Η 21η Μάρτη είναι η παγκόσμια μέρα κατά του ρατσισμού. Φέτος συμπίπτει με την ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς και των φασιστών πανευρωπαϊκά, συνδυασμένη με έκρηξη της ισλαμοφοβίας. Ο σκοταδισμός αναπαράγεται από την ευρωπαϊκή αντιμεταναστευτική πολιτική, που παράγει χιλιάδες αθώα θύματα στη Μεσόγειο και φυλακισμένους στα κέντρα κράτησης. Μια πρακτική που επιχειρεί να συμβαδίσει με την επιθετικότητα των γερακιών ΗΠΑ και ΕΕ στη Μέση Ανατολή, υπό το μανδύα του απελευθερωτικού πολέμου κατά του τζιχαντισμού, ενώ στο εσωτερικό επενδύει στην ξενοφοβία και την ισλαμοφοβία ως πολιτικό αντίβαρο στη λαϊκή οργή απέναντι στη σκληρή λιτότητα.
Στην Ελλάδα, από τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης οικοδομήθηκε συστηματικά η πολιτική «αποτροπής» στα ανατολικά χερσαία και θαλάσσια σύνορα σε συνεργασία με την ΕΕ. Χτίστηκαν φράχτες και νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ακυρώθηκε η χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών και της ψήφου των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές. Με την κυβέρνηση Σαμαρά η πολιτική αυτή συμπυκνώθηκε στο απάνθρωπο δόγμα «να κάνουμε το βίο αβίωτο στους λαθρομετανάστες», προκειμένου να μη γίνει –τάχα– η Ελλάδα ελκτικός προορισμός. Ο ρατσιστικός μύθος έλεγε πως όσο περισσότερα θύματα είχαμε στο Αιγαίο, όσο μεγαλύτερο γινόταν το χρονικό διάστημα φυλάκισης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όσο περισσότερο αποκλειόταν η δεύτερη γενιά μεταναστών από στοιχειώδη δικαιώματα και όσο λιγότεροι πρόσφυγες αναγνωρίζονταν, οι «λαθρομετανάστες» θα έπαιρναν το μήνυμα και δεν θα εισέρρεαν στη χώρα. Η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική, ιδιαίτερα μετά τη μαζική είσοδο δεκάδων χιλιάδων Σύρων προσφύγων πολέμου την τελευταία διετία. Όμως το αυτί της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου δεν ίδρωσε. Φτάσαμε στην ανερυθρίαστη συγκάλυψη εγκλημάτων σαν αυτό στο Φαρμακονήσι, ενώ η Χρυσή Αυγή κάλπαζε στο μαύρο άλογο του Ξένιου Δία μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.













