Θρησκεία με τεράστια εξάπλωση και μεγαλύτερη ακόμα επιρροή στη διαμόρφωση του κυρίαρχου κόσμου και του πολιτισμού του ο Χριστιανισμός δεσπόζει στις ζωές της ανθρωπότητας εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Αν και ακούγεται σαν παραδοξότητα, ο χριστιανισμός με τη μορφή που τον γνωρίζουμε εμείς δεν έχει ως ιδρυτή του τον… Ιησού Χριστό. Πράγματι ο Χριστός δεν επιδίωξε να εξαπλωθεί ο λόγος του εκτός των ιουδαϊκών συνόρων. Τίποτα δεν πιστοποιεί μια παρόμοια φιλοδοξία. Κάτι τέτοιο εξάλλου θα προϋπέθετε μια γραπτή μαρτυρία, η οποία θα αποτελούσε θεμέλιο λίθο για τη διάδοσή της. Έτσι ο χριστιανισμός του… Χριστού δεν είναι πάρα το αποτέλεσμα που προήλθε από τη συνεκτική ομάδα δώδεκα ανθρώπων γνωστότερων υπό τον όρο οι Απόστολοι, οι οποίοι ομολόγησαν μια νέα πίστη πάνω από έναν κενό τάφο που αποδίδεται ότι φιλοξένησε για λίγο το σκήνωμα του Ιησού.
Ιστορικές μαρτυρίες
Η ιστορική τεκμηρίωση της φυσικής παρουσίας του Ιησού του Ναζωραίου βασίζεται σε πηγές οι οποίες ελέγχονται σύμφωνα με τους κανόνες της ιστορικής επιστήμης. Με αυτό τον απαραίτητο διαχωρισμό, άλλος είναι ο Ιησούς του θεολογικού δόγματος και των αμέτρητων πιστών και άλλος αυτός του οποίου διερευνάται η ανθρώπινη – ιστορική υπόσταση. Εδώ θα ασχοληθούμε – δεν θα μπορούσε καν να γίνει διαφορετικά – με την ιστορικότητα του προσώπου και τις αμιγώς ιστορικές πηγές που την πιστοποιούν, πλάι πάντα και στα θεολογικά κείμενα που παραθέτουν τις δικές τους αναφορές.
Αν και οι περισσότεροι μελετητές της Βίβλου συγκλίνουν στην άποψη πως υπήρξε ο ιστορικός Ιησούς, δεν είναι λίγοι και εκείνοι που το αμφισβητούν στηριζόμενοι κυρίως στην ανεπάρκεια των ιστορικών πηγών. Έτσι μοιραία έχουμε τις αμιγώς ιστορικές πήγες και τις χριστιανικές πηγές. Αυτός ο διαχωρισμός είναι αναγκαίος, γιατί άλλο είναι η θεολογία και άλλο η επιστήμη της Ιστορίας. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με τον παραπάνω διαχωρισμό, έχουμε αυτούς που υποστηρίζουν την ιστορικότητα του Ιησού (δίχως να τη συγχέουν με τη θεολογική – θεϊκή του φύση) και εκείνους που την αμφισβητούν. Σχετικά λοιπόν με την ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού, τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά περίπλοκα, μια και ο ίδιος δεν άφησε κανένα γραπτό τεκμήριο της διδασκαλίας του. Έτσι μοιραία προστρέχουμε σε μαρτυρίες τρίτων, οι οποίες προσθέτουν, όπως είναι φυσικό, έναν ακόμα βαθμό δυσκολίας για την αντικειμενικότητά τους, την καθαρότητα των σκοπών τους και εν τέλει την επάρκειά τους.
Φλαβιανή μαρτυρία
Η παλαιότερη ιστορική μαρτυρία που σχετίζεται με την ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού, είναι αυτή που προέρχεται από τον Ιουδαίο ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο (περ. 37-100 μ.Χ.). Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» (20 βιβλία) κάνει δύο αναφορές στον Ιησού (στα βιβλία XX και XVIII). Η πρώτη απ’ αυτές, η μεγαλύτερη σε έκταση, είναι διεθνώς γνωστή ως «Φλαβιανή Μαρτυρία» («Testimonium Flavianum»).
«Έτσι, εκείνη περίπου την εποχή υπήρχε ο Ιησούς, ένας σοφός άντρας – αν είναι θεμιτό να τον αποκαλείς άνθρωπο, διότι επιτελούσε θαυμαστά έργα –, ένας δάσκαλος των ανθρώπων που λαβαίνουν την αλήθεια με ευχαρίστηση. Έλκυσε κοντά του και πολλούς από τους Ιουδαίους και πολλούς από τους Εθνικούς. Αυτός ήταν ο Χριστός· και όταν ο Πιλάτος, μετά από πρόταση που του έκαναν οι εξέχοντες άντρες μεταξύ μας, τον καταδίκασε στο σταυρό, εκείνοι που τον αγαπούσαν δεν τον εγκατέλειψαν αρχικά, διότι εμφανίστηκε σε εκείνους και πάλι την τρίτη μέρα, όπως τα είχαν προείπει οι θεϊκοί προφήτες και δέκα χιλιάδες άλλα θαυμάσια πράγματα σχετικά με αυτόν· και η φυλή των Χριστιανών, όπως ονομάστηκε από αυτόν, δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα».
Η αυθεντικότητα του αποσπάσματος έχει αμφισβητηθεί έντονα από πλήθος ιστορικών ήδη μερικές δεκαετίες αργότερα από τα πρώτα εκείνα χρόνια. Συγκεκριμένα, ο θεολόγος και ιστορικός Ωριγένης (περ. 185 – περ. 251) αναφέρει πως ο Ιώσηπος δεν πίστευε ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας, συνεπώς θεωρείται απίθανο να τον εγκωμίαζε έτσι στο κείμενό του. Η σύγχρονη ιστοριογραφία αντιμετώπισε με ιδιαίτερη δυσπιστία μέρος της συγκεκριμένης αναφοράς. Η αυθεντικότητα του κειμένου αμφισβητήθηκε και σχεδόν από το σύνολο των ιστορικών αναγνωρίστηκε χριστιανική επέμβαση στην αναφορά του Ιώσηπου. Μάλιστα ο σύγχρονος ιστορικός Κεν Όλσον υποστηρίζει ότι η εμβόλιμη παράγραφος συμφωνεί καθ’ όλα με τον τρόπο γραφής του Ευσέβιου της Καισάρειας, που έζησε τον 3ο και 4ο αιώνα.
Ο ιστορικός Γκέζα Βέρμες προχώρησε περισσότερο με το να αποκαταστήσει τη «Φλαβιανή Μαρτυρία». Έτσι αφαίρεσε όλες εκείνες τις εμβόλιμες παρεμβολές των χριστιανών, οι οποίες προδόθηκαν από το διαφορετικό ύφος γραφής όπως αυτό προέκυψε από συγκριτικές υφολογικές μελέτες, από τους διάφορους σολοικισμούς, άλλα και από την ασυμφωνία που προέκυπτε από τη μεταγενέστερη αντιγραφή του ίδιου κειμένου από διάφορους αρχαίους συγγραφείς. Ο Γκέζα Βέρμες μας παρέδωσε τη δική του εκδοχή για την αυθεντική «Φλαβιανή Μαρτυρία» αφαιρώντας τη χριστιανική «προσθετική»:
«Έτσι, εκείνη περίπου την εποχή υπήρχε ο Ιησούς, ένας σοφός άντρας… Διότι επιτελούσε θαυμαστά έργα – ένας δάσκαλος των ανθρώπων που λαβαίνουν την αλήθεια με ευχαρίστηση. Έλκυσε κοντά πολλούς από τους Ιουδαίους [και πολλούς από τους Εθνικούς;]. Αυτός [αποκαλούνταν] Χριστός. Και όταν ο Πιλάτος, μετά από πρόταση που του έκαναν οι εξέχοντες άντρες μεταξύ μας, τον καταδίκασε στο σταυρό, εκείνοι που τον αγαπούσαν δεν τον εγκατέλειψαν… και η φυλή των Χριστιανών, όπως ονομάστηκε από αυτόν, δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα».
Ερχόμαστε τώρα στη δεύτερη και βραχύτερη αναφορά του Ιουδαίου ιστορικού. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σύντομη και έμμεση αναφορά, που γίνεται επίσης στην «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία».
«Ο Άννας […] κάλεσε το δικαστήριο και έφερε ενώπιόν του τον αδελφό τού Ιησού, του λεγόμενου Χριστού, και του οποίου το όνομα ήταν Ιάκωβος, και μερικούς άλλους»…
Το απόσπασμα αυτό, σε αντίθεση με τη «Φλαβιανή Μαρτυρία», δεν αμφισβητείται από την πλειονότητα των ιστορικών. Μάλιστα, μας παραδίδεται ακριβώς ίδιο από όλους τους αρχαίους ιστορικούς.
Αυτές όλες κι όλες αποτελούν τις δυο πρώτες ιστορικές μαρτυρίες περί της ιστορικότητας του Ιησού, του «λεγόμενου και Χριστού».
Η «μαρτυρία» του Τάκιτου
Η αμέσως επόμενη πηγή μας είναι ο Ρωμαίος ιστορικός Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (περ. 56 -περ. 117 μ.Χ.). Στο έργο του «Annales» (όπου καταγράφει την ιστορία της Ρώμης από το 14 έως το 68 μ.Χ.), αναφέρει, στα 115 μ.Χ. περίπου, τον όρο χριστιανισμό και το όνομα «Christus»: λατινικά γραμμένη η ελληνική λέξης «Χριστός». Αναφερόμενος στο 64 μ.Χ., ο Τάκιτος καταγράφει τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στη Ρώμη επί Νέρωνα. Εκεί κάνει λόγο για τη σταύρωση του Χριστού.
«Ο Νέρων υπέδειξε άλλους ως ενόχους και υπέβαλε σε ιδιαίτερες τιμωρίες εκείνους τους οποίους ο λαός μισώντας τους για τις ανομίες τους ονόμαζε χριστιανούς. Εκείνος από τον οποίον προήλθε το όνομα είναι ο Χριστός, ο οποίος θανατώθηκε επί της βασιλείας του Τιβέριου, όταν Έπαρχος ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Η προς καιρόν κατασταλείσα ολέθρια δεισιδαιμονία εμφανίστηκε πάλι όχι μόνο στην Ιουδαία, την εστία αυτού του κακού, αλλά και στην Πόλη (Ρώμη), όπου από παντού μαζεύονται και ακούγονται όλα τα κακά και τα αισχρά».
Ωστόσο και αυτή η ιστορική μαρτυρία καθώς φαίνεται δεν αντέχει στην επιστημονική βάσανο των ιστορικών. Έτσι θεωρείται αμφιλεγόμενη, κυρίως γιατί ο Τάκιτος δεν αναφέρει τις πηγές του για την επίμαχη πληροφόρηση. Δεύτερον, βασική πηγή του Τάκιτου υπήρξαν τα ρωμαϊκά αρχεία. Αν εκεί γινόταν αναφορά, θα γινόταν με το όνομά του, Ιησούς, κι όχι Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, όπως τον αποκαλούσαν οι οπαδοί του. Κατά τρίτο λόγο, στα ρωμαϊκά αρχεία ο Πόντιος Πιλάτος θα ονομαζόταν Νομάρχης (αξίωμα που είχε) και όχι Έπαρχος (αξίωμα που δεν είχε). Έτσι πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι εδώ ο Τάκιτος βασίστηκε σε χριστιανικές μαρτυρίες και όχι σε αξιόπιστες πηγές.
Χαρακτηριστική είναι η θέση που διατύπωσε ο Σαρλς Γκουίγκνμπερτ, ένας διαπρεπής Γάλλος ιστορικός, ο οποίος υποστηρίζει την ιστορικότητα του Ιησού: «Όσο υπάρχει η πιθανότητα ο Τάκιτος να κατέγραψε τα λεγόμενα των Χριστιανών στο έργο του ως ιστορική αλήθεια, η παράγραφος παραμένει εντελώς άχρηστη».
Πλίνιος και Σουητώνιος
Μια ακόµα µαρτυρία, η οποία ωστόσο δεν γίνεται δεκτή από τους περισσότερους ιστορικούς ως σοβαρή, είναι αυτή του νοµικού και ρήτορα Πλίνιου Κεκίλιου Σεκούνδου του Νεότερου, που έζησε περίπου την περίοδο 61-113 µ.Χ. Στις «Επιστολές» του που διασώθηκαν σε 19 τόµους, γίνεται µια µικρή αναφορά, η οποία όµως δεν αξιολογείται ως αξιόπιστη. Μάλιστα δεν αναφέρεται καν στο πρόσωπο του «Christus», αλλά στους οπαδούς του. Φέρεται λοιπόν στο απόσπασµα αυτό ο Πλίνιος να ενηµερώνει τον αυτοκράτορα Τραϊανό για τις συνήθειες των χριστιανών. Ιδού το χαρακτηριστικό απόσπασµα:
[…] συνήθιζαν να συνέρχονται καθορισµένη µέρα πριν την ανατολή του ήλιου και να αναπέµπουν ύµνο στον Χριστό όπως σε θεό και εδένοντο µε αµοιβαίο όρκο, όχι για κάποιο έγκληµα, αλλά ότι δεν θα διέπρατταν απάτη, ληστεία ή µοιχεία, δεν θα παρέβαναν την πίστη τους, ούτε θα αρνούνταν την ιερή τους παρακαταθήκη, ακόµη κι αν τους δίκαζαν […]. «Επιστολή 10, 96», Πλίνιος.
Η επιστολή αυτή, όπως µπορεί να γίνει εύκολα φανερό, δεν µπορεί να αποτελέσει ισχυρή απόδειξη για το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού, µάλιστα ο ιστορικός Σαρλς Γκουίγκνµπερτ την απορρίπτει εντελώς ως ιστορικό στοιχείο, λέγοντας: «Μόνο οι πιο αφελείς αποδέχονται αυτό το κείµενο ως επιχείρηµα υπέρ της ιστορικότητα του Ιησού». Το σχετικό λοιπόν περιεχόµενο της επιστολής που µιλά για τους πρωτοχριστιανούς, εκτός από αναξιόπιστη, είναι και πολύ µεταγενέστερη, µια και θεωρείται έργο των άρχων του 2ου αιώνα.
Ακόµα πιο αµφισβητήσιµη είναι η λακωνικότατη αναφορά του Ρωµαίου ιστορικού Σουητώνιου, ο οποίος έζησε περίπου από το 70 ως το 160 µ.Χ. Στο πλήρως διασωσµένο έργο του, που αφορά τη ζωή των δώδεκα πρώτων αυτοκρατόρων της Ρώµης, ο ιστορικός, συγκεκριµένα στον «Βίο του Κλαυδίου» αναφέρεται στο διάταγµα του αυτοκράτορα (49 ή 53 µ.Χ) µε το οποίο οι Ιουδαίοι της Ρώµης εξορίζονταν απ’ αυτήν, δίχως ωστόσο να γίνεται διάκριση σε χριστιανούς και µη χριστιανούς Ιουδαίους.
Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuants Roma expulit (Τους Ιουδαίους που δηµιουργούσαν θόρυβο στη Ρώµη υποκινούµενοι από τον «Χριστό» τους εξόρισε). «Βίοι των 12 Καισάρων», Σουητώνιος.
Στο λατινικό κείµενο αναφέρεται το όνοµα Chresto, όπως δηλαδή πολλά µεταγενέστερα κείµενα αναφέρουν έτσι το όνοµα του Χριστού. Αυτό το ιστορικό γεγονός, για το οποίο γίνεται λόγος στο απόσπασµα του Σουητώνιου, αναφέρεται και στις «Πράξεις των Αποστόλων». Ο διάσηµος ιστορικός Ρόµπερτ Γκρέιβ καθώς και πολλοί άλλοι θεωρούν το Chresto παραλλαγή του ονόµατος Christus ή αλλιώς ότι πρόκειται για ορθογραφικό λάθος των ιστορικών της εποχής. Αυτό που είναι ακόµα πιο σίγουρο είναι ότι το όνοµα Chrestus ήταν ένα διαδεδοµένο όνοµα εκείνη την εποχή, ειδικά ανάµεσα στα ονόµατα των σκλάβων. Είναι λοιπόν φανερή η µεγάλη επισφάλεια που έχουµε ως προς το να ταυτίσουµε το όνοµα στη µια ή στην άλλη του εκδοχή µε ένα πρόσωπο δίχως ουσιαστικά κανένα συγκεκριµένο χαρακτηριστικό. Επίσης από τους ιστορικούς επισηµαίνεται το γεγονός ότι ο Σουητώνιος ονοµάζει Εβραίους τους οπαδούς του Χριστού και όχι Χριστιανούς.
Έκλειψη ηλίου
Ο Θαλλός, ιστορικός συγγραφέας της Μέσης Ανατολής, έζησε τον 1ο µ.Χ. αιώνα. Ό,τι σώζεται από το έργο του είναι αναφορές τρίτων, κυρίως του Ιώσηπου, του Ιουστίνου και του Τερτιλιανού. Η µαρτυρία του σχετικά µε τον Ιησού είναι ακόµα πιο οµιχλώδης, µια και επικαλείται ως πηγή τον χριστιανό συγγραφέα Ιούλιο Αφρικανό, ο οποίος έγραψε σχετικά µε την έκλειψη ηλίου κατά τα γεγονότα της σταύρωσης του Ιησού. Το κείµενο αυτό χρονολογείται το 211 µ.Χ.
[…] Σε όλο τον κόσµο κυριάρχησε ένα φοβερό σκοτάδι, και οι πέτρες έπεσαν από σεισµό, και πολλά µέρη στην Ιουδαία και σε άλλες επαρχίες έπεσαν κάτω. Τούτο το σκότος ο Θαλλός, στο τρίτο βιβλίο των «Ιστοριών» του, το εξηγεί ως έκλειψη του ηλίου, πράγµα παράλογο κατά τη γνώµη µου. Καθώς οι Ιουδαίοι εορτάζουν το Πάσχα τη 14η μέρα, σύμφωνα με τη σελήνη, και η σταύρωση του Σωτήρα μας πέφτει την ημέρα πριν το Πάσχα, και μια έκλειψη του ηλίου παίρνει μέρος μόνον όταν η σελήνη έρχεται κάτω από τον ήλιο…». «Χρονικά XVIII», Ιούλιος Αφρικανός.
Το απόσπασμα αυτό αμφισβητείται ήδη από εκείνα τα χρόνια, μάλιστα έτυχε και της ειρωνικής απαντήσεως του Κέλσου στον «Περί Αληθείας Λόγο».
Έμμεση και ασαφής είναι και η αναφορά του γνωστού μας Λουκιανού, του ελληνομαθούς Σύριου σοφιστή του 2ου μ.Χ. αιώνα. Στο έργο του «Περί της Περεγρίνον τελευτής» κάνει αναφορά στους πρώτους χριστιανούς. Ας σημειωθεί ότι η πηγή είναι αρκετά μεταγενέστερη του Ιησού, όταν ο χριστιανισμός ήταν ήδη μια γνωστή θρησκεία.
[…] Εκείνοι αισθάνονταν αυτόν ως Θεό τους και νομοθέτη τους, τον ανακήρυξαν προστάτη τους και ακόμη εξακολουθούν να σέβονται τον άνθρωπο αυτόν, που σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη, επειδή εισήγαγε στη ζωή τους τη νέα αυτή θρησκεία […] έπεισαν τον εαυτό τους οι δυστυχείς ότι θα γίνουν αθάνατοι και πως θα ζήσουν αιώνια και γι’ αυτόν το λόγο περιφρονούν το θάνατο και με τη θέλησή τους πολλοί θυσιάζονται. Ο νομοθέτης αρχηγός τους, τους έπεισε ότι όλοι οι άνθρωποι θα ήταν δυνατό να ζουν αδελφωμένοι και από τότε άρχισαν να αλλάζουν θρησκεία, να αρνούνται τους θεούς των Ελλήνων, να προσκυνούν εκείνον το σοφιστή που σταυρώθηκε και να ζουν σύμφωνα με τους νόμους του.
Χριστιανικές πηγές
Με τις χριστιανικές πηγές τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εδώ έχουμε πλήθος αναφορών, πράγμα φυσιολογικό γιατί πάνω στη μαρτυρία αυτών των κείμενων συστάθηκε η νέα – τότε – θρησκεία. Το κατά πόσο αυτές οι μαρτυρίες αποτελούν και ιστορικά τεκμήρια είναι και αυτό ένα ζήτημα με πολλές όψεις και περισσότερες εκδοχές. Έτσι η παρουσία του Ιησού «γεμίζει» τις σελίδες της Καινής Διαθήκης – από τα Ευαγγέλια ως τις «Επιστολές του Παύλου» και τις «Πράξεις των Αποστόλων». Ωστόσο εδώ, όπως ήδη επισημάναμε, πρόκειται για θρησκευτικά κείμενα και για κανέναν λόγο δεν συγκροτούν ιστορικά τεκμήρια, πάρα το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς – υπάρχει πλήθος ιστορικών πληροφοριών γύρω από την εποχή των γεγονότων που περιγράφουν.
Οι επιστολές του Παύλου
Είναι γνωστό ότι ο Απόστολος Παύλος, τον οποίο – ειρήσθω εν παρόδω – πολλοί θεωρούν ως τον βασικό θεμελιωτή του χριστιανισμού, έστειλε επιστολές σε διάφορα πρόσωπα και εκκλησίες ανάμεσα στο 48 και 68 μ.Χ. Από δεκατέσσερις επιστολές στο σύνολο τους του αποδίδονται οι δεκατρείς, μια και αυτή «Προς του Εβραίους» είναι ανυπόγραφη. Σύμφωνα με μέχρι τώρα έρευνες πάνω στην αυθεντικότητα των επιστολών, οι επτά τουλάχιστον αποδίδονται με σιγουριά στον Απόστολο Παύλο.
Τα Ευαγγέλια
Τα Ευαγγέλια αποτελούν την πιο πλήρη πηγή πληροφοριών για τον Ιησού καθώς αναφέρουν πλείστες όσες λεπτομέρειες, γραμμένες μάλιστα από τους λεγόμενους ευαγγελιστές. Άλλα και εδώ τα πράγματα είναι εξαιρετικά μπερδεμένα, έτσι ώστε να δημιουργηθούν διάφορες σχολές που υποστηρίζουν τη μια ή την άλλη άποψη.
Αρχικά τα Ευαγγέλια του Κανόνα ήταν ανώνυμα και ατιτλοφόρητα κείμενα. Ο συσχετισμός του με τα γνωστά πρόσωπα Ματθαίο, Μάρκο, Λουκά και Ιωάννη έγινε αργότερα, τον 2ο μ.Χ. αιώνα.
Τα τρία πρώτα ευαγγέλια μοιράζονται ένα πλήθος κοινών ιστοριών, γεγονότων και πληροφοριών, έτσι που το ένα να μοιάζει σαν αναπαραγωγή του άλλου. Αυτή η διαπίστωση οδήγησε τους μελετητές στη διατύπωση διαφόρων εκδοχών. Έτσι έχουμε τους μελετητές εκείνους που υποστηρίζουν ότι τα Ευαγγέλια γραφτήκαν από τους ανθρώπους που τα υπογράφουν. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται μέσα από τις δικές τους έρευνες ακριβώς την αντίθετη άποψη: ότι αυτά τα κείμενα δεν ανήκουν στους γνωστούς μας ευαγγελιστές. Σύμφωνα πάντα με τις πιο τελευταίες και αξιόπιστες έρευνες, το Κατά Μάρκο και μια άλλη πηγή που ονομάζεται έγγραφο Q αποτέλεσαν τη βάση για τη συγγραφή των Κατά Ματθαίον και Κατά Λουκά Ευαγγελίων. Υπάρχει ωστόσο και η Αυγουστιανή υπόθεση που υποστηρίζει ότι το Κατά Ματθαίον γράφτηκε πρώτο και το Κατά Μάρκον υπήρξε προϊόν περιλήψεώς του. Η πρώτη εκδοχή χρονολογεί το Κατά Μάρκον πριν από το 70 μ.Χ. και τα Κατά Ματθαίον και Κατά Λουκά μεταξύ 80-90 μ.Χ. Η δεύτερη χρονολογεί τα συνοπτικά Ευαγγέλια πριν από το 70 μ.Χ και τέλος το Κατά Ιωάννη συνήθως το τοποθετούν γύρω στο 90-100 μ.Χ.
Πηγη:topontiki.gr






