H χρεωκοπία των πατριωτικών ιδανικών

H χρεωκοπία των πατριωτικών ιδανικών

Screen Shot 2014-01-30 at 9.21.02 AMτου Παντελή Πουλιόπουλου

Αμα κοιτάξει κανένας προσεχτικά δεν μπορεί παρά να ιδεί ένα πολύ χαρακτηριστικό γεγονός που παρατηρείται σε γενική κλίμακα κατά τους τελευταίους τούτους χρόνους. Μέσα στη συνείδηση των μεγάλων φτωχών λαϊκών μαζών το μεν αίσθημα το εθνικό έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος από την πρώτη του ένταση και βρίσκεται χαλαρωμένο σε σημείο πρωτοφανές, το δε πατριωτικό ιδανικό είναι ολότελα χρεωκοπημένο, έχει γκρεμισθεί όχι μόνο ανάμεσα στο λαό αλλά και μέσα στη συνείδηση ενός μεγάλου αριθμού των λεγομένων «διανοουμένων». Μονάχα προκατειλημμένος παρατηρητής δεν ημπορεί ν’αντιληφθει ότι για τις μάζες αυτές του λαού η φρασεολογία η πατριωτική κατάντησε κάτι προς το οποίον αυτές δυσπιστούνε, το δε εθνικό αίσθημα δεν είναι πια ικανό να χρησιμεύσει ως μέσο για να τις σπρώξει σε θυσίες.

Η μεγάλη αυτή μεταβολή στη συνείδηση του λαού φανερώνεται πολύ καθαρά στην αυθόρμητη και ισχυρότατη τάση που τα λαϊκά στρώματα έχουν εναντίον του πολέμου πάντοτε, και τότε ακόμη που ο πόλεμος σκεπάζεται με πατριωτικούς και εθνικούς λόγους. Ο πόλεμος παραμένει αδικαιολόγητος και μισητός πάντοτε. Τα παλαιά ιδανικά δεν έχουν πια τη δύναμη να τονε δικαιολογήσουν στη συνείδηση των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Μερικοί, οι απλοϊκοί, οι ψευτοεπιστήμονες και οι εκμεταλλευτές (οι τελευταίοι είναι και οι περισσότεροι), τα φαινόμενα αυτά θέλουν να τα δικαιολογήσουν και υποστηρίζουν, πως αυτά μας δείχνουν τάχα μια κάποια «διαφθορά του λαϊκού φρονήματος» και τη «διαφθορά» θέλουν να μας ειπούν ότι την έφεραν όχι οι πόλεμοι και η δυστυχία του λαού, παρά άλλοι λόγοι πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Αυτοί μας λέγουν, ότι ο λαός ο ελληνικός ήτανε πάντα «εθνικόφρων» και «φιλόπατρις» και ότι τώρα απλώς υπάρχει ένα πρόσκαιρο παραστράτισμα της λαϊκής ψυχολογίας. Ότι δε χρειάζεται παρά μονάχα μια κατάλληλη εθνική και πατριωτική διδασκαλία και «διαπαιδαγώγηση» για να ξαναέλθει ο παραστρατημένος λαός στην «ευθεία πατριωτική οδό»! Αυτά λέγουν και διακυρήσσουν στο λαό δάσκαλοι, παπάδες, βιβλία, τύπος, κομματάρχες, και όλα γενικώς τα μέσα που επί τόσα χρόνια τώρα είχαν κινητοποιηθεί για να διαιωνίσουν τα πολεμικά μαρτύρια του στρατευμένου λαού και να εξυμνήσουν εκ του ασφαλούς τους » ενδόξους» ήρωες που σφαγιάζονταν στα μέτωπα κατα δεκάδες χιλιάδων, κινητοποιήθηκαν τώρα για να ξαναζωντανέψουν τα νεκρωμένα μες τη συνείδηση των επιζόντων του πολέμου πατριωτικά ιδανικά.

Τα γεγονότα ωστόσο στέκουν εμπρός μας χειροπιαστά για ν’αποδείξουν πόσο είναι βαθύτερα κι αντικειμενικά και μόνιμα τα αίτια του δήθεν παραστρατήματος αυτού της λαϊκής ψυχολογίας. Και της πραγματικότητος η δύναμη είναι τόσο μεγάλη, ωστέ εμπρός σ’αυτήνε κάθε διδασκαλία και κάθε «διαπαιδαγώγηση» θα παραμένει πάντοτε προσπάθεια μοιραίως ατελεσφόρητη και ματαία. Θα μοιάζει την προσπάθεια εκείνου που κοπιάζει να σβήσει με το σφουγγάρι τα γράμματα που είναι βαθιά χαραγμένα με τη σμίλα επάνω στο μάρμαρο.
4. ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ.

Μέχρι την εποχή των βαλκανικών πολέμων μπορεί να ειπεί κανένας, ότι λαϊκές μάζες διατηρούσαν μέσα τους ένα αίσθημα πατριωτικό. Το αίσθημα όμως αυτό δεν είχε καμιά βαθειά ρίζα μέσα στη συνείδηση τους, αποτελούσε μια ζωηρή πραγματική ανάμνηση των παλαιών ονείρων τα οποία καλλιέργησαν ανάμεσα τους οι πολιτικοί, στρατιωτικοί και πνευματικοί αρχηγοί στον περασμένον αιώνα. Ωστόσο δεν είχε κατορθωθεί να αποκτήσει το αόριστο αυτό αίσθημα ένα ουσιαστικό περιεχόμενο, ώστε να οδηγήσει αύριο το λαό σε θυσίες θεληματικές, παρ’όλες τις προσπάθειες των πολιτικών της περίφημης «Μεγάλης Εθνικής Ιδέας», και των γόνων της νεοελληνικής αριστοκρατίας. Όλοι αυτοί έμεναν καρφωμένοι στην ονειροπόληση μιας νέας «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» που θ’ανάσταινε τα παλαιά μεγαλεία της φυλής και ζητούσαν για την πραγματοποίση των ονείρων αυτών το αίμα του λαού, χωρίς όμως να μπορούν, να προσαρμοσθούν στις σύγχρονες, καθημερινές ανάγκες που πίεζαν τη ζωή του λαού αυτού.

Ήλθαν οι πόλεμοι οι βαλκανικοί του 1912-1913. Οι καταστροφές που έφεραν οι πόλεμοι εκείνοι ανάμεσα στις φτωχές μάζες του λαού άρχισαν να σημειώνουν τις πρώτες απογοητεύσεις των και ψύχραναν τον αισθηματικό ζήλο, τον οποίο τους είχαν εμπνεύσει στις παραμονές των πολέμων οι στρατιωτικοί και πολιτικοί αρχηγοί με τα μεγάλα παχειά λόγια της μεγαλοιδεατικής ρητορείας περί «Μεγάλης Ελλάδας», περί «δούλων αδελφών» και περί «εθνικού μεγαλείου».

Οι καταστροφές και η γενική εξάρθρωση που έφεραν μέσα στη ζωή των φτωχών λαϊκών τάξεων οι πόλεμοι εκείνοι έμειναν από τότε μόνιμες σχεδόν και κατάντησαν μια πληγή διαρκώς ανανεούμενη και αθεράπευτη. Μια μεγάλη μερίδα του λαού έχανε τα στηρίγματά της. Το Κράτος για να διεξαγάγει επιχειρήσεις πολύ ανωτέρες των δυνάμεών του άρπαξε με τις συνεχείς επιτάξεις απ’τίς αγροτικές μάζες και τα στοιχειωδέστερα μέσα εργασίας που διέθεταν. Τα πολεμικά χρέη μεγάλωναν και τα βάρη τους φορτώνονταν κάθε λίγο ως έμμεσοι φόροι στη ράχη του λαού. Το κόστος της ζωής ολοένα και ανέβαινε και όταν με το κλείσιμο της ειρήνης τα παιδιά του λαού ξαναγύριζαν απ’τίς «απελευθερωμένες» χώρες όπου δεν είχαν ιδεί παρά ένα μωσαϊκό εθνικοτήτων και φυλών, (Έλληνες, Τούρκοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Ρουμάνοι, Αλβανοί), βρέθηκαν εμπρός σε μια κατάσταση, που ποτέ βέβαια δε θα μπορούσαν να τήνε φαντασθουν πρωτύτερα : Απέναντι στην επέκταση των ορίων του Κράτους έβλεπαν τη ζωή τους πολύ πιο δύσκολη από πριν, γεμάτη από στερήσεις και τους εαυτούς των, τους «ενδόξους ήρωας του πολέμου», ανυπεράσπιστους μέσα στο σκληρό τους αγώνα. Το κράτος, στο οποίο είχαν προσφέρει ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, ακόμη απαιτητικότερο να τους βαρύνει και με όλα τα οικονομικά βάρη των πολέμων, ύστερα από τις τόσες θυσίες αίματος. Τα θύματα των πολέμων αναπήρους, χήρες, ορφανά, παραπεταμένα με τον πιο απάνθρωπο τρόπο από το Κράτος που τα είχε δημιουργήσει, με τους πολέμους. Μια συνθήκη ειρήνης υπογραμμένη ύστερα από χίλια δυο διπλωματικά παζαρεύματα και παρασκηνιακές επεμβάσεις των μεγάλων Κρατών και γεμάτη από σπίθες νέων πολέμων. Και επιτέλους έβλεπαν πλάι στην ελεεινή κατάσταση τη δική τους να προβάλλει μια σειρά από τυχάρπαστους και αστράτευτους νεοπλούτους της πολεμικής περιόδου, οι οποίοι με την προστασία αυτών των οργάνων του κράτους, αφού κερδοσκόπισαν επάνω στο χυνόμενο αίμα των λαών, τώρα με όλες τις εκμεταλλευτικές των μεθόδους κερδοσκοπούσαν κι επάνω στον ιδρώτα του.
5. ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι είναι η πρώτη πληγή που ανοίχθηκε στο κορμί του δυστυχισμένου μας λαού. Από τότε αρχίζει μια δεκάχρονη περίοδος γεμάτη από πολεμικές περιπέτειες. Η πρώτη πληγή ολοένα και περισσότερο άνοιγε, το αίμα έτρεχε ολοένα και αφθονότερο, το αίμα των παιδιών του λαού. Η περίοδος των αλλεπαλλήλων πολέμων που άνοιξαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι πέρασε μέσ’απο διάφορες τραγικές εσωτερικές περιπέτειες και εμφύλιες συγκρούσεις, τις οποίες προκάλεσαν οι αντιζηλίες των κομματικών φατριών, και οι ξένες προπαγάνδες, μα τον οποίων τα σπασμένα πλήρωσαν με το αίμα τους πάλι τα παιδιά του λαού. (Επανάσταση Θεσσαλονίκης, επιστρατικές συγκρούσεις Νοεμβριανά, Ιουλιανά, αποκλεισμός του 1916 – 1917, στάσεις, φυλακίσεις, τουφεκισμοί κλπ.) Και η αιματηρή αυτή εποχή εξακολούθησε χωρίς να μπορούμε να ειπούμε ότι τερματίστηκε οριστικά. Η πληγή του λαού εξακολουθεί να μένει ολάνοιχτη, αγιάτρευτη.

Όλα τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν εις βάρος του φτωχού λαού κατά την περίοδο αυτή, το καθένα τους φυσικά ερχότανε για να κάνει ακόμη πιο φοβερές τις συνέπειες των Βαλκανικών πολέμων, που αναφέραμε παραπάνω. Και μέσα στην αλησμόνητη και τραγική αυτή περίοδο χάθηκε ολότελα κάθε ίχνος από τα πατριωτικά ιδανικά του παλαιού καιρού μέσα στις πάσχουσες λαϊκές τάξεις. Και κάτι ακόμη περισσότερο. Τα ιδανικά αυτά άρχισαν πια να ξεσκεπάζονται και να καταπολεμούνται. Από τότε μια μερίδα του λαού που στρατευότανε και θυσιαζότανε στους πολέμους (εργάτες ιδίως, ακτήμονες και φτωχοι αγρότες και βιοπαλαιστές) άρχισαν να παίρνουν συνείδηση του τι πραγματικώς κρύβεται κάτω από τα ιδανικά αυτά.

Από τότε που ξέσπασε στην Ευρώπη ο μεγάλος πόλεμος του 1914 – 1918, οι ξένες επιρροές των δυνάμεων της Δύσεως (Αγγλία, Γαλλία) και της Μεσευρώπης (Γερμανία, Αυστρία) άρχισαν να διασταυρώνονται επάνω στη χώρα μας. Κάθε μία δύναμη μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα και τα πιο ξετσίπωτα (επίσημες επιρροές, εκβιασμούς, προπαγάνδες, πουλημένα όργανα, εξαγορά των εφημερίδων κλπ.) για να μας σύρει στον πόλεμο με το δικό της το μέρος. Έπρεπε να ήταν τυφλος κανένας για να μην ιδεί αυτές τις ξένες επιρροές. Και απλοϊκοί μονάχα και ανόητοι δεν είδανε το ολοφάνερο αυτό πράγμα : ότι όλοι οι πολιτικοί που κυβέρνησαν τον τόπο έγιναν τυφλά όργανα και υπηρέτες των ξένων και έσυραν τον πολυβασανισμένο μας λαό στις πιο φριχτές δοκιμασίες για να εξυπηρετήσουν τα ξένα τα συμφέροντα. Από τα χίλια δυο τέτοια γεγονότα φθάνει ν’αναφέρουμε εδώ μοναχά δύο τρία, τα πιο αλησμόνητα, που αποδείχνουν έτσι κλασσικά, να ειπούμε, το έγκλημα το μεγάλο που γινότανε τόσο καιρό εις βάρος του τόπου, του φτωχού λαού και του έθνους μας ολοκλήρου. Διότι και οι ομοεθνείς μας ακόμη, οι έλληνες που δε ζούσανε μέσα στα σύνορα του «ελεύθερου» κράτους, όπως το λένε, κι αυτοί ακόμη μαζί με τους άλλους έπεσαν θύματα στο βωμό επάνω της εγκληματικής αυτής πολιτικής.

Όλοι θυμόμαστε τα παχειά τα λόγια που έλεγεν ο Βενιζέλος για τους «υποδούλους αδελφούς» μας της Ανατολικής Μακεδονίας. Μ’αυτά τα λόγια τα παχειά μας έσυραν στον πόλεμο τον ελληνοβουλγαρικό. Αίμα χύθηκε πολύ – ποιος ξέχασε τα μακελειά της Τσουμαγιάς, του Κιλκίς, της Δοϊράνης. «Ελευθερώθηκε» επιτέλους η «υπόδουλος» Αν. Μακεδονία το 1913. Δεν πέρασαν καλά – καλά δυο χρόνια από τότε και έρχεται ο ίδιος ο πολιτικός εκείνος και προτείνει επίσημα και αδιάντροπα να παραδώσουμε τη χώρα εκείνη (Καβάλλα) μαζί με τους αδελφούς που χύσαμε αίμα για να τους «απελευθερώσουμε», να τους παραδώσουμε στη Βουλγαρία στον «εχθρό τον προαιώνιο», όπως μας τον έλεγαν πριν. Και το πρότεινε αυτό, για να επιτύχει να βγει η Βουλγαρία απ’την ουδετερότητα υπέρ της Αγγλίας. Οι «δούλοι» αδελφοί παζαρεύτηκαν σαν εμπόρευμα επειδή έτσι το απαιτούσαν οι πολεμικοί σκοποί τη Αγγλίας – κι έτσι η μεγαλόστομη ρητορεία για «απελευθέρωση» και για τα παρόμοια φάνηκε καθαρά πως ήτανε ψευτιές λαοπλάνες.

Και όλοι πάλι θυμόμαστε, ότι την ίδια χώρα εκείνη μαζί με τους «απελευθερωμένους αδελφούς», ένας άλλος πολιτικός, ο πολιτικός της βασιλικής αυλής, ο Γούναρης, την επαρέδιδε με αξιοθαύμαστη ευκολία για λίγες ημέρες στους Βουλγάρους, επειδή οι Βούλγαροι ήσανε σύμμαχοι με τους Γερμανούς, οι Γερμανοί σύμμαχοι με το παλάτι του βασιλιά του Κωνσταντίνου, κι ο Γούναρης καγγελάριος του παλατιού εκείνου και εκτελεστής των διαταγών της γερμανόδουλης αυλικής κλίκας.

Οι «απελευθερωθέντες δούλοι αδελφοί» της Αν. Μακεδονίας σαν ένα σακί ζάχαρη παζαρεύτηκαν από το Βενιζέλο στην αγγλική αγορά, κι απο το Γούναρη στη γερμανική.

Και ήλθεν ύστερα – ποιος από μας μπορεί να το ξεχάσει – ήλθεν η εκστρατεία της Ουκρανίας και Βεσσαραβίας του 1918. Ήτανε τόσο θεοφάνερο πράγμα ότι η εκστρατεία εκείνη έσερνε τα παιδιά του λαού να σκοτωθούνε για συμφέροντα ολοσδιώλου ξένα, η αλήθεια αυτή χτυπούσε τόσο πολύ στα μάτια όλου του κόσμου, ώστε ακόμη κι ένας στρατηγός του Βενιζέλου, ο επιτελάρχης των Βαλκανικών πολέμων, ο Δαγκλής, σηκώθηκε και διαμαρτυρήθηκε και παραιτήθηκε.

Ποιους μας έσυραν να χτυπήσουμε εκεί πάνω, στις χιονισμένες στέππες της Ρωσσίας; -Γύρισαν οι ρώσσοι χωριάτες κι οι εργάτες από τα μέτωπα του ευρωπαϊκού πολέμου στα 1917, πιάσαν τους αξιωματικούς και σκότωσαν τον αιματοβαμμένο τσάρο, έκαναν δικό τους κράτος το Σοβιετικό και διακύρηξαν ότι δε θα πληρώσουνε κανένα από τα χρέη που είχε κάμει ο τσάρος στους τραπεζίτες του Παρισιού, για να κάμει τους κατακτητικούς πολέμους και να στείλει το ρωσικό λαό στα σφαγεία του πολέμου. Είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, είπανε, και δεν εννοούμε να δουλεύουμε εμείς για να πληρώνουμε στους εκατομμυριούχους της Ευρώπης τα χρέη του τσάρου, του δημίου μας. Έστειλαν οι τραπεζίτες της Γαλλίας τους στρατιώτες τους γάλλους, δηλαδή τους φτωχούς εργάτες και χωριάτες της χώρας των, τους έστειλαν για να πνίξουν την Επανάσταση τη ρωσική να ξαναθρονιάσουν τους τσάρους και να ξαναπάρουν έτσι οι δανειστές μεγαλοκεφαλαιούχοι τα χρεωστούμενα. Όμως οι γάλλοι συνάδελφοί μας, πολύ πρωτύτερα από μας ξυπνημένοι, αρνήθηκαν και προτίμησαν πολλοί να τουφεκισθούν από τα Στρατοδικεία, μα κύρηξαν ότι είναι αλληλέγγυοι, αδελφοί των ρώσσων στρατιωτών που επαναστατήσανε για τα δίκαιά τους. Και τότε βρέθηκε το Ελληνικό Κράτος για να εκτελέσει με το δικό μας το αίμα τα σχέδια των γάλλων τραπεζιτών. Έτσι η εκστρατεία της Ουκρανίας θα παραμείνει η κλασσικότερη απόδειξη του ρόλου που το Κράτος το Ελληνικό έπαιξεν ως πράκτορας των ξένων συμφερόντων.
6.ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ.

Όσοι έβαψαν τα χέρια τους με το αίμα του λαού που χύθηκε στην Ουκρανία, οι υπεύθυνοι του μεγάλου εγκλήματος ζήτησαν να δικαιολογηθούν και είπαν : η εκστρατεία της Ουκρανίας έγινε για να πάμε στη Μικρασία και ν'»απελευθερώσουμε» κι εκεί τους «δούλους αδελφούς» κατά το συνηθισμένο τροπάρι.

Και τώρα πρέπει να ξαναγυρίσουμε τη θύμησή μας σ’εκείνη την εποχή του μικρασιατικού πολέμου και ν’αναπολήσουμε εκείνο το κακούργημα που όλοι οι πολιτικοί, ανεξαρτήτως χρωματισμού, διέπραξαν, το μεγαλύτερο κακούργημα που διαπράχθηκε ποτέ εις βάρος του λαού μας και του έθνους μας. Η μικρασιατική εκστρατεία του 1919 – 1922 έχει τούτη την ιστορική, μπορούμε να ειπούμε, σημασία, ότι απογύμνωσε από κάθε απατηλό πρόσχημα τη λεγόμενη «εθνική» πολιτική όλων των κομματικών μερίδων που κυβέρνησαν τη χώρα.

Για μας που ζήσαμε στο μέτωπο το Μικρασιατικό τα χρόνια αυτά, που δοκιμάσαμε στο κορμί μας επάνω όλα τα βασανιστήριά του και τις φρικαλεότητές του – ό,τι και να γραφεί, ό,τι και να ειπωθεί είναι εντελώς περιττό. Την αλήθεια που ολάκερη και γυμνή ξεπρόβαλε κάθε μέρα στα έκπληκτα μάτια μας, φωτισμένη απ’τα πυρά των μαχών και επάνω στα καπνισμένα ερείπια της χώρας εκείνης – την αλήθεια για τον πόλεμο δεν έχουμε ανάγκη να τήνε γνωρίσουμε στα χαρτιά ούτε να την ακούσουμε από το στόμα των ρητόρων. Με τα μάτια μας είδαμε ένα λαό κατεστραμμένο από τους μακρούς πρωτύτερους πολέμους να σέρνεται πότε από τη μια και πότε απ’τήν άλλη κομματική μερίδα σε μια καινούρια πολεμική περιπέτεια, τέτοια που ένας λογικός άνθρωπος σήμερα βλέποντας την απέραντή της έκταση σταματά και ερωτά τον εαυτό του : Έγκλημα ή παραφροσύνη; Με τα μάτια μας είδαμε το ψέμα το εθνολογικό : οι Έλληνες δεν αποτελούσαν σ’όλες εκείνες τις περιφέρειες ούτε το ένα πέμπτο και στα μέρη που ήσαν πιο συγκεντρωμένοι δεν έφθαναν ούτε στο ήμισυ του άλλου πληθυσμού. [1] Με τα μάτια μας είδαμε να πέφτουν και να σακατεύονται τ’αδέλφια μας κατά δεκάδες χιλιάδων, συρμοί ατέλειωτοι και καραβάνια να διατρέχουν τη χώρα εκείνη του θανάτου και του στεναγμού, γεμάτα από σαπισμένα κρέατα και πηχτό αίμα. Με τα μάτια μας είδαμε όλο τον πλούτο της χώρας μας, τον ιδρώτα του λαού το συσσωρευμένο, να καίεται σαν πυροτέχνημα στο πρόσταγμα των διπλωματών της Δύσεως και εστεμμένων κακούργων και όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της να υποθηκεύονται από το κράτος στους τραπεζίτες της Ευρώπης και της Αμερικής για να εξασφαλισθούν τα μέσα για τη συνέχιση της καταστροφής.

Και επιτέλους με τα μάτια μας είδαμε, ότι ο πόλεμος εκείνος ο «απελευθερωτικός», αφού πολλές χιλιάδες ελευθέρωσε στέλνοντάς τες στον άλλο κόσμο, ερήμωσε όλη τη Μικρασιατική χώρα από το Εσκή – Σεχήρ, Αφιόν Καραχισσάρ και Αϊδίνι έως τα παράλια, υπέβαλε σε ανεκδιήγητα μαρτύρια όλους τους πληθυσμούς της χώρας αδιακρίτως φυλής και θρησκεύματος, ξεσπίτωσε και μετέβαλε σε αξιοθρήνητα ανδράποδα, επάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους και έφερε μια γενική εξάρθρωση και ένα οικονομικό αδιέξοδο στη χώρα και στο κράτος.
Πηγη:http://www.marxists.org/ellinika/archive/pouliop/works/war/index.htm

65