Ζαν – Πωλ Μαρά (Jean – Paul Marat, Boudry Πρωσίας, 24 Μαϊου 1743 – Παρίσι, 13 Ιουλίου 1793)

Ζαν – Πωλ Μαρά (Jean – Paul Marat, Boudry Πρωσίας, 24 Μαϊου 1743 – Παρίσι, 13 Ιουλίου 1793)

9Γαλλόφωνος Ελβετός ιατρός, πολιτικός, εκδότης, συγγραφέας, ρήτορας και επαναστάτης, ένας από τους ηγέτες του κόμματος των «Ορεινών» Ιακωβίνων της Γαλλικής Επανάστασης, υπερασπιστής (και μάρτυρας) της απόλυτης ελευθερίας του λόγου.

ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε στο Boudry του υπό πρωσικό έλεγχο Νεσατέλ (Neuchatel, που σήμερα ανήκει στην Ελβετία), δεύτερο από τα εννέα συνολικά παιδιά του καταγόμενου από το Κάλιαρι (Cagliari) της Σαρδηνίας εύπορου καλβινιστή Ζαν ή Τζιοβάνι Μαρά (Jean ή GiovanniMara) και της γαλλίδας Λουϊζας Καμπρόλ (Louise Cabrol), καταγόμενης από οικογένεια ουγενότων του Καστρ (Castres). Το 1759, χρονιά κατά την οποία πέθανε η μητέρα του, ο 16χρονος Ζαν Πωλ έφυγε από το σπίτι του προς αναζήτηση της τύχης του («ευαίσθητο στα 15, παρατηρητή στα 18 και στοχαστή στα 21», περιέγραψε ο ίδιος αργότερα τον εαυτό του σε ένα άρθρο του), μελέτησε αρκετά τα έργα των συγγραφέων του «Διαφωτισμού» και μετά από λίγο έπιασε την πρώτη του αξιόλογη δουλειά στο Μπορντώ (Bordeaux) της Γαλλίας, ως κατ’ οίκον δάσκαλος. Εκείνη την εποχή πιστεύεται ότι συνέγραψε το πρώτο του βιβλίο, το ρομάντζο «Les Aventures du comtePotowski», που όμως εκδόθηκε μισόν αιώνα μετά τον θάνατό του, το έτος 1847.

ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΙΑΤΡΟΥ

Έπειτα από δύο χρόνια έφυγε από το Μπορντώ με προορισμό το Παρίσι, προτιθέμενος να σπουδάσει ιατρική, πράγμα που τελικά έκανε δίχως όμως να πάρει πτυχίο ώστε να μπορέσει να εξασκήσει στην Γαλλία το επάγγελμα του ιατρού. Το επαγγελματικό αυτό πρόβλημα έλυσε το 1765, εγκατασταθείς αρχικά στο Άμστερνταμ, έπειτα στο Λονδίνο και εν συνεχεία στο Νιούκαστλ (Newcastle) και το Δουβλίνο (Dublin), όπου άσκησε κανονικά το ιατρικό επάγγελμα και μάλιστα τιμήθηκε από το «Πανεπιστήμιο του Αγίου Ανδρέου» («St. Andrews University») της Σκωτίας τον Ιούνιο του 1775, μετά από μία εργασία του για την βλεννόροια και εισήγηση ιατρικών κύκλων του Εδιμβούργου. Παράλληλα ανέπτυξε έναν ευρύτατο κύκλο γνωριμιών με καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες στις καφετέρειες του Σόχο και επίσης προχώρησε στην συγγραφή και δημοσίευση (στα αγγλικά, καθώς ήταν πολύγλωσσος) δύο δοκιμίων του, το ένα φιλοσοφικό («Ένα φιλοσοφικό Δοκίμιο για τον Άνθρωπο», «A philosophical Essay onMan», 1773, με το οποίο απαντούσε στο προ 15ετίας έργο «De l’ Esprit» του Ελβέτιου) και το άλλο πολιτικό («Αλυσίδες της σκλαβιάς», «Chains of Slavery», 1774). Το «Αλυσίδες της σκλαβιάς» προκάλεσε θετική αίσθηση στους προοδευτικούς κύκλους και οι πατριωτικές λέσχες του Μπέργουϊκ (Berwick), του Καρλάϊλ (Carlisle) και του Νιούκαστλ τον ανεκήρυξαν επίτιμο μέλος τους.

Μέσα στο 1776 ο Μαρά επέστρεψε στο Παρίσι μετά από μία σύντομη επίσκεψή του στην οικογένειά του, στην Γενεύη. Στο Παρίσι, με την υποστήριξη του μαρκήσιου del’Aubespine, του οποίου την σύζυγο είχε θεραπεύσει, απέκτησε πολύ γρήγορα την φήμη του άριστου ιατρού και αποτελεσματικού θεραπευτή, με τελικό αποτέλεσμα την πρόσληψή του στις 24 Ιουνίου 1777 ως αποκλειστικού ιατρού της φρουράς του κόμητα ντ’ Αρτουά (d’ Artois), αδελφού του βασιλιά Λουδοβίκου και μετέπειτα εστεμμένου (ως Κάρολος ο 10ος). Την επιστημονική διάκριση όμως που επεδίωξε με την κατάθεση στην «Ακαδημία Επιστημών» («Academie des Sciences») του Παρισιού του υπομνήματός του με τίτλο «Ανακαλύψεις για το πυρ, τον ηλεκτρισμό και το φως», δεν κατόρθωσε να την κερδίσει, αντιμετωπίσας την απόρριψη από τους αρμόδιους κριτές -ο Γκαίτε (Goethe) θα περιγράψει αυτή την απόρριψη ως ένα ακόμη κραυγαλέο παράδειγμα επιστημονικού δεσποτισμού.

Το 1780 ο Μαρά εξέδωσε στο Νεσατέλ ένα νομικό έργο, το «Plan de legislationcriminelle», στο οποίο, φανερά επηρεασμένος από τον φιλόσοφο Ζαν Ζακ Ρουσώ (JeanJaques Rousseau), πρότεινε 12μελές σώμα δικαστών για εξασφάλιση δικαιότερων αποφάσεων και ίδια, δίχως κοινωνικές διακρίσεις, εφαρμογή των ποινών. Ωστόσο, η μεγάλη αγάπη του παρέμενε η επιστημονική έρευνα, σε σημείο που τον Απρίλιο του 1786 παραιτήθηκε από αυλικός ιατρός για να αφιερωθεί σε διάφορα πειράματα και τις δύο επόμενες χρονιές (1787 και 1788 αντίστοιχα) δημοσίευσε μία μετάφραση της «Οπτικής» του Νεύτωνος και το δικό του δοκίμιο «Memoires academiques, ou nouvelles decouvertessur la lumiere».

ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο «Φίλος του Λαού» («L’Ami du Peuple»)
Παράλληλα, από το 1788 έδειξε εντονότατο ενδιαφέρον προς την πολιτική θεωρία και στις αρχές του επόμενου έτους εξέδωσε την 62σέλιδη μπροσούρα του «Προσφορά στην Πατρίδα» («Offrande a la Patrie», Φεβρουάριος 1789), η οποία μετά το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης ακολουθήθηκε από τις «Το Σύνταγμα» («La Constitution», Ιούνιος 1789) και «Πίνακας των κακών του συντάγματος της Αγγλίας» («Tableau desvices de la Constitution d’Angleterre», Σεπτέμβριος 1789). Επιθυμώντας να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ιδεολογική διαμόρφωση του δημοκρατικού κινήματος, προχώρησε στην συνέχεια στην μαχόμενη δημοσιογραφία.
Ο «ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ»

Τον Σεπτέμβριο του 1789 ίδρυσε την εφημερίδα «Πατριωτική Σκοπιά» («MoniteurPatriote»), την οποία στις 12 Σεπτεμβρίου μετονόμασε σε «Παρισινό Δημοσιογράφο» («Publiciste Parisien») και περαιτέρω στις 16 Σεπτεμβρίου σε «Φίλο του Λαού» («L’Ami du Peuple»), με μόνιμο πλέον σύνθημά του «να εξοντωθεί κάθε εκμεταλλευτής του λαού» και ολοφάνερη την επιδίωξη να υπηρετηθεί η υπόθεση της Επανάστασης με αλλεπάλληλα φλογερά άρθρα. Με υψηλό προσωπικό κόστος (φυλακίστηκε από τις 8 Οκτωβρίου 1789 έως τις 5 Νοεμβρίου 1789), κατήγγειλε με επιμονή μέσα από εκείνη την εφημερίδα, την ύλη της οποίας έγραφε εντελώς μόνος, τις αλλεπάλληλες ραδιουργίες των αριστοκρατών και των υπόλοιπων «εχθρών της Επανάστασης», όπου ενέτασσε και τον μαρκήσιο Λαφαγιέτ (Marquis de La Fayette) εναντίον του οποίου άσκησε μια λυσσαλέα πολεμική, που παρ’ ολίγον να του κοστίσει μία ακόμη φυλάκιση από τους κυρίαρχους τότε οπαδούς της συνταγματικής μοναρχίας: καθώς ο Μαρά ζητούσε απερίφραστα πλέον την άμεση εγκαθίδρυση αντιμοναρχικής δικτατορίας, οι αρχές τού έκλεισαν τελικά την εφημερίδα στις 22 Ιανουαρίου 1790 και του κατέστρεψαν τα εκτυπωτικά μηχανήματα. Ο ίδιος, για να αποφύγει την σύλληψη, υποχρεώθηκε να καταφύγει στην Αγγλία από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάϊο του 1790.

ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΡΧΙΚΟΥΣ

Κατά την επιστροφή του στο Παρίσι τον Μάϊο του 1790, και αφού είχε ήδη εκδώσει από το Λονδίνο το «Καταγγελία ενάντια στον Νεκέρ» («Denonciation contre Necker»), μία πολεμική κατά του υπουργού Οικονομικών του Λουδοβίκου Ζακ Νεκέρ (Jacques Necker), άνοιξε ξανά την εφημερίδα «Φίλος του Λαού» και άρχισε άγρια επίθεση κατά της μοναρχίας γενικά αλλά και κατά του ίδιου του προσώπου του Λουδοβίκου, κρυβόμενος για να μην συλληφθεί στις γνωστές αποχετευτικές στοές του Παρισιού, με αποτέλεσμα να μολυνθεί από μία χρόνια και επώδυνη δερματίτιδα (την «dermatitis herpetiformis», κατά τον καθηγητή Josef E. Jelinek σε άρθρο του στο «American Journal ofDermatopathology» το 1979). Τον καιρό που ο Μαρά κρυβόταν στις αποχετευτικές στοές, τον φρόντιζε η 25χρονη ερωμένη του Simonne Evrard, κουνιάδα του τυπογράφου του Jean – Antoine Corne, η οποία και μετέφερε τα χειρόγραφά του στο τυπογραφείο του «Φίλου του Λαού».

Επίσης, τον Ιούνιο του 1790 είχε ιδρύσει μία ακόμη εφημερίδα, την «Junius francais», η οποία όμως άντεξε μόνο 13 φύλλα, αφού υποχρεώθηκε 4 φορές να αλλάξει τυπογραφείο, λόγω του συνεχούς κυνηγητού από τις αρχές. Τον Δεκέμβριο του 1791, και ενώ επί μήνες οι βασιλόφρονες επιχειρούσαν μάταια να αποπροσανατολίσουν τους αναγνώστες του, άλλοτε τυπώνοντας και κυκλοφορώντας πλαστές μπροσούρες με το όνομά του και άλλοτε πλαστά φύλλα του «Φίλου του Λαού» μέσα από τα οποία τον παρουσίαζαν να έχει συμβιβαστεί, ο Μαρά χρειάστηκε να δραπετεύσει για μία ακόμη φορά στο Λονδίνο. Τον Απρίλιο του 1792 επέστρεψε στο Παρίσι με την κάλυψη της «Λέσχης των Κορδελιέρων», αν και παρέμεινε υποχρεωμένος να συνεχίσει να κρύβεται, μέχρι τουλάχιστον τα γεγονότα της 10ης Αυγούστου 1792 (όταν η βασιλική οικογένεια πολιορκήθηκε από τον λαό στο ανάκτορο Tuileries), οπότε και εμφανίστηκε για πρώτη φορά άφοβα δημόσια. Μέσα από την ανένδοτη αρθρογραφία του στον «Φίλο του Λαού», το τελευταίο φύλλο του οποίου κυκλοφόρησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1792, πέτυχε τελικά να υποκινήσει την σφαγή των μοναρχικών από τα πλήθη του Παρισιού τον Σεπτέμβριο του 1792.

ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΩΝ «ΟΡΕΙΝΩΝ» ΚΑΙ ΙΑΚΩΒΙΝΟΣ

Αμέσως μετά την επιστροφή του τον Απρίλιο, είχε επίσης προβεί σε γάμο «στο όνομα του Υπερτάτου Όντος» με την Evrard, με την οποία απέκτησε μετά από μήνες έναν υιό, τον David. Με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας στις 22 Σεπτεμβρίου 1792 εξελέγη μέλος της Κομμούνας του Παρισιού και επίσης βουλευτής των «Ορεινών» στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση, ενώ, ως συνέχεια του «Φίλου του Λαού», εξέδωσε στις 25 Σεπτεμβρίου την «Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας» («Journal de la Reublique Francaise»), με την οποία προέτρεψε και συνέβαλε πολύ, παρά την αντίθεση σε κάτι τέτοιο των κυρίαρχων εκείνη την εποχή δεξιών «Γιρονδίνων», στην καρατόμηση του έκπτωτου βασιλιά Λουδοβίκου στις 21 Ιανουαρίου 1793.

Υπήρξε ήδη από τον Ιανουάριο του 1790 μέλος της «Λέσχης των Κορδελιέρων», καθώς και από την ανακήρυξη της Δημοκρατίας στέλεχος της περίφημης «Λέσχης των Ιακωβίνων». Στις 10 Μαρτίου 1793 (20η Βεντόζ του έτους 1) στήριξε στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση την εισήγηση του Νταντών για σύσταση ενός ειδικού «Επαναστατικού Δικαστηρίου» («Tribunal Révolutionnaire», «για να δικάζει τους προδότες που μάχονται την ελευθερία, την ισότητα, την ενότητα και το αδιαίρετο της Γαλλικής Δημοκρατίας, όπως και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια του κράτους»), δηλώνοντας ο ίδιος από το βήμα ότι «για να συντριβεί η τυραννία των βασιλιάδων πρέπει να οργανωθεί η τυραννία της Ελευθερίας».

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΥΣ «ΓΙΡΟΝΔΙΝΟΥΣ»

Στις 29 Μαρτίου 1793 (9η Ζερμινάλ του έτους 1), εξοργισμένος από την προδοσία του στρατηγού Ντυμουριέ (Dumouriez), κάλεσε από την εφημερίδα του σε λιντσάρισμα των «Γιρονδίνων» φίλων του στρατηγού και έκανε έκκληση στους πατριώτες των επαρχιών να υποστηρίξουν τον λαό του Παρισιού κατά των προδοτών και στις 5 Απριλίου, την ίδια ημέρα που ο απομονωμένος πλέον προδότης Ντυμουριέ περνούσε με το μέρος των εχθρών, μαζί με τον δούκα de Chartres και τον αδελφό του δούκα de Montpensie, ο λαός του Παρισιού διαδήλωνε με το σύνθημα του Μαρά «Nous sommes trahis!» («Έχουμε προδοθεί!») και ο ίδιος, από την θέση του προέδρου της Λέσχης των Ιακωβίνων, συνέτασε και κυκλοφορούσε μία εγκύκλιο προς όλες τις συνασπισμένες ανά τόπους «Λέσχες», με την οποία προέτρεπε τα μέλη να απαιτήσουν την καθαίρεση όλων των «Γιρονδίνων» που είχαν εναντιωθεί στην καρατόμηση του βασιλιά.

Οι «Γιρονδίνοι» προσπάθησαν να αντεπιτεθούν μέσα στην Συμβατική, βάζοντας στις 12 Απριλίου 1793 (23η Ζερμινάλ του έτους 1) τον Ηλία Γκαντέ (Elie Guadet, 1758 – 1794, του οποίου την σύλληψη είχε πριν από μόλις 2 ημέρες ζητήσει ο Ροβεσπιέρος), να ζητήσει αυτός την άμεση σύλληψη του Μαρά («αυτής της βρώμικης ψυχής που ξερνάει δηλητήριο…») και την άμεση παραπομπή του στο Επαναστατικό Δικαστήριο, με την κατηγορία ότι με την εγκύκλιό του της 5ης Απριλίου είχε στραφεί κατά της Συμβατικής. Η παραπομπή του Μαρά στο «Επαναστατικό Δικαστήριο» με την κατηγορία «της λεηλασίας, της δολοφονίας και της οργάνωσης συνωμοσίας κατά της Συμβατικής», εξασφαλίστηκε μετά από δύο ημέρες, καθώς οι «Γιρονδίνοι» εκμεταλλεύθηκαν την απουσία σε αποστολές στην περιφέρεια 128 βουλευτών (από τους οποίους οι 100 περίπου είναι Ορεινοί) και την ουδετερότητα 238 άλλων που έχουν επιλέξει την ασφάλεια τού να μην παραστούν στην ψηφοφορία.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΘΡΙΑΜΒΟΣ

Στις 24 Aπριλίου 1793 (5η Φλορεάλ του έτους 1) όμως, τόσο ο Δημόσιος Κατήγορος («Accusateur Ρublic») Φουκιέ Τενβίλ (Antoine Quentin Fouquier de Tinville, 1746 – 1795), όσο και οι δικαστές και οι ένορκοι του Επαναστατικού Δικαστηρίου, «καταλαβαίνοντας καλύτερα από τους Γιρονδίνους την ατμόσφαιρα του Παρισιού» (Andress, σελ. 166), αθώωσαν αυθημερόν τον Μαρά, ο οποίος στεφανωμένος με δάφνινο στεφάνι μεταφέρθηκε από ένα μεγάλο πλήθος στην αίθουσα της Συμβατικής, ανεβασμένος επάνω στους ώμους των κοκκινοσκούφηδων οπαδών του, ενώ στις 26 Απριλίου διοργανώθηκε στην «Λέσχη των Ιακωβίνων» πανηγυρική βραδιά για την αθώωσή του, κατά την οποία σημειώνθηκε πρωτοφανής προσέλευση επαναστατών.

Ενώ τώρα ο Μαρά απαιτούσε την διάλυση της 12μελούς επιτροπής των «Γιρονδίνων», εκείνοι διοργάνωσαν στις 6 Μαϊου 1793 (17η Φλορεάλ του έτους 1) διαδήλωση κατά των «Αβράκωτων» στους δρόμους του Παρισιού, κατά την διάρκεια της οποίας καλοντυμένοι νεαροί φώναζαν τα εμπρηστικά συνθήματα των στασιαστών της Βανδέας, όπως «Κάτω οι αναρχικοί!», «Ο Μαρά στην λαιμητόμο!» και «Στο διάβολο οι Ροβεσπιέρος, Μαρά και Νταντών!». Τίποτε όμως δεν μπορούσε πια να σώσει τους «Γιρονδίνους»: στις 18 Μαϊου η 12μελής επιτροπή τους διαλύθηκε και ακολούθησε η οριστική τους πτώση κατά την εξέγερση 31 Μαϊου – 2 Ιουνίου, κάτω από την πίεση των υπό τον Φρανσουά Ανριό (Francois Hanriot) 80.000 οπλισμένων «Αβράκωτων» και «Ιακωβίνων».

ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΘΕΩΣΗ

Στους δύο μήνες που ακολούθησαν την άδοξη πτώση των «Γιρονδίνων» (των οποίων προεγράφησαν 29 στελέχη, που άλλα αυτοκτόνησαν και άλλα καρατομήθησαν), ο Μαρά, που πιστώθηκε με το μεγαλύτερο ποσοστό δόξας για την ανατροπή εκείνη, υπήρξε ένας από τους τρεις πολιτικά ισχυρότερους άνδρες της Δημοκρατίας, μαζί με τους Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο (Maximilien Robespierre) και Ζωρζ Νταντών (GeorgesDanton), αν και εν γένει οι «Ορεινοί» («Montagnards») κρατούσαν αποστάσεις από το άτομό του, λόγω της ανατρεπτικής του επικινδυνότητας. Ο ίδιος, καθώς η δερματική του νόσος είχε χειροτερεύσει, άρχισε να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από το πολιτικό προσκήνιο, καθώς τις περισσότερες ώρες από το εικοστετράωρό του ήταν υποχρεωμένος να το περνάει στο λουτρό του, μουλιάζοντας σε ανάμεικτο με φάρμακα νερό και τελικά, στις 13 Ιουνίου 1793 εκεί, μέσα στο λουτρό του, δολοφονήθηκε με μαχαιριές από μία θαυμάστρια των «Γιρονδίνων» που είχε έλθει επί τούτου από την αντεπαναστατική Καέν (Caen), την 25χρονη Σαρλότ Κορνταί ντ’ Αρμάν (CharlotteCorday).

Η δολοφόνος συνελήφθη επιτόπου από τους «Αβράκωτους», παραπέμφθηκε σε δίκη, καταδικάστηκε σε θάνατο και καρατομήθηκε το πρωϊ της Τετάρτης 17 Ιουλίου 1793, ενώ ο ίδιος ανακηρύχθηκε σε «μάρτυρα της Ελευθερίας» και σχεδόν αποθεώθηκε. Στις 14 Ιουλίου η σορός του εκτέθηκε σε τριήμερο, επιβλητικό λαϊκό προσκύνημα στην Λέσχη των Κορδελιέρων και οι εκδηλώσεις λατρείας του λαού στο πρόσωπό του κορυφώθηκαν στις 15 Ιουλίου, όταν κατά το άνοιγμα των προσωπικών πραγμάτων του δεν βρέθηκε τελικά παρά μόνο ένα χάρτινο πεντόφραγκο και ο Μπιγιό Βαρέν εκφώνησε στην Συμβατική έναν πύρινο λόγο κατά των «Γιρονδίνων».

Η κηδεία του Μαρά έγινε στις 16 Ιουλίου (28η Μεσιδόρ του έτους 1). Η νεκρική πομπή, μέσα σε ατμόσφαιρα αγανάκτησης κατά των αντεπαναστατών, ήταν πρωτοφανής σε μεγαλοπρέπεια και όγκο. Η εκφορά του νεκρού ηγέτη των «Αβράκωτων» έγινε από όμορφες επαναστάτριες και η Εθνοσυνέλευση παρέστη σύσσωμη σχεδόν στην μεγαλειώδη κηδεία του (ο Bax μας μεταφέρει την πληροφορία ότι η σορός του αποτεφρώθηκε), το τελετουργικό της οποίας είχε σχεδιάσει ο «ζωγράφος της Επανάστασης» Νταβίντ (Jacques-Louis David) και, με απόφασή της, έστησε την προτομή του στην αίθουσα των συνελεύσεών της και το ίδιο έπραξαν όλες σχεδόν οι «Λέσχες των Ιακωβίνων», ενώ ο ίδιος ο Νταβίντ απεικόνισε τον θάνατό του στον περίφημο πίνακα «Η δολοφονία του Μαρά» (1793).

Το εγκώμιό του συνέγραψε ο μαρκήσιος ντε Σαντ (Marquis de Sade), που τότε ήταν μέλος της Εθνοσυνέλευσης και ανήκε πολιτικά στους «Ορεινούς» («ο Ιησούς ήταν ψευτοπροφήτης, ο Μαρά όμως ήταν όντως θεϊκός. Αιώνια τιμή στην καρδιά του Μαρά»), ενώ η καρδιά του αποτεφρώθηκε χωριστά και οι στάχτες της τοποθετήθηκαν σε λήκυθο, η οποία κρεμάστηκε στις 18 Ιουλίου από την οροφή της αίθουσας συνελεύσεων της «Λέσχης των Κορδελιέρων», όπου του υψώθηκε ηρωολατρικός βωμός για να καίγεται επάνω του καθημερινά λιβάνι προς τιμήν του. Η οδός des Cordeliersde Marat και η περιοχή της Μοντμάρτης (Montmartre) σε Μονμαρά (Mont Marat), ενώ ένα μικρό μνημείο που τού αφιερώθηκε στην Place duCarrousel, όπου στις 19 Αυγούστου διεξήχθη η «Εορτή Γυναικών για τον Μαρά», πνίγηκε από εκατοντάδες στεφάνια του απλού λαού. Δεκάδες θεατρικά με θέμα την δολοφονία του (και τίτλους όπως «Ο Μαρά στον Όλυμπο», «Η άφιξη του Μαρά στα Ηλύσια Πεδία», «Ο πραγματικός Φίλος του Λαού», κ.ά.) ανέβαιναν στα παρισινά και περιφερειακά θέατρα και ύμνοι προς τιμή του άδονταν στους δρόμους από παρέες νέων. Κάθε τι που σχετιζόταν με αυτόν θεωρείτο πλέον «ιερό» μετονομάσθηκε σε οδός

Στις 19 Νοεμβρίου 1793 επίσης, ημέρα κατά την οποία η Εθνοσυνέλευση ψήφισε την τοποθέτηση της σποδού του στο «Πάνθεον» (κατ’ εξαίρεση, αφού μετά τον Μιραμπώ είχε αποφασιστεί να μην θάβεται εκεί κανείς, εάν δεν συμπληρώνονταν 21 χρόνια από τον θάνατό του), η πόλη Le Havre de Grace άλλαξε το όνομά της σε Le Havre de Marat και εν συνεχεία σε Le Havre – Marat, ενώ οι «αποχριστιανιστές» (κυρίως «Κορδελιέροι» και ακραίοι «Ιακωβίνοι») που είχαν ιδρύσει την «Λατρεία της Λογικής» το ίδιο φθινόπωρο, ανακήρυξαν τον Μαρά «άγιο της Δημοκρατίας» και οι εικόνες του αντικατέστησαν τους «εσταυρωμένους» στις πρώην εκκλησίες και ήδη «Ναούς της Λογικής».

ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΥΣ

Την επόμενη χρονιά, στις 21 Σεπτεμβρίου 1794, παρ’ όλο που ήδη οι «θερμιδωριανοί» είχαν μόλις προ 2 μηνών φρενάρει την Επανάσταση, αντρέποντας τους «ροβεσπιεριστές», η σποδός του Μαρά, προφανώς για τις εντυπώσεις, μετά από προτροπή του Λεονάρ Μπουρντόν (Louis Jean Joseph Léonard Bourdon de la Cronière 1754 – 1807), τοποθετήθηκε με μεγάλες τιμές στο «Πάνθεον», την ίδια μάλιστα ημέρα που έφευγε από εκεί η σορός του Μιραμπώ (Mirabeau), τον οποίο το καθεστώς είχε χαρακτηρίσει «προδότη». Τόσο όμως η σποδός του στο «Πάνθεον», όσο και η προτομή του στην Εθνοσυνέλευση, αφαιρέθηκαν μετά από μερικούς μόνον μήνες, όταν οι «θερμιδωριανοί» άρχισαν να υιοθετούν όλο και πιο συντηρητικές, δεξιές και αντεπαναστατικές αντιλήψεις.
Με διάταγμα της 8ης Φεβρουαρίου 1795 (20η Πλουβιόζ του έτους 3), η σποδός του Μαρά αφαιρέθηκε από το Πάνθεον (από τον ίδιον μάλιστα τον Μπουρντόν, έναν πρώην «αποχριστιανιστή» και οπαδό του Εμπέρ, που πάντοτε ήξερε όμως να μεταστρέφεται γρήγορα για να γλιτώνει το τομάρι του -είχε πριν από μήνες αναφερθεί από την εφημερίδα του Φρερόν ως «τρομοκράτης»), όλες οι εικόνες και προτομές του σπάστηκαν και πετάχτηκαν στους υπονόμους από τους φανατικούς μοναρχικούς της «Χρυσής Νεολαίας» που τραγουδούσαν το «Le Réveil du peuple», δηλ. «Η Αφύπνιση του λαού (κατά της Τρομοκρατίας)». Ήδη από τις 13 Ιανουαρίου η Le Havre – Marat είχε μετονομασθεί σε απλώς Le Havre, το όνομα δηλαδή που φέρει μέχρι και σήμερα, ενώ ο ίδιος ο Μαρά χαρακτηρίσθηκε έκτοτε και εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από τους κάθε λογής αντιδραστικούς ως «αιμοσταγές τέρας» και «το υπ’ αριθμόν ένα σύμβολο» των βιαιοτήτων της Επανάστασης.
Πηγη:http://knol.google.com/k/ζαν-πωλ-μαρά#

189