
του Θανάση Κούρκουλα
Οι στρατηγικές των κυβερνήσεων, των υπερεθνικών οργανισμών και των κολοσσών της φαρμακοβιομηχανίας απέναντι στις προκλήσεις της πανδημίας Covid 19, μετρούν κοντά στα δύο χρόνια εφαρμογής από την πρώτη φάση της εξάπλωσης του ιού στην επαρχία Γιουχάν της Κίνας. Οι πολιτικοί διαχειριστές του συστήματος διεθνώς αποδείχτηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και των προσδοκιών του κόσμου που ευελπιστούσε σε μια γρήγορη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της κατάστασης. Σε πρώτη φάση επένδυσαν στον εγκλεισμό των lockdown για να καθυστερήσουν την εξάπλωση του ιού προκειμένου να μην επιβαρύνουν τα ήδη διαλυμένα συστήματα δημόσιας υγείας. Μας είπαν πως δεν ήταν προετοιμασμένοι και τους δώσαμε χρόνο, εν πολλοίς κλεισμένοι στα σπίτια μας. Στη συνέχεια επένδυσαν με μεσσιανικό τρόπο και μονοσήμαντα στην παραγωγή εμβολίων χρηματοδοτώντας φαρμακευτικούς κολοσσούς με πακτωλό χρημάτων. Αν παραβλέψει κανείς την ανύπαρκτη δημόσια έρευνα και επένδυση στην κρατική παραγωγή εμβολίων, καλά έκαναν. Όμως ταυτόχρονα υποτίμησαν εγκληματικά την αντίστοιχη αναγκαία επένδυση σε γενικευμένο έλεγχο και ιχνηλάτηση της πανδημίας μέσω καθολικών τεστ στον πληθυσμό. Περισσότερο εγκληματικά συνέχισαν να υποχρηματοδοτούν τα συστήματα υγείας. Κι’ έτσι η επόμενη φάση της πανδημίας κόστισε πολλές ανθρώπινες ζωές που θα μπορούσαν διαφορετικά να έχουν σωθεί. Μετά τους πρώτους μήνες άρχισαν να καλύπτουν την εμβολιαστική αγορά των ανεπτυγμένων χωρών της δύσης επιτρέποντας στις φαρμακοβιομηχανίες να μονοπωλούν πατέντες εμβολίων που είχαν ήδη αναπτυχθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες για να αντιμετωπίσουν προηγούμενα στελέχη κορωνοϊών, προσαρμόζοντάς τες στα δεδομένα του νέου κορωνοϊού. Φυσικά τα υπερκέρδη ήταν εφικτά μόνο στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, όπου εν πολλοίς προσανατολίστηκαν οι πωλήσεις των εμβολίων. Αρχικά οι σχεδιασμοί των επιτελείων υπολόγιζαν ότι το πολυπόθητο τείχος ανοσίας θα επιτυγχάνονταν με ποσοστά εμβολιασμού της τάξης του 60-70%. Όμως νέες μεταδοτικότερες μεταλλάξεις που προέκυψαν σε αναπτυσσόμενες περιοχές του πλανήτη, όπου υπήρξε ραγδαία ανάπτυξη του ιού με ποσοστά εμβολιασμένων της τάξης του 3-5% (Ασία και Αφρική), αναθεώρησαν τα απαιτούμενα ποσοστά εμβολιασμού προς τα πάνω, φτάνοντας – με βάση τα υπάρχοντα κυκλοφορούντα εμβόλια σήμερα – σε αναγκαία ποσοστά εμβολιασμού του 80 ή 90%. Και τότε οι κυβερνήσεις έστρεψαν τα βέλη τους στους μη εμβολιασμένους.




