Η γυναικοκτονία της Βασιλικής στην Καλαμάτα δεν είναι ένα μεμονωμένο έγκλημα

Η γυναικοκτονία της Βασιλικής στην Καλαμάτα δεν είναι ένα μεμονωμένο έγκλημα

της Ελένης Αναστασιάδου
Δεν είναι μια «οικογενειακή τραγωδία», ούτε ένα «έγκλημα πάθους», ούτε η κατάληξη μιας «τοξικής σχέσης» όπου δήθεν όλοι φέρουν μερίδιο ευθύνης. Είναι μια γυναικοκτονία. Μια δολοφονία που πραγματοποιήθηκε μέσα στο πλαίσιο της πατριαρχικής αντίληψης που θέλει τις γυναίκες να αποτελούν ιδιοκτησία των ανδρών και αντιμετωπίζει την αυτονομία τους ως απειλή. Και όμως, για άλλη μια φορά, αντί να συζητάμε αποκλειστικά για τη βία που ασκήθηκε εναντίον μιας γυναίκας, είδαμε να ξετυλίγεται ο γνώριμος μηχανισμός του victim blaming. Είδαμε σχόλια, υπαινιγμούς και δημόσιες τοποθετήσεις που έσπευσαν να εξετάσουν τη ζωή της Βασιλικής, τις επιλογές της, τη συμπεριφορά της, τη σχέση της. Λες και υπάρχει οποιαδήποτε συμπεριφορά μιας γυναίκας που μπορεί να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει τη δολοφονία της.

Το victim blaming δεν είναι μια άτυχη κοινωνική αντίδραση. Είναι πολιτικός μηχανισμός. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία μεταφέρει την ευθύνη από τον θύτη στο θύμα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η πατριαρχία προστατεύει τον εαυτό της. Γιατί όταν συζητάμε τι έκανε ή τι δεν έκανε η γυναίκα, σταματάμε να συζητάμε για τον άνδρα που άσκησε βία. Και κυρίως σταματάμε να συζητάμε για τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν αυτή τη βία.
Η γυναικοκτονία δεν είναι ατομική παρέκκλιση. Είναι κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο. Και γι’ αυτό η θεσμική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» αποτελεί αναγκαία πολιτική διεκδίκηση. Όχι για λόγους συμβολισμού, αλλά γιατί οι λέξεις καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα. Όταν αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε ότι ορισμένες γυναίκες δολοφονούνται ακριβώς επειδή είναι γυναίκες που διεκδίκησαν την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή τους, τότε αρνούμαστε να αντιμετωπίσουμε τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος.
Όμως η ευθύνη δεν σταματά στην κοινωνία. Υπάρχει και κρατική ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη είναι τεράστια. Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται ενώ είχε προηγουμένως εκφράσει φόβους ή είχε αναζητήσει βοήθεια, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: υπήρχαν οι απαραίτητες δομές; Ήταν προσβάσιμες; Ήταν επαρκώς στελεχωμένες; Υπήρχε πραγματική δυνατότητα προστασίας; Πόσες γυναίκες γνωρίζουν πού μπορούν να απευθυνθούν; Πόσες βρίσκουν διαθέσιμες θέσεις σε ξενώνες φιλοξενίας; Πόσες λαμβάνουν ουσιαστική νομική, ψυχολογική και οικονομική στήριξη ώστε να μπορέσουν να εγκαταλείψουν ένα κακοποιητικό περιβάλλον; Δεν αρκεί το κράτος να εμφανίζεται μετά από κάθε γυναικοκτονία εκφράζοντας θλίψη. Η πρόληψη απαιτεί πολιτικές. Απαιτεί επαρκή χρηματοδότηση των δομών στήριξης, μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό, ασφαλείς ξενώνες, άμεσες διαδικασίες προστασίας, εκπαίδευση των αστυνομικών και των δικαστικών αρχών, συστηματική καταγραφή της έμφυλης βίας και ουσιαστική υποστήριξη των επιζωσών. Γιατί μια γυναίκα που αποφασίζει να φύγει από έναν κακοποιητικό σύντροφο συχνά δεν χρειάζεται μόνο θάρρος. Χρειάζεται σπίτι. Χρειάζεται εισόδημα. Χρειάζεται προστασία για την ίδια και τα παιδιά της. Χρειάζεται ένα κράτος που να στέκεται δίπλα της και όχι να την αφήνει να αντιμετωπίσει μόνη της έναν κίνδυνο που πολλές φορές είναι θανατηφόρος.
Ας το πούμε ξεκάθαρα: καμία γυναίκα δεν ανήκει σε κανέναν. Κανένας σύζυγος, σύντροφος ή πρώην σύντροφος δεν έχει δικαίωμα πάνω στο σώμα, στις επιλογές ή στη ζωή μιας γυναίκας. Η αυτοδιάθεση δεν είναι προνόμιο. Είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
Η μνήμη της Βασιλικής δεν τιμάται με λόγια συμπόνιας και περιστασιακής αγανάκτησης. Τιμάται με πολιτική δράση. Με τη σύγκρουση απέναντι στην πατριαρχία, τον σεξισμό και το victim blaming. Με τη θεσμική αναγνώριση της γυναικοκτονίας. Με την ενίσχυση των δομών για τις επιζώσες έμφυλης βίας. Με την ανάληψη της κρατικής ευθύνης που για χρόνια μετατίθεται στις ίδιες τις γυναίκες.
Γιατί οι γυναικοκτονίες δεν είναι ατομικές υποθέσεις. Είναι πολιτικές δολοφονίες που γεννιούνται από την ανισότητα, την κτητικότητα και την ανοχή στη βία. Και απέναντι σε αυτές δεν αρκεί η θλίψη. Χρειάζεται δικαιοσύνη, προστασία, κοινωνική αλλαγή και η αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση μιας απλής αλλά θεμελιώδους αλήθειας:
Οι γυναίκες δεν ανήκουν σε κανέναν. Οι ζωές τους δεν είναι διαπραγματεύσιμες. Και καμία δεν πρέπει να μένει μόνη απέναντι στη βία.
Άλλη μια γυναίκα. Άλλη μια γυναικοκτονία.
Όχι άλλη σιωπή. Όχι άλλα “θολά κίνητρα”.
Όχι άλλες ειδήσεις που προσπαθούν να μαλακώσουν το έγκλημα. Την σκότωσε. Επειδή ήταν γυναίκα. Γιατί πίστεψε ότι είχε το δικαίωμα να το κάνει. Δεν ήταν μεμονωμένο.
Ήταν ένα ακόμα κομμάτι σε μια μεγάλη, άρρωστη εικόνα.
Καμία δεν είναι μόνη.
Καμία άλλη λιγότερη.
26