Με αφορμή σαν σήμερα το 2004 την έναρξη των ολυμπιακων αγωνων στην Αθηνα, ένα απόσπασμα από το βιβλίο «ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ» που γραφτηκε εκείνη την εποχή.
Από την αρχή της δεκαετίας του ’90, ο ελληνικός πρωταθλητισμός αρχίζει να βελτιώνεται ραγδαία σε πολλά αθλήματα. Όπως και στη γειτονική Τουρκία, -αλλά και σε άλλες χώρες- προηγήθηκε το μπάσκετ, καθώς έγινε κατανοητό από τους καπιταλιστές ότι με μικρές σχετικά επενδύσεις μπορούσαν να κατακτήσουν μεγάλες διακρίσεις (π.χ. Ευρωλίγκα) και να πάρουν τα χρήματά τους πίσω γρήγορα και μάλιστα με σημαντικά κέρδη. Ένας δύο καλοί παίκτες παγκόσμιας κλάσης και ένα καλό γήπεδο (που το παρείχε το κράτος) και να σου στην κορυφή της Ευρώπης.
Τόσο το κράτος όσο και οι ιδιώτες καπιταλιστές επεκτάθηκαν και σε άλλα αθλήματα. Ο εφοπλιστής και καναλάρχης Μ. Κυριακού οραματίστηκε τις ίδιες επιτυχίες στο χώρο του στίβου, πήρε τον Πανελλήνιο και άρχισε τις μεταγραφές και τη διοργάνωση διεθνών μίτινγκ. Παράλληλα το κράτος παρακολούθησε τις παγκόσμιες εξελίξεις, καθώς εκτός από την περαιτέρω στήριξη του πρωταθλητισμού άρχισε και τις μεταγραφές από το εξωτερικό. Η κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και άρα και της δυνατότητας να πληρώνουν τους πρωταθλητές τους, διευκόλυνε το ανθρώπινο πλιάτσικο στο οποίο προέβησαν οι ισχυροί καπιταλισμοί. Χώρες όπως η Γερμανία, η Ελλάδα, αλλά και η Τουρκία πήραν έτοιμους πρωταθλητές από την Α. Ευρώπη, τους πολιτογράφησαν με συνοπτικές διαδικασίες (οι διεθνείς ομοσπονδίες έκαναν συνειδητά τα στραβά μάτια) και τους εμφάνισαν στις επόμενες διοργανώσεις με τα εθνικά χρώματα. Μάλιστα ο περίφημος πρώην Βούλγαρος και νυν Τούρκος αρσιβαρίστας Ναΐμ Σουλεϊμάνογλου κυριολεκτικά απήχθη το Δεκέμβριο του 1986 από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες στη Μελβούρνη και το διπλωματικό επεισόδιο με τη Βουλγαρία αποσοβήθηκε χάρη στη γενναιόδωρη οικονομική προσφορά της Τουρκίας προς τη Βουλγαρία. [18] Αντίθετα η Ελλάδα προκειμένου να καταπραΰνει τις αλβανικές αντιδράσεις για την «ελληνοποίηση» του αρσιβαρίστα Πύρρου Δήμα το 1992 έδωσε πενιχρά ανταλλάγματα: αθλητικό υλικό και 10ήμερη φιλοξενία των Αλβανών αθλητών στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις στην Αθήνα. [19]
Στην Ελλάδα οι πρωτοκλασάτοι αθλητές και αθλήτριες στην άρση βαρών, την πυγμαχία, το πινγκ πονγκ, αλλά και το στίβο προέρχονται από χώρες όπως η Αλβανία, η Γεωργία και η Ρουμανία. Τη στιγμή που οι συμπατριώτες τους, ειδικά την περίοδο της Ολυμπιάδας, γνωρίζουν τα ρατσιστικά πογκρόμ της αστυνομίας, οι αθλητές προβάλλονται ως ινδάλματα, αφού βέβαια παραγράφεται το εθνικό τους παρελθόν.
Οι ελληνικές επιτυχίες δεν άργησαν να έρθουν τόσο σε Ολυμπιάδες (στη δεκαετία του ’90 κατακτήθηκαν τόσα χρυσά μετάλλια όσα δεν είχαν κατακτηθεί τα προηγούμενα εκατό χρόνια) όσο και σε άλλες παγκόσμιες και ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Ταυτόχρονα κράτος και ιδιώτες προώθησαν ανθρώπους τους μέσα στις διεθνείς ομοσπονδίες και τη ΔΟΕ. Η ανάθεση διεθνών διοργανώσεων στην Ελλάδα (όπως το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου) και η σχετικά καλή διεξαγωγή τους ήταν επιτυχημένα τεστ που πέρασε η ελληνική άρχουσα τάξη. Η όρεξη για την Ολυμπιάδα ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και, παρά την αποτυχία για την ανάληψη της Ολυμπιάδας του 1996, η ελληνική διεκδίκηση επανήλθε για το 2004 ενθαρρυμένη από την ίδια τη ΔΟΕ και τον Σάμαρανκ.
Η ΔΟΕ από τη σκοπιά της ήθελε να αναβαπτίσει τους υπερ-εμπορευματικοποιημένους Αγώνες στο «αρχαίο αθάνατο ελληνικό πνεύμα». Η Αθήνα υποτίθεται ότι θα διοργάνωνε μια Ολυμπιάδα κόντρα στην εμπορική λογική που κυριάρχησε στην Ατλάντα το 1996. Κι όμως, από τη φάση της λαμπαδηδρομίας κιόλας η εταιρεία-σύμβολο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, η Coca-Cola, ήταν εδώ. Στο δελτίο Τύπου της στις 26/1/2004 μας πληροφορούσε ότι είναι «επίσημος χορηγός της λαμπαδηδρομίας, καθώς συμπληρώνει φέτος 76 χρόνια συνεχούς χορηγίας των Ολυμπιακών Αγώνων» (πράγματι συνεχούς αφού το σήμα της Coca-Cola είχε αναρτηθεί ακόμη και δίπλα στον αγκυλωτό σταυρό στο Βερολίνο το 1936). Δεν ήταν όμως μόνον η αμερικανική πολυεθνική που «βεβήλωσε» τους Αγώνες. Ένα σωρό άλλοι σπόνσορες, ντόπιοι και ξένοι, μας βομβάρδισαν με τα «επίσημα» προϊόντα τους – από αυτοκίνητα έως προφυλακτικά.
Σε κάθε περίπτωση ωστόσο το 2004 οι Ολυμπιακοί γνώρισαν μια καινοτομία: Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία των Αγώνων που τους ανέλαβε μια τόσο μικρή χώρα όπως η Ελλάδα. Υπήρξε βέβαια και η περίπτωση της Αθήνας του 1896 και της Φινλανδίας το 1952. Όμως ακόμη και την εποχή των Αγώνων του Ελσίνκι το οικονομικό κόστος των Ολυμπιάδων ήταν κατώτερο ενός σημερινού Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ενόργανης γυμναστικής. Από το 1952 και μετά τη διοργάνωση των Αγώνων ανελάμβαναν μεγάλες ή πολύ μεγάλες καπιταλιστικές χώρες (ΗΠΑ-δύο φορές, Ιαπωνία, Γερμανία, Σοβιετική Ένωση, Αυστραλία-δύο φορές, Καναδάς, Ιταλία, Νότια Κορέα, Ισπανία, Μεξικό). Μάλιστα, μετά την Αθήνα σειρά είχε το Πεκίνο.
Αυτή η εικόνα υποδεικνύει ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν επιβλήθηκαν στην ελληνική άρχουσα τάξη από τους… ξένους. Τους διεκδίκησε και τους πήρε – με όλες τις απαραίτητες συμμαχίες και εξαγορές που έκαναν και άλλες πόλεις στο παρελθόν. Στο ερώτημα αν μπορεί να τα καταφέρει η «μικρή» Ελλάδα, η εξαιρετικά φιλόδοξη ελληνική άρχουσα τάξη απάντησε «ναι». Πώς; Με άγριες θυσίες. Και δεν είναι μόνον οι οικονομικές επιβαρύνσεις. Πρώτα πρώτα είναι οι θυσίες αίματος. Για να μπορέσουν να υλοποιηθούν τα χρονοδιαγράμματα και τα κόστη έπρεπε να δουλέψουν με ρυθμούς και εργασιακές συνθήκες γαλέρας χιλιάδες εργάτες και εργάτριες.
Η «ασφαλέστερη Ολυμπιάδα που υπήρξε ποτέ», όπως την παρουσίαζαν προκαταβολικά τόσο η κυβέρνηση της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ, υπήρξε ήδη πριν αρχίσουν οι Αγώνες η πιο ανασφαλής διοργάνωση για τους εργαζομένους της, δημιουργώντας ένα αξεπέραστο μακάβριο ρεκόρ: μέχρι τον Ιούλιο του 2004 μετρούσαμε 13 νεκρούς στα ολυμπιακά και άλλους 5 στα άλλα συναφή έργα, τη στιγμή που στους Ολυμπιακούς του Σίδνεϊ (2000) και της Ατλάντα (1996) οι νεκροί ήταν από ένας αντίστοιχα.
Κατασκευαστικές εταιρείες και υπουργείο Εργασίας μετέτρεψαν τα εργοτάξια σε σύγχρονα κάτεργα με την απελευθέρωση των ωραρίων (φτάνοντας μέχρι και τις 60 ώρες εργασίας την εβδομάδα), με την ενοικίαση φτηνού εργατικού δυναμικού (χωρίς να φροντίσουν για τη στοιχειώδη ειδίκευσή του), καθώς και με την αδιαφορία για τα μέτρα υγιεινής και προστασίας της εργασίας. Ο Γιώργος Θεοδώρου, γραμματέας του Συνδικάτου Οικοδόμων, εξηγούσε στον Ιό της «Ελευθεροτυπίας» (2/5/2004) τις αιτίες αυτού του αιματηρού απολογισμού:
Το είδος της κατασκευής στο ολυμπιακό χωριό δεν επέτρεπε κανονικά ούτε μικροτραυματισμούς. Πρόκειται για μονώροφα, διώροφα και λίγα τριώροφα κτίρια. Για τα ατυχήματα ευθύνεται αυτό το συνεχές πρεσάρισμα και το εργασιακό καθεστώς. Όταν σε έχουν να δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ συνεχώς επειδή είσαι αλλοδαπός ή επειδή έχεις ένα παιδί να σπουδάσεις ή επειδή θέλεις να μείνεις στην τεχνική εταιρεία, είσαι βέβαια εκτεθειμένος στον άμεσο κίνδυνο.
Σύμφωνα με τον Ιό, η σύμβαση για το Ολυμπιακό Χωριό προέβλεπε 5 εκατ. μπόνους στους εργολάβους για κάθε μέρα πιο έγκαιρης παράδοσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα κι όλα επιβλήθηκαν 22 πρόστιμα ύψους 44.000 ευρώ στους εργολάβους των Ολυμπιακών έργων τη στιγμή που τα πριμ απόδοσης ήταν εκατοντάδες φορές μεγαλύτερα.
Ωστόσο το αίμα των νεκρών εργατών και των εκατοντάδων άλλων τραυματισμένων είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Με αφορμή την «εθνική υπόθεση» της Ολυμπιάδας άνοιξε η προοπτική για «απελευθέρωση» του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, για εντατικοποίηση της εργασίας, για απλήρωτες υπερωρίες, για ανάκληση των αδειών σε δεκάδες υπηρεσίες και η προσπάθεια καταστρατήγησης της αργίας της Κυριακής.
Η προπαγάνδα για τον ολυμπιακό εθελοντισμό εξυπηρετούσε τους παραπάνω στόχους. Έτσι κι αλλιώς οι διοργανωτές των εκάστοτε Αγώνων ζητούσαν από τους εργαζόμενους να δουλέψουν ως εθελοντές. Βεβαίως αυτή η πολιτική έχει περισσότερο προπαγανδιστική και «εκπαιδευτική» αξία: Να μάθουν οι εργαζόμενοι την εθνική σημασία της απλήρωτης εργασίας, να εκπαιδευθούν σε αυτές τις ακραίες ιδέες της ελαστικοποίησης της εργασίας. Η πρόεδρος της Ο.Ε. «Αθήνα 2004» Γιάννα Αγγελοπούλου δήλωνε απερίφραστα από το 2002 κιόλας:
Περίπου 150.000 άνθρωποι θα εκπαιδευθούν σε άλλους ρυθμούς, καθώς θα αναγκασθούν να εργαστούν υπό άλλο πρίσμα και να αποκτήσουν κουλτούρα παραγωγικότητας και αποδοτικότητας. Στις κατασκευές, στην ασφάλεια, στην υγεία, η Ολυμπιάδα εισάγει νέο μοντέλο λειτουργίας, διαμορφώνει νέα ήθη εργασίας. [20]
Επίσης πρέπει οι εργαζόμενοι να αισθανθούν ότι οι Ολυμπιάδες δεν είναι κάτι ξένο από αυτούς, ότι αποτελούν μέρος τους, ότι συνέβαλαν στην επιτυχία τους κι άρα ότι δεν μπορούν να σκέφτονται το λογαριασμό έπειτα από αυτή την «κοινή» επιτυχία. Από την άλλη όμως δεν ήταν ευκαταφρόνητη και η ποσότητα εργασίας που προσέφεραν οι εθελοντές: στο Σίδνεϊ δούλεψαν 47.000 εθελοντές επί ένα εκατομμύριο ώρες παράγοντας έργο 100 εκατ. δολαρίων Αυστραλίας. [21]
Βέβαια, κεντρικό σημείο των Αγώνων της Αθήνας αναδείχθηκε η λεγόμενη «ασφάλεια». Και εδώ το αυθεντικό «ολυμπιακό πνεύμα» πήγε περίπατο. Η ελληνική άρχουσα τάξη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους υπαρκτούς -ή ανύπαρκτους- κινδύνους που γεννούσε η συνεργασία της με τις υπόλοιπες δυτικές ιμπεριαλιστικές χώρες (βάση της Σούδας, αποστολή στρατιωτών στο Αφγανιστάν και το Κόσοβο κ.λπ.) στράφηκε σε ακόμη μεγαλύτερη συνεργασία με τον πιο επιθετικό ιμπεριαλισμό. Στην ειδική Ολυμπιακή Συμβουλευτική Επιτροπή της Αθήνας συμμετείχαν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, της Βρετανίας, του Ισραήλ, της Αυστραλίας, της Ισπανίας, του Καναδά, της Γαλλίας, της Γερμανίας, αλλά και της Ρωσίας. Ανέλαβαν να μας «προστατέψουν» η CIA, το FBI και η Μοσάντ, αυτοί που δεν πρόβλεψαν την 11η Σεπτέμβρη και την 11η Μάρτη, αλλά που «έβλεπαν» όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ. Αυτοί που παραβιάζουν κάθε αρχή δημοκρατίας στα Γκουαντάναμο. Αυτοί που δολοφονούν συστηματικά τους πολιτικούς τους αντιπάλους και τον απλό κόσμο στις πόλεις της Παλαιστίνης και του Ιράκ.
Στην Αθήνα τέθηκαν σε εφαρμογή καινούργια συστήματα ασφαλείας και η πόλη αποτέλεσε πεδίο δοκιμής μιας ακόμη σειράς προγραμμάτων. Στο χορό των εκατομμυρίων για την προμήθεια των συστημάτων βεβαίως έγιναν διεθνείς εκβιασμοί, ωστόσο οι Έλληνες καπιταλιστές δεν έμειναν χωρίς μερίδιο. Στο πρόγραμμα ασφάλειας, που πήρε η κοινοπραξία SAIC έναντι 255 εκατ. ευρώ, μετείχαν οι εταιρείες General Dynamics, ITT Technologies, Honeywell, IBM, NOKIA, Siemens, Rafael, Elbit, ALTEC, Όμιλος Πουλιάδη και ΔΙΕΚΑΤ. Στο πλαίσιο της προσφοράς της SAIC προβλεπόταν ότι το 60% του συνολικού προϋπολογισμού θα ανατίθετο στις ελληνικές εταιρείες του σχήματος.
Το συνολικό κόστος της «ασφάλειας» αποτέλεσε από μόνο του ένα ιστορικό ρεκόρ, όπως παραδέχονταν και οι συνήθως υστερικές με την ασφάλεια αμερικανικές εφημερίδες.
Οι «Τάιμς» της Νέας Υόρκης έγραψαν (8/4/2004) ότι το δίκτυο ασφάλειας της Αθήνας «αποτελεί μακράν το ακριβότερο και εκτενέστερο στην ολυμπιακή ιστορία». Η «Ντέιλι Νιουζ» έκανε τον απολογισμό (22/3/2004): «Η τεράστια δύναμη ασφάλειας περιλαμβάνει ελληνικά πολεμικά αεροσκάφη, συνεπικουρούμενα από αεροσκάφη του ΝΑΤΟ, σύγχρονα αντιαεροπορικά όπλα και τηλεπικοινωνιακά συστήματα, κατασκοπευτικούς δορυφόρους, το μεγαλύτερο στόλο στη Μεσόγειο από την εποχή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, περίπου 80.000 αστυνομικούς, στρατιωτικούς και πυροσβέστες. Όλα αυτά εντάσσονται σε έναν προϋπολογισμό που αγγίζει το ένα δισ. δολ., υπερ-τριπλάσιο του αντίστοιχου των Αγώνων του Σίδνεϊ, όπου επίσης και το προσωπικό ασφαλείας ήταν πολύ μικρότερο φτάνοντας μόλις τα 15.000 άτομα».
Σύμφωνα με άλλα δημοσιεύματα του διεθνούς και του ελληνικού Τύπου (π.χ. «Ελευθεροτυπία») το πραγματικό κόστος αναμενόταν να ξεπεράσει τα 1,7 δισ. ευρώ. Πρόκειται για αστρονομικό ποσό. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η Ο.Ε. Αθήνα 2004 είχε θέσει στόχο τα έσοδα από τα εισιτήρια των Αγώνων να φτάσουν μόλις τα 183 εκατ. ευρώ. Εναλλακτικά αυτά τα 1,7 δισ. της «ασφάλειας» μπορεί κανείς να τα αντιπαραβάλει με τις ετήσιες δημόσιες δαπάνες για πολύ πιο σημαντικά αγαθά: ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2004 προέβλεπε 4,8 δισ. για την Παιδεία και 4,2 δισ. για την Υγεία.
Ακόμη κι αν αποδεχτεί κανείς ότι το κόστος της ασφάλειας δεν ξεπέρασε το 1 δισ., η δαπάνη αυτή ξεπερνούσε το τριπλάσιο των ετήσιων δαπανών για τη μέση εκπαίδευση όπως προβλέπονται στον προϋπολογισμό.
Ήταν στα σχέδια της ελληνικής άρχουσας τάξης να αξιοποιήσει αυτή την επένδυση και στο μέλλον σύμφωνα με τα νέα ιμπεριαλιστικά ήθη της εποχής. Να τι έλεγε σχετικά ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Γ. Βουλγαράκης στη Βουλή στις 18/5/2004:
«Η λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων θα βρει τις ελληνικές αρχές ασφαλείας να έχουν αποκτήσει μια τεράστια τεχνογνωσία, κάτι που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να μπορεί να παίξει κομβικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων σε ό,τι αφορά την εγκληματικότητα. Ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο που πρέπει να απασχολήσει τη χώρα μας μετά τους Αγώνες είναι πώς θα αξιοποιηθεί όλη αυτή η κληρονομιά».
Για την άρχουσα τάξη η Ολυμπιάδα ήταν η ύψιστη προτεραιότητα. Όλα τα άλλα κοινωνικά αγαθά έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφης όταν, στη συνέντευξη που παραχώρησε στις 13/5/2004 στην ιστοσελίδα του Euobserver, ρωτήθηκε αν το κόστος της Ολυμπιάδας οδηγήσει τις δημόσιες δαπάνες σε μεγάλη υπέρβαση κόντρα στους κοινοτικούς κανόνες δήλωσε κυνικά: «Σε καμιά περίπτωση δεν θα θέσουμε σε κίνδυνο τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Θα εξετάσουμε άλλους τομείς δημοσίων δαπανών, όχι τους Ολυμπιακούς».
Η εθνική μέθη που έφερε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα μπορεί –πιστεύει η άρχουσα τάξη- να παραταθεί για πολύ μεγάλο διάστημα μέσω των Ολυμπιακών και να αφήσει μια σημαντική ταξική παρακαταθήκη για το μέλλον και σε άλλα μέτωπα εκτός από το εργασιακό:
Επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα, περιστολή των πολιτικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών, ρατσιστικές επιθέσεις και επιχειρήσεις-σκούπα για τους μετανάστες, καθώς και ληστρική υφαρπαγή δημόσιων εκτάσεων και περιοχών πρασίνου.
Την ίδια στιγμή που μιλούσαν για τα πανανθρώπινα ιδανικά των Ολυμπιακών Αγώνων, οι υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας προωθούν (όπως και το ΠΑΣΟΚ προηγουμένως) μια σειρά από διατάγματα που απειλούν τα δικαιώματα διαδήλωσης, τη διανομή πολιτικών φυλλαδίων και γενικά τις πολιτικές εκδηλώσεις. Την ίδια στιγμή που η Coca-Cola και οι άλλοι χορηγοί θα έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να αλωνίζουν με τις διαφημίσεις τους όλους τους χώρους μέσα και γύρω από τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις, το μοίρασμα μιας απλής προκήρυξης που θα αμφισβητεί, για παράδειγμα, αυτό το δικαίωμα των πολυεθνικών θα θεωρείται επικίνδυνη συμπεριφορά στα όρια της τρομοκρατίας και οι «δράστες» θα συλλαμβάνονται. Έτσι κι αλλιώς οι δικαστές κλήθηκαν να βρίσκονται, έπειτα από άνωθεν εντολή, σε ετοιμότητα τον Αύγουστο του 2004 για την πλειάδα των αυτόφωρων που θα χρειαστεί να εκδικάσουν. Στους μόνους «εργαζόμενους» στους οποίους η κυβέρνηση προτίθετο να δώσει ολυμπιακό επίδομα ήταν τα Σώματα Ασφαλείας.
Η αντιμουσουλμανική υστερία του δυτικού ιμπεριαλισμού εφαρμόστηκε επίσης με συνέπεια στη ΝΑΤΟϊκή Ελλάδα. Χιλιάδες μετανάστες παρακολουθούνταν, παρενοχλούνταν και απελαύνονταν με μόνο κριτήριο τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Η εκκλησία και οι άλλοι αντιδραστικοί κύκλοι κατάφεραν και το καινοφανές: Να γίνει η Ολυμπιάδα στην Αθήνα ΧΩΡΙΣ να κατασκευαστεί το περιβόητο τέμενος για να ασκούν τη λατρεία τους οι μουσουλμάνοι αθλητές και επισκέπτες. Έτσι κι αλλιώς ήταν πρόκληση η απαγόρευση δημιουργίας τζαμιού σε μια πόλη με εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνους (μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη). Τώρα κατάφεραν να κάνουν τους «καλύτερους Ολυμπιακούς», χωρίς να κρατήσουν τα στοιχειώδη προσχήματα ανεξιθρησκίας.
Ταυτόχρονα υπουργοί της Ν.Δ. με το ζόρι συγκρατήθηκαν να μην ανοίξουν Νταχάου προκειμένου να συγκεντρώσουν αστέγους και εξαρτημένους ανθρώπους έτσι ώστε η πόλη να φαίνεται «ευυπόληπτη» τον Αύγουστο.
Ωστόσο η Διεθνής Αμνηστία με ανακοίνωσή της εξέφραζε τις ανησυχίες της για τα κρούσματα συλλήψεων προσφύγων, μεταναστών και αστέγων, οι οποίοι σύμφωνα με τη διεθνή οργάνωση συλλαμβάνονταν ομαδικά και τίθεντο υπό κράτηση στο πλαίσιο της επιχείρησης «ασφάλειας» λίγες μόνο ημέρες πριν από τους αγώνες. «Είναι πραγματικός ο κίνδυνος ότι τα μέτρα ασφαλείας γύρω από τους Αγώνες θα υπονομεύσουν επίσης ακόμη περισσότερο τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα ευπαθών μειονοτήτων όπως οι Ρομά», ανέφερε η Διεθνής Αμνηστία στην εν λόγω ανακοίνωση. [22]
Όσον αφορά το περιβάλλον, μια σειρά ολυμπιακά έργα όπως το Ολυμπιακό Χωριό στην Πάρνηθα, το Κωπηλατοδρόμιο στο Σχινιά, τα γήπεδα στο Άλσος Ομορφοκκλησιάς και στο χώρο του νέου Ιπποδρόμου, στο ΟΑΚΑ, στον Άγιο Κοσμά κ.λπ. τσιμεντοποίησαν τους ελάχιστους ελεύθερους χώρους που είχαν μείνει στο Λεκανοπέδιο με βαρύτατες περιβαλλοντικές επιπτώσεις: ατμοσφαιρική ρύπανση, αλλαγή μικροκλίματος και αύξηση της θερμοκρασίας. Κάποια άλλα αθλητικά έργα τεράστιας χωρητικότητας θεατών, όπως του μπάντμιντον, δεν εξυπηρετούν μελλοντικές ανάγκες, αφού είναι αδιανόητο ότι αίφνης μετά τους Ολυμπιακούς στην Ελλάδα θα αναπτυχθούν όλα τα ολυμπιακά αθλήματα. Τα πραγματικά κριτήρια επιλογής των χώρων των τσιμεντοκατασκευών έχουν να κάνουν με την εξασφάλιση των μελλοντικών κερδών για τους ιδιώτες στους οποίους θα παραχωρηθούν (ή που θα τους χαριστούν). Κάθε αθλητική λογική θα οδηγούσε για παράδειγμα τους αγώνες κωπηλασίας όχι στο Σχινιά, αλλά στα Γιάννενα ή την Καστοριά, όπου υπάρχουν πολλοί σύλλογοι, αθλητές, υποδομές, ακόμη και φίλαθλοι του αθλήματος. Ωστόσο το κριτήριο του κέρδους υπαγόρευσε την κατασκευή του τέρατος στο Μαραθώνα.
Στα τέλη Απρίλη ο Σουφλιάς δήλωσε ότι, τότε, οι υπερβάσεις στις δαπάνες για τα ολυμπιακά έργα σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις είχαν φτάσει το 37% αγγίζοντας τα 2,300 δισ. ευρώ. Λίγο αργότερα η επίσημη πρόβλεψη για το κόστος αναπροσαρμόστηκε και πάλι φτάνοντας τα 4,6 δισ., η Ντόρα Μπακογιάννη μίλησε για 8,5 δισ., ενώ ο διεθνής Τύπος και η Αριστερά στην Ελλάδα κάνουν λόγο για 12 δισ. ευρώ. Ωστόσο ακόμη και το επίσημο κόστος σημαίνει ότι η Ελλάδα διεξάγει τους πιο ακριβούς Ολυμπιακούς Αγώνες σε σχέση με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της (το κόστος αγγίζει το 4,5% του ΑΕΠ). Ο ίδιος ο Σουφλιάς τρόμαξε τόσο που ενάντια στην ολυμπιακή συναίνεση τόλμησε δημόσια να αμφισβητήσει τη σκοπιμότητα της ανάληψης (τον επανέφεραν βέβαια σύντομα στην τάξη). Ο ίδιος ο πρόεδρος της ΔΟΕ, ο Ζακ Ρογκ, λίγο πριν από τους Αγώνες καταλόγισε στην Ο.Ε. «Αθήνα 2004» σπατάλες τις οποίες, όπως είπε, δεν επέβαλε η ΔΟΕ, αλλά επέλεξε η ελληνική πλευρά για «λόγους εντυπωσιασμού» (το πανάκριβο στέγαστρο Καλατράβα είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση). Από τη σκοπιά της ελληνικής άρχουσας τάξης η εξήγηση αυτής της σπατάλης δεν εξαντλείται με τις μίζες. Ο εντυπωσιασμός και η φαντασμαγορία είναι αναπόσπαστο κομμάτι των καπιταλιστικών Ολυμπιάδων – και για εσωτερικούς και για εξωτερικούς λόγους. Τη σημασία αυτού του τομέα των Αγώνων είχαν κατανοήσει, όπως είπαμε, πρώτοι οι ναζί.
Ωστόσο τόσο κατά τη διάρκεια των Αγώνων όσο και μετά η Αριστερά και τα συνδικάτα έχουν τεράστια καθήκοντα όσον αφορά την παρέμβασή τους για αποτροπή των «ολυμπιακών συμπτωμάτων» που αναφέραμε. Δυστυχώς η ΓΣΕΕ κυρίως, αλλά και η Αριστερά, αδράνησαν εγκληματικά όλο το προηγούμενο διάστημα συναινώντας στην «εθνική υπόθεση».Υπήρξαν όμως αντιστάσεις «απ’ τα κάτω». Πρώτα και κύρια αντέδρασαν οι εργαζόμενοι στα ολυμπιακά έργα, οι οποίοι από τις αρχές του 2002 προέβησαν τουλάχιστον σε 8 απεργιακές κινητοποιήσεις που αντιμετώπισαν όμως την παγερή αδιαφορία των ΜΜΕ.
Υπήρξαν και άλλες, έστω σποραδικές, κινητοποιήσεις όπως αυτή των κατοίκων της Ηλιούπολης και της Αργυρούπολης ενάντια στην εγκατάσταση του ΚΥΤ (Κέντρο Υπερυψηλής Τάσης) μέσα σε κατοικημένη περιοχή του δήμου (άνοιξη του 2003). Επίσης υπήρξαν οι στάσεις εργασίας στους κλάδους των εργαζόμενων στα δημόσια νοσοκομεία και τα μέσα μαζικής μεταφοράς για το «ολυμπιακό επίδομα», τις υπερωρίες και τις καλοκαιρινές άδειες. Ακόμη τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, παρά την πλύση εγκεφάλου, τα φθηνά εισιτήρια των Αγώνων, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειονότητα, παρέμεναν αδιάθετα.
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ
συγγραφέας ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΠΕΤΡΟΣ
Εκδοτικός Οίκος : ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ






