Yayoi Kusama: από την ανατροπή στα μουσεία της Αγοράς

Yayoi Kusama: από την ανατροπή στα μουσεία της Αγοράς


Η Γιαγιόι Κουσάμα (Yayoi Kusama) αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες της σύγχρονης τέχνης. Ωστόσο, η συστημική κριτική της τέχνης τείνει να αποστερεί το έργο της από το πολιτικό και κοινωνικό του υπόβαθρο, μετατρέποντάς το σε ένα ανώδυνο, «ψυχεδελικό» θέαμα ή σε ένα ακόμα εμπορικό προϊόν για τα μουσεία της άρχουσας τάξης. Μια τροτσκιστική, υλιστική ανάλυση οφείλει να επανεντάξει την Κουσάμα στο ιστορικό της πλαίσιο: αυτό της πάλης ενάντια στην αλλοτρίωση του καπιταλισμού, της εμπορευματοποίησης της τέχνης και του πατριαρχικού αυταρχισμού.
Η αλλοτρίωση και η ψυχική οδύνη ως προϊόν του καπιταλισμού
Η Κουσάμα γεννήθηκε στην Ιαπωνία του 1929, σε μια περίοδο όπου ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός και ο στρατοκρατικός φασισμός βρίσκονταν σε πλήρη έξαρση. Η παιδική της ηλικία σημαδεύτηκε από την καταπιεστική, πατριαρχική δομή της οικογένειάς της και τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τον οποίο εργάστηκε ως μαθήτρια σε στρατιωτικό εργοστάσιο.
Οι ψυχικές της διαταραχές και οι παραισθήσεις —οι κουκκίδες (dots) που κάλυπταν την όρασή της— δεν είναι απλώς ατομικά, βιολογικά συμπτώματα, αλλά η βιώσιμη αντανάκλαση μιας βαθιά τραυματισμένης κοινωνίας. Όπως σημείωνε ο Λέον Τρότσκι στο μανιφέστο Για μια Ανεξάρτητη Επαναστατική Τέχνη, η αληθινή τέχνη εκφράζει την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου για μια πιο πλήρη και αρμονική ζωή, την οποία η ταξική κοινωνία αρνείται. Η προσπάθεια της Κουσάμα να «διαλύσει» το εγώ της στο σύμπαν μέσω των μοτίβων της (Self-Obliteration) αποτελεί μια απεγνωσμένη κραυγή ενάντια στην αλλοτρίωση και την αποξένωση που επιβάλλει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.
Η αμφισβήτηση της μεταπολεμικής αστικής τάξης πραγμάτων
Μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Κουσάμα ήρθε αντιμέτωπη με έναν άλλο τοίχο: το λευκό, ανδροκρατούμενο και κεφαλαιοκρατικό καλλιτεχνικό κατεστημένο των ΗΠΑ. Οι performance της, τα «Happenings» της δεκαετίας του ’60, είχαν έναν ξεκάθαρα αντι-συστήμικο χαρακτήρα.
Αντιπολεμικός αγώνας: διοργάνωσε διαμαρτυρίες ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, χρησιμοποιώντας το γυμνό σώμα ως μέσο άρνησης της στρατοκρατικής βίας.
Αμφισβήτηση της πατριαρχίας: τα γλυπτά της με τα υφασμάτινα φαλλικά σχήματα (Accumulations) διακωμωδούσαν και αποδομούσαν τη φαλλική εξουσία της πατριαρχικής δομής.
Αντιμετώπιση του ρατσισμού: ως Ασιάτισσα γυναίκα σε μια ρατσιστική αγορά τέχνης, διεκδίκησε τον χώρο της χωρίς να υποταχθεί στα αισθητικά πρότυπα της δυτικής αστικής τάξης.
Η τραγωδία της εμπορευματοποίησης: η τέχνη ως εμπόρευμα
Ο Τρότσκι προειδοποιούσε ότι ο καπιταλισμός, στην παρακμή του, είτε υποτάσσει την τέχνη στην κρατική γραφειοκρατία είτε την μετατρέπει σε αιχμάλωτο της αγοράς. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Κουσάμα.
Σήμερα, το έργο της έχει υποστεί μια βαθιά διαδικασία οικειοποίησης από το κεφάλαιο. Οι καθρέφτες και οι κουκκίδες της, από μέσα θεραπείας και πολιτικής διαμαρτυρίας, μετατράπηκαν σε φόντο για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε εργαλεία marketing για οίκους μόδας πολυτελείας (όπως η Louis Vuitton). Η αστική τάξη κατάφερε να αποστερώσει το έργο της από την ανατρεπτική του αιχμή, μετατρέποντάς το σε ένα πανάκριβο εμπόρευμα προσβάσιμο μόνο στις ελίτ ή σε ένα εμπορευματοποιημένο θέαμα για τους πολλούς.
Για την απελευθέρωση της τέχνης
Η πορεία της Γιαγιόι Κουσάμα αναδεικνύει τα όρια της ατομικής αντίστασης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Η τέχνη της, στην αυθεντική της πρόθεση, είναι μια αδιάκοπη πάλη για την ελευθερία της ανθρώπινης ψυχής από τα δεσμά του καταναγκασμού.
Για τους μαρξιστές, η δικαίωση καλλιτεχνών όπως η Κουσάμα δεν βρίσκεται στις δημοπρασίες του Christie’s ή στις βιτρίνες των πολυεθνικών, αλλά στη σοσιαλιστική επανάσταση. Μόνο με την κατάργηση της εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας αταξικής κοινωνίας θα μπορέσει η καλλιτεχνική δημιουργία να απαλλαγεί από τους νόμους της αγοράς και να γίνει πραγματικό κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας.

80