Μικρασιατική εκστρατεία

Μικρασιατική εκστρατεία

58726_134426693270248_365344_nΜε αφορμή, σαν σήμερα, την επιθεση των Τουρκων εναντίον του ελληνικου στρατου στο Αφιον Καραχισαρ…

«(…) πρόκειται περί διαλύσεως της Τουρκίας και εγκαθιδρύσεως του
κράτους μας επί των χωρών της (…) ακόμα και εις την περίτην
Σμύρνην χώραν είμεθα εθνολογικώς μειοψηφία (…) Οι δε Τούρκοι
αισθάνονται τι ζητούμεν. Εάν… εστερούντο εθνικού αισθήματος, ίσως τοιαύτη
πολιτική να ήτο δυνατή. Αλλά απέδειξαν ότι έχουν όχι θρησκευτικόν,
αλλά εθνικόν αίσθημα. Και εννοούν να παλαίσουν υπέρ της ελευθερίας και της
ανεξαρτησίας των, ακριβώς διά τα αυτά
πράγματα υπέρ των οποίων
ηγωνίσθημεν και ημείς κατ’ αυτών. Αισθάνονται ότι η Μ. Ασία είναι η πατρίς των, και ότι ημείς είμεθα επιδρομείς».
(Προσωπικό ημερολόγιο I. Μεταξά, τόμος 5ος σελ. 83, εκδόσεις Γκοβόστη)
Στις αρχές του αιώνα η ελληνική αστική τάξη ήταν η ισχυρότερη της
Ανατολικής
Μεσογείου. Όμως, λόγω του τρόπου που αναπτύχθηκε ο καπιταλισμός στην
περιοχή, οι δυναμικότερες μερίδες της βρίσκονταν εκτός των συνόρων του
ελληνικού κράτους. Αυτή ακριβώς η διασπορά των Ελλήνων αστών ήταν η
υλική
βάση της πολιτικής της «Μεγάλης Ιδέας»,
δηλαδή της
κατάκτησης όλων των περιοχών όπου δρούσαν και της ενσωμάτωσής τους στο ελληνικό κράτος.
Το
κέντρο βάρους της δραστηριότητάς τους ήταν μέσα στα όρια της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας, όπου λόγω της αδυναμίας της, είχαν κερδίσει μια θέση
κράτους εν κράτει. Η αυτοκρατορία ήταν μια προκαπιταλιστική, θεοκρατική,
πολυεθνική, απόλυτη μοναρχία σε παρακμή. Οποιαδήποτε προσπάθεια
εκσυγχρονισμού και ανόρθωσής της αναπόφευκτα θα ερχόταν σε σύγκρουση με
τα προνόμια των Ελλήνων αστών. Και στις αρχές του αιώνα η ανάγκη
μεταρρύθμισης
έγινε πιεστική καθώς «ο μεγάλος ασθενής» (όπως αποκαλούνταν η Οθωμανική
Αυτοκρατορία) γινόταν η λεία των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που
τότε μοίραζαν τον κόσμο.
Εξόρμηση
Ο μικρασιατικός πόλεμος του
1919-22 ήταν η κορύφωση αυτών των διαδικασιών. Για το ελληνικό κράτος
ήταν η τελευταία και πιο φιλόδοξη φάση της μεγάλης εξόρμησης που
ξεκίνησε το 1912 σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τις μεγάλες
δυτικές δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) ήταν η τελική φάση του
μοιράσματος του «μεγάλου ασθενούς» μετά την ήττα του στο
Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και για το τουρκικό εθνικό κίνημα ήταν η συνέχεια
της προσπάθειας ριζικής μεταρρύθμισης της αυτοκρατορίας που ξεκίνησε το
1908 με το κίνημα των Νεότουρκων και που αναγκαστικά πλέον έπαιρνε
χαρακτήρα επαναστατικό.
Ο πόλεμος ήταν άδικος και κατακτητικός από
την πλευρά της Ελλάδας και των Συμμάχων και ανταγωνιστών της Μεγάλων
Δυνάμεων, και δίκαιος από την πλευρά του τουρκικού εθνικού κινήματος.
Στις περιοχές γύρω από τη Σμύρνη που επίσημα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα
από τους Συμμάχους, σύμφωνα με την
απογραφή του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, το
1912 υπήρχαν
κάπου 800.000 Έλληνες, πάνω από 1.000.000 Τούρκοι και γύρω στους 100.000
Αρμενίους, Εβραίους κ.λπ. Στις υπόλοιπες περιοχές στο εσωτερικό της Μ.
Ασίας που ο ελληνικός στρατός κατέλαβε
προελαύνοντας προς την Άγκυρα, ο ελληικός πληθυσμός ήταν ακόμα λιγότερος. Από την πρώτη στιγμή της απόβασης
στη
Σμύρνη, στις 15 Μαίου του 1919, ο ελληνικός στρατός αντιμετώπισε
λυσσαλέο ανταρτοπόλεμο, που τον αντιμετώπισε με τις συνηθισμένες
πρακτικές του αποικιακού πολέμου (μαζικές
εκτελέσεις, πυρπόληση χωριών κ.λπ.). «Ο ανταρτοπόλεμος θα συνεχιστεί
όσο παραμένουν τα ελληνικά στρατεύματα… » έγραφε ο Βρετανός στρατηγός
Μιλν σε αναφορά του προς το ανώτατο συμμαχικό συμβούλιο στο Παρίσι το
φθινόπωρο του 1919. «Υπάρχει ένα συστηματικό σχέδιο καταστροφής των
τουρκικών χωριών… Αυτό το σχέδιο εφαρμόζεται από ελληνικές και
αρμενικές ομάδες, που φαίνεται ότι δρουν με ελληνική καθοδήγηση και
κάποιες φορές ακόμα και με τη βοήθεια αποσπασμάτων του τακτικού
στρατού», ανέφερε η Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου για
την περιοχή
του Ισμίντ το Μάιο του 1921. «Το μεγαλύτερο μέρος των
τουρκικών δυνάμεων αποτελείται από οργανωμένες ομάδες ληστών,
ενισχυμένες από οπλισμένους αγρότες που έδιωξαν από τα χωριά τους οι
Έλληνες και που είναι αποφασισμένοι να εμποδίσουν οποιαδήποτε περαιτέρω
προέλαση των Ελλήνων», έγραφε πάλι ο στρατηγός Μιλν.
Οικονομική εξάντληση
Η
κυβέρνηση των Φιλελευθέρων με πρωθυπουργό το Βενιζέλο, που έστειλε το
στρατό στη Σμύρνη, γνώριζε ότι το ελληνικό κράτος, ήδη οικονομικά
εξαντλημένο από τους συνεχείς πολέμους από
το 1912 και μετά, δεν θα μπορούσε μόνο του να στηρίξει μιας τέτοιας
κλίμακας αποικιακή εκστρατεία. Υπολόγιζε όμως σε δύο παράγοντες: Πρώτον,
στην απόλυτη αποσύνθεση της κρατικής δομής της οθωμανικής
αυτοκρατορίας, που φαινόταν το 1919 σαν ξέφραγο αμπέλι με την
Κωνσταντινούπολη υπό συμμαχική κατοχή, τους Γάλλους να καταλαμβάνουν την
Κιλικία, τους Ιταλούς την Αττάλεια και την κυβέρνηση του σουλτάνου να
συνεργάζεται με τις δυνάμεις κατοχής. Δεύτερον, στη στήριξη των
ιμπεριαλιστών συμμάχων της (κυρίως των Άγγλων),
στο πλευρό των
οποίων είχε πραξικοπηματικά βάλει την Ελλάδα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο
Βενιζέλος έλπιζε πως στο μεγάλο μοίρασμα της λείας από τους νικητές ο
ελληνικός καπιταλισμός θα έπαιρνε το μερίδιο που του αναλογούσε. Για να
σιγουρέψει το μερίδιο της Ελλάδας στη μοιρασιά, έστειλε και μια μεραρχία
στρατού στην Ουκρανία για να πολεμήσει τους Μπολσεβίκους, στηρίζοντας
έμπρακτα τις προσπάθειες των Δυτικών ιμπεριαλιστών να πνίξουν την
επανάσταση του Οκτώβρη. Η πολιτική εκτίμηση πάνω στην οποία
βασίστηκε
ο Βενιζέλος ήταν λάθος. Η
αποσύνθεση του αυτοκρατορικού οικοδομήματος έκρυβε την ανάπτυξη ενός
εθνικού κινήματος που είχε πυρήνα του μια μερίδα αξιωματικών του στρατού
και εθνικιστές διανοούμενους, υπό την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ. Το
κίνημα αυτό μπόρεσε να κινητοποιήσει τους αγρότες (τη μεγάλη
πλειονότητα) ενάντια στους εισβολείς και ταυτόχρονα ενάντια στη
χρεοκοπημένη κυβέρνηση του σουλτάνου. Η εμφάνιση σε μαζική κλίμακα μιας
τουρκικής εθνικής συνείδησης ήταν η ταφόπλακα των σχεδίων της ελληνικής
αστικής τάξης γιατί «(… ) δεν έχομεν να
κάμωμεν με τον Κεμάλ, με ένα κόμμα. Έχομεν να κάμωμεν με ολόκληρον τον
τουρκικόν λαόν(… ) Θα εύρη πάντοτε ανθρώπους να τον οδηγήσουν(… ) Ο
πόθος της εκδιώξεώς μας δεν θα σβήσει ποτέ εις τα στήθη των Τούρκων»
(ημερολόγιο Μεταξά, τόμος 5ος σελ. 84-85).
Ταυτόχρονα, η συμμαχία που
κέρδισε τον Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε να διαλύεται, καθώς ο κάθε εταίρος
επεδίωκε όσο περισσότερα οφέλη μπορούσε. Η Γαλλία και η Ιταλία στράφηκαν
ενάντια στην Ελλάδα και την Αγγλία, αφενός γιατί τους ανησυχούσε ο
ανταγωνισμός των Ελλήνων αστών και αφετέρου
γιατί τους εξαγρίωνε ότι η Βρετανία πήρε τη μερίδα του λέοντος από τα
πετρέλαια της Μέσης Ανατολής με «μήλο της Έριδος» τα πετρέλαια της
Μοσούλης στο σημερινό Ιράκ. Προτίμησαν λοιπόν να κλείσουν χωριστά
συμφωνίες με τον Κεμάλ, για να εξασφαλίσουν καλύτερα τα συμφέροντά τους.
Η Βρετανία, με μέτωπα ανοιχτά σε όλο τον πλανήτη, δεν μπορούσε να
βοηθήσει στρατιωτικά και, αντίθετα, περίμενε από την Ελλάδα να
λειτουργήσει ως ο χωροφύλακάς της στην περιοχή.
Έτσι ο ελληνικός καπιταλισμός έμεινε
μόνος του να αντιμετωπίσει το
τουρκικό εθνικό κίνημα. Σε αυτή του την προσπάθεια δεν είχε τη συμπαράσταση της μεγάλης
πλειονότητας των λαϊκών τάξεων. Ήδη ο
Βενιζέλος
είχε κρατήσει το εσωτερικό μέτωπο ήσυχο στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το
στρατιωτικό νόμο και τη Χωροφυλακή. Η αντίδραση στο φόρο αίματος, στη
φορολογία και τη χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου από τους πολέμους
που συνεχίζονταν από το 1912, φάνηκε στις εκλογές του 1920, όταν το
κόμμα των Φιλελευθέρων συντρίφτηκε παίρνοντας 40,3% των ψήφων έναντι
59,7% της αντιπολίτευσης. Όταν η νέα κυβέρνηση,
παραβιάζοντας τις προεκλογικές της υποσχέσεις για σταμάτημα του
πολέμου, συνέχισε και επέκτεινε τις στρα¬τιωτικές επιχειρήσεις έως την
Άγκυρα σχεδόν, οι στρατιώτες άρχισαν να «ψηφίζουν
με τα πόδια τους». Το 1921 οι ανυπότακτοι
και
οι λιποτάκτες υπολογίζονταν σε πάνω από 90.000. Ο στρατός στο μέτωπο
δεν ήθελε να πολεμήσει άλλο. Η τελική αντεπίθεση του Κεμάλ, τον Αύγουστο
του 1922, σάρωσε ένα στρατό που είχε ήδη αποφασίσει ότι ο πόλεμος δεν
ήταν δικός του.
Ο ελληνικός εθνικιστικός μύθος
Η αστική τάξη στην
Ελλάδα έχει
καλλιεργήσει έναν πολύ σκληρό εθνικιστικό μύθο γύρω από τον
μικρασιατικό πόλεμο. Ένας μύθος που βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της
εκδίωξης και σφαγής των Ελλήνων της Μ. Ασίας από τους Τούρκους
εθνικιστές, όταν αυτοί νίκησαν. Όμως, ποτέ δεν συζητάει τι θα είχε γίνει
αν είχε νικήσει η ελληνική πλευρά. Ένα είναι σίγουρο: ότι στην καλύτερη
περίπτωση θα είχαμε την αποικιακού τύπου εθνική καταπίεση μιας
πλειονότητας Τούρκων από μια μειονότητα Ελλήνων στη ζώνη της Σμύρνης σε
συνεργασία με τη σάπια κυβέρνηση του σουλτάνου (που
η νίκη του Κεμάλ σάρωσε) και στη χειρότερη μια μαζική εθνική εκκαθάριση
των Τούρκων από τους Έλληνες. Οι συνέπειες στο εσωτερικό της Ελλάδας
για τις λαϊκές τάξεις θα ήταν ένα μόνιμο στρατοκρατικό καθεστώς για να
ελεγχθούν οι αντιδράσεις ενάντια στο βάρος ενός μόνιμου αποικιακού
πολέμου στη Μ. Ασία.
Η ήττα της Ελλάδας στην άδικο πόλεμο της Μ.
Ασίας ήταν το μικρότερο κακό: μέσα στα όρια του αστικού καθεστώτος δεν
υπήρχε καλύτερη λύση. Η μόνη προοπτική που θα εξασφάλιζε μια ειρηνική
συ¬νύπαρξη και των δύο εθνών, χωρίς τις
σφαγές και τους εξανδραποδισμούς, σήμαινε το ξεπέρασμα αυτών των ορίων.
Αυτή ήταν η γραμμή που προσπάθησε να εφαρμόσει το επαναστατικό ΣΕΚΕ
(μετέπειτα ΚΚΕ) οργανώνοντας αντιπολεμική δουλειά στο μέτωπο και
τονίζοντας με κάθε τρόπο ότι, όπως έγραψε ο Παντελής Πουλιόπουλος
(πρώτος γραμματέας του ΚΚΕ και μετέπειτα ηγέτης της αριστερής,
τροτσκιστικής αντιπολίτευσης ενάντια στο σταλινισμό) σε μια προκήρυξη
από το μέτωπο: «Ενόσω δεν ανοίγουμε τα μάτια μας για να ιδούμε το
βάραθρο όπου μας οδηγεί το σημερινό κοινωνικό σύστημα, ο
πόλεμος ακατάπαυστα θα στέλνει στις λαϊκές μας μάζες το θάνατο και τη
δυστυχία, για να γεμίζει με το αίμα και τον ιδρώτα μας τις κάσες των
πλουσίων».

Πηγη: Eφημερίδα «Εργατική Αριστερα» 35 11.9.2002

123