«Θα φανεί η αλήθεια με τον καιρό», δίκη Χρυσής Αυγής, Παρασκευή 8 Ιουλίου

«Θα φανεί η αλήθεια με τον καιρό», δίκη Χρυσής Αυγής, Παρασκευή 8 Ιουλίου

13418798_614706778693155_9178159840428663681_n-805x450Κείμενο-φωτογραφία: Katja Lihtenvalner

Η χτεσινή συνεδρίαση της δίκης της Χρυσής Αυγής στο Εφετείο Αθηνών χαρακτηρίστηκε από ένα ακόμα περιστατικό συνδεόμενο με κατάθεση αστυνομικού.

Πριν από αυτό, ωστόσο, συνέχισε και ολοκλήρωσε την 3ήμερη κατάθεσή του ο Δημήτρης Χατζησταμάτης. Ήταν η σειρά της υπεράσπισης να προβεί σε ερωτήσεις.

Οι δικηγόροι, που εκπροσωπούν του 69 νεοναζί κατηγορούμενους, ήταν ανελέητοι με τον ειδικό φρουρό Χατζησταμάτη. Πάλευαν για τις λέξεις, πολλοί από αυτούς ρωτώντας περισσότερες από μία φορά, με τους πιο πολλούς απλώς να θέλουν να μπερδέψουν τον μάρτυρα. Τον κατηγόρησαν ότι, αφού τα Μ.Μ.Ε. τον παρουσίασαν ως εκείνον που «παραπλάνησε την Αστυνομία, και έστησε παγίδα στην παρέα του Φύσσα», ένιωσε προσβεβλημένος. «Μετατεθήκατε σε χαμηλότερα αμειβόμενη δουλειά, κατηγορείτε την ομάδα ΔΙΑΣ πως δεν έκανε τίποτα. Είπατε, δηλαδή, ότι οι συνάδελφοί σας κατέγραψαν άλλα πράγματα από αυτά που λέγατε. Πώς ήταν η ψυχολογία σας κατά την κατάθεση εκείνη;»

Ο Χατζησταμάτης επέμεινε: «Ήμουν ο μόνος που έκανε κάτι και έμεινε μέχρι το τέλος». Εξήγησε ότι, μετά το μιντιακό λιντσάρισμα, σκεφτόταν να πάει στην οικογένεια Φύσσα και να διευκρινίσει την εμπλοκή του, αλλά κατέληξε: «Θα φανεί η αλήθεια με τον καιρό».

Μετά από 4 ώρες εξέτασης, υψηλό βαθμό αλαζονείας («Θα ρωτάω όσα είναι απαραίτητο να ερωτώνται»), πολλές προσπάθειες να γελοιοποιηθεί ο μάρτυρας («Γιατί σας έβαλαν μπροστά σε ένα κομπιούτερ να κάνετε αρχείο; Τι σχέση έχει με την εκπαίδευσή σας;») και πολλές άλλες αρκετά παράξενες ερωτήσεις («Πώς δικαιολογείτε το γεγονός ότι, ενώ ήσασταν τακτικός πελάτης στο “Κοράλλι”, δε σας κράτησε τραπέζια;»), η υπεράσπιση κατέληξε: «Η αξιοπιστία του μάρτυρα ειναι προβληματική».

Τότε, ο δεύτερος μάρτυρας της μέρας ήταν έτοιμος να δώσει την κατάθεσή του. Ο Διαμαντής Βίντσης, αρχιφύλακας αστυνομικός στην Άμεση Δράση, οδηγός περιπολικού.

Ο Βίντσης ξεκίνησε περιγράφοντας δυνατά και με αυτοπεποίθηση την εμπλοκή του τη βραδιά της 17ης Σεπτεμβρίου του 2013 στο σημείο του εγκλήματος: «Το σήμα έλεγε να μεταβούμε Τσαλδάρη-Κεφαλληνίας για επεισόδια από φιλάθλους, να ενισχύσουμε τους σταθμούς που ήταν εκεί. Πήγαμε εκεί σε κάτι στενά στην Τσαλδάρη, ο συνοδηγός κατέβηκε και εγώ έμεινα στο αμάξι».

Ερωτώμενος από την πρόεδρο του δικαστηρίου αν «ενόψει του σήματος, δε σας ενδιέφερε τι γινόταν;», ο Βίντσης απάντησε: «Δε με ενδιέφερε, ήμουν οδηγός, τέλος». Η Λεπενιώτη επέμεινε: «Ρωτήσατε να μάθετε αν χτυπήθηκε κανείς;» Ο Βίντσης: «Όχι. ειμαι οδηγός. Ταξιτζής».

Αλλά αυτό δεν ήταν όλο. Πολύ απλά, εξήγησε πώς αποφάσισε να προχωρήσει σε συλλήψεις ατόμων πιθανώς εμπλεκόμενων στο φόνο του Παύλου Φύσσα: «Μας είπαν να κάνουμε προσαγωγές στην περιοχή γύρω γύρω, ό,τι βλέπουμε περίεργο που δε δικαιολογείται η παρουσία του εκεί. Δε μας είπαν κάτι για ντύσιμο ή κούρεμα».

Λεπενιώτη: Όποιον περνάει θα πάρετε;

Βίντσης: Ξεχωρίζουμε τον ύποπτο.

Λεπενιώτη: Ποιον, δηλαδή;

Βίντσης: Όποιον δεν ταιριάζει στο σημείο την ώρα εκείνη.

Λεπενιώτη: Ωραία, ποιος δηλαδή εκείνη την ώρα;

Βίντσης: Όποιος δεν έχει ταυτότητα, τον κάνουμε προσαγωγή.

Έπειτα, η Λεπενιώτη διάβασε την κατάθεση του μάρτυρα, όπου δήλωνε πως τους είχε δοθεί η εντολή να ψάχνουν για «άτομα μαυροφορεμένα με κοντάρια στα χέρια». Παρενέβη, τότε, η εισαγγελέας: «Αν δε θυμάστε, πρέπει να λέτε “δε θυμάμαι”, γιατί τώρα μας λέτε ψέματα και είστε ύποπτος για ψευδορκία».

Ο Βίντσης εξακολούθησε να αντιφάσκει προς όλα όσα είχε δηλώσει στις πρώτες του καταθέσεις, αλλά άρχισε και να χάνει το κουράγιο του και να επικαλείται δικαιολογίες, εξηγώντας ότι «3 χρόνια πέρασαν και εμπλέκεται σε πολλές δικαστικές υποθέσεις».

Η δίκη συνεχίζεται τη Δευτέρα 11 Ιουλίου στο Εφετείο Αθηνών στις 9 το πρωί με την κατάθεση του Βίντση και έπειτα με εκείνες της αδερφής του Γιώργου Ρουπακιά και της συντρόφου του Παύλου Φύσσα Χρύσας Τοσλούκου.

Μετάφραση: Γιάννης Κοντός

Πηγή:http://www.hitandrun.gr

141