έλληνες πολίτες και έτσι θέλουν να αντιμετωπίζονται. Αυτή η νομική ασάφεια, ωστόσο, τους στερεί τις προστασίες που παρέχονται σε άλλες, αναγνωρισμένες μειονοτικές ομάδες.
Ο Νίκος Κατσαρής, ο πατέρας του Γιάννη, βλέπει αυτή τη λογική με δυσπιστία: «Γιατί [αστυνομική] ομάδα μόνο για Ρομά; Είμαστε τα εξιλαστήρια θύματα της ακροδεξιάς, για να βλέπει η γειτονιά ότι «γίνονται έλεγχοι». Όμως αυτοί οι έλεγχοι είναι υπερβολικοί».
Συχνά οι έφοδοι γίνονται μετά από καταγγελίες για φασαρία και ρευματοκλοπή, την οποία παραδέχονται ανοιχτά ότι κάνουν στην κοινότητα από ανάγκη, και πραγματοποιούνται από τις ΟΠΚΕ –βαριά οπλισμένες ειδικές μονάδες της ελληνικής αστυνομίας– συχνά εν είδει συλλογικής τιμωρίας.
«Καταυλισμός σημαίνει ότι την πληρώνουν όλοι» λέει η Έλενα Δεσιώτου, διαμεσολαβήτρια στο Δήμο Χαλανδρίου, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Ρομά Διαμεσολαβητών και Συνεργατών. «Γιατί να πληρώνουν όλοι; Είναι συλλογική η ευθύνη; Η ευθύνη είναι ατομική. Τι κάνεις εσύ σαν αστυνομία, σαν κράτος, σαν κυβέρνηση για να αποδώσεις την ευθύνη μονάχα στο άτομο που το έκανε και όχι σε ολόκληρη την κοινότητα;»
Η συλλογική τιμωρία που περιγράφει η Δεσιώτου αντανακλάται σε έναν πολύ χειροπιαστό φόβο, τον οποίο μαθαίνουν τα μικρά μέλη του καταυλισμού – ένα καθημερινό μάθημα να φυλάγονται, μέχρι που ο φόβος γίνεται τραύμα.
«Αν θες να πεις κάτι στα μικρά για να τα τρομοκρατήσεις όλα και να τα κάνεις να τρέξουν σπίτι παγωμένα απ’ τον τρόμο, πήγαινε και πες τους «Μπείτε μέσα, έρχονται οι μπάτσοι». Θα δεις να τα πιάνει τρέμουλο και να το βάζουν στα πόδια. Δύο με τριών χρονών μωρά» λέει ο Νίκος.
Παντού στην Ελλάδα, αντιμετωπίζουν ένα κουβάρι αστυνομικών εφόδων, μιντιακού στιγματισμού και ρατσιστικής ρητορικής. Παρ’ ότι είναι μία από τις παλαιότερες εθνοτικές ομάδες της Ευρώπης, οι Ρομά ανήκουν μέχρι και σήμερα στους πιο περιθωριοποιημένους πολίτες της. Το στρατηγικό πλαίσιο της ΕΕ για την ισότητα, ένταξη και συμμετοχή των Ρομά (2020-2030) καλεί τα κράτη μέλη να καταργήσουν τους απομονωμένους καταυλισμούς και να εξασφαλίσουν την πρόσβαση στη στέγαση, την εκπαίδευση, την υγεία και την εργασία. Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί ότι θα ανταποκριθεί στους στόχους αυτούς, αλλά η υλοποίηση αργεί ακόμα.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη εκτυλίσσονται παρόμοιες καταστάσεις καθώς τα ακροδεξιά αφηγήματα κερδίζουν έδαφος. Οι Ρομά παρουσιάζονται συχνά σαν σύμβολα εκτροπής από την τάξη, που χρησιμοποιούνται για τη δικαιολόγηση της κατασταλτικής αστυνόμευσης και την απομάκρυνση της προσοχής από ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα.
Επιπλέον, σύμφωνα με την αναφορά του επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, πολλοί Ρομά γίνονται στόχοι αστυνομικών εφόδων με λεκτική και σωματική βία, ρατσιστικές προσβολές και εκφοβισμό. Συχνά τους επιβάλλονται πρόστιμα για πταίσματα όπως πώληση αγαθών χωρίς άδεια, οδήγηση με σπασμένο φανάρι ή παράνομη σύνδεση σε δίκτυα κοινής ωφελείας. Κι όμως αυτός ο φαύλος κύκλος φουσκώνει τις στατιστικές των εγκλημάτων, όπως φάνηκε σε μια πρόσφατη δήλωση του υπουργού προστασίας του πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ο οποίος ισχυρίστηκε πως οι Ρομά ευθύνονται για το 75% της εγκληματικής δραστηριότητας.
Για όσους ζουν στους καταυλισμούς, όμως, τα νούμερα αυτά δεν λένε ολόκληρη την ιστορία. «Λένε ότι οι Ρομά κλέβουν χαλκό. Ξέρεις πόσο πουλιούνται 10 κιλά χαλκό; 60 ευρώ» λέει ο Κατσαρής. «Νομίζεις ότι θα κλέψω δέκα κιλά χαλκό για να γίνω πλούσιος; Το κάνω για να ταΐσω τα παιδιά μου. Ο Ρομά κλέβει, εντάξει· αλλά έχεις δει ποτέ Ρομά να κλέβει πολλά; Κλέβει για να επιβιώσει: 20, 30, 50 ευρώ για να ταΐσει τα παιδιά του. Αν του δώσεις δουλειά, δεν είναι βλάκας να πάει στη φυλακή για 50 ευρώ. Θα δουλέψει μεροκάματο για να ταΐσει τα παιδιά του. Όταν δίνεις μια λύση, η κατάσταση αλλάζει. Δεν φταίει ο Ρομά που κλέβει, αλλά η κοινωνία. Όταν ψάχνεις δουλειά και σου λένε όλοι «Δεν έχουμε δουλειές», αυτό είναι το πρόβλημα.
Ο Κώστας Ευθυμίου, αντιδήμαρχος κοινωνικής αλληλεγγύης στον δήμο Χαλανδρίου, δήμο που έχει και πληθυσμό Ρομά και έχει ασχοληθεί με το ζήτημα της ένταξης, εξηγεί:
«Αναπαράγονται συνεχώς στατιστικές εγκλημάτων. Οι αρχές υποστηρίζουν ότι το 50% της εγκληματικότητας αντιστοιχεί στους Ρομά. Φυσικά, αφού υπάρχει ρευματοκλοπή και μικροκλοπές, γίνονται παραβάσεις στους καταυλισμούς – αυτό το ξέρουμε όλοι. Οι καταδίκες όμως εξαρτώνται και από το αν έχεις δικηγόρο, που οι περισσότεροι δεν έχουν, κι αυτό διαστρεβλώνει τα στοιχεία. Όταν μπαίνει σε έναν καταυλισμό η αστυνομία και συλλαμβάνει πέντε άτομα για ρευματοκλοπή, καταγράφονται πέντε παραβάτες. Το αληθινό ερώτημα, όμως, είναι σε τι βαθμό υπάρχει σοβαρό έγκλημα στις κοινότητες των Ρομά.
Η προκατάληψη έχει βαθιές ρίζες. Πέρα από τις εφόδους στους καταυλισμούς, οι Ρομά αναφέρουν ότι τους σταματάνε συνεχώς για τυχαίους ελέγχους στον δρόμο – συχνά με ταπεινωτικό, εκφοβιστικό τρόπο και χωρίς να ακολουθούν καθόλου την τυπική διαδικασία. Τα τελευταία χρόνια, τρεις άντρες Ρομά –ο Νίκος Σαμπάνης (Οκτώβρης 2021), ο Κώστας Φραγκούλης (Δεκέμβρης 2022) και τελευταίος ο Χρίστος Μιχαλόπουλος (Ιούλης 2023)– σκοτώθηκαν από αστυνομικούς σε παρόμοιες συνθήκες: νεαροί που πυροβολήθηκαν σε υποτιθέμενες καταδιώξεις για κλεμμένα οχήματα ή για πταίσματα.
Η προκατάληψη απέναντι στους Ρομά είναι εμφανής και στον δημόσιο λόγο. Ο αστυνομικός αναλυτής Σταύρος Μπαλάσκας έκανε τη διαβόητη δήλωση: «Χτίστε κι άλλες φυλακές – θα τους πάμε αίμα». Ο πρώην υπουργός Μιχάλης Χρυσοχοΐδης έχει μιλήσει για «νησίδες ανομίας», ενώ η ακροδεξιά πολιτικός Αφροδίτη Λατινοπούλου συμπύκνωσε αιώνες ρατσισμού σε ένα τηλεοπτικό παραλήρημα:
«Δεν μπορεί λοιπόν, ξαναλέω, ούτε εδώ να είμαστε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων. Δεν μπορεί λοιπόν να βγαίνουνε και να μιλάνε για ευπαθείς ομάδες, για γύφτους οι οποίοι ληστεύουν, εγκληματούν, κάνουν εμπόριο όπλων, εμπόριο ναρκωτικών· οι καταυλισμοί είναι άβατα… Να κάνουν ρευματοκλοπές, να κλέβουν σιδηροδρόμους, να βιάζουνε, να κλέβουν ηλικιωμένους, να μπαίνουνε στα σπίτια και να μιλάμε ακόμα να τους δίνονται επιδόματα. Και δεν μιλάω για όλους, γιατί ποτέ δεν τσουβαλιάζω. Μιλάω όμως ότι μεγάλη μερίδα των γύφτων προβαίνουν σε εγκληματικές συμπεριφορές και είναι πρωταθλητές στα εγκλήματα».
— Αφροδίτη Λατινοπούλου
Όταν της ζητήθηκαν εξηγήσεις για τη χρήση του όρου «γύφτοι» –λέξης εδραιωμένης ως ρατσιστική βρισιά στην ελληνική γλώσσα– αρνήθηκε να την πάρει πίσω.
«Είτε τους πείτε Ρομά είτε τους δίνετε δισεκατομμύρια από την Ευρώπη, όπως τους δίνουμε τόσα χρόνια – γιατί έχουνε φάει κι αν έχουνε φάει, κονδύλια και χάιδεμα και όλα καλά και μια χαρά. Είδατε εσείς να ενσωματώνονται πουθενά;»
Τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συμπερίληψη των Ρομά έχουν πολλές φορές πέσει σε κακοδιαχείριση, έχουν ανακατευθυνθεί σε άλλους σκοπούς ή έχουν μείνει αδιάθετα, ανατροφοδοτώντας κύκλους φτώχειας, ακατάλληλης στέγασης και περιθωριοποίησης. Κάποιες φορές τα κονδύλια για την ενσωμάτωση χρηματοδοτούν την απομόνωση, όπως στην περίπτωση των καταυλισμών με κοντέινερ στη Ρουμανία και της μη οικοδόμησης συμπεριληπτικών σχολείων στην Ελλάδα.
Τα σχόλια της Λατινοπούλου, όμως, παρόλο που παρουσιάζονται σαν ακραίο ξέσπασμα, αποκαλύπτουν μια βαθύτερη εικόνα στερεοτύπων που είναι ριζωμένα στην ελληνική κοινωνία. Οι διαιωνιζόμενες ταμπέλες που απεικονίζουν τους Ρομά σαν αυτούς που «ζουν από τα επιδόματα», «αρνούνται να ενσωματωθούν» ή «έχουν έμφυτη την εγκληματικότητα» δεν οδηγούν μόνο στον στιγματισμό αλλά φέρνουν και τον αποκλεισμό, διαμορφώνοντας τις κρατικές πολιτικές για την παροχή της κοινωνικής πρόνοιας, την επιβολή της αστυνόμευσης και την απονομή της ιδιότητας του πολίτη.
«Όταν ψάχνεις στο Google τη λέξη «Ρομά», το μόνο που βλέπεις είναι άρθρα για παραβατικές συμπεριφορές» λέει ο Γιώργος Νικολάου. «Είναι ακραία στοχοποίηση, ωθούμενη από προκαταλήψεις – είναι λόγος μίσους. Μας παρουσιάζουν σαν εξιλαστήρια θύματα, σαν παραβάτες στην κοινωνία, σαν εγκληματίες· αναπαράγουν τα στερεότυπα περί εγκληματικότητας. Αν ένας νεαρός Ρομά βρίσει έναν μπάτσο, είναι αλήθεια ανάγκη να το γράψουν στα πρωτοσέλιδα; Δημοσιεύουν άρθρα που στιγματίζουν και τσουβαλιάζουν μια ολόκληρη κοινότητα».
Και προσθέτει: «Οι άνθρωποι ωθούνται σε αυτή την «εγκληματικότητα» λόγω προβλημάτων: δεν έχουν στέγαση, δεν έχουν εκπαίδευση, δεν έχουν σταθερή δουλειά. Δεν ξύπνησα μια μέρα και είπα να γίνω εγκληματίας· η κοινωνία σε φτιάχνει έτσι».
Η προκατάληψη επηρεάζει και την απασχόληση. Επαναλαμβάνεται διαρκώς η ίδια ιστορία: οι εργοδότες εξαφανίζονται μόλις μάθουν ότι κάποιος μένει σε καταυλισμό. Κάποιοι χάνουν τη δουλειά τους όταν γίνει γνωστή η καταγωγή τους.
«Κρύβω τη διεύθυνσή μου στις αιτήσεις για δουλειά» λέει ο Γιάννης. «Όταν μαθαίνουν ότι ζω στον καταυλισμό, φοβούνται. Θέλω να μεγαλώσω, να βρω μια σωστή δουλειά, να ζω με αξιοπρέπεια».
«Και μόνο εξαιτίας του χρώματός μου, δεν με παίρνουν. Έχω πάει σε πολλά μαγαζιά εδώ γύρω – δεν θα πω ονόματα. Μου λένε «ναι, θα σου τηλεφωνήσουμε», αλλά ποτέ δεν τηλεφωνούν. Και μετά μαθαίνω –γιατί δουλεύουνε εκεί οι φίλοι μου, αλλά αυτό δεν το λέω ποτέ στους ιδιοκτήτες– ότι είπαν «δεν θα τον πάρουμε γιατί είναι γύφτος και μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στο μαγαζί και μπορεί να έρθουν οι δικοί του να κάνουν σκηνικό»».
— Γιάννης Κατσαρής
Όπως τονίζουν μέλη της κοινότητας, το πιο φλέγον ζήτημα γι’ αυτούς είναι πάντα το να βρουν απλώς δουλειά.
«Και βασικά, να σου πω, το πρώτο είναι η δουλειά. Γιατί χρειάζομαι δουλειά – για να παίρνω ρούχα στο παιδί μου για να μπορεί να πάει σχολείο, για να παίρνω βιβλία, για να μπορώ να το φροντίζω. Γιατί αν το στείλω με σκισμένα παπούτσια, θα το φωνάζουν γύφτο. Αν το στείλω με σκισμένα ρούχα, θα το φωνάζουν γύφτο. Το πρώτο που πρέπει να κοιτάξουν στο θέμα μας είναι η δουλειά. Το δεύτερο είναι η εκπαίδευση. Το τρίτο, η στέγαση» εξηγεί ο Νίκος Κατσαρής.
Απασχόληση, εκπαίδευση και στέγαση είναι στενά συνυφασμένες.
«Η στέγαση χωρίς δουλειά δεν έχει νόημα» λέει ο Κώστας Ευθυμίου. Εξηγεί ότι ενώ ο δήμος νοίκιασε σπίτια για οικογένειες Ρομά, το βασικό πρόβλημα που προέκυψε ήταν το πώς θα αυτοσυντηρούνταν αυτές οι οικογένειες. «Κανένας δεν μπορεί να ζει μόνο με το κοινωνικό παντοπωλείο του δήμου, ούτε μόνο με επιδόματα» προσθέτει.
Στην εκπαίδευση υπάρχουν παρόμοια εμπόδια. Η διδασκαλία και η εκπαίδευση των παιδιών Ρομά είναι ένα πολυεπίπεδο ζήτημα. Ένα πρώτο θέμα είναι το πώς μαθαίνουν τα παιδιά και πώς συνεχίζουν όταν οι συμμαθητές τους τα βλέπουν κάπως, όταν οι δάσκαλοι δεν έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα για να τα διδάξουν και όταν οι άλλοι γονείς τα θεωρούν απειλές για τα παιδιά τους. Αλλά όπως προαναφέραμε, στο επίκεντρο του ζητήματος αυτού είναι μάλλον η συνθήκη των καταυλισμών.
«Μπορείς να φτιάξεις 500 προγράμματα εγγραμματισμού και υποστήριξης παιδιών» λέει ο Ευθυμίου.
«Αλλά υπάρχει περίπτωση να διαβάσει ένα παιδί όταν γυρίζει σε μια καλύβα; Όπου μερικές φορές δεν έχει ρεύμα, προσωπικό χώρο, γραφείο… Θέλω να πω ότι αν δεν γίνουν τα πράγματα με κάποια σειρά –και για μένα το πρώτο βήμα είναι να καταργηθούν οι καταυλισμοί και τα γκέτο– αν δεν λύσεις αυτό το πρόβλημα, δεν μπορείς να μιλήσεις για τίποτε άλλο».
— Κώστας Ευθυμίου, αντιδήμαρχος κοινωνικής αλληλεγγύης στον δήμο Χαλανδρίου
Η πραγματική αλλαγή απαιτεί κάτι παραπάνω από προσωρινά μέτρα. Οι οδηγίες της ΕΕ προτεραιοποιούν τη μετεγκατάσταση των Ρομά από τους ανεπίσημους καταυλισμούς σε γειτονιές με ενσωμάτωση, με πρόσβαση στη στέγαση, στα αγαθά κοινής ωφέλειας και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Στόχος δεν είναι μόνο η μετακίνηση των ανθρώπων αλλά η κατάργηση της συστημικής απομόνωσης και η παροχή πρόσβασης σε σχολεία, υγεία και απασχόληση.
Εδώ, όμως, ακόμα και όταν φεύγουν οικογένειες Ρομά από τους καταυλισμούς, το στίγμα τις ακολουθεί. Στο Χαλάνδρι, μια οικογένεια Ρομά που είχε μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα έγινε στόχος ασταμάτητων παρενοχλήσεων. Οι γείτονες έκαναν καταγγελίες επί καταγγελιών –ακόμα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την αρχή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες– προσπαθώντας να τους διώξουν από τη γειτονιά. Τους έστειλαν πολλές φορές υγειονομικούς επιθεωρητές, οι οποίοι δεν διαπίστωναν καμία παράβαση, ενώ το τοπικό αστυνομικό τμήμα δεχόταν συνεχείς αναφορές. Τελικά οι κάτοικοι έφτασαν στο σημείο να συγκροτήσουν έναν σύλλογο γειτονιάς.
«Τις περισσότερες φορές, νιώθω πως ο καταυλισμός είναι ένα γκέτο. Υπάρχουν όμως και πολλές φορές που νιώθω ότι το γκέτο είναι όλοι οι άλλοι» λέει η Δεσιώτου και συνεχίζει: «Θέλω να πω, ας πούμε πως αύριο, με ένα μαγικό ραβδί, φτιάχνουμε όλη την κατάσταση εδώ – όλοι παίρνουν τα επιδόματά τους, όλοι οι Ρομά γίνονται πολίτες υποδείγματα, πρόσκοποι. Εμείς οι υπόλοιποι είμαστε έτοιμοι να τους δεχτούμε;»
«Λέμε ότι θέλουν να ενσωματωθούν, αλλά πρέπει εμείς να τους ενσωματώσουμε. Λένε ότι θέλουν να δουλέψουν· τους παίρνεις εσύ στη δουλειά; Όχι. Πας να φας σε ένα μαγαζί, εκεί μαγειρεύουν Ρομά; Όχι. Λέμε ότι πρέπει να πάνε στο σχολείο· θέλεις εσύ συμμαθητή Ρομά για το παιδί σου; Όχι. Λέμε ότι δεν πρέπει να ζουν σε καταυλισμό, να πάνε κάπου να πληρώνουν ρεύμα και νερό· τους νοικιάζεις εσύ σπίτι; Όχι. Τους θέλεις για γείτονες; Όχι. Τι λοιπόν; Θα τους εξαφανίσουμε;»
— Έλενα Δεσιώτου, διαμεσολαβήτρια στον δήμο Χαλανδρίου
Για τους Ρομά, το ζήτημα της γειτονιάς είναι πολύ σοβαρό. Συγκεκριμένα, στον Γέρακα και το Χαλάνδρι, υπάρχουν σύλλογοι κατοίκων της περιοχής που λειτουργούν για τη βελτίωση της γειτονιάς. Παρόλα αυτά, με μια σύντομη αναζήτηση αυτών των συλλόγων και των σελίδων τους στο Facebook βλέπουμε ότι ο λόγος τους ως προς τους Ρομά δεν είναι καθόλου ουδέτερος, ούτε και έχει τη χροιά του απλού «ανησυχούντος πολίτη». Υπάρχουν επίσημες αναρτήσεις της ελληνικής αστυνομίας με φωτογραφίες συλληφθέντων Ρομά που συνοδεύονται από σχόλια μελών αυτών των ομάδων σε στιλ «Τα καλά παιδιά που ζουν ανάμεσά μας» μέχρι και με ακραία ρητορική όπως «Κάψτε τους στους φούρνους».
Για τον Νίκο Κατσαρή, αυτά τα εμπόδια διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή του:
«Δώσε μου νερό για να είναι καθαρό το παιδί. Δώσε μου ηλεκτρικό. Όταν μια κοινωνία σε φτύνει, πώς θα αντιδράσεις; Όταν σε αποκλείουν από παντού, τι θα βγει από μέσα σου; Πίκρα και θυμός. Όταν δεν σε θέλουν στο σχολείο, δεν σε θέλουν στη δουλειά, δεν σε θέλουν για γείτονα, όταν δεν θέλει κανείς να μου μιλήσει, τι περιμένεις να γίνω; Καλός άνθρωπος; Όταν έχω τρία παιδιά πεινασμένα –μία, δύο, πέντε, δέκα μέρες– και δεν μπορώ να βρω δουλειά, τι πρέπει να κάνω;
— Νίκος Κατσαρής
Σοφία Πότση, 10 Νοέμβρη 2025
20