Αποδείξεις περί της ιστορικότητας του προσώπου του Ιησού

Αποδείξεις περί της ιστορικότητας του προσώπου του Ιησού

Screen Shot 2014-04-18 at 5.11.39 PMΘρησκεία με τεράστια εξάπλωση και με­γαλύτερη ακόμα επιρροή στη διαμόρφω­ση του κυρίαρχου κόσμου και του πολιτι­σμού του ο Χριστιανισμός δεσπόζει στις ζωές της ανθρωπότητας εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Αν και ακούγεται σαν παραδοξότητα, ο χριστιανισμός με τη μορφή που τον γνωρίζουμε εμείς δεν έχει ως ιδρυτή του τον… Ιησού Χριστό. Πράγματι ο Χριστός δεν επιδίωξε να εξαπλωθεί ο λόγος του εκτός των ιουδαϊκών συνόρων. Τίποτα δεν πιστοποιεί μια πα­ρόμοια φιλοδοξία. Κάτι τέτοιο εξάλλου θα προϋπέ­θετε μια γραπτή μαρτυρία, η οποία θα αποτελούσε θεμέλιο λίθο για τη διάδοσή της. Έτσι ο χριστιανι­σμός του… Χριστού δεν είναι πάρα το αποτέλεσμα που προήλθε από τη συνεκτική ομάδα δώδεκα αν­θρώπων γνωστότερων υπό τον όρο οι Απόστολοι, οι οποίοι ομολόγησαν μια νέα πίστη πάνω από έναν κενό τάφο που αποδίδεται ότι φιλοξένησε για λίγο το σκήνωμα του Ιησού.

Ιστορικές μαρτυρίες

Η ιστορική τεκμηρίωση της φυσικής παρουσί­ας του Ιησού του Ναζωραίου βασίζεται σε πηγές οι οποίες ελέγχονται σύμφωνα με τους κανόνες της ιστορικής επιστήμης. Με αυτό τον απαραίτη­το διαχωρισμό, άλλος είναι ο Ιησούς του θεολογι­κού δόγματος και των αμέτρητων πιστών και άλ­λος αυτός του οποίου διερευνάται η ανθρώπινη – ιστορική υπόσταση. Εδώ θα ασχοληθούμε – δεν θα μπορούσε καν να γίνει διαφορετικά – με την ιστορικότητα του προσώπου και τις αμιγώς ιστο­ρικές πηγές που την πιστοποιούν, πλάι πάντα και στα θεολογικά κείμενα που παραθέτουν τις δικές τους αναφορές.

Αν και οι περισσότεροι μελετητές της Βίβλου συ­γκλίνουν στην άποψη πως υπήρξε ο ιστορικός Ιη­σούς, δεν είναι λίγοι και εκείνοι που το αμφισβη­τούν στηριζόμενοι κυρίως στην ανεπάρκεια των ιστορικών πηγών. Έτσι μοιραία έχουμε τις αμιγώς ιστορικές πήγες και τις χριστιανικές πηγές. Αυτός ο διαχωρισμός είναι αναγκαίος, γιατί άλλο είναι η θεολογία και άλλο η επιστήμη της Ιστορίας. Επιπλέ­ον, σύμφωνα πάντα με τον παραπάνω διαχωρισμό, έχουμε αυτούς που υποστηρίζουν την ιστορικότητα του Ιησού (δίχως να τη συγχέουν με τη θεολογική – θεϊκή του φύση) και εκείνους που την αμφισβητούν. Σχετικά λοιπόν με την ιστορικότητα του προ­σώπου του Ιησού, τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά περίπλοκα, μια και ο ίδιος δεν άφησε κανένα γρα­πτό τεκμήριο της διδασκαλίας του. Έτσι μοιραία προστρέχουμε σε μαρτυρίες τρίτων, οι οποίες προ­σθέτουν, όπως είναι φυσικό, έναν ακόμα βαθμό δυσκολίας για την αντικειμενικότητά τους, την κα­θαρότητα των σκοπών τους και εν τέλει την επάρκειά τους.

Φλαβιανή μαρτυρία

Η παλαιότερη ιστορική μαρτυρία που σχετίζεται με την ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού, εί­ναι αυτή που προέρχεται από τον Ιουδαίο ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο (περ. 37-100 μ.Χ.). Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» (20 βιβλία) κάνει δύο ανα­φορές στον Ιησού (στα βιβλία XX και XVIII). Η πρώτη απ’ αυτές, η μεγαλύτερη σε έκταση, είναι διεθνώς γνωστή ως «Φλαβιανή Μαρτυρία» («Testimonium Flavianum»).

«Έτσι, εκείνη περίπου την εποχή υπήρχε ο Ιη­σούς, ένας σοφός άντρας αν είναι θεμιτό να τον αποκαλείς άνθρωπο, διότι επιτελούσε θαυμαστά έργα , ένας δάσκαλος των ανθρώπων που λαβαί­νουν την αλήθεια με ευχαρίστηση. Έλκυσε κοντά του και πολλούς από τους Ιουδαίους και πολλούς από τους Εθνικούς. Αυτός ήταν ο Χριστός· και όταν ο Πιλάτος, μετά από πρόταση που του έκαναν οι εξέχοντες άντρες μεταξύ μας, τον καταδίκασε στο σταυρό, εκείνοι που τον αγαπούσαν δεν τον εγκα­τέλειψαν αρχικά, διότι εμφανίστηκε σε εκείνους και πάλι την τρίτη μέρα, όπως τα είχαν προείπει οι θεϊκοί προφήτες και δέκα χιλιάδες άλλα θαυ­μάσια πράγματα σχετικά με αυτόν· και η φυλή των Χριστιανών, όπως ονομάστηκε από αυτόν, δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα».

Η αυθεντικότητα του αποσπάσματος έχει αμφι­σβητηθεί έντονα από πλήθος ιστορικών ήδη μερι­κές δεκαετίες αργότερα από τα πρώτα εκείνα χρό­νια. Συγκεκριμένα, ο θεολόγος και ιστορικός Ωριγένης (περ. 185 – περ. 251) αναφέρει πως ο Ιώσηπος δεν πίστευε ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας, συνεπώς θεωρείται απίθανο να τον εγκωμίαζε έτσι στο κείμενό του. Η σύγχρονη ιστοριογραφία αντιμετώπισε με ιδιαίτερη δυσπιστία μέρος της συγκεκριμένης αναφοράς. Η αυθεντικότητα του κειμένου αμφι­σβητήθηκε και σχεδόν από το σύνολο των ιστορι­κών αναγνωρίστηκε χριστιανική επέμβαση στην αναφορά του Ιώσηπου. Μάλιστα ο σύγχρονος ιστο­ρικός Κεν Όλσον υποστηρίζει ότι η εμβόλιμη παρά­γραφος συμφωνεί καθ’ όλα με τον τρόπο γραφής του Ευσέβιου της Καισάρειας, που έζησε τον 3ο και 4ο αιώνα.

Ο ιστορικός Γκέζα Βέρμες προχώρησε περισσό­τερο με το να αποκαταστήσει τη «Φλαβιανή Μαρ­τυρία». Έτσι αφαίρεσε όλες εκείνες τις εμβόλιμες παρεμβολές των χριστιανών, οι οποίες προδόθη­καν από το διαφορετικό ύφος γραφής όπως αυτό προέκυψε από συγκριτικές υφολογικές μελέτες, από τους διάφορους σολοικισμούς, άλλα και από την ασυμφωνία που προέκυπτε από τη μεταγενέ­στερη αντιγραφή του ίδιου κειμένου από διάφο­ρους αρχαίους συγγραφείς. Ο Γκέζα Βέρμες μας παρέδωσε τη δική του εκδοχή για την αυθεντική «Φλαβιανή Μαρτυρία» αφαιρώντας τη χριστιανι­κή «προσθετική»:

«Έτσι, εκείνη περίπου την εποχή υπήρχε ο Ιη­σούς, ένας σοφός άντρας… Διότι επιτελούσε θαυμαστά έργα ένας δάσκαλος των ανθρώπων που λαβαίνουν την αλήθεια με ευχαρίστηση. Έλκυσε κοντά πολλούς από τους Ιουδαίους [και πολλούς από τους Εθνικούς;]. Αυτός [αποκαλού­νταν] Χριστός. Και όταν ο Πιλάτος, μετά από πρό­ταση που του έκαναν οι εξέχοντες άντρες μεταξύ μας, τον καταδίκασε στο σταυρό, εκείνοι που τον αγαπούσαν δεν τον εγκατέλειψαν… και η φυλή των Χριστιανών, όπως ονομάστηκε από αυτόν, δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα».

Ερχόμαστε τώρα στη δεύτερη και βραχύτερη αναφορά του Ιουδαίου ιστορικού. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σύντομη και έμμεση αναφορά, που γίνεται επίσης στην «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία».

«Ο Άννας [] κάλεσε το δικαστήριο και έφερε ενώπιόν του τον αδελφό τού Ιησού, του λεγόμενου Χριστού, και του οποίου το όνομα ήταν Ιάκω­βος, και μερικούς άλλους»…

Το απόσπασμα αυτό, σε αντίθεση με τη «Φλαβιανή Μαρτυρία», δεν αμφισβητείται από την πλει­ονότητα των ιστορικών. Μάλιστα, μας παραδίδε­ται ακριβώς ίδιο από όλους τους αρχαίους ιστορι­κούς.

Αυτές όλες κι όλες αποτελούν τις δυο πρώτες ιστορικές μαρτυρίες περί της ιστορικότητας του Ιησού, του «λεγόμενου και Χριστού».

Η «μαρτυρία» του Τάκιτου

Η αμέσως επόμενη πηγή μας είναι ο Ρωμαίος ιστορικός Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (περ. 56 -περ. 117 μ.Χ.). Στο έργο του «Annales» (όπου κα­ταγράφει την ιστορία της Ρώμης από το 14 έως το 68 μ.Χ.), αναφέρει, στα 115 μ.Χ. περίπου, τον όρο χριστιανισμό και το όνομα «Christus»: λατι­νικά γραμμένη η ελληνική λέξης «Χριστός». Ανα­φερόμενος στο 64 μ.Χ., ο Τάκιτος καταγράφει τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στη Ρώμη επί Νέ­ρωνα. Εκεί κάνει λόγο για τη σταύρωση του Χρι­στού.

«Ο Νέρων υπέδειξε άλλους ως ενόχους και υπέβαλε σε ιδιαίτερες τιμωρίες εκείνους τους οποίους ο λαός μισώντας τους για τις ανομίες τους ονόμαζε χριστιανούς. Εκείνος από τον οποί­ον προήλθε το όνομα είναι ο Χριστός, ο οποίος θανατώθηκε επί της βασιλείας του Τιβέριου, όταν Έπαρχος ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Η προς καιρόν κατασταλείσα ολέθρια δεισιδαιμονία εμφανίστηκε πάλι όχι μόνο στην Ιουδαία, την εστία αυτού του κακού, αλλά και στην Πόλη (Ρώμη), όπου από παντού μαζεύονται και ακούγονται όλα τα κακά και τα αισχρά».

Ωστόσο και αυτή η ιστορική μαρτυρία καθώς φαίνεται δεν αντέχει στην επιστημονική βάσα­νο των ιστορικών. Έτσι θεωρείται αμφιλεγόμενη, κυρίως γιατί ο Τάκιτος δεν αναφέρει τις πηγές του για την επίμαχη πληροφόρηση. Δεύτερον, βασι­κή πηγή του Τάκιτου υπήρξαν τα ρωμαϊκά αρχεία. Αν εκεί γινόταν αναφορά, θα γινόταν με το όνο­μά του, Ιησούς, κι όχι Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, όπως τον αποκαλούσαν οι οπαδοί του. Κατά τρίτο λόγο, στα ρωμαϊκά αρχεία ο Πόντιος Πιλάτος θα ονομαζόταν Νομάρχης (αξίωμα που είχε) και όχι Έπαρχος (αξίωμα που δεν είχε). Έτσι πολλοί ιστο­ρικοί υποστηρίζουν ότι εδώ ο Τάκιτος βασίστηκε σε χριστιανικές μαρτυρίες και όχι σε αξιόπιστες πηγές.

Χαρακτηριστική είναι η θέση που διατύπωσε ο Σαρλς Γκουίγκνμπερτ, ένας διαπρεπής Γάλλος ιστορικός, ο οποίος υποστηρίζει την ιστορικότητα του Ιησού: «Όσο υπάρχει η πιθανότητα ο Τάκιτος να κατέγραψε τα λεγόμενα των Χριστιανών στο έργο του ως ιστορική αλήθεια, η παράγραφος παραμένει εντελώς άχρηστη».

 

Πλίνιος και Σουητώνιος

Μια ακόµα µαρτυρία, η οποία ωστόσο δεν γίνε­ται δεκτή από τους περισσότερους ιστορικούς ως σοβαρή, είναι αυτή του νοµικού και ρήτορα Πλίνι­ου Κεκίλιου Σεκούνδου του Νεότερου, που έζησε περίπου την περίοδο 61-113 µ.Χ. Στις «Επιστολές» του που διασώθηκαν σε 19 τόµους, γίνεται µια µι­κρή αναφορά, η οποία όµως δεν αξιολογείται ως αξιόπιστη. Μάλιστα δεν αναφέρεται καν στο πρό­σωπο του «Christus», αλλά στους οπαδούς του. Φέρεται λοιπόν στο απόσπασµα αυτό ο Πλίνιος να ενηµερώνει τον αυτοκράτορα Τραϊανό για τις συ­νήθειες των χριστιανών. Ιδού το χαρακτηριστικό απόσπασµα:

[…] συνήθιζαν να συνέρχονται καθορισµένη µέρα πριν την ανατολή του ήλιου και να αναπέµπουν ύµνο στον Χριστό όπως σε θεό και εδένοντο µε αµοιβαίο όρκο, όχι για κάποιο έγκληµα, αλλά ότι δεν θα διέ­πρατταν απάτη, ληστεία ή µοιχεία, δεν θα παρέβαναν την πίστη τους, ούτε θα αρνούνταν την ιερή τους παρακαταθήκη, ακόµη κι αν τους δίκαζαν […]. «Επι­στολή 10, 96», Πλίνιος.

Η επιστολή αυτή, όπως µπορεί να γίνει εύκολα φανερό, δεν µπορεί να αποτελέσει ισχυρή από­δειξη για το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού, µάλιστα ο ιστορικός Σαρλς Γκουίγκνµπερτ την απορρίπτει εντελώς ως ιστορικό στοιχείο, λέγοντας: «Μόνο οι πιο αφελείς αποδέχονται αυτό το κείµενο ως επιχεί­ρηµα υπέρ της ιστορικότητα του Ιησού». Το σχετι­κό λοιπόν περιεχόµενο της επιστολής που µιλά για τους πρωτοχριστιανούς, εκτός από αναξιόπιστη, εί­ναι και πολύ µεταγενέστερη, µια και θεωρείται έρ­γο των άρχων του 2ου αιώνα.

Ακόµα πιο αµφισβητήσιµη είναι η λακωνικότα­τη αναφορά του Ρωµαίου ιστορικού Σουητώνιου, ο οποίος έζησε περίπου από το 70 ως το 160 µ.Χ. Στο πλήρως διασωσµένο έργο του, που αφορά τη ζωή των δώδεκα πρώτων αυτοκρατόρων της Ρώµης, ο ιστορικός, συγκεκριµένα στον «Βίο του Κλαυδίου» αναφέρεται στο διάταγµα του αυτοκράτορα (49 ή 53 µ.Χ) µε το οποίο οι Ιουδαίοι της Ρώµης εξορίζο­νταν απ’ αυτήν, δίχως ωστόσο να γίνεται διάκριση σε χριστιανούς και µη χριστιανούς Ιουδαίους.

Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuants Roma expulit (Τους Ιουδαίους που δηµιουργούσαν θόρυβο στη Ρώµη υποκινούµενοι από τον «Χρι­στό» τους εξόρισε). «Βίοι των 12 Καισάρων», Σου­ητώνιος.

Στο λατινικό κείµενο αναφέρεται το όνοµα Chresto, όπως δηλαδή πολλά µεταγενέστερα κεί­µενα αναφέρουν έτσι το όνοµα του Χριστού. Αυτό το ιστορικό γεγονός, για το οποίο γίνεται λόγος στο απόσπασµα του Σουητώνιου, αναφέρεται και στις «Πράξεις των Αποστόλων». Ο διάσηµος ιστορικός Ρόµπερτ Γκρέιβ καθώς και πολλοί άλλοι θεωρούν το Chresto παραλλαγή του ονόµατος Christus ή αλλιώς ότι πρόκειται για ορθογραφικό λάθος των ιστορικών της εποχής. Αυτό που είναι ακόµα πιο σί­γουρο είναι ότι το όνοµα Chrestus ήταν ένα διαδε­δοµένο όνοµα εκείνη την εποχή, ειδικά ανάµεσα στα ονόµατα των σκλάβων. Είναι λοιπόν φανερή η µεγάλη επισφάλεια που έχουµε ως προς το να ταυ­τίσουµε το όνοµα στη µια ή στην άλλη του εκδοχή µε ένα πρόσωπο δίχως ουσιαστικά κανένα συγκε­κριµένο χαρακτηριστικό. Επίσης από τους ιστορι­κούς επισηµαίνεται το γεγονός ότι ο Σουητώνιος ονοµάζει Εβραίους τους οπαδούς του Χριστού και όχι Χριστιανούς.

Έκλειψη ηλίου

Ο Θαλλός, ιστορικός συγγραφέας της Μέσης Ανατολής, έζησε τον 1ο µ.Χ. αιώνα. Ό,τι σώζεται από το έργο του είναι αναφορές τρίτων, κυρίως του Ιώσηπου, του Ιουστίνου και του Τερτιλιανού. Η µαρτυρία του σχετικά µε τον Ιησού είναι ακόµα πιο οµιχλώδης, µια και επικαλείται ως πηγή τον χριστι­ανό συγγραφέα Ιούλιο Αφρικανό, ο οποίος έγραψε σχετικά µε την έκλειψη ηλίου κατά τα γεγονότα της σταύρωσης του Ιησού. Το κείµενο αυτό χρονο­λογείται το 211 µ.Χ.

[] Σε όλο τον κόσµο κυριάρχησε ένα φοβερό σκοτάδι, και οι πέτρες έπεσαν από σεισµό, και πολ­λά µέρη στην Ιουδαία και σε άλλες επαρχίες έπεσαν κάτω. Τούτο το σκότος ο Θαλλός, στο τρίτο βιβλίο των «Ιστοριών» του, το εξηγεί ως έκλειψη του ηλί­ου, πράγµα παράλογο κατά τη γνώµη µου. Καθώς οι Ιουδαίοι εορτάζουν το Πάσχα τη 14η μέρα, σύμφω­να με τη σελήνη, και η σταύρωση του Σωτήρα μας πέφτει την ημέρα πριν το Πάσχα, και μια έκλειψη του ηλίου παίρνει μέρος μόνον όταν η σελήνη έρ­χεται κάτω από τον ήλιο…». «Χρονικά XVIII», Ιούλι­ος Αφρικανός.

Το απόσπασμα αυτό αμφισβητείται ήδη από εκείνα τα χρόνια, μάλιστα έτυχε και της ειρωνι­κής απαντήσεως του Κέλσου στον «Περί Αληθεί­ας Λόγο».

Έμμεση και ασαφής είναι και η αναφορά του γνωστού μας Λουκιανού, του ελληνομαθούς Σύ­ριου σοφιστή του 2ου μ.Χ. αιώνα. Στο έργο του «Περί της Περεγρίνον τελευτής» κάνει αναφορά στους πρώτους χριστιανούς. Ας σημειωθεί ότι η πηγή είναι αρκετά μεταγενέστερη του Ιησού, όταν ο χριστιανισμός ήταν ήδη μια γνωστή θρησκεία.

[] Εκείνοι αισθάνονταν αυτόν ως Θεό τους και νομοθέτη τους, τον ανακήρυξαν προστάτη τους και ακόμη εξακολουθούν να σέβονται τον άνθρωπο αυτόν, που σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη, επειδή εισήγαγε στη ζωή τους τη νέα αυτή θρησκεία [] έπεισαν τον εαυτό τους οι δυστυχείς ότι θα γίνουν αθάνατοι και πως θα ζήσουν αιώνια και γι’ αυτόν το λόγο περιφρονούν το θάνατο και με τη θέλησή τους πολλοί θυσιάζονται. Ο νομοθέτης αρχηγός τους, τους έπεισε ότι όλοι οι άνθρωποι θα ήταν δυνατό να ζουν αδελφωμένοι και από τότε άρχισαν να αλλά­ζουν θρησκεία, να αρνούνται τους θεούς των Ελλή­νων, να προσκυνούν εκείνον το σοφιστή που σταυ­ρώθηκε και να ζουν σύμφωνα με τους νόμους του.

 

Χριστιανικές πηγές

Με τις χριστιανικές πηγές τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εδώ έχουμε πλήθος αναφορών, πράγμα φυσιολογικό γιατί πάνω στη μαρτυρία αυτών των κείμενων συστάθηκε η νέα – τότε – θρησκεία. Το κατά πόσο αυτές οι μαρτυρίες απο­τελούν και ιστορικά τεκμήρια είναι και αυτό ένα ζήτημα με πολλές όψεις και περισσότερες εκδο­χές. Έτσι η παρουσία του Ιησού «γεμίζει» τις σε­λίδες της Καινής Διαθήκης – από τα Ευαγγέλια ως τις «Επιστολές του Παύλου» και τις «Πράξεις των Αποστόλων». Ωστόσο εδώ, όπως ήδη επιση­μάναμε, πρόκειται για θρησκευτικά κείμενα και για κανέναν λόγο δεν συγκροτούν ιστορικά τεκ­μήρια, πάρα το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς – υπάρχει πλήθος ιστορικών πλη­ροφοριών γύρω από την εποχή των γεγονότων που περιγράφουν.

Οι επιστολές του Παύλου

Είναι γνωστό ότι ο Απόστολος Παύλος, τον οποίο – ειρήσθω εν παρόδω – πολλοί θεωρούν ως τον βασικό θεμελιωτή του χριστιανισμού, έστειλε επιστολές σε διάφορα πρόσωπα και εκ­κλησίες ανάμεσα στο 48 και 68 μ.Χ. Από δεκα­τέσσερις επιστολές στο σύνολο τους του απο­δίδονται οι δεκατρείς, μια και αυτή «Προς του Εβραίους» είναι ανυπόγραφη. Σύμφωνα με μέ­χρι τώρα έρευνες πάνω στην αυθεντικότητα των επιστολών, οι επτά τουλάχιστον αποδίδονται με σιγουριά στον Απόστολο Παύλο.

Τα Ευαγγέλια

Τα Ευαγγέλια αποτελούν την πιο πλήρη πηγή πληροφοριών για τον Ιησού καθώς αναφέρουν πλείστες όσες λεπτομέρειες, γραμμένες μάλιστα από τους λεγόμενους ευαγγελιστές. Άλλα και εδώ τα πράγματα είναι εξαιρετικά μπερδεμένα, έτσι ώστε να δημιουργηθούν διάφορες σχολές που υποστηρίζουν τη μια ή την άλλη άποψη.

Αρχικά τα Ευαγγέλια του Κανόνα ήταν ανώνυ­μα και ατιτλοφόρητα κείμενα. Ο συσχετισμός του με τα γνωστά πρόσωπα Ματθαίο, Μάρκο, Λουκά και Ιωάννη έγινε αργότερα, τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

Τα τρία πρώτα ευαγγέλια μοιράζονται ένα πλήθος κοινών ιστοριών, γεγονότων και πληρο­φοριών, έτσι που το ένα να μοιάζει σαν αναπα­ραγωγή του άλλου. Αυτή η διαπίστωση οδήγησε τους μελετητές στη διατύπωση διαφόρων εκδο­χών. Έτσι έχουμε τους μελετητές εκείνους που υποστηρίζουν ότι τα Ευαγγέλια γραφτήκαν από τους ανθρώπους που τα υπογράφουν. Άλλοι πά­λι ισχυρίζονται μέσα από τις δικές τους έρευνες ακριβώς την αντίθετη άποψη: ότι αυτά τα κείμε­να δεν ανήκουν στους γνωστούς μας ευαγγελι­στές. Σύμφωνα πάντα με τις πιο τελευταίες και αξιόπιστες έρευνες, το Κατά Μάρκο και μια άλλη πηγή που ονομάζεται έγγραφο Q αποτέλεσαν τη βάση για τη συγγραφή των Κατά Ματθαίον και Κατά Λουκά Ευαγγελίων. Υπάρχει ωστόσο και η Αυγουστιανή υπόθεση που υποστηρίζει ότι το Κατά Ματθαίον γράφτηκε πρώτο και το Κατά Μάρκον υπήρξε προϊόν περιλήψεώς του. Η πρώ­τη εκδοχή χρονολογεί το Κατά Μάρκον πριν από το 70 μ.Χ. και τα Κατά Ματθαίον και Κατά Λουκά μεταξύ 80-90 μ.Χ. Η δεύτερη χρονολογεί τα συ­νοπτικά Ευαγγέλια πριν από το 70 μ.Χ και τέλος το Κατά Ιωάννη συνήθως το τοποθετούν γύρω στο 90-100 μ.Χ.

Πηγη:topontiki.gr

 

251