Πάνε κιόλας 4 χρόνια, σαν σήμερα τέτοια μέρα, που περνώντας από τα Χαυτεία, έπεσα πάνω σε μια από τις πιο άσχημες σκηνές της ενήλικης ζωής μου.
Στα μεγάλα κέφια της τότε επιχείρησης «Ξένιος Δίας», μπροστά στα μάτια 10άδων μαρτύρων, μεσημεράκι γύρω στις 14:00, μια ομάδα αστυνομικών με πολιτικά βούτηξαν ένα νεαρό αφρικανό από το λαιμό και κρατώντας τον κυριολεκτικά στον αέρα, ζητούσαν στοιχεία, χαρτιά κτλ. Ο άνθρωπος πνιγόταν, είχε μελανιάσει, τα πόδια του δεν ακουμπούσαν στη γη και προσπαθούσε με αγωνία να τους εξηγήσει ότι αν δεν τον πνίξουν, θα τους δώσει όσα ζητούσαν.
Στα λεπτά που μεσολάβησαν μέχρι να αντιδράσω, κανείς από τον κόσμο που βρέθηκε γύρω δεν αντέδρασε. Μιλιά. Όταν δε αντέδρασα εγώ έντονα, οι καταστηματάρχες της περιοχής προσπάθησαν να με εμποδίσουν, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για γνωστούς στο σημείο άνδρες (και μια γυναίκα) της ασφάλειας. «Καλά παιδιά» μου είπαν «δικά μας» και μου έκλεισαν το μάτι 2-3 από αυτούς.
Απαίτησα από τον πιο ντουλαπένιο, ένα γίγαντα γύρω στα δυο μέτρα, τετράγωνης σωματοδομής, να αφήσει τον άνθρωπο κάτω και ζήτησα να δω τις ταυτότητες των υπολοίπων. Απωθήθηκα έντονα από τη συνάδελφό τους και όταν δεν υποχώρησα, ο μεγαλύτερος σε ηλικία από αυτούς, προφανώς ο επικεφαλής της ομάδας κρούσης άρχισε να με απειλεί με σύλληψη. Με ποια κατηγορία, ρώτησα, αντίσταση κατά της αρχής, μου απάντησε. «Βούτυρο στο ψωμί μου» του είπα, «κάντο». Μάλλον βαριόταν και δεν το έκανε.
Ο «ιπτάμενος» φίλος πάτησε πάλι στη γη, έβηξε, κόντεψε να κάνει εμετό, στα 4 σχεδόν έβγαλε ένα μάτσο χαρτιά ευλαβικά φυλαγμένα σε πλαστικό και τους τα έδειξε.
Τζίφος, νόμιμος ήταν ο νεαρός, μάζεψαν τα φασιστικά μπογαλάκια τους και απομακρύνθηκαν ήρεμα, σαν να μην συνέβη τίποτα.
Εξαφανιζόλ και οι μαγαζάτορες της περιοχής, μαζεύτηκαν στα πηγαδάκια τους.
Περπάτησα με τον νεαρό ως τον σταθμό της Ομόνοιας, τον ρώτησα αν θέλει να πάμε μαζί στο ΑΤ. Ομονοίας να υποβάλει μήνυση, ευγενικά αρνήθηκε. Αρνήθηκε να τον συνοδεύσω και σε εφημερεύον νοσοκομείο, βιαζόταν ο άνθρωπος να πάει στη δουλειά του – είχε ήδη αργήσει.
Αυτή η ιστορία γυρνάει εδώ και μερικές βδομάδες στο μυαλό, όταν καθημερινά περνώ από το σημείο, που σφύζει πια από ζωή χάρη στο καθημερινό παιχνίδι των παιδιών προσφύγων που ζουν με τις οικογένειες τους στο κλειστό μέχρι πρόσφατα ξενοδοχείο «Βεργίνα» της περιοχής. Άνοιξε το κλειστό «Βεργίνα», γέμισαν τα καφέ, δουλειά τα κινητάδικα, δουλειά τα σουβλατζήδικα, τα ρουχάδικα, τα χαρτικά, σούρτα-φέρτα, χαμός.
Χθες περνώντας, πέτυχα ένα από τους γνωστούς μαγαζάτορες «δικά μας παιδιά» μου είχε πει και μου είχε κλείσει το μάτι, να διαπραγματεύεται την πώληση ενός προϊόντος σε ένα πρόσφυγα. «Δικά μας παιδιά» του είπα. Και του έκλεισα το μάτι.
Πηγή: fb Zoe Kokalou






