Η μετανάστευση δεν αποτελεί φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών αλλά αναπόσπαστο και δομικό κομμάτι της ιστορίας της ανθρωπότητας. Από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια, οι διάφορες ανθρώπινες φυλές ήταν αναγκασμένες να μεταναστεύουν από τον έναν τόπο στον άλλον, προκειμένου να επιβιώσουν. Η επιβίωση, είναι σήμερα όπως και τότε, η αιτία της μετανάστευσης πληθυσμών προς οικονομικά αναπτυγμένες χώρες. Η μετανάστευση, μολονότι στις μέρες μας λοιδορείται και βάλλεται με το επιχείρημα ότι απειλεί και αλλοιώνει την ομοιογένεια των “Εθνών”, συνέβαλε διαχρονικά στην οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη των κρατών και στην εξέλιξη των κοινωνιών.
Η ομαλή ένταξη των μεταναστών στις κοινωνίες προορισμού, βασίζεται στην πολιτογράφηση τους και στην απόδοση ιθαγένειας, πράξεις οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να στηρίζονται στην αρχή του “ δικαίου του αίματος” και τις εθνικότητας. Σύμφωνα άλλωστε με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ιθαγένεια, ορίζεται η τελευταία, ως “ο νομικός δεσμός που συνδέει το άτομο με το κράτος και δεν αποτελεί ένδειξη της εθνικής καταγωγής του”. Οι νόμοι δηλαδή για τη ιθαγένεια, δεν πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις και πρακτικές που συνιστούν διάκριση για λόγους φύλου, θρησκείας, φυλής, χρώματος και εθνικής καταγωγής.
Ωστόσο, στη χώρα μας η επί δεκαετίες ξενοφοβική νομοθεσία και διοικητική πρακτική στο θέμα της ιθαγένειας, ακόμα και σε μετανάστες δεύτερης γενιάς που γεννήθηκαν δηλαδή στη χώρα, στηρίχτηκαν στο “δίκαιο του αίματος” και σε εθνικοκεντρικά κριτήρια με αόριστες αναφορές περί “αξιών του ελληνισμού”. Πρακτικές, οι οποίες επέτρεψαν για χρόνια την αυθαίρετη κρίση της διοίκησης στην απόδοση ιθαγένειας, θέτοντας ως βασική προϋπόθεση κτήσης της, την διαπίστωση της “ελληνικής εθνικής συνείδησης”. Ιδιαίτερα για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς, η απόδοση σε αυτούς ιθαγένειας πριν την ενηλικίωση τους,
δεν προβλέπονταν από την νομοθεσία, κάτι βέβαια που δεν ίσχυε για τους ομογενείς “έλληνες”(παιδιά που γεννιούνται και ζουν στο εξωτερικό από έλληνες γονείς).
Δειλό βήμα προς την προσπάθεια άσκησης εξωστρεφούς πολιτικής για την ιθαγένεια και αμφισβήτησης της αρχής του “δικαίου του αίματος”, αποτελεί ο νόμος 3838/2010, γνωστός και ως “νόμος Ραγκούση”. Σύμφωνα με αυτόν προβλέπεται: η δυνατότητα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας από τέκνα μεταναστών (είτε από τη γέννησή τους και εφόσον οι γονείς τους διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, είτε κατόπιν επιτυχούς ολοκλήρωσης της παρακολούθησης έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου),τροποποιούνται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία κτήσης της ιθαγένειας από αλλοδαπούς με πολιτογράφηση(νόμιμη διαμονή στη χώρα για επτά χρόνια και η κατοχή άδειας «επί μακρόν διαμένοντος”),ενώ αναγνωρίζεται για πρώτη φορά σε νομίμως διαμένοντες αλλοδαπούς (ορισμένες κατηγορίες και ομογενείς), το δικαίωμα του εκλέγειν και το περιορισμένο δικαίωμα του εκλέγεσθαι, στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης (εκλογή δημοτικών συμβούλων).
Παρά τις αυστηρές προϋποθέσεις που αποκλείουν την πλειοψηφία των παιδιών των μεταναστών, τη συνέχιση των ατέρμονων γραφειοκρατικών διαδικασιών, ειδικών επιτροπών και των υψηλού κόστους παράβολων(το υψηλότερο στην Ευρώπη)που καλούνται κάθε φορά να πληρώνουν οι μετανάστες, ο συγκεκριμένος νόμος αποτελεί σημαντικό βήμα σε σχέση με όσα ίσχυαν πριν. Γι’ αυτό οι όποιες προσπάθειες από την τρικομματική κυβέρνηση, αυστηροποίησης ή ακόμα κατάργησης του νόμου, με το πρόσχημα “να εναρμονιστεί το νομικό πλαίσιο για την ιθαγένεια στη χώρα μας με το αυστηρότερο μοντέλο που ισχύει στην Ευρώπη” ή “ … η ριζική αναθεώρησή του θα ανατεθεί σε επιτροπή” στηρίζονται περισσότερο, στην προσπάθεια δημιουργίας εθνικιστικής ιδεολογίας, ρατσισμού και ξενοφοβίας, που συντελείται στη χώρα μας ιδιαίτερα τα δυο τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ό,τι μόλις λίγες μέρες μετά τις εκλογές, ο νέος υπουργός Εσωτερικών Ευρ. Στυλιανίδης, ανάγει το θέμα της ιθαγένειας, ως κορυφαίας προτεραιότητας για την νέα τρικομματική κυβέρνηση στον αντίποδα των μνημονίων εξαθλίωσης, με το επιχείρημα των “αθρόων ελληνοποιήσεων αλλοδαπών”, δίνοντας έτσι πρόσφορο έδαφος σε ακροδεξιά κόμματα και νεοναζιστικές συμμορίες να διαιρούν την ελληνική κοινωνία και να προβαίνουν σε “τελικές λύσεις” κάθαρσης του έθνους.
Τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας περί ‘μαζικών ελληνοποιήσεων” και “αθρόων πολιτογραφήσεων” εξαιτίας του νόμου 3838/2010, που συντηρεί το σύνολο των ΜΜΕ, πολιτικοί σχηματισμοί και νεοναζιστικές συμμορίες, επιβεβαιώνει το ίδιο το Υπουργεί Εσωτερικών. Σύμφωνα με το οποίο, επισημαίνεται ότι μετά τον Ν.3838 πραγματοποιούνται οι μισές πολιτογραφήσεις συγκριτικά με το 2009, η συντριπτική πλειονότητα χορήγησης της ελληνικής ιθαγένειας αφορά ομογενείς, ενώ σε οικονομικούς μετανάστες ο αριθμός είναι ελάχιστος. Επιπλέον, η Ελλάδα χορηγεί τις λιγότερες ιθαγένειες σε απόλυτους αριθμούς σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε και το σημαντικότερο, στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών τα παιδιά των μεταναστών αποκτούν ιθαγένεια πριν ενηλικιωθούν. Από τα επίσημα λοιπόν στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών, προκύπτει το συμπέρασμα ό,τι όχι μόνο δεν αυξήθηκαν οι πολιτογραφήσεις και οι ελληνοποιήσεις ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο (155 για το έτος 2011-2012), γεγονός που αποδεικνύει την ανεπαρκή εφαρμογή του νόμου παρά την κατάχρηση του, αλλά δεν μετατράπηκε και ο ίδιος ο νόμος σε “μαγνήτη” και σε “πόλο έλξης” νέων μεταναστών, αφού παρατηρείται σταδιακή μείωση της μετανάστευσης τα τρία τελευταία χρόνια.
Μείωση, η οποία οφείλεται στην οικονομική κρίση που έχει περιέλθει η χώρα μας και η οποία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την μετανάστευση.
Η αιτία της μετανάστευσης είναι η επιβίωση, είναι η ανεύρεση εργασίας για τους οικονομικούς μετανάστες ή ο πόλεμος για τους πρόσφυγες. Σε καμία πάντως περίπτωση δεν συνδέεται με την ιθαγένεια, ο ρυθμός δηλαδή απόδοσης της δεν αυξάνει την μετανάστευση. Και όσοι με ρατσιστική υστερία κράζουν περί “αποσύνθεσης του έθνους” και “καθαρότητας του ελληνικού γένους” μέσω της αυστηροποίησης ή και κατάργησης του νόμου, εξυπηρετούν σκοπούς πολιτικά επικίνδυνους και συμβάλλουν στον εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας.
Ο ρατσισμός αποτελούσε πάντα το ιδεολογικό υπόβαθρο των κρατικών πολιτικών, που στηρίζουν και αναπαράγουν τις σχέσεις ανισότητας μεταξύ ντόπιων και μεταναστών, χρησιμοποιώντας τους τελευταίους ως αποδιοπομπαίους τράγους για την κρίση, την ανεργία και την εξαθλίωση που οι ίδιες δημιούργησαν.
Η ιθαγένεια, ιδιαίτερα για τα παιδιά που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην χώρα, δεν πρέπει και δεν μπορεί να συνδέεται με το χρόνο παραμονής των γονιών τους. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες που ζουν και εργάζονται σε μια χώρα, δικαιούνται τα ίδια κοινωνικά, εργατικά και πολιτικά δικαιώματα που απολαμβάνουν οι γηγενείς και τα οποία δεν αποτελούν εθνικό προνόμιο μια κατηγορίας πολιτών. Στόχος όλων μας είναι η βελτίωση του νόμου ως προς την απόδοση δικαιωμάτων στους μετανάστες και στους πρόσφυγες και όχι η συντηρητικοποίηση ή ακόμα κατάργηση του, ώστε να μη δημιουργούνται διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων με διαφορετικά δικαιώματα, να μη διασπάται η εργατική τάξη και να μη διαιρείται η ελληνική κοινωνία.
Ελένη Μπενάτου
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Άρθρο 15
1. Καθένας έχει το δικαίωμα μιας ιθαγένειας.
2. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί αυθαίρετα την ιθαγένεια του, ούτε το δικαίωμα να αλλάξει ιθαγένεια.






