Ρόζα Λούξεμπουργκ- “Φλόγα και ξίφος της επανάστασης”

Ρόζα Λούξεμπουργκ- “Φλόγα και ξίφος της επανάστασης”

index“ Η κατάργηση της δικτατορίας του κεφάλαιου και η πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, είναι το ιστορικό αντικείμενο της παρούσας επανάστασης…Από το σκοπο της επανάστασης απορρέει καθαρά ο δρόμος της, από το καθήκον απορρέει η μεθοδος…Ολη η εξουσία στα χέρια των μαζών, στα χέρια των συμβουλίων των εργατών κια των στρατιωτών…Δίχως τη συνειδητή θέληση και τη συνειδητή δράση της πλειοψηφίας του προλεταριάτου δεν υπάρχει σοσιαλισμός” 

Αυτά έγραφε η Ρόζα το Νοέμβριο του 1918, μια βδομάδα μετά το ξεκίνημα της γερμανικής επανάστασης, στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας “Κόκκινη Σημαία” (εφημερίδα του Σπάρτακου με διευθυντές σύνταξης την ίδια και τον Καρλ Λίμπνεχτ).

Στις 15 Γενάρη του 1919  δολοφονήθηκαν στο Βερολίνο η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ, δύο μεγάλες μορφές του σοσιαλιστικού κινήματος παγκόσμια.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ υπήρξε κορυφαία μορφή μιας γενιάς σοσιαλιστών επαναστατών, μοναδική γυναίκα θεωρητικός του μαρξισμού, αλλά και αγωνίστρια του σοσιαλισμού την κάθε μέρα της ζωής της. Πάντα μέσα στη δράση, αλλά και σε όλες τις τότε αντιπαραθέσεις στα πεδία της πολιτικής και της φιλοσοφίας. Ηταν και είναι σύμβολο στο διεθνές εργατικό κίνημα. Ο βιογράφος του Μαρξ, Φραντς Μέριγκ υποστήριζε πως η Ρόζα ήταν το αμέσως καλύτερο μυαλό μετά τον Μαρξ. Η σύντροφός της και φίλη της Κλάρα Τσέτκιν την αποκαλούσε  “φλόγα και ξίφος της επανάστασης”.

Ηταν καταπληκτική ρήτορας, ενώ μιλούσε, έγραφε και δημοσιογραφούσε σε πολλές γλώσσες. Ηξερε να σιωπά και να ακούει τους συνομιλητές της, αλλά και ποτέ δεν υποτασσόταν τυφλά σε οποιοδήποτε δόγμα ή αυθεντία. Πίστευε πως «Ο Μαρξισμός είναι μια επαναστατική παγκόσμια θεώρηση που πρέπει πάντα να μάχεται για νέες αποκαλύψεις. Ο Μαρξισμός δεν πρέπει να αποστρέφεται τίποτα περισσότερο από το να μείνει παγωμένος στην παροντική του μορφή. Είναι στα καλύτερά του όταν χτυπά το κεφάλι του από αυτοκριτική, και μέσα στους ιστορικούς κεραυνούς και αστραπές, διατηρεί το σθένος του.»

Γεννήθηκε το 1871 στο Ζάμοστς της ρωσοκρατούμενης Πολωνίας, από φτωχή οικογένεια εβραίου εμπόρου. Από 15χρονη μαθήτρια στη Βαρσοβία έγινε μέλος της παράνομης αντιτσαρικής επαναστατικής οργάνωσης, “Προλετάριος”.  Το 1886 η οργάνωση διαλύθηκε από την αστυνομία, η ηγεσία της συνελήφθη (4 εκτελέστηκαν) και  η Ρόζα, για να αποφύγει τη σύλληψη, μετανάστευσε στη Ζυρίχη -στο άσυλο των τότε πολιτικών μεταναστών. Εκεί, σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, οικονομικά και μαθηματικά ταυτόχρονα.

Παρόλα αυτά, ούτε από την εξορία δεν σταμάτησε να συμμετέχει στο σοσιαλιστικό κίνημα της Πολωνίας. Μαζί με άλλους συντρόφους της έφτιαξαν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Πολωνίας, στην εφημερίδα του οποίου άρχισε να αρθρογραφεί. Σοσιαλδημοκρατικά ονομάζονταν εκείνη την εποχή όλα τα σοσιαλιστικά μαρξιστικά κόμματα -καμμία σχέση με τους σοσιαλδημοκράτες σήμερα.

Το 1898, κάνοντας έναν ψεύτικο γάμο αποκτά την γερμανική υπηκοότητα και πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί γίνεται μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD).  Το SPD ήταν το μεγαλύτερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ευρώπης. Είχε δημιουργηθεί πάνω στις ιδέες του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, και από τα ιδρυτικά στελέχη του υπήρξε ο Ενγκελς. Η επίσημη γραμμή του το 1890 ήταν “ούτε ένας άνθρωπος ούτε ένα φαρδίνι για το σύστημα”. Και αρνιόταν να ψηφίσει στη Βουλή οποιοδήποτε προϋπολογισμό έβαζε φόρο στους εργάτες και τους αγρότες για να συντηρεί την αστυνομία, τον στρατό, τα δικαστήρια και την καπιταλιστική τυρανία.

Ομως, η περίοδος που εντάχθηκε στο SPD η Ρόζα, ήταν περίοδος που σε ολα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αρχίζει μια δεξιά στροφή. Στη Γαλλία, το 1899, ο Αλεξαντρ Μιλεράν, ένας από τους ηγέτες των Σοσιαλιστών, γίνεται υπουργός στην κυβέρνηση του Ριζοσπαστικού κόμματος στην οποία συμμετέχει και ο στρατηγός Γκαλιφέτ –ο σφαγέας της Κομμούνας του Παρισιού. Αυτό το γεγονός “άναψε” αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις πτέρυγες του σοσιαλιστικού κινήματος τότε. Ο γάλλος σοσιαλιστής ηγέτης Ζαν Ζωρές, χαιρέτισε το θάρρος των γάλλων σοσιαλιστών που έστειλαν έναν από τους δικούς τους “μέσα στο φρούριο της αστικής κυβέρνησης”. Ολοι οι ρεφορμιστές μέσα στη Διεθνή επιδοκιμασαν τη θεωρία του Ζωρές πο χοντρικά έλεγε: στην εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας προς τον σοσιαλισμό μεσολαβεί ένας σταθμός κατά τη διάρκεια του οποίου η πολιτική εξουσία ασκείται από κοινού από το προλεταριάτο και την αστική τάξη. Αυτό στην κυβερνητική μορφή εκφράζεται με τη συμμετοχή των σοσιαλιστών στην κυβέρνηση.

Screen Shot 2014-01-15 at 6.50.01 AMΗ Ρόζα αντιτάχθηκε σ’αυτή τη λογική. Αμέσως πραγματεύεται στη Leipziger Volkzeitung το πρόβλημα της κυβέρνησης και της εξουσίας από την άποψη των γενικών αρχών του μαρξισμού. Κατόπιν μελετάει τα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας (συμμετοχής στη κυβέρνηση) και εξάγει τα δικά της τακτικά συμπεράσματα. Καταλήγει: “Στην αστική κοινωνία ο ρόλος της Αριστεράς είναι ο ρόλος του κόμματος της αντιπολίτευσης. Σε κόμμα εξουσίας επιτρέπεται να υψωθεί μόνο πάνω στα ερείπια του αστικού κράτους”

Στη Γερμανία, ο Μπερνστάιν (ηγέτης του SPD) υποστήριζε πια ότι το SPD πρέπει να αλλάξει και από κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης να γίνει κόμμα του κοινοβουλευτικού δρόμου. Υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός έχει αλλάξει από την εποχή του Μαρξ. Και ότι, με την ανάπτυξη των τραπεζών, των τραστ και των καρτέλ, είχε πλέον τη δυνατότητα να λειτουργεί προγραμματισμένα και να ξεπερνά τις κρίσεις του. Ετσι, η προοπτική της καπιταλιστικής οικονομίας ήταν αυτή της συνεχούς ανάπτυξης και ευημερίας. Σαν αποτέλεσμα αυτών των εκτιμήσεων, κατά τον Μπερνστάιν, οι εργάτες δεν είχαν πια ανάγκη να κάνουν επανάσταση για να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Μπορούσαν να το κάνουν αποκτώντας την πλειοψηφία και ψηφίζοντας νόμους μέσα από τη Βουλή.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έδωσε μάχη για να αποδείξει το πόσο λάθος ήταν αυτή η εκτίμηση για τον καπιταλισμό. Με το βιβλίο της “Η συσσώρευση του Κεφάλαιου” ξεκαθάρισε πρώτη ότι ο καπιταλισμός στη νέα τότε φάση του δεν είχε απαλλαγεί από τις αντιφάσεις των ανταγωνισμών και των κρίσεων. Αντίθετα, τις είχε οξύνει σε ανώτερο, σε διεθνές επίπεδο. Το ίδιο ξεκαθάρισμα και την ίδια άποψη –παρά τις πολεμικές μεταξύ τους – έκφρασαν κατόπιν και ο Λένιν με το έργο του “Ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού”, και ο Μπουχάριν με το “Ιμπεριαλισμός και Παγκόσμια οικονομία”, και ο Τρότσκι με τη  θεωρία της συνδιασμένης και ανισόμερης ανάπτυξης του καπιταλισμού στη “Διαρκή επανάσταση”. Αυτή η ανάλυση, την οδήγησε να συγκρουστεί και με τη στρατηγική των σταδιακών αλλαγων –αντί της επανάστασης, και με την στάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων απέναντι στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο.

Σήμερα, με όλα όσα μεσολάβησαν, έχουμε τη δυνατότητα να δούμε πόσο δίκιο είχε …

Ταυτόχρονα, με το έργο της “Κοινωνική μεταρρύθμηση ή Επανάσταση” (1900)  η Ρόζα αντιτάχθηκε σθεναρά στις απόψεις για τη δήθεν δυνατότητα επιβολής του σοσιαλισμού με νόμους και μεταρρυθμίσεις μέσω του κοινουβουλίου . Εγραφε: «Εκείνο που αναγκάζει τον προλετάριο να μπαίνει κάτω από το ζυγό του κεφαλαίου δεν είναι κανένας νόμος, αλλά η ανάγκη, το γεγονός ότι στερείται των μέσων παραγωγής. Ο προλετάριος με κανένα νόμο στον κόσμο δεν μπορεί να αποκτήσει μέσα στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας παραγωγικά μέσα, γιατί τα μέσα αυτά δεν του αφαιρέθηκαν με νόμο, αλλά με την οικονομική εξέλιξη”.

Η συμμετοχή, λοιπόν, στην κυβέρνηση αρνείται τις θεμελιώδεις αρχές της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στο μέτρο που, ενώ καθήκον της είναι να οργανώνει την ταξική αυτονομία, να οργανώνει, δηλαδή, τους εκμεταλλευόμενους σε ένα ξεχωριστό ταξικό πολιτικό οργανισμό, μετατρέπει αντίθετα την εργατική τάξη σε ουρά της αστικής. Για τη Λούξεμπουργκ, οι σοσιαλιστές είναι υποχρεωμένοι, από τις ίδιες τους τις αρχές, να παραμένουν στο χώρο της αντιπολίτευσης στην αστική Βουλή. Αυτό, όχι μόνο δεν εμποδίζει τα πρακτικά αποτελέσματα, των άμεσων μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό χαρακτήρα, αλλά αντίθετα, η αντιπολίτευση αρχών είναι το μόνο αποτελεσματικό μέσο απόσπασης πρακτικών αποτελεσμάτων.

Στον αιώνα που μεσολάβησε δόθηκαν πολλές ευκαιρίες για να δοκιμαστούν οι απόψεις που αναμετρήθηκαν στο πλαίσιο της Αριστεράς. Από την επιλογή της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 υπέρ της δημιουργίας εργατικών κυβερνήσεων κομμουνιστών-σοσιαλδημοκρατών στο πλαίσιο της πολιτικής του Ενιαίου Μετώπου, τις κυβερνήσεις των Λαϊκών Μετώπων, τους δημοκρατικούς κυβερνητικούς συνασπισμούς μετά το 1945, μέχρι τις πρόσφατες συμμετοχές στη Γαλλία και την Ιταλία υπήρξαν όλες σχεδόν οι δυνατές παραλλαγές. Η Αριστερά, παρ’ όλες τις «προειδοποιήσεις» της Λούξεμπουργκ, ενεπλάκη σε κυβερνητικά εγχειρήματα. Τα αποτελέσματα ήταν κάθε άλλο παρά θετικά. Συγκεκριμένα, δεν έχουμε ούτε ένα θετικό παράδειγμα. Είτε κατέληξαν σε μια αλυσίδα ματαιωμένων επαναστάσεων ή συνέβαλαν στην ήττα άλλων, με χαρακτηριστικότερο το παράδειγμα της Ισπανίας το 1936. Ακόμα και η εμπειρία της Χιλής το ’73 έδειξε ότι ο “ειρηνικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό, με το κοινοβούλιο”  χωρίς την ένοπλη στήριξη των εργαζόμενων και της νεολαίας, πέρα από τις καλές προθέσεις, δεν ήταν εφικτός. Η αστική τάξη με αιματοκύλισμα και στιγνή δικτατορία ξαναπήρε την εξουσία.

Με το βιβλιο της “Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα”, ανέπτυξε τις ιδέες της για την γενική απεργία ως πολιτικό όπλο. Συνοψισε τα πολιτικά συμπεράσματα από το κύμα των εργατικών απεργιών που συγκλόνισε τη Ρωσία κατα την επανάσταση του 1905 και πολέμισε τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία -που είχε την άποψη ότι “η εργατική τάξη χρειάζεται υσηχία” για να πετυχει τους στόχους της.

Καταπληκτική ήταν και η θέση και η σταση της Ρόζας απέναντι στο πόλεμο. Οταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος, η ομάδα βουλευτών του SPD ψήφισαν μαζί με τον Κάιζερ (14/8/1914) τις πολεμικές δαπάνες της “χώρας” τους. Ο Καρλ Λίμπνεχτ ήταν ο βουλευτής που αρνήθηκε αυτή την προδοσία και μαζί με την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Φραντς Μέριγκ, την Κλάρα Τσέτκιν και λίγους άλλους συντρόφους τους αποτέλεσαν τις φωνές του διεθνισμού μεσα στην καρδιά του Γερμανικού μιλιταρισμού. Οργανώνουν την ομάδα “Σπάρτακος” και αναπτύσουν αντιπολεμική δράση. Παρόλα αυτά, δεν εγκαταλείπουν το SPD. Παραμένουν σαν αριστερή πτέρυγα μέσα σάυτό και το εγκαταλείπουν μόνο με το ξέσπασμα της Γερμανικής επανάστασης, οπότε και ιδρύουν –μαζί με άλλες ομάδες- το Κ.Κ.Γερμανίας, στα χνάρια των μπολσεβίκων. Ηταν όμως αργά.

Η τραγωδία δεν ήταν μόνο η δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ από παραστρατιωτικές ομάδες της κυβέρνησης (με την ανοχή ή την εντολή της σοσιαλδημοκρατίας). Ηταν και η ήττα της Γερμανικής επανάστασης, που είχε συνέπειες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Ρόζα κατασυκοφαντήθηκε από τον σταλινισμό. Τη δεκαετία του ’30 η προπαγανδιστική μηχανή του Στάλιν εμφάνιζε την Λούξεμπουργκ, όπως και τον Τρότσκι σαν “εχθρούς του λενινισμού”, και οι σύντροφοί της εκδιώχθηκαν. Σήμερα, οι πάντες αναφέρονται σ’αυτήν, ο καθένας με τη δική του οπτική. Αναρχικοί, “ανανεωτές”,  οπαδοί του “Σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία” (λες και μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός χωρις δημοκρατία και ελευθερία) προσπαθούν να αντιτάξουν τη Ρόζα απέναντι στο Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Πιστεύω ότι ο τρόπος που χρησιμοποιεί κανείς της αντιπαραθέσεις και τις φραστικές διατυπώσεις της Ρόζας, του Λένιν, του Τρότσκι, αλλά και των άλλων επαναστατών της περιόδου, θέλει πολύ προσοχή. Η παράδοση του σταλινισμού που ηγεμόνευσε από τη δεκαετία του ’30 στην Αριστερά (μέχρι το Μάη του ’68) έριξε στην απαξίωση και τελικά –πιο βολικά- στη λήθη μια ολόκληρη περίοδο του κινήματος κατά την οποία, οι διαφορετικές απόψεις για τη στρατηγική και την τακτική, συζητιώντουσαν ανοιχτά και δημοσιευόντουσαν  στα έντυπα των σοσιαλιστών σε διάφορες χώρες. Μάλιστα, τις περισσότερες φορές οι “διαφωνούντες” έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση μεταξύ τους και πολλές φορές συνδέονταν και με προσωπικές φιλίες. Οι διαφωνίες ήταν πολλές και έντονες, αλλά αυτό δεν συνιστούσε κατ’ανάγκην διαφορετικές στρατηγικές –για παράδειγμα- της Ρόζας με τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Ρόζα εναντίον Λένιν;

Είναι αλήθεια, ότι η Ρόζα στο βιβλίο της “Ρώσικη Επανάσταση” -που έγραψε μέσα στη φυλακή το 1918 και δεν το δημοσίευσε κατόπιν παράκλησης των συντρόφων της για να μη χάσει την αίγλη της η ρώσικη επανάσταση- κάνει κριτική σε ορισμένα θέματα στην κυβέρνηση των μπολσεβίκων. Κριτική στο ζήτημα του πως διαχειρίστηκαν την αγροτική μεταρύθμιση, για την “αυτοδιάθεση των εθνών μέχρις αποσχίσεως”, για το ότι δεν ξανακάλεσαν συντακτική συνέλευση, για θέματα δημοκρατίας και ελευθερίας (1) αλλά και επιδίωξης να οργανωθεί μεγαλύτερη συμμετοχή των εργατων/τριων στην πολιτική ζωή του σοβιετικού κράτους. Και σε πολλά υπήρξε ιδιαίτερα διορατική.

Ομως, αυτό δεν την εμπόδιζε να καταλάβει τη σπουδαιότητα και την δυσκολία του επαναστατικού εγχειρήματος στη Ρωσία.

Στο “επίμαχο” βιβλίο της, που υποτίθεται ότι την φέρνει σε αντιπαράθεση με Λενί-Τρότσκι-Μπολσεβίκους γράφει:

“ Το κόμμα του Λένιν είναι το μόνο που κατάλαβε το ρόλο και το καθήκον ενός κόμματος αληθινά επαναστατικού και που με το σύνθημα “όλη η εξουσία στα χέρια των εργατων και των χωρικών –τα σοβιέτ” εξασφάλισε τη συνέχεια της Επανάστασης. Ετσι οι Μπολσεβίκοι έλυσαν τοπερίφημο πρόβλημα της “πλειοψηφίας του πληθυσμού”, που από πάντα βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στο στήθος των Γερμανών σοσιαλιστών. Νήπια, που ενσαρκώνουν την κοινοβουλευτική ηλιθιότητα μεταφέρουν απλώς στην επανάσταση το “κατ’οίκον μάθημα” της μικρής κοινοβουλευτικής τάξης: “για να κατορθώσουμε κάτι πρέπει κατ’αρχήν να γίνουμε πλειοψηφία”. Το ίδιο κατά συνέπεια και μέσα στην επανάσταση: “πρώτα να γίνουμε πλειοψηφία”. Η πραγματική διαλεκτική της επανάστασης αντιστρέφει το αξίωμα του κοινοβουλευτικού τυφλοπόντικα. Δεν οδηγούμαστε από την πλειοψηφία στην επανασταστική τακτική, αλλά η επανασταστική τακτική μας οδηγεί στην πλειοψηφία………. Οσο μπορεί ένα κόμμα σε μια ιστορική στιγμή να δώσει παράδειγμα θάρρους, δύναμης για δράση, επανασταστικής οξυδέρκειας και λογικής, ο Λένιν, ο Τρότσκι και οι σύντροφοί τους το δώσανε σ’ολο του το μέγεθος. Ολη η επαναστατική τιμή και η ικανότητα δράσης που έλειπε από τη δυτική σοσιαλδημοκρατία βρέθηκε στους Μπολσεβίκους. Η εξέγερσή τους τον Οκτώβρη, πραγματικά, δεν έσωσε μόνο τη Ρώσικη Επανάσταση, αλλά έσωσε και την τιμή του διεθνούς σοσιαλισμού.

Και τελειώνει την “κριτική” της κάνοντας κριτική στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία για το γεγονός ότι με την τακτική της το γερμανικό προλεταριάτο δεν αγωνίστηκε στο πλευρό της ρώσικης επανάστασης. Γιατί η ‘αποψή της, που ήταν και διακυρηγμένη άποψη του Λένιν και του Τρότσκι, ήταν ότι δεν ,πορεί να γίνει σοσιαλισμός σε μια μόνο χώρα. Οπως οι Μπολσεβίκοι, περιμενε και ήλπιζε και αυτή στην Επανάστση στη Γερμανία –και σε άλλες ευρωπαίκες χώρες.

Λέει: “Ολοι εμείς βρισκόμαστε κάτω από το νόμο της ιστορίας και η σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο σε διεθνή κλίμακα. Οι Μπολσεβίκοι έδειξαν ότι στάθηκαν ικανοί για κάθε τι που θα μπορούσε να επιτύχει ένα γνήσιο επεναστατικό κόμμα μέσα στα όρια των ιστορικών δυνατοτήτων. Δεν πρέπει να θέλομε να κάνουν θαύματα. Γιατί θαύμα θα ήταν μια υποδειγματική και αναμάρτη, προλεταριακή επανάσταση σε μια απομονωμένη χώρα, εξαντλημέη από τον πόλεμο, στραγγαλισμένη από τον ιμπεριαλισμό και προδομένη από το διεθνές προλεταριάτο. Εκείνο που χρειάζεται είναι να γίνεται διάκριση στην πολιτική των Μπολσεβίκων του ουσιώδους από το επουσιώδες, του σταθερού από το συμπτωματικό. Στην τελευταία αυτή περίοδο, την παραμονή των αποφασιστικών μαχών σε όλο τον κόσμο, το σπουδαιότερο πρόβλημα για το σοσιαλισμό, το καυτερό πρόβλημα της στιγμής, δεν είναι τούτη ή εκεινη η λεπτομέρια τακτικής, αλλά η ικανότητα του προλεταριάτου για δράση, η ενεργητικότητα των μαζών, η θέληση, γενικά, να πάρουν την εξουσία με τη σοσιαλιστική επανάσταση…

…Αυτό είναι το ουσιώδες και εκείνο που παραμένει από την πολιτική των Μπολσεβίκων. Με αυτή την έννοια θα είναι αιώνια η αξία τους στην ιστορία, γιατί αυτοί ηγήθηκαν του παγκόσμιου προλεταριάτου, κατακτώντας την πολιτική εξουσία και θέτοντας πρακτικά το πρόβλημα της παραγματοποίησης του σοσιαλισμού, όπως και γιατί αυτοί είναι εκείνοι που με δύναμη προώθησαν την εκκαθάριση των λογαριασμών ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία σ’ολο τον κόσμο. Στη Ρωσία το πρόβλημα μπορούσε μονον να τεθει, δεν μπορούσε να λυθεί. Και είναι με αυτήν την έννοια που το μέλλον ανήκει παντού στον “μπολσεβικισμό”.

Με αυτή τη φράση τελειώνει και την κριτική της στη Ρώσικη Επανάσταση.

Μοιάζει αυτό με διαφορά στρατηγικής;

Κατερίνα Παρδάλη

 

 

 

 

 

266