Γλυκιά μου, κάθε φορά που σε κοιτώ θυμάμαι το χαμόγελο στη ματιά σου όταν πρωτοσυναντηθήκαμε.
Κάθε φορά που σε κοιτώ, είναι το λακκάκι στο αριστερό σου μάγουλο όλος ο κόσμος μου όπου θέλω να κουρνιάσω.
Χαϊδεύω την πλάτη σου και φοβάμαι, όπως τότε που νόμισα ότι την έστρεψες για πάντα.
Μπλέκω τα δάκτυλά μου στα δικά σου κι ανατριχιάζω, γιατί θυμάμαι το κρύο που έκανε εκείνον τον χειμώνα, όπου προσπαθούσα να τελειώσω την παραγγελία προκειμένου να πληρωθώ και να αγοράσουμε τροφή για τον μικρό μας.
Εσύ καθόσουν δίπλα μου βυζαίνοντας το παιδί, τυλιγμένη σε ένα μεταξωτό σάλι- παλιό σαν τον χρόνο και πράσινο σαν τον πίνακα εκείνον όπου με κοιτούσες πάνω από τον ώμο σου με τρυφερότητα και γεμάτη υποσχέσεις.
Κι έπαιρνες συχνά τα χέρια μου ανάμεσα στα δικά σου, τα έφερνες στο στόμα σου κοντά και μου τα ζέσταινες με την ανάσα σου…λατρεμένη μου αναπνοή.
Αυτά τα μάτια σου…..αχ, αυτά τα μάτια σου ποτέ δεν τα είδα δακρυσμένα όσα κι αν πέρασες μαζί μου.
Μόνο τότε…θυμάσαι; Γελώντας ο Courbet από το κρασί -τότε πια καρδιά μου, είχαμε καταφέρει πολλά – μια έναστρη νυχτιά Αυγούστου- στον κήπο μας στην
Argenteuil ήμασταν-θυμάσαι; Κάτω από το δέντρο που αγαπήσαμε ήμασταν και γελούσαμε, πόσο γελούσαμε….
Τότε κι αυτός σου είπε με χαμηλή φωνή
-Αγαπητή μου Camille ο άντρας σου επιθύμησε το βυθό του ποταμού περισσότερο από σένα για στιγμές στον χρόνο. Κι ο πόθος αυτός θέριευε με κάθε του βήμα που τον έσερνε από τη μύτη όπως η μυρωδιά φτηνού αρώματος στα ιδρωμένα στήθη πόρνης.
Χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη σου κι έσκυψες να βάλεις κι άλλο κρασί στα ποτήρια.
Μα σαν το χέρι άπλωσα, ένιωσα το νοτισμένο σου μάγουλο στα ακροδάχτυλά μου να με καίει σαν τη φλόγα της αμαρτίας.
Χαμογελάς καρδιά μου;
Πόσο όμορφα γελούσες κάτω από το παρασόλι σου, ντυμένη στα λευκά βυθισμένη στην κόκκινη θάλασσα από τις παπαρούνες.
Μα, όλες τις παπαρούνες να μου φέρουν στην αγκαλιά μου μέσα, όσο άλικο το χρώμα τους κι είναι, δεν φτάνουν ποτέ το κόκκινο των χειλιών σου όταν μου λες το Σ’αγαπώ.
– Και τώρα αγάπη μου, τα χείλη μου τι λένε;
…Πώς είναι δυνατόν ο θάνατος να έχει τόσα χρώματα σε πρόσωπο αγαπημένο, οι σκέψεις έπαιζαν στο μυαλό του Claude.
Πώς μπορεί να έχει τέτοιο γκρίζο η παλέτα που μέχρι τώρα λευκό και κόκκινο και πράσινο έβγαζε στο πινέλο μου επάνω;
Και κίτρινο της ώχρας…
…και μωβ του δειλινού…
…και μαύρο…
…πόσο απύθμενο μαύρο μπορεί να γεννήσει το τέλος;
– Μου λένε πως θα σε αγαπώ ως την αιωνιότητα…….Ψυχή μου!
Εικόνα αγαπητή της γυναικός μου
Τρέξε εσύ και λάμψε εμπρός μου
Ναι, το φως σου ξυπνάει την αρετή μου
Και πιστό σε εσένα με βασταίνει
Γιατί τόσο σε αισθάνομαι δική μου,
Τόσο με την ψυχή μου ζυμωμένη
που δεν ξέρω μες στη διαλογή μου
πώς να σε πώ;
Γυναίκα μου….
ή Ψυχή μου;
(Σονέτο – Ανδρ. Λασκαράτος )
(Ας με συγχωρήσουν και πάλι που αυθαίρετα ερμηνεύω στιγμές της ζωής κάποιων.
Αλλά η φαντασία μου πιάνει σκηνές…Επιτρέψτε μου να σκεφτώ..να φανταστώ ότι έτσι αποχαιρέτησε ο Monet τη γυναίκα του…)
Read more: http://logia.pblogs.gr/2007/04/camille-.html#ixzz2XxDBWJ30







