Ένα χρόνο μετά τη δολοφονία Φύσσα και την ανάδειξη των εγκληματικών ενεργειών των μελών και στελεχών της Χρυσής Αυγής, από την πλευρά τους καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια να ηρωοποιηθούν, πείθοντας την κοινή γνώμη ότι διώκονται για τα φρονήματά τους εξαιτίας της αντιπαλότητάς τους προς το κατεστημένο. Με την απεριόριστη συμβολή των κυρίαρχων Μ.Μ.Ε διαχέουν την εντύπωση ότι αντιμετωπίζονται με το σκληρότερο δυνατό τρόπο και προφυλακίζονται, πράγμα που δείχνει την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να τους συντρίψει πολιτικά.
Συμπληρωματικά λειτουργεί η μεθοδευμένη και συστηματική παρουσίασή τους από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ ως αντιμνημονιακών, η ταύτισή τους με το κίνημα των αγανακτισμένων των πλατειών 2011, έτσι ώστε συνδυαστικά η κοινή γνώμη να δέχεται το ερέθισμα ότι το καθεστώς εξαπολύει διώξεις εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων.
Η αριστερά διστάζει και συχνά αποφεύγει να τοποθετηθεί. Ο δικαιολογημένος ιστορικά φόβος της να νομιμοποιήσει οποιαδήποτε πολιτική δίωξη την κάνει να πιστεύει ότι η Χ.Α. διώκεται πολιτικά και συχνά την οδηγεί σε επιχειρήματα υπεράσπισής της.
Η πραγματικότητα για την πολιτική συμπεριφορά της Χρυσής Αυγής και την αντιμετώπισή της από τις δυνάμεις καταστολής μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, τα στοιχεία που έρχονται στη δημοσιότητα δείχνουν το αντίθετο:
α) Ότι η Χρυσή Αυγή όχι μόνο δεν ήταν αντίπαλος του συστήματος, αλλά συχνά στη Βουλή υπεράσπισε τις κυρίαρχες επιλογές του (ενδεικτικά: αρνητική ψήφος για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για την Αγροτική Τράπεζα, αντίδραση στη φορολόγηση εφοπλιστών, προσδιορισμός κόκκινων γραμμών απέναντι στην τρόικα μόνο για την εθνική άμυνα και τη δημόσια ασφάλεια, θετική ψήφος στην πώληση νησίδων σε ιδιώτες, προσπάθεια μείωσης ημερομισθίων στο Πέραμα κ.λπ).
β) Η εγκληματική δράση των Ταγμάτων Εφόδου της μέχρι σήμερα γινόταν με την ανοχή ή και τη συγκάλυψη της αστυνομίας και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο τη ματαίωση ή την επιβράδυνση της ποινικής δίωξης των δραστών και την αποθράσυνσή τους, αλλά και την καταστολή και στοχοποίηση των θυμάτων της.
Δεν είδαμε την αστυνομία ποτέ να δείχνει τον παραμικρό ζήλο για αποτροπή φανερών και συλλογικών καθημερινών εγκληματικών ενεργειών της Χ.Α., ακόμα και τώρα που απέκτησε τη στάμπα της εγκληματικής οργάνωσης.
Η πρόταση Ντογιάκου προβλήθηκε ως καταπέλτης εναντίον της Χρυσής Αυγής. Από την επισκόπησή της όμως (κυκλοφορεί στο πλήρες της κείμενο το διαδίκτυο) προκύπτουν άλλα:
Κατ αρχήν η πλήρης απουσία του Π.Κ. 187Α από τα κατηγορητήρια, τις διώξεις και την πρόταση.
Το άρθρο 187Α Π.Κ. έχει θεσπισθεί με το ν. 3251/2004 (τρομονόμος ν. 2), ενώ το άρθρο Π.Κ. 187 με το ν. 2928/2001 (τρομονόμος ν. 1).
Πάντα η προοδευτική νομική διανόηση και το σύνολο του κόσμου της αριστεράς και των κινημάτων ήταν αντίθετοι στη θέσπιση και εφαρμογή τους. Η δικαστική εξουσία όμως είχε άλλη γνώμη. Κανένα δικαστήριο δεν δέχθηκε ένσταση αντισυνταγματικότητας των Π.Κ. 187 και 187Α και εφαρμόζονται έκτοτε εξαντλητικά, το πρώτο αρχικά σε πολιτικές δίκες και στη συνέχεια διάχυτα στο «κοινό ποινικό δίκαιο» και το δεύτερο στις δίκες για οργανώσεις ένοπλης πάλης.
Η αμετάβλητη αντίθεσή μας όμως στους τρομονόμους δεν θα μας κάνει να κλείσουμε τα μάτια στον τρόπο που η εξουσία τους χρησιμοποιεί, ιδίως τώρα που έρχεται η ώρα να δοκιμασθούν σε πρόσωπα των «συνήθων υπόπτων».
Η έννοια της τρομοκρατικής οργάνωσης (ΠΚ 187Α παρ. 4) είναι στενότερη από την έννοια της εγκληματικής, δεδομένου ότι για τη συγκρότησή της προϋποτίθεται συγκεκριμένο «τρομοκρατικό κίνητρο».
Οι ποινές που προβλέπει το άρθρο 187 Α είναι ψηλότερες έως και διπλάσιες εκείνων του Π.Κ. 187 για κάθε αδίκημα που τιμωρείται με αυτό εφόσον οι πράξεις του αυτές τελούνται στα πλαίσια τρομοκρατικής οργάνωσης, ενώ το πεδίο διεύρυνσης των προσώπων ως δραστών αξιόποινων πράξεων (συνεργών κλπ) πολύ μεγαλύτερο.
Τι είναι εκείνο που εμποδίζει τον Εισαγγελέα και όσους συμμετείχαν στην άσκηση του ανακριτικού έργου, να διενεργήσουν συμπληρωματική δίωξη για το άρθρο 187Α ΠΚ και να χαρακτηρίσουν ως όχι απλά εγκληματική, αλλά τρομοκρατική τη δράση των ναζιστών και ρατσιστών της Χρυσής Αυγής, όταν από πληθώρα επιχειρημάτων, προερχόμενα από τεκμηριωμένη επεξεργασία του αποδεικτικού υλικού στην εισαγγελική πρόταση, προκύπτει:
α) Η πλήρης ταύτιση ανάμεσα στο υποτιθέμενο νόμιμο πολιτικό κόμμα και την εγκληματική οργάνωση.
β) Ότι οι καθοδηγητές τους είναι: […] κήρυκες του μίσους και εμπρηστές της πολιτικής και κοινωνικής ομαλότητας, υποβίβασαν τεχνηέντως ορισμένες κατηγορίες ατόμων σε «υπανθρώπους» και γενικότερα σε κατώτερα ανθρώπινα όντα […] Σε ομάδες αυτού του είδους […], τυχόν αμφιβολίες των μελών της σχετικά με τη νομιμότητα των πράξεων που καλούνται να εκτελέσουν είναι ανεπίτρεπτες και μη ανεκτές […]».
Πώς όμως είναι δυνατόν οι παραδοχές αυτές να μην οδηγούν στη διαπίστωση ότι οι σκοποί και δυνατότητες της παραπάνω εγκληματικής οργάνωσης ήταν να δράσει «με τρόπο ή σε έκταση ή υπό συνθήκες που είναι δυνατό να βλάψουν σοβαρά μια χώρα ή έναν διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό ή να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτήν ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού», ώστε η Χ.Α. να χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική οργάνωση;
Υπήρξε μετανάστης (και όχι μόνο) στην Ελλάδα που να μην τρέμει τα τελευταία χρόνια στο άκουσμα της Χρυσής Αυγής;
Τι υπήρξε ικανότερο να προκαλέσει εκφοβισμό σε ολόκληρο πληθυσμό στη μεταπολιτευτική Ελλάδα από τους ναζιστές της Χρυσής Αυγής, που άλλωστε δεν έκρυψαν ποτέ τις προθέσεις τους;
Μήπως οι κατηγορούμενοι για υποθέσεις όπως «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς» και άλλες, που σαπίζουν στις φυλακές με εξοντωτικές ποινές και με εξάντληση του Π.Κ. 187Α για ελεγχόμενες εκρήξεις χαμηλής ισχύος;
Μήπως οι Κούρδοι και Τούρκοι αριστεροί πολιτικοί κρατούμενοι που διώκονται συστηματικά πια στην Ελλάδα και απειλούνται με έκδοση στα λευκά κελιά;
Η μήπως οι χιλιάδες απεργοί, διαδηλωτές, νεολαίοι που σέρνονται καθημερινά στα κρατητήρια και στα δικαστήρια με μικρά και μεγάλα αδικήματα, με την αστυνομία να ψεκάζει και τα Μ.Μ.Ε. να συκοφαντούν;
Πως είναι δυνατόν η εισαγγελική πρόταση, η οποία εκλαμβάνει τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής ως «καθοδηγητή με μεταφυσικό περιεχόμενο, άνθρωπο δέκτη της ακράδαντης πίστης […], η οποία έχει προσωπολατρικό χαρακτήρα και δεσμεύει τα μέλη της σε όρκο υποταγής προς αυτόν μέχρι θανάτου», καθώς και η εκτίμηση ότι δεν υπήρχε τίποτα το οποίο να γινόταν από τα μέλη της Χρυσής Αυγής χωρίς τη γνώση και έγκρισή του, να μην του αποδίδει ηθική αυτουργία σε οποιαδήποτε εγκληματική πράξη καθώς και στους βουλευτές-«Περιφερειάρχες»;
Πως γίνεται παρότι όλα γίνονταν προσχεδιασμένα να μην υπάρχουν ηθικοί αυτουργοί στη δολοφονία Φύσσα, στην επίθεση σε συνδικαλιστές του Π.Α.Μ.Ε. στο Πέραμα, στην απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος Αιγυπτίων αλιεργατών στο Κερατσίνι και αλλού;
Γιατί περιορίζεται η απόδοση ευθυνών μόνο στα εκτελεστικά όργανα και αφήνεται στο απυρόβλητο η καθοδήγηση και η πρόκληση των αποφάσεων για τέλεση εγκλημάτων παρά την πληθώρα του αποδεικτικού υλικού;
Να θυμίσουμε ακόμα πόσες ηθικές αυτουργίες και πόσες απλές συνέργειες με τη μορφή της ψυχικής συνδρομής έχουν αβασάνιστα αποδοθεί σε κατηγορουμένους του «άλλου άκρου», π.χ. δίκη για την υπόθεση 17Ν, ΕΛΑ, Επαναστατικού Αγώνα, ΣΠΦ κτλ.
Η πρόταση Ντογιάκου, συνεπώς :
- Δεν αποτελεί σκληρή αντιμετώπιση αλλά την ηπιότερη δυνατή της Χ.Α.
– Δεν εξαντλεί τα όρια της ατομικής ευθύνης πολλών κατηγορουμένων παρά το κραυγαλέο άφθονο αποδεικτικό υλικό.
– Παραλείπει πλήρως την εφαρμογή του άρθρου 187Α ΠΚ τόσο για το χαρακτηρισμό ως τρομοκρατικής οργάνωσης, όσο και για την προσθήκη επιβαρυντικών περιστάσεων.
– Δεν αποτυπώνει την ιεραρχική σχέση Αρχηγού–Περιφερειαρχών–Πυρηναρχών–μελών και υποστηρικτών, την οποία παρουσιάζει ως πάγια και ακλόνητη στη συναπόφαση και συνεκτέλεση των αξιόποινων πράξεων τις οποίες αποδίδει.
– Αφήνει ανοιχτό το παράθυρο για το σύνολο της ηγεσίας της να μιλά για φρονηματικές διώξεις και να ελπίζει σε απαλλαγή-ηρωοποίηση.
Δεν μπορούμε να παραλείψουμε την επισήμανση του πολιτικού μηνύματος που αποπνέει η παράλειψη του Π.Κ. 187Α. Προφανώς ο χαρακτηρισμός και η ρετσινιά του τρομοκράτη αποκλείεται από την Χ.Α. διότι επιφυλάσσεται αποκλειστικά και μόνο στο «άλλο άκρο». Οι ρατσιστές και οι ναζιστές, αν και οι παρακρατικές συμπεριφορές τους αποτελούν ορισμό της μαζικής τρομοκρατίας επισήμως δεν χαρακτηρίζονται ως τέτοιοι με ότι αυτό σηματοδοτεί νομικά, αλλά και πολιτικά και επικοινωνιακά.
Ακόμα και λίγες μέρες μετά τη δολοφονία Φύσσα, ο Σαμαράς από τη Ν. Υόρκη ταύτιζε τους δολοφόνους του με όσους είναι αντίθετοι με το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. και όσους ζητούν έξοδο από το Ευρώ, δηλαδή με την αριστερά, λέγοντας ότι τα δύο άκρα δημιουργούν σοβαρά προβλήματα για τη δημοκρατία. Ήταν, βέβαια, η περίοδος των μυστικών συνομιλιών Μπαλτάκου– Κασιδιάρη, οι οποίες είναι αρκετά εύγλωττες όσον αφορά τις διασυνδέσεις και τον τρόπο με τον οποίο η Χρυσή Αυγή υποβοηθήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία ακόμη και την περίοδο των διώξεων.
Καθήκον του αντιφασιστικού κινήματος, των συνηγόρων πολιτικής αγωγής στη δίκη αυτή και της Αριστεράς γενικότερα είναι, χωρίς θεσμικές αυταπάτες, να αποκαλύψουν και μέσα στα δικαστήρια, αλλά κυρίως έξω από αυτά, για άλλη μια φορά την ευνοϊκή μεταχείριση της Χρυσής Αυγής από το αστικό κράτος, την απομυθοποίηση της δήθεν σκληρής αντιμετώπισης και την απαίτηση απαλλαγής της κοινωνίας από τις εγκληματικές τους πράξεις, το χέρι για τις οποίες όπλισε το ίδιο το κατεστημένο, του οποίου δήθεν παρουσιάζονται ως αντίπαλοι.
Καθήκον της αριστεράς είναι να απογαλακτιστεί επιτέλους από τον ακαδημαϊκό αυτοματισμό της προσομοίωσης με τον διωκόμενο και να αντιληφθεί ότι διωκόμενη είναι και θα εξακολουθεί να είναι η ίδια, και όποιος άλλος πραγματικά οδηγεί την κοινωνία στην αντικαπιταλιστική ανατροπή.
Και τον αντιφασιστικό αγώνα δεν τον εγκαταλείπουμε ούτε έξω, ούτε μέσα στα δικαστήρια. Αλλιώς τον παραδίδουμε στο κράτος. Αλλά το αστικό κράτος δεν είναι αντίπαλος του φασισμού, είναι η μήτρα που τον γεννάει. Βρίσκεται στο ίδιο άκρο μαζί του εναντίον μας. Δεν θα του κάνουμε τη χάρη να μπούμε στο περιθώριο για να βγει εκείνος.
Κώστας Παπαδάκης






