Mε αφορμή το γεγονός αυτό μια ομιλία του Ramzi Kysia.
Σε μια από τις πρώτες μου επισκέψεις στο Ιράκ, περπατώντας σε μία από τις πιο πολυσύχναστες λεωφόρους της Βαγδάτης, βρέθηκα περιστοιχισμένος από ένα ατελείωτο τσούρμο παιδιών του δρόμου. Το καθένα έλεγε την δικιά του απελπισμένη ιστορία και παρακαλούσε για λίγα λεφτά. Ο φίλος μου που περπατούσε μαζί μου, με προειδοποίησε να μην τους δώσω καθόλου λεφτά. «Είναι ζητιανάκια» μου είπε. «Δουλεύουν για κάποιον μεγάλο. Δεν θα δουν ούτε δεκάρα από τα λεφτά που θα τους δώσεις».
Παρόλα αυτά είχα συγκινηθεί, και όταν ένα ιδιαίτερα όμορφο μικρό κορίτσι με πλησίασε και άπλωσε τα χέρια της, έριξα μέσα τους το κομπολόι μου χωρίς καν να το σκεφτώ. «Για μένα?» ρώτησε έκπληκτη. Έγνεψα καταφατικά και μου είπε γεμάτη ενθουσιασμό ότι θα το δώσει στην μητέρα της, καθώς έτρεχε να φύγει.
Ο φίλος μου είχε αηδιάσει. Μου είπε εντελώς κυνικά ότι τα παιδιά του δρόμου δεν θα μας άφηναν ποτέ ήσυχους μετά από αυτό και ότι το κορίτσι θα πούλαγε το κομπολόι και θα έδινε τα λεφτά στο αφεντικό της. «Μάλλον δεν έχει καν μητέρα» υπέθεσε.
Πράγματι, σύντομα μας περικύκλωσε ένα πλήθος παιδιών που ζητούσαν κομπολόγια για να δώσουν στις μανάδες τους. Ο φίλος μου γέλασε περιπαικτικά. Λίγες μέρες μετά όμως, περπατώντας στον ίδιο δρόμο, συνάντησα το ίδιο κορίτσι. Έτρεξε προς το μέρος μου, έπιασε το χέρι μου, και με οδήγησε σε μια γωνία του δρόμου όπου στεκόταν μια κουρασμένη, μεγάλη γυναίκα. «Η μητέρα μου» είπε περήφανα. Και ω του θαύματος, η γυναίκα αυτή άνοιξε τα χέρια της που κρατούσαν το κομπολόι μου, με κοίταξε στα μάτια και είπε σιωπηλά: «Σε ευχαριστώ για το δώρο σου».
Αν θέλουμε να βοηθήσουμε το λαό του Ιράκ, πρέπει πρώτα να εξαφανιστεί ο κυνισμός, και πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε τους ανθρώπους του Ιράκ, σαν ανθρώπους: σαν αδελφές και αδελφούς μας ενωπίον του Θεού.
Θα ήταν αδύνατο για μένα να μεγαλοποιήσω την καταστροφή στο Ιράκ και ο πιο ενοχλητικός, επίμονος και απαράδεκτος λόγος για αυτή την καταστροφή είναι η αποτυχία του κόσμου, εδώ και πολλές δεκαετίες, να δεί τον λαό του Ιράκ. Οι διεθνείς πολιτικές απέναντι στο Ιράκ δεν είχαν ποτέ ως αφετηρία τις επιθυμίες και τα συμφέροντα του ιρακινού λαού, και οι σημερινές πολιτικές είναι εξίσου τυφλές.
Για 30 χρόνια, οι ιρακινοί υπέφεραν κάτω από το ζυγό μίας από τις χειρότερες δικτατορίες που έχει δει ποτέ ο πλανήτης. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν, εξαφανίστηκαν, βασανίστηκαν και συχνά δολοφονήθηκαν. Τα πρώτα 20 από αυτά τα 30 χρόνια, και παρά αυτή την τυραννία, ο Σαντάμ Χουσείν ήταν ο φίλος των κυβερνήσεων του κόσμου. Του δάνειζαν χρήματα και του πουλούσαν όπλα, χωρίς να τους ενδιαφέρει πως τα χρησιμοποιούσε. Οι Η.Π.Α., η Ρωσία, η Ευρώπη και οι χώρες της Μέσης Ανατολής τον υποστήριξαν με ενθουσιασμό όταν εξαπέλυσε τον πόλεμο ενάντια στο Ιράν, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο πάνω από ενός εκατομμυρίου ανθρώπων. Χρηματοδοτήσαμε αυτό τον πόλεμο, του πουλήσαμε ευχαρίστως τα υλικά για να φτιάξει χημικά όπλα, του δώσαμε κατασκοπευτικές πληροφορίες ώστε να χτυπήσει τα ιρανικά στρατεύματα με αυτά τα όπλα και κάναμε τις πάπιες όταν χρησιμοποίησε τα όπλα αυτά ενάντια στον ίδιο του τον λαό.
Όταν ο Σαντάμ Χουσείν έριξε χημικά όπλα στη Χαλάμπτζα, στο Βόρειο Ιράκ, σκοτώθηκαν τουλάχιστον 5.000 άνθρωποι. Η κυβέρνηση Ρίγκαν, έχοντας τον Κόλιν Πάουελ σαν προϊστάμενο του Λευκού Οίκου, προσπάθησε να συγκαλύψει τη σφαγή – γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς ο Κόλιν Πάουελ άρχισε την άνοδο του προς τη δόξα όταν συγκάλυψε τη σφαγή του Mάι Λάι στο Βιετνάμ. Οι ΗΠΑ αγνόησαν την Χαλάμπτζα, επιχείρησαν να πουν ότι δεν συνέβη ποτέ, ότι και να συνέβη δεν ήταν και τίποτα φοβερό και τελικά προσπάθησαν να ρίξουν το φταίξιμο στο Ιράν. Ο Σαντάμ ήταν ο άνθρωπός τους και τον υποστήριξαν.
Μόνο όταν ο Σαντάμ εισέβαλε στο Κουβέιτ το 1990, και απείλησε τα αποθέματα πετρελαίου, ο κόσμος «ανακάλυψε» πόσο τρομερός ήταν. Και πως απαντήσαμε? Ρίχνοντας 88.000 τόνους εκρηκτικών μέσα σε έξι εβδομάδες στο Ιράκ. Στρατιωτικές εγκαταστάσεις και επιχειρησιακά κέντρα βομβαρδίστηκαν: όπως επίσης και σχολεία, νοσοκομεία, δρόμοι, γέφυρες, και εργοστάσια ηλεκτρισμού. Το Ιράκ καταστράφηκε από τον πόλεμο. Τουλάχιστον 150.000 άνθρωποι, οι περισσότεροι άμαχοι, σκοτώθηκαν. Και σύμφωνα με τον Μάρτι Αχτισαάρι, πρώην πρόεδρο της Φινλανδίας που ηγούταν μιας αποστολής του ΟΗΕ στο Ιράκ μετά τον πόλεμο, η Καταιγίδα της Ερήμου επέφερε σχεδόν αποκάλυψη (με τη βιβλική έννοια) στο Ιράκ και έριξε τη χώρα πίσω σε μια προβιομηχανική εποχή.
Όταν οι Ιρακινοί ξεσηκώθηκαν για να ανατρέψουν τον Σαντάμ Χουσείν, τις βδομάδες μετά τη λήξη του πολέμου του 1991, τα αμερικανικά στρατεύματα παρέμειναν απλά θεατές – παρόλο που βρίσκονταν μόνο μερικά χιλιόμετρα μακριά – και άφησαν τον Σαντάμ να σφάξει δεκάδες χιλιάδες ιρακινούς. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, τα ελικόπτερα εξαιρέθηκαν από τις λεγόμενες «ζώνες απαγόρευσης πτήσης» που υποτίθεται ότι είχαν επιβληθεί για να προστατεύσουν τους Ιρακινούς, και ο κόσμος παρακολούθησε τον Σαντάμ να χρησιμοποιεί τα ελικόπτερα αυτά για να σκοτώσει 30.000 ανθρώπους ώστε να καταστείλει την εξέγερση.
Για 13 ολόκληρα χρόνια, η διεθνής κοινότητα επέβαλε καταστροφικές οικονομικές κυρώσεις στο Ιράκ, κάτι το οποίο εμπόδισε την ανοικοδόμηση της χώρας, δημιούργησε κρίσιμες ελλείψεις σε τρόφιμα και φάρμακα και βύθισε στη φτώχια όλους τους ιρακινούς. Το 1990 ένα δηνάριο άξιζε 3 δολάρια, το 2000 – μετά από 9 χρόνια κυρώσεων – 2000 δηνάρια άξιζαν μόνο ένα δολάριο. Οικογένειες πουλούσαν ότι είχαν απλά και μόνο για να αγοράσουν φαγητό. Ο ίδιος ο Σαντάμ δεν έπαθε τίποτα από τις κυρώσεις – αλλά όλοι οι άλλοι στο Ιράκ υπέφεραν τρομερά και σύμφωνα με τον ΟΗΕ και πολλές ΜΚΟ, εκατοντάδες χιλιάδες ιρακινά παιδιά πέθαναν σαν άμεση συνέπεια του εμπάργκο. Αυτή ήταν μια γενοκτονία και δεν χρησιμοποιώ ελαφρά τη καρδία τον όρο.
Μετά τον πρόσφατο πόλεμο, είδαμε τους αμερικανούς στρατιώτες να κινούνται αστραπιαία ώστε να προστατέψουν τις πετρελαιοπηγές και τα υπουργεία πετρελαίου, αλλά να μην κάνουν τίποτα όταν οι λεηλασίες κατέστρεφαν οτιδήποτε άλλο. Λεηλατήθηκαν νοσοκομεία, σχολεία, κτίρια του ΟΗΕ και του Ερυθρού Σταυρού. Σύμφωνα με την 4η Συνθήκη της Γενεύης, οι ΗΠΑ είχαν την ευθύνη να επιβάλουν το νόμο και την τάξη στο Ιράκ αφού είχαν ανατρέψει την κυβέρνηση. Αντίθετα, απέλυσαν τους αστυνομικούς, τα τανκς τους γκρέμισαν τις πύλες των κυβερνητικών κτιρίων, ενθάρρυναν τις λεηλασίες να ξεσπάσουν, και δεν έκαναν τίποτα για να σταματήσουν την ανάπτυξη οργανωμένης μαφίας, που σήμερα τρομοκρατεί τους πάντες στην Βαγδάτη.
Κατά τη διάρκεια των διακοπών ρεύματος στις ΗΠΑ το καλοκαίρι, ο Μπους είπε ότι 6 ώρες χωρίς ρεύμα στις ΗΠΑ ήταν μια «κατάσταση εθνικού συναγερμού», αλλά 6 μήνες χωρίς ηλεκτρισμό στο Ιράκ του προκαλούν ένα αδιάφορο σήκωμα των ώμων. Ενώ ο Πολ Μπρέμερ και το επιτελείο του κρύβονται πίσω από τους τοίχους των παλατιών του Σαντάμ, οι αμερικανοί στρατιώτες – φοβισμένοι από τις επιθέσεις εναντίον τους – πυροβολούν τυχαία προς κάθε κατεύθυνση κάθε φορά που τρομάζουν. Αθώοι ιρακινοί σκοτώνονται κάθε μέρα. Δεν μπορείς να επισκεφτείς κάποια συνοικία της Βαγδάτης, χωρίς να σου πει κάποιος κάτοικος για κάποιο επεισόδιο πυροβολισμού που «κατά λάθος» σκότωσε έναν ή περισσότερους από τους γείτονες του. Και ενώ ακούμε το όνομα κάθε αμερικανού στρατιώτη που σκοτώνεται από το αντάρτικο, ποια ήταν τα όνειρα του, πως υποφέρει η οικογένειά του, οι νεκροί Ιρακινοί είναι ανώνυμοι, απρόσωποι, χωρίς ιστορίες. Κανείς δεν δίνει σημασία στον πόνο των οικογενειών τους. Κανείς δεν αναρωτιέται ποια μπορεί να ήταν τα όνειρά τους.
Ο Γκάντι κάποτε είπε ότι «η φτώχεια είναι η χειρότερη μορφή βίας» και η φτώχεια και η απομόνωση που έχει εσκεμμένα δημιουργηθεί στο Ιράκ από 20 χρόνια πολέμων και κυρώσεων δεν έχουν τελειώσει. Η ανεργία είναι πάνω από 60%. Οι ιρακινοί είναι σήμερα το ίδιο φτωχοί και το ίδιο απομονωμένοι από τον κόσμο, όσο ήταν και πριν τον τελευταίο πόλεμο. Και ο κόσμος ακόμα δεν τους βλέπει.
Το Ιράκ έχασε πάνω από 150 δις δολάρια πετρελαϊκών εσόδων εξαιτίας των κυρώσεων. Το εξωτερικό του χρέος διπλασιάστηκε και είναι τώρα περίπου 200 δις δολάρια – κυρίως επειδή οι ΗΠΑ δεν άφηναν το Ιράκ να πληρώσει τους τόκους του. Άλλα 200 δις δολάρια πρέπει ακόμα να πληρωθούν σαν αποζημιώσεις για την εισβολή του Κουβέιτ. Οι εκτιμήσεις για το κόστος της ανοικοδόμησης της υποδομής της χώρας – μετά από 3 καταστροφικούς πολέμους και 13 χρόνια κυρώσεων – ξεκινάνε από 100 δις δολάρια.
Για χρόνια, οι ακτιβιστές ενάντια στις κυρώσεις έλεγαν στις ΗΠΑ ότι ο καλύτερος τρόπος να ξεφορτωθούν τον Σαντάμ θα ήταν η άρση των κυρώσεων, καθώς οι ιρακινοί θα απαιτούσαν την γρήγορη ανοικοδόμηση της χώρας και ο Σαντάμ θα είχε πολύ λίγες πιθανότητες να τα καταφέρει. Σήμερα, οι ΗΠΑ ανακαλύπτουν πόσο δίκιο είχαμε – οι ιρακινοί απογοητεύονται, διαμαρτύρονται και κατευθύνουν την οργή τους προς ένα μόνο άνθρωπο: τον Τζορτζ Μπους. Η Κατοχή του Ιράκ βρίσκεται σε εξέλιξη και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα φέρει το μέλλον.
Ο Μπους θέλει ο κόσμος να νομιμοποιήσει την κατοχή του, να την επικυρώσει και ζητάει από τις αναπτυσσόμενες χώρες να στείλουν τους στρατιώτες τους να πεθάνουν για τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ στο Ιράκ, έτσι ώστε να γυρίσουν οι αμερικανοί στρατιώτες σπίτια τους. Το τούρκικο, ινδικό και πακιστανικό αίμα είναι φαίνεται πολύ φθηνότερο από το αμερικάνικο και αν τα τούρκικα, ινδικά και πακιστανικά αγόρια πεθάνουν για τον Μπους, τότε μπορεί η αμερικανική κοινή γνώμη να σταματήσει να ενδιαφέρεται για την τεράστια αποτυχία και κρίση που έχει επιτύχει ο Μπους στο Ιράκ.
Αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε να ενδιαφερόμαστε. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε τον ιρακινό λαό για άλλη μια φορά.
Άρχισα να ασχολούμαι με το ζήτημα πριν από 5 χρόνια, όταν ο Πρόεδρος Κλίντον βομβάρδισε το Ιράκ για 3 συνεχόμενες νύχτες και ημέρες το 1998. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Πενταγώνου, εκείνοι οι βομβαρδισμοί στοίχισαν τη ζωή σε 10.000 ιρακινούς. Θεωρητικά, αναγκαστήκαμε να βομβαρδίσουμε το Ιράκ επειδή ο Σαντάμ παρεμπόδιζε τη δουλειά των επιθεωρητών όπλων του ΟΗΕ. Από τη μεριά τους, οι ιρακινοί υποστήριξαν ότι οι επιθεωρητές ήταν κατάσκοποι που δούλευαν για την ανατροπή του καθεστώτος. Οι ΗΠΑ αποκάλεσαν τους ισχυρισμούς αυτούς γελοίους και 10.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν. Μετά τους βομβαρδισμούς, οι εφημερίδες Ουάσιγκτον Ποστ και Μπόστον Γκλόουμπ έγραψαν και οι δύο ότι το Ιράκ έλεγε την αλήθεια. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε διοχετεύσει κατασκόπους στο σώμα των επιθεωρητών, οι οποίοι προσπαθούσαν να εντοπίσουν την ακριβή θέση του Σαντάμ, ώστε να τον στοχεύσουν στους επερχόμενους βομβαρδισμούς. Τα ψέματα και οι σκοτωμοί – από όλες τις πλευρές – δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό όσον αφορά στο Ιράκ.
Πέρασα τον περισσότερο από τον τελευταίο χρόνο στο Ιράκ: 7 μήνες πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου και 5 μήνες μετά. Δεν είμασταν ανθρώπινες ασπίδες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου συνεχίσαμε τη δουλειά που είχαμε αρχίσει νωρίτερα, επισκεπτόμασταν νοσοκομεία και προσπαθούσαμε να καταγράψουμε με στοιχεία τις επιπτώσεις της βίας στους απλούς ανθρώπους του Ιράκ, προσπαθούσαμε να πούμε τις ιστορίες τους και να είμαστε η φωνή αυτών που η βία τους έχει καταστήσει άφωνους. Απέξω, και ειδικά όσον αφορά τα αμερικανικά ΜΜΕ, ο πόλεμος έμοιαζε με ηλεκτρονικό παιχνίδι – με πυραύλους εκπληκτικής ακριβείας να χτυπάνε πάντα ακατοίκητες στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Αλλά ο πόλεμος δεν είναι παιχνίδι. Άμαχοι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου. Οι βόμβες έκλεψαν τις ζωές χιλιάδων αντρών, γυναικών και παιδιών. Όταν κλείνετε τα μάτια σας, φίλοι μου, μπορείτε να τους δείτε?
Ταξίδεψα στο Ιράκ με τους Voices in the Wilderness για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1999, και σας λέω τώρα ότι δεν έχω ξαναδεί τόση συμφορά σε ολόκληρη τη ζωή μου. Το πιο δύσκολο ήταν οι επισκέψεις στα νοσοκομεία. Πριν από 13 χρόνια, το Ιράκ είχε το καλύτερο σύστημα περίθαλψης σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο – σύγχρονα νοσοκομεία, καλά εκπαιδευμένοι γιατροί και δωρεάν, καθολική ιατρική περίθαλψη για όλους τους ιρακινούς. Το Ιράκ ήταν μια ανεπτυγμένη, τεχνολογικά εξελιγμένη χώρα, και το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι παιδίατροι ήταν η παιδική παχυσαρκία. Σήμερα, παρόλο που οι κυρώσεις δεν υφίστανται πια, πάνω από 5.000 παιδιά πεθαίνουν από ασιτία και ασθένειες κάθε μήνα. 5.000. Κάθε μήνα που περνάει. Σε μία από τις εν δυνάμει πιο πλούσιες χώρες του κόσμου, είδα σειρές από θαλάμους γεμάτους με ετοιμοθάνατα παιδιά. Είδα τα διογκωμένα κεφάλια τους, τα ατροφικά κορμιά τους και τις φουσκωμένες από την ασιτία κοιλιές τους. Αυτά τα παιδιά δεν είχαν κάν τη δύναμη να κλάψουν. Ο μόνος θόρυβος που μπορούσαν να παράγουν ήταν ένας αδύναμος, ξεψυχισμένος θρήνος και μπορώ να σας πω ότι αν η Κόλαση έχει έναν ήχο, τότε τον άκουσα σε εκείνους τους θαλάμους.
Πριν από ένα χρόνο, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ειδοποίησε τους Voices in the Wilderness ότι τους είχε επιβάλει πρόστιμο 20.000 δολαρίων επειδή παραβίασαν το εμπάργκο πηγαίνοντας φάρμακα σε εκείνα τα παιδιά.
Δεν θα πληρώσουμε ποτέ αυτό το πρόστιμο, και αν ο Τζορτζ Μπους και ο Τζον Ασκροφτ πραγματικά πιστεύουν ότι το να πηγαίνεις φάρμακα σε παιδιά είναι έγκλημα, τότε τους προκαλώ να με συλλάβουν όταν γυρίσω στις ΗΠΑ.
Οι πολιτικοί και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ εξυμνούν τον πόλεμο στο Ιράκ και μιλάνε για το πόσο καλύτερα είναι για τον ιρακινό λαό τώρα που ο Σαντάμ έχει φύγει. Θα σας πω όμως κάτι: το πιο καταθλιπτικό πράγμα σήμερα στο Ιράκ είναι ότι τώρα που 30 χρόνια τρομερής τυραννίας έχουν επιτέλους τελειώσει και οι κυρώσεις έχουν αρθεί, κανείς δεν γιορτάζει. Κανείς δεν είναι χαρούμενος, και πολύ λίγοι ιρακινοί τρέφουν ελπίδες για το μέλλον.
Οι άνθρωποι με ρωτάνε πως έχουν αλλάξει τα πράγματα μετά την πτώση του Σαντάμ. Για την μεγάλη πλειοψηφία του λαού στο Ιράκ, δύο είναι οι σημαντικότερες αλλαγές. Η μία είναι θετική, οι άνθρωποι έχουν πια ελευθερία λόγου, κάτι που ποτέ δεν είχαν υπό τον Σαντάμ. Πριν τον πόλεμο, όλοι φοβόντουσαν τη σύλληψη, το βασανισμό και την πιθανή εκτέλεση αν έλεγαν αυτό που πραγματικά πίστευαν. Αυτό έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Στην αρνητική πλευρά, δεν υπάρχουν υπηρεσίες στο Ιράκ (ηλεκτρισμός, αποχέτευση, δημόσιες υπηρεσίες), δεν υπάρχει καμία κυριαρχία του λαού, και το πιο καταστροφικό από όλα, δεν υπάρχει ασφάλεια.
Είναι δύσκολο να εξηγήσεις σε κάποιον έξω από το Ιράκ το πόσο ταπεινωτική ήταν η λεηλασία της χώρας για τον ιρακινό λαό. Όπου και να πας, οι Ιρακινοί συγκρίνουν τις μέρες αυτές, μετά το τέλος του πολέμου, με την εποχή του Χαλάκα Καν – όταν οι Μογγόλοι λεηλάτησαν την Βαγδάτη και την ισοπέδωσαν. Αλλά εκείνες τις μέρες, παρά το γεγονός ότι όσοι συμμετείχαν στις λεηλασίες ήταν ένα ελάχιστο ποσοστό του ιρακινού λαού, η εικόνα που πήρε ο υπόλοιπος κόσμος για τους Ιρακινούς ήταν αυτή ενός ανεξέλεγκτου και λυσσασμένου όχλου που καταστρέφει τον εαυτό του. Μετά από 30 χρόνια εξουσίας του Σαντάμ, το να είσαι πια ελεύθερος από την τυραννία και την ταπείνωση – μόνο και μόνο για να βιώνεις μια ακόμα μεγαλύτερη ταπείνωση – είναι κάτι το ανυπόφορο. Είδα μεγάλους άντρες να κλαίνε μπροστά μου, βλέποντας πως κατάντησε η χώρα τους.
Η έλλειψη ασφάλειας επηρεάζει τους πάντες και τα πάντα. Οι άνθρωποι φοβούνται να περπατήσουν στο δρόμο την ημέρα. Φοβούνται ακόμα και να βγουν από τα σπίτια τους όταν νυχτώνει. Φοβούνται για τις κόρες τους, τις αδερφές τους και τις γυναίκες τους. Η Οργάνωση για την Ελευθερία των Γυναικών στο Ιράκ, μια τοπική ακτιβιστική ομάδα που ιδρύθηκε πρόσφατα από την Γιανάρ Μοχάμεντ, εκτιμά ότι τουλάχιστον 3 γυναίκες και κορίτσια πέφτουν θύματα απαγωγής , ομαδικού βιασμού, ξυλοδαρμού. Τις πετάνε νεκρές στα προάστια της Βαγδάτης. Το νοσοκομείο Αλ-Κίντι, ένα από τα 2 βασικά νοσοκομεία για τραυματισμούς της Βαγδάτης, αναφέρει μια αύξηση της τάξης του 15.000% στα βίαια εγκλήματα. Πριν τον πόλεμο, το νοσοκομείο δεχόταν περίπου 5 περιστατικά το μήνα από βίαια αίτια (πυροβολισμοί, μαχαιρώματα, βιασμοί). Τώρα δέχεται περίπου 25 την ημέρα.
Η Βαγδάτη είναι υπό καθεστώς τρομοκρατίας, και ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ χαριτολογεί ότι τα ΜΜΕ «δίνουν πολύ σημασία» στις συνθήκες ασφάλειας, η ότι το έγκλημα είναι «συνέπεια της ελευθερίας». Εξισώνει επίσης τον τρόμο που βιώνουν οι ιρακινοί με τις συνθήκες σε κάθε μεγάλη πόλη του πλανήτη. Η υπεροψία και η περιφρόνηση που επιδεικνύουν οι αμερικανοί πολιτικοί φαίνεται ότι δεν γνωρίζει όρια.
Ο κόσμος με ρωτάει τι έχει αλλάξει στο Ιράκ μετά τον πόλεμο και τους λέω, όπως λέω και σε εσάς: η ελευθερία του λόγου και το αίσθημα ασφάλειας. Αυτά έχουν αλλάξει. Μόνο αυτά έχουν αλλάξει. Από κάθε άλλη πλευρά, η ζωή είναι όπως ήταν και πριν για σχεδόν όλους τους ιρακινούς. Υπάρχει ακόμα μαζική ανεργία, μαζική φτώχεια και σχεδόν απόλυτη απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο. Υπάρχει ακόμα η αίσθηση ότι δεν έχουν κανέναν έλεγχο πάνω στο μέλλον της χώρας τους και ότι το σύστημα που τους κυβερνάει δεν νοιάζεται καθόλου για αυτούς.
Ο κίνδυνος σήμερα είναι ότι ο λαός θα αρχίσει να εύχεται να ήταν ακόμα στην εξουσία ο Σαντάμ, επιτρέποντας έτσι σε μια άλλη νέα δικτατορία να έρθει στην εξουσία – αρκεί να τους δίνει ένα αίσθημα ασφάλειας στις καθημερινές τους ζωές και λίγη ελπίδα για το μέλλον. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε κάτι τέτοιο να συμβεί. Δεν πρέπει να το αφήσουμε να συμβεί. Και μακάρι να μπορούσα να πιστέψω ότι οι ΗΠΑ δεν θα το άφηναν να συμβεί, αλλά στην πραγματικότητα αυτή μπορεί να ήταν η πρόθεση του Μπους από την αρχή. Να επιτρέψει, δηλαδή, τα πράγματα να γίνουν τόσο χαώδη και βίαια, ώστε οι ιρακινοί και ο υπόλοιπος κόσμος να δεχτεί με ανακούφιση μια άλλη δικτατορία – μια φιλοαμερικάνικη δικτατορία.
Εκατοντάδες χιλιάδες ιρακινοί σκοτώθηκαν από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσείν. Εκατοντάδες χιλιάδες σκοτώθηκαν στον πόλεμο με το Ιράν. Εκατοντάδες χιλιάδες σκοτώθηκαν στους δύο πολέμους με τις Η.Π.Α. Εκατοντάδες χιλιάδες ακόμα πέθαναν εξαιτίας των κυρώσεων.
Που ήταν ο κόσμος όταν συνέβαιναν αυτά; Που είναι ο κόσμος σήμερα; Που είστε εσείς; Εσείς εδώ στο κοινό- που είστε;
Δεν πρέπει να νομιμοποιήσουμε την Κατοχή και δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε. Πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε το λαό του Ιράκ και να δουλεύουμε μαζί τους. Πρέπει να αρχίσουμε να δουλεύουμε για αυτούς.
Δεν μπορώ να σας πω ποια θα έπρεπε να είναι η πολιτική λύση αυτής της κρίσης. Δεν νομίζω ότι οι περισσότεροι ιρακινοί ξέρουν και αυτοί. Αν οι αμερικάνοι στρατιώτες έφευγαν αυτή τη στιγμή, το κενό εξουσίας θα κατέληγε σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των πολλών διαφορετικών θρησκευτικών και εθνικών ομάδων του Ιράκ, τροφοδοτούμενο σε μεγάλο μέρος από όλους τους επαναπατρισμένους με τις καλά εξοπλισμένες ιδιωτικές πολιτοφυλακές, όπως την πολιτοφυλακή του Achmed Chalabi, που ήρθε στο Ιράκ εδώ και λίγους μήνες. Αν ο στρατιωτικός ή ο πολιτικός έλεγχος παραδίνονταν στον ΟΗΕ, ενώ ο οικονομικός έλεγχος παρέμενε στα χέρια των ΗΠΑ, πιστεύω ότι η αντίσταση και η ανασφάλεια θα συνεχίζονταν. Μια πολιτική λύση σε αυτήν την κρίση δεν είναι ακόμα ξεκάθαρη.
Αλλά εγώ δεν είμαι πολιτικός. Και αυτό που ξέρω είναι ότι δεν έχω ξαναδεί ανθρώπους τόσο δυνατούς και τόσο ικανούς όσο οι ιρακινοί. Υπάρχει ελπίδα. Ο κόσμος αυτοοργανώνεται , όπως στην Ένωση των Ανέργων ή στην Οργάνωση για την Ελευθερία των Γυναικών, για να παλέψουν για τα δικαιώματά τους. Άλλοι έχουν αρχίσει να χτίζουν μια ιρακινή κοινωνία των πολιτών, σχηματίζοντας ομάδες για να φροντίζουν τα ορφανά και τους ηλικιωμένους ή να οργανώσουν σχολεία ή να ξαναχτίσουν τη χώρα μόνοι τους.
Υπάρχει ελπίδα. Αλλά πρέπει να δουλέψουμε μαζί. Το Ιράκ είναι μέρος αυτού του κόσμου. Οι Ιρακινοί είναι αδερφοί και αδερφές μας και έχουμε ευθύνη απέναντί τους. Ζούμε σε μια εγκυμονούσα περίοδο. Και ο καθένας από μας, μέσω της δράσης ή της αδράνειάς μας, θα έχει λόγο στο τί θα γεννηθεί από την σημερινή κρίση στο Ιράκ.
Κάποιοι ακτιβιστές από όλο των κόσμο έχουν έρθει μαζί για να βοηθήσουν στο ξεκίνημα ενός οργανισμού μαζί με τους ιρακινούς, του «Occupation Watch», ο οποίος καταγράφει τη βία της Κατοχής και πιέζει τις κυβερνήσεις να σταματήσουν να καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Ιράκ. Πρέπει να τους υποστηρίξουμε.
Τους πέντε τελευταίους μήνες βοήθησα μια ομάδα νεαρών ιρακινών φοιτητών να ξεκινήσουν μια εφημερίδα και ένα ανεξάρτητο κέντρο πληροφόρησης (indymedia) το «Al- Muajaha: Ο ιρακινός Μάρτυρας». Αυτά τα παιδιά είναι καταπληκτικά και χρειάζονται τη συνεχή μας υποστήριξη.
Βοηθήσαμε, επίσης, μια ομάδα ιρακινών καλλιτεχνών και δασκάλων να ξεκινήσουν ένα δικό τους σχολείο για παιδιά, στο οποίο διδάσκουν θέατρο, μουσική και ζωγραφική στα Ιρακινά παιδιά που υποφέρουν χρόνια από τη φτώχεια και τη βία. Μπορούμε να κάνουμε θαύματα όταν δουλεύουμε μαζί.
Το Ιράκ δεν είναι ασφαλές. Είναι επικίνδυνο να ταξιδεύεις εκεί και επικίνδυνο να ζεις εκεί. Ο ΟΗΕ έχει σχεδόν εγκαταλείψει το Ιράκ και πολλές ΜΚΟ έχουν αποχωρήσει από εκεί εντελώς. Όσες απομένουν έχουν μειώσει δραστικά τις δραστηριότητές τους στη χώρα. Δεν μπορούμε να αφήσουμε αυτή την τάση να συνεχιστεί. Δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να ξεχνάμε αυτούς τους ανθρώπους.
Είναι επικίνδυνο να δουλεύεις στο Ιράκ, αλλά οι κίνδυνοι που διατρέχουμε ως διεθνιστές που επισκεπτόμαστε το Ιράκ για να υποστηρίξουμε τη δημιουργία της ιρακινής κοινωνίας των πολιτών και τη μη-βίαιη πάλη ενάντια στην καταπίεση, είναι πολύ μικρός σε σχέση με τον κίνδυνο που ολόκληρος ο κόσμος έχει κατ΄ εξακολούθηση επιβάλει στον Ιρακινό λαό κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών βίας και αμέλειας. Είναι τα αδέρφια και οι αδερφές μας και πρέπει να αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε – αν μη τι άλλο η 11η Σεπτέμβρη θα έπρεπε να μας το έχει κάνει ξεκάθαρο- ότι ανεξάρτητα από τον αν έχουμε ή όχι φυσική παρουσία στο Ιράκ, συνεχίζουμε να αναλαμβάνουμε τον κίνδυνο που επιβάλλουμε σε άλλους. Γιατί όσο κάποιοι από μας δεν είναι ασφαλείς σε αυτόν τον κόσμο, κανείς μας δεν είναι ασφαλής. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, να συνειδητοποιήσουμε σε βάθος, ότι η ασφάλειά μας δεν πρέπει να βασίζεται στην ανασφάλεια όλων των άλλων.
Είναι επικίνδυνο να πάει κανείς στο Ιράκ, αλλά είναι πιο επικίνδυνο να μην πάει και αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο, δεν θα ήταν τόσο αναγκαίο αυτή τη στιγμή.
Μετά από δεκαετίες βίας και ταπείνωσης, πρέπει να αρχίσουμε να δουλεύουμε για την ειρήνη και τη συμφιλίωση. Μετά από πολλά χρόνια απομόνωσης, πρέπει να εμπλακούμε. Υπάρχει ελπίδα στο Ιράκ. Υπάρχει θέληση για αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον, καθώς και η ικανότητα και η επιθυμία για εμπλοκή σε αυτόν τον αγώνα.
Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τις κυβερνήσεις μας. Καμία από αυτές δεν έχει ποτέ επιδείξει κάποια θέληση να δει το λαό του Ιράκ. Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τον Τζωρτζ Μπους. Ο άνθρωπος είναι ένας βίαιος ηλίθιος, και η πολιτική των ΗΠΑ για το Ιράκ δεν έχει κυριαρχηθεί ποτέ από οτιδήποτε άλλο, εκτός από περιφρόνηση για τους Ιρακινούς.
Αν πιστεύουμε στη δημοκρατία, αν πιστεύουμε στην ειρήνη, τότε πρέπει να την εφαρμόζουμε. Δεν υπάρχουν θεωρητικά ιδανικά για τα οποία μπορούμε απλώς να επιχειρηματολογούμε ή να διαδηλώνουμε και μετά να πηγαίνουμε σπίτι μας και να ξεχνάμε.
Τα ιδανικά της ειρήνης και της δημοκρατίας είναι χειροπιαστές πραγματικότητες τα οποία μπορούμε να χτίσουμε μόνο αν αποφασίσουμε να ορθώσουμε το ανάστημά μας και να είμαστε παρόντες. Χρειάζονται αγώνες και χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε κινδύνους. Ξεκινά με τις επαφές που κάνουμε εδώ, σήμερα, μεταξύ μας. Ξεκινά με τις επαφές που κάνουμε εκεί, με τις αδερφές και τους αδερφούς μας στο Ιράκ. Δεν τελειώνει ποτέ.
Κυρίες και κύριοι, πόσους Ιρακινούς ξέρετε; Πόσους μπορείτε να αποκαλέσετε «φίλο»; Οι Ιρακινοί ζούνε μέσα στην καταστροφή για πάρα πολύ καιρό. Εμείς εδώ, σε αυτήν την αίθουσα, μπορούμε να αρχίσουμε να τους βοηθάμε να δράσουν εναντίον της ?
Πηγη:http://www.politikokafeneio.com






