Η Δίκη της Νυρεμβέργης

Η Δίκη της Νυρεμβέργης

Nürnberger Prozess, VerhandlungssaalΤου Β. Ξ. Σπηλιωτόπουλου

«Δεν είναι αλήθεια ότι ο πόλεμος είναι θεϊκό πρόσταγμα· δεν είναι αλήθεια ότι η γη διψά για αίμα. Ο ίδιος ο Θεός καταριέται τον πόλεμο, και το ίδιο κάνουν και οι άνθρωποι που τον εξαπολύουν και τον συνεχίζουν με κρυφή φρίκη.»

ALFRED DE VIGNY, Servitude et grandeur militaries

Νυρεμβέργη. Στην πόλη, όπου οι επίγονοι του μυθικού Ζίγκφριντ προσκαλούσαν το Γερμανικό λαό να εξυμνήσει το «χιλιετές Ράιχ», στις 20 Νοεμβρίου 1945 άρχισε να γράφεται ο επίλογος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Την ημέρα εκείνη στο δικαστικό μέγαρο της οδού Fqr(t)herExclamation mark 110 στην αίθουσα 600 ξεκίνησε η δίκη εικοσιενός ηγετικών στελεχών της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας κατηγορουμένων για εγκλήματα πολέμου. Μαζί τους δικάζονταν έξι φορείς και οργανώσεις του Ράιχ. Το υπουργικό συμβούλιο, το ανώτατο όργανο του ναζιστικού κόμματος, τα SS, τα SA, η Gestapo και το γενικό επιτελείο της Βέρμαχτ (OKW Oberkommando der Wehrmacht). Την 1η Οκτωβρίου 1946 ανακοινώθηκε η ετυμηγορία, με την οποία 12 από τους κατηγορουμένους καταδικάσθηκαν σε θάνατο, 3 σε ισόβια, 4 σε καθείρξεις μεταξύ 10 και 20 ετών, και 3 αθωώθηκαν.

Praeludium

Ήδη από το 1940, καθώς οι αναγεννημένοι «Νιμπελούγκεν» κατήτρυχαν τους λαούς της Ευρώπης, εκδηλώθηκαν επίσημες διαμαρτυρίες για εγκλήματα των επιτιθεμένων. Τον Ιανουάριο του 1942 στο Λονδίνο οι υπό κατοχή χώρες συνυπέγραψαν τη Διακήρυξη του St. James, με την οποία συνομολογούσαν την πρόθεσή τους όπως παραπέμψουν και καταδικάσουν τους εγκληματίες πολέμου. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς συνήλθε για πρώτη φορά η Επιτροπή για τα Εγκλήματα Πολέμου των Ηνωμένων Εθνών (UNWCC), στην οποία συμμετείχαν 17 χώρες. Αυτή ανέλαβε να καταγράψει τα ανομήματα των φορέων του άξονα. Στις διασκέψεις της Τεχεράνης (29.11.1943) και της Γιάλτας (12.2.1945) οι Η.Π.Α., η Μ. Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση συμφώνησαν ότι, οι καταγγελόμενοι για θηριωδίες θα παραδίδοντο στις χώρες όπου διέπραξαν τις ανομίες τους και θα δικάζονταν σύμφωνα με το εκεί ισχύον δίκαιο. Για τους κυρίως υπεύθυνους, των οποίων η δράση δεν εντοπιζόταν σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια, οι σύμμαχοι από κοινού θα αποφάσιζαν για το τρόπο προσαγωγής και τιμωρίας τους.

Οργάνωση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου

Στις 4 Μαϊου 1945 ο πρόεδρος Τρούμαν ανέθεσε στο δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. Ρόμπερτ Τζάκσον την οργάνωση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου (I.M.T.) για την ποινική δίωξη των κυριωτέρων εγκληματιών πολέμου. Εκείνος μεταβαίνει στην Ευρώπη και ξεκινά σειρά διαπραγματεύσεων με αντιπροσώπους της Μ. Βρετανίας, της Σοβιετικής Ένωσης και της Γαλλίας, οι οποίες καταλήγουν στη «Συμφωνία του Λονδίνου» (8.8.1945), η οποία καθόρισε τη σύνθεση, την αρμοδιότητα και τη διαδικασία του δικαστηρίου. Το «Καταστατικό του Λονδίνου» προέβλεπε ως μόνιμη έδρα του δικαστηρίου το Βερολίνο, ενώ τόπο διεξαγωγής της πρώτης δίκης τη Νυρεμβέργη.

Στο άρθρο 6 του καταστατικού ορίζονταν οι κατηγορίες:

· συμμετοχή σε συνωμοσία κατά της παγκόσμιας ειρήνης

· σχεδιασμός, εξαπόλυση και διεξαγωγή επιθετικού πολέμου

· εγκλήματα πολέμου (παράβαση των κανόνων και των εθίμων του πολέμου)

· εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος (εναντίον του αμάχου πληθυσμού για ρατσιστικούς, θρησκευτικούς και πολιτικούς λόγους)

Η δίκη θα ακολουθούσε την αγγλοσαξωνική ποινική διαδικασία.

Η δίκη

Το πρωϊνό της 20ης Νοεμβρίου 1945 στην πόλη των «Αρχιτραγουδιστών» του Βάγκνερ, σε μια Γερμανία χωρίς καμμία πλέον πολιτική και κρατική υπόσταση, άρχισε η δίκη με την ανάγνωση του κατηγορητηρίου από το Βρεττανό πρόεδρο του δικαστηρίου Sir Geoffrey Lawrence. Αμέσως μετά και αφού οι κατηγορούμενοι δήλωσαν αθώοι, ο αμερικανός κατήγορος Ρόμπερτ Τζάκσον ξεκίνησε την εναρκτήρια ομιλία του. Ήταν ένας εξαίρετος δικανικός λόγος, όπου με σαφήνεια περιέγραψε το βίαιο κολασμένο άνεμο, που σάρωσε την Ευρωπαϊκή ήπειρο με τη μορφή της γερμανικής κυριαρχίας. Ολοκληρώνοντας είπε: «…οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε σε όλους τους Γερμανούς ότι, ο λόγος για τον οποίο οι ηγέτες τους στέκονται ενώπιον του δικαστηρίου, δεν είναι επειδή έχασαν τον πόλεμο, αλλά επειδή τον ξεκίνησαν.». Η πρώτη συνεδρίαση ολοκληρώθηκε με την προβολή εικόνων από στρατόπεδα συγκεντρώσεως, σκηνές που προκάλεσαν αποτροπιασμό ακόμη και στους κατηγορουμένους.

Κατά την εκδίκαση η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε δύο σημαντικά στοιχεία, το «Ντοκουμέντο του Hossbach» και τις «Σημειώσεις του Schmundt». Στα έγγραφα αυτά, τα οποία είχαν συνταχθεί από υπασπιστές του Χίτλερ, περιγράφονταν προπολεμικές μυστικές συσκέψεις του Fqhrer με τους αρχηγούς των επιτελείων και στενούς συνεργάτες του, όπου ο καγκελάριος τους ενημέρωνε για όλο το εύρος των επιθετικών του σχεδίων και για την ανάγκη επέκτασης ανατολικά. Αυτά αποδείκνυαν σύμφωνα με τους κατήγορους τη συνωμοσία των ηγετών της Γερμανίας κατά της ειρήνης και την πρόθεσή τους για εξαπόλυση επιθετικού πολέμου.

Στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας εμφανίστηκαν αποδείξεις, που ενοχοποιούσαν τη γερμανική κρατική και στρατιωτική οργάνωση για λαφυραγωγήσεις, εκτελέσεις και καταναγκασμό σε εργασία των κατακτημένων λαών. Πλήθος οι αναφορές για θηριωδίες εις βάρος αμάχων αλλά και εμπολέμων αντιπάλων. Η ζοφερή εικόνα των κολαστηρίων, όπου Εβραίοι και ανυπεράσπιστοι πολίτες των κυριευμένων περιοχών γνώρισαν την αναλγησία και τελικά τον αφανισμό, επιβεβαίωσαν τον εγκληματικό χαρακτήρα της «Νέας Τάξης».

Η υπεράσπιση αμφισβήτησε την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του δικαστηρίου, αφού τόσο αυτό σαν όργανο, όσο και η διαδικασία είχαν σχηματισθεί από τους εχθρούς -; νικητές και κατακτητές της Γερμανίας. Στο επιχείρημα αυτό απάντησε ο διαπρεπής Γερμανός νομικός και φιλόσοφος Γιάσπερς[i][1] λέγοντας: «Η δίκη είναι αποτέλεσμα της πραγματικότητος ότι, δεν απελευθερωθήκαμε εμείς από την εγκληματική κυβέρνηση, αλλά την ανατροπή της επέτυχαν οι σύμμαχοι.»

Τριβές προκλήθησαν και για το θέμα της διάκρισης των εξουσιών. Οι απεσταλμένοι της Γαλλίας και της Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι επεξεργάστηκαν το «Καταστατικό του Λονδίνου» και άρα έδρασαν νομοθετικά, ήταν στη συνέχεια και δικαστές.

Επίσης εγείρετο το ζήτημα εκπλήρωσης της αρχής «;nullum crimen, nulla poena sine lege»; (δεν υφίσταται αδίκημα, δεν υπάρχει ποινή χωρίς νόμο-η ισχύς των νόμων δεν μπορεί να είναι αναδρομική), αφού το αξιόποινο της συνωμοσίας κατά της ειρήνης και εξαπόλυσης επιθετικού πολέμου καθιερώθηκε στο «Καταστατικό του Λονδίνου» της 8ης Αυγούστου 1945. Εκτός αυτού ισχυρίσθησαν ότι, η Μ. Βρετανία και η Γαλλία ήταν αυτές, που κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία, μετά την εισβολή της τελευταίας στην Πολωνία.

Αντέδρασαν έντονα στην απόρριψη της αρχής «;tu quoqe»; (και εσύ επίσης), αφού η συζήτηση για έκνομες ενέργειες των συμμαχικών στρατευμάτων αποκλειόταν από τη διαδικασία. Όταν οι Γερμανοί κατηγορήθηκαν για τη σφαγή Πολωνών αξιωματικών στο δάσος του Katyn, οι Σοβιετικοί αυτουργοί αρνήθηκαν σθεναρά την εξέταση του Πολωνού μάρτυρα στρατηγού Wladyslav Anders.

Έντονη αίσθηση προκάλεσε η παρουσίαση του μυστικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας «;Ribendrop -; Molotov»; για διαμελισμό της Πολωνίας ανάμεσα στο Ράιχ και τη Σοβιετική Ένωση, η οποία καταδείκνυε επιθετικό πόλεμο από πλευράς των τελευταίων.

Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν σχεδόν στο σύνολο τους γνώση για τις ανίερες φρικτές πράξεις που έλαβαν χώρα στα στρατοπέδα συγκέντρωσης και καταδίκασαν τους δράστες.

Η δίκη συνεχίστηκε με μια αλληλουχία καταθέσεων, στοιχείων και διαξιφισμών. Διήρκεσε συνολικά 218 ημέρες και τα πρακτικά της ανήλθαν στις 16.000 σελίδες. Οι κατήγοροι κατέθεσαν 2.360 αποδεικτικά έγγραφα και η υπεράσπιση 2.700. Εξετάσθησαν 240 μάρτυρες και 300.000 ένορκες καταθέσεις.

Η ετυμηγορία

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1946 το δικαστήριο ανακοίνωσε στους κατηγορουμένους τις αποφάσεις του. Δώδεκα, οι Γκαίρινγκ, Ρίμπεντροπ, Κάιτελ, Κάλτενμπρούνερ, Μπόρμαν (ερήμην), Ρόζενμπέργκ, Γιοντλ, Φρανκ, Φρικ, Στράιχερ, Ζάουκελ και Σέυς-Ίνκβαρτ καταδικάσθησαν σε θάνατο δια απαγχονισμού.

Τώρα πια στοιχειώναν γύρω τους οι μυριάδες των νεκρών σχηματίζοντας με τα ορθά αποστεωμένα χέρια τους γυμνά κλαριά, συρματοπλέγματα, εμπόδιο προς την αυτολύτρωση τους.

Ο στρατηγός Γιοντλ, επιτελικός αρχηγός της OKW, ο μόνος ο οποίος αθωώθηκε μετά θάνατον το 1953, για τις κατηγορίες που τον βάρυναν, έγραψε στη σύζυγό του θωρώντας το ικρίωμα: « Είναι πια αργά και τα φώτα θα σβήσουν. Όταν θα έρθουν οι φίλοι, το βράδυ, μετά την εκτέλεση, αυτή θα είναι η κηδεία μου. Πάνω στον κιλλίβαντα θα βρίσκεται το φέρετρό μου και όλοι οι Γερμανοί στρατιώτες θα παρελαύνουν μαζί μου -; αυτοί που σκοτώθηκαν στις μάχες θα είναι μπροστά και οι άλλοι, που ζουν θα ακολουθούν.»

Το καταπίστευμα

Η δίκη της Νυρεμβέργης υπήρξε αναμφισβήτητα κορυφαία πράξη στην ιστορία του Διεθνούς Δικαίου. Ο ακάματος και έντιμος Ρόμπερτ Τζάκσον, κύριος μοχλός οργάνωσης και διεξαγωγής της δίκης, αντιμέτωπος με το αναφυόμενο ψυχροπολεμικό κλίμα, αναζήτησε την απόδοση της δικαιοσύνης και απέβλεψε στη δημιουργία δεδικασμένου για την καταδίκη των επιθετικών πολέμων. Η σημαντικότερη όμως απόρροια της δίκης της Νυρεμβέργης ήταν η καταδίκη φυσικών προσώπων, των ηγετών δηλαδή, για αδικήματα που αφορούσαν το Διεθνές Δίκαιο. Ο ίδιος ο αμερικανός κατήγορος σημείωσε στην καταληκτική ομιλία του: «…Αυτός ο νόμος, ο οποίος θα εφαρμοστεί σε λίγο στους Γερμανούς επιτιθεμένους, οφείλει να εμποδίσει την επιθετική συμπεριφορά κάθε άλλου έθνους στο μέλλον, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δικάζουν σήμερα». Δυστυχώς η ετυμηγορία της Νυρεμβέργης δεν απέτρεψε ούτε τους επιθετικούς πολέμους, ούτε τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος. Μετά από αυτήν όμως κανείς δε θέλησε να χαρακτηρισθεί ως επιτιθέμενος…

Εξαιτίας του ψυχρού πολέμου το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο δεν επανασυγκροτήθηκε σε σώμα μέχρι τον πρόσφατο πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Η ισχύς όμως των νομικών επιτευγμάτων της «Δίκης του αιώνα» παραμένει ζωντανή.

Γιατί όπως στοχάστηκε και η Ελίζαμπεθ Άνσκομπ[ii]: «Νόμος δίχως δύναμη είναι άχρηστος, και ανθρώπινα όντα δίχως νόμους, δυστυχισμένα».

[1]

[i] Καρλ Τέοντορ Γιάσπερς (1889-1969): Γερμανός φιλόσοφος, εκπρόσωπος του υπαρξισμού, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας.

[ii] Ελίζαμπεθ Άνσκομπ (1919-2001): Βρετανίδα φιλόσοφος, μαθήτρια του Βιτγκενστάιν και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ.

301